Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαρίλαος Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 3344/06, 4 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3344/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Χαρίλαος Στυλιανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, και συγκεκριμένα ότι, την 28.5.2005 στην οδό Ηρώων στα Λατσιά ενώ οδηγούσε το λεωφορείο με αριθμούς εγγραφής ΤΚΚΖ 888 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Νίκου Καποδίστρια τέως από τον Αγ. Δομέτιο. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Την 28.5.2005 και περί η ώρα 07.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το λεωφορείο με αριθμούς εγγραφής ΤΚΚΖ 888 στην οδό Ηρώων στα Λατσιά με κατεύθυνση προς την Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄. Την ίδια μέρα και ώρα το θύμα, μαζί με άλλους συναδέλφους του, βρισκόταν στην εν λόγω οδό για εργασίες του αποχετευτικού, και σηματοδοτούσαν τον δρόμο με κάγκελο και κώνους με σκοπό την αποκοπή της μίας εκ των δύο λωρίδων. Όταν ο Κατηγορούμενος πλησίασε το μέρος σταμάτησε πριν από τους κώνους, και ζήτησε από τους εκεί εργαζόμενους να μετακινήσουν τους κώνους ώστε να μπορέσει να περάσει το όχημα του, το οποίο και δεν χωρούσε. Την ίδια ώρα το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής ΑΑΧ 917 βρισκόταν σε αναμονή στην αντίθετη του Κατηγορούμενου κατεύθυνση. Το θύμα και οι συναδέλφοι του φορούσαν φωσφορούχα γιλέκα και προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο, ενώ άρχισαν να μετακινούν τους κώνους. Προτού όμως ολοκληρώσουν την μετακίνηση αυτή, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε απότομα μπροστά και κτύπησε με την δεξιά πλευρά του λεωφορείου στην μπροστινή πλευρά του φορτηγού με αριθμούς εγγραφής ΑΑΧ
- Ακολούθως, συνέχισε την πορεία του και παρέσυρε τον Μ.7 και το θύμα, οι οποίοι ακόμη ευρίσκονταν κοντά στους κώνους. Ο Μ.7 βρισκόταν σε απόσταση περίπου 7μ από το σημείο όπου ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με το φορτηγό, και το θύμα άλλα 5.5μ από αυτόν. Το λεωφορείο κάλυψε άλλα 7μ και μετά σταμάτησε. Από το ατύχημα το θύμα τραυματίστηκε κρίσιμα και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ασθενοφόρο, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Τραυματίστηκε επίσης ελαφρά ο Μ.7 και προκλήθηκαν και ζημιές στα οχήματα. Από εξετάσεις που έγιναν ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταναλώσει οιαδήποτε ποσότητα αλκοόλης, ενώ το όχημα του δεν είχε καμία μηχανική βλάβη. Την 30.5.2005 και περί ώρα 10.45 ο κ. Νίκος Καποδίστριας υπέκυψε στα τραύματα του. Κατόπιν διενέργειας της νενομισμένης νεκροψίας, ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους απεφάνθη ότι η αιτία θανάτου ήταν η κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αλλά έχει 2 βαθμούς ποινής. Ο κ. Ιωαννίδης, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, συμφωνησε με τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος ακολουθούσε το κανονικό του δρομολόγιο, όταν επιστρέφοντας βρήκε μία σήμανση που τον εμπόδιζε να πάρει την ακραία αριστερή λωρίδα ώστε να πραγματοποιήσει την προγραμματισθείσα διαδρομή του. Υπαλλήλοι της Εταιρείας Ν. Γαβριήλ Λτδ είχαν τοποθετήσει κάγκελα κατά μήκος της μέσης του δρόμου, καθώς και πλαστικούς κώνους οι οποίοι χώριζαν τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς δυτικά. Ο τελευταίος κώνος τοποθετήθηκε με τέτοιο τρόπο που ήταν αδύνατο να περάσει ο Κατηγορούμενος και να πάρει την λωρίδα που επιθυμούσε, αλλά οι εργάτες του έδειχναν να εισέλθει στην λωρίδα που δεν τον χωρούσε. Τότε ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το λεωφορείο και τους εξήγησε, οπότε και οι εργάτες συμφώνησαν να μετακινήσουν τους κώνους ώστε να περνούν και μεγάλα οχήματα. Την ίδια ώρα κατέφθασε και το ημιφορτηγό με αριθμούς εγγραφής ΑΑΧ
- Ο Κατηγορούμενος μπήκε ξανά στο λεωφορείο του ώστε να εκκινήσει, αλλά έχασε τον έλεγχο του, με αποτέλεσμα να τριφτεί πάνω στο δεξιό εσωτερικό καθρεφτάκι του ημιφορτηγού, ενώ τότε μπερδέυτηκε ακόμη περισσότερο και με την αριστερή μπροστινή γωνιά του λεωφορείου κτύπησε το θύμα. Ο κ. Ιωαννίδης υπέδειξε σημεία στις καταθέσεις μαρτύρων από τα οποία καταδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν νευριασμένος, αλλά συγχισμένος. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι μπήκε στο λεωφορείο, έβαλε ταχύτητα και κατέβασε το χειρόφρενο. Στο σημείο εκείνο αντί να πατήσει φρένο πάτησε το πετρέλαιο. Αφού το λεωφορείο κινήθηκε ανεξέλεγκτα μπροστά, σοκαρίστηκε και προσπάθησε να το σταματήσει. Το λεωφορείο του ήταν καινούργιο, και η πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε μόλις 5 μέρες προ του ατυχήματος. Τα πιο πάνω γεγονότα, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, φανερώνουν ότι το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αμέλεια του Κατηγορούμενου και όχι σε εγωϊστική συμπεριφορά αυτού. Ο κ. Ιωαννίδης έκανε περαιτέρω λεπτομερή αναφορά στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο οποίος είναι σήμερα 65 ετών, πρόσφυγας και διαμένει με την σύζυγο του σε προσφυγική κατοικία. Η οικογένεια του είναι χαμηλής κοινωνικό - οικονομικής κατάστασης, με εκπαίδευση δημοτικού σχολείου. Έχασε το λεωφορείο του κατά την Τούρκικη εισβολή, και μετά από αρκετή ταλαιπωρία εργοδοτήθηκε στα Αστικά Λεωφορεία Λευκωσίας, όπου και παρέμεινε μέχρι την συνταξιοδότηση του. Παρά το γεγονός, όμως, ότι ήταν επαγγελματίας οδηγός για 40 χρόνια, έχει λευκό ποινικό μητρώο. Ο Κατηγορούμενος από το 1988 υποφέρει από καρκίνο του ορθού εντέρου, παρουσιάζει ακράτεια ούρων και χρειάζεται συνεχή φροντίδα από την σύζυγο του. Μεταμελείται για το αδίκημα που διέπραξε, και έχει πραγματικά συντριβεί. Παραδέχθηκε όμως άμεσα στην Αστυνομία, ενώ παραδέχθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου αργότερα. Τελειώνοντας, ο συνήγορος έκανε αναφορά και στον χρόνο που έχει παρέλεθει από την διάπραξη του αδικήματος, και εισηγήθηκε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η ποινή φυλακίσεως αντενδείκνυται. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του. Όπως αναφέρεται σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 65 ετών, συνταξιούχος και πατέρας 2 ενήλικων θυγατέρων. Τα εισοδήματα του ανέρχονται σε Λ.Κ.592,00 μηνιαίως, ποσό το οποίο λαμβάνει ως σύνταξη από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Προέρχεται τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του από χαμηλο κοινωνικό - οικονομικές οικογένειες, ενώ οι σχέσεις μεταξύ τους είναι αρμονικές. Κατά την εισβολή έχασε το λεωφορείο του. Από το 1988 πάσχει από καρκίνο του ορθού εντέρου, ενώ υποβλήθηκε σε κοιλοπερινεϊκή εκτομή και μόνιμη κολοστομία, με αποτέλεσμα σήμερα να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και επιπλέον παρουσιάζει ακράτεια ούρων. Παρακολουθείται συστηματικά από ιατρό, λαμβάνει φαρμακοθεραπεία ενω χρειάζεται συνεχή φροντίδα από την σύζυγο του. Σε σχέση με τα πιο πάνω επισυνάπτεται και ιατρική βεβαίωση. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδεις πεντακόσιες λίρες». Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και την επιβολή βαθμών ποινής. Όπως προκύπτει και από την ισχύουσα Νομολογία, τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορα τα Δικαστήρια. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6550, ημερ. 21.7.1998: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». (βλ. επίσης Charalambous v. Police 1986) 2 C.L.R. 128, Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 66). Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Από την Νομολογία προκύπτει ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης, καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου, Ποιν. Εφ. 7457, ημερ. 9.7.2003, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη και άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω), R. V. Boswell
(1984)3 All E.R. 353). Καθοριστiκός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωϊστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περίπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6753, ημερ. 23.2.2000, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7747, ημερ. 22.7.2004). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως και τα θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση. Υπάρχει επιπλέον και η ανάγκη να δοθεί μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Είναι γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου στα γεγονότα, το οποίο να καθιστά την οδήγηση του Κατηγορουμένου εγωϊστική. Δεν μπορώ όμως να παραγνωρίσω το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ένα λεωφορείο νέο, το οποίο ουσιαστικά αναφέρει ότι δεν έλεγχε με σιγουριά, σε δρόμο όπου υπήρχαν οδικά έργα και πεζοί εργάτες, οι οποίοι μάλιστα, εν γνώσει του προσπαθούσαν να μετακινήσουν τους κώνους ώστε να χωρέσει το λεωφορείο του. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι οποίες επέβαλλαν αυξημένη προσοχή, ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στο λεωφορείο του να το εκκινήσει, έβαλε ταχύτητα και κατέβασε το χειρόφερνο χωρίς να ελέγξει κατά πόσο ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Η πράξη αυτή του Κατηγορούμενου ήταν απερίσκεπτη και επικίνδυνη, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που υφίσταντο στο συγκεκριμένο σημείο τον ουσιώδη χρόνο. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του Κατηγορούμενου έστω και στο στάδιο αυτό. Όπως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Υπ' όψιν μου λαβάνω επίσης και το ότι το αδίκημα έλαβε χώρα στις 28.5.2005 και έχει παρέλθει διάστημα πέραν των δυόμιση ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (πιο πάνω). Οι λόγοι για μετριασμό της ποινής που τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης θα ληφθούν υπ' όψιν. Ιδιαίτερα σημαντικά θεωρώ τα προβλήματα υγείας από τα οποία υποφέρει ο Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Baby Girl Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, υπόθεση που αφορούσε ναρκωτικά, η Κατηγορούμενη είχε όγκο στο στήθος, πρόβλημα στην βαλβίδα της καρδίας, ψυχολογικά προβλήματα και διαταραγμένη προσωπικότητα με μειωμένες αντιστάσεις. Παρά τα πιο πάνω, όμως, κρίθηκε ότι η κατάσταση της υγείας της αυτή δεν δικαιολογούσε μείωση της ήδη επιεικούς ποινής που της είχε επιβληθεί. Στην Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 73, ο Κατηγορούμενος υπέφερε από καρδιακό νόσημα και υποβάλλετο σε θεραπείες. Το Εφετείο ανέφερε ότι, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπ' όψιν του όλους τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες, εν' τούτοις παρέλειψε να δώσει την δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα και με πλήρη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, και η ποινή αυξήθηκε από 4 μήνες φυλάκιση που είχαν επιβληθεί, σε 12 μήνες. Αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά: «Είναι γεγονός ότι μία ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσο του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι την σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σωτηρίου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, άνκαι είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Τούτων δεδομένων, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 5 βαθμοί ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται, περαιτέρω, του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής, παρά το ότι δεν τέθηκε τέτοια εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Από το ατύχημα αυτό έχει συντριβεί, και έχει εκφράσει την μεταμέλεια του, όπως εμφαίνεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπ' όψιν μου τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, και το ότι αυτός χρήζει συνεχούς φροντίδας στην καθημερινότητα του από την σύζυγο του. Θεωρώ ότι, και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, είναι τέτοιες που μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τούτων δεδομένων, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως αναστέλλεται για περίοδο 2 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο