← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 7 Δεκεμβρίου, 2007

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 7 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17179/06 Δημοκρατία - ν -

  1. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α. --------------------------- Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σ. Μάτσας με κ. Ν. Κέκκο με κα Α. Αντρέου. Για Κατηγορούμενο 5: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου. Για Κατηγορούμενο 6: Ο κ. Μ. Κυπριανού με κα Ελισάβετ Νικολάου. Κατηγορούμενοι 1-10 παρόντες ---------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Δ Ι Κ Η Σ Ε Ν Τ Ο Σ Δ Ι Κ Η Σ ΑΡ. 3 Όταν επιχειρήθηκε από το ΜΚ36 Ονησίφορο Ιωάννου να καταθέσει ως μαρτυρία στην υπόθεση τις γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων 5 και 6, Γεώργιου Κυλίλη και Κώστα Τούμπα, ηγέρθη ένσταση από τους συνηγόρους τους. Είναι η κοινή θέση τους ότι οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν την κατάθεση τους, ξεχωριστά ο καθένας, με την ελεύθερη βούληση τους. Ας σημειωθεί ότι ο κ. Ιωάννου είναι ένας από τους ποινικούς ανακριτές που διόρισε ο Γενικός Εισαγγελέας για να διερευνήσουν επεισόδιο το οποίο συνέβηκε τις πρωινές ώρες της 20.12.2005, κατά το οποίο μέλη της αστυνομίας φέρεται να κακοποίησαν δύο πολίτες. Ο ίδιος πήρε τις εν λόγω καταθέσεις, που είναι δύο, μια από τον κάθε κατηγορούμενο, από το φάκελο της διοικητικής έρευνας την οποία διέταξε αυθημερόν ο Αρχηγός της Αστυνομίας. Είχαν δε δοθεί από τους κατηγορούμενους στο πλαίσιο της έρευνας αυτής στις 21.12.2005 αφού κλήθηκαν προς τούτο από τον εκ των διενεργούντων τη διοικητική έρευνα υπαστυνόμο Γιαννάκη Κελεπέσιη. Η ένσταση εκ μέρους των κατηγορουμένων στηρίζεται κυρίως στο γεγονός αυτό, ήτοι της διενεργηθείσας διοικητικής έρευνας, και ειδικότερα στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι κατηγορούμενοι έδωσαν ο καθένας την κατάθεση του. Δεν έγινε διαφοροποίηση ως προς τις περιστάσεις που αφορούν τον κάθε κατηγορούμενο και άρα είναι και για τους δύο οι ίδιες. Η ένσταση ως τέτοια προβάλλει τις εξής δύο θέσεις: Πρώτον, ότι οι κατηγορούμενοι δεν προειδοποιήθηκαν όταν θα έδιναν την κατάθεση τους σύμφωνα με το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα. Δεύτερο, κατά πόσο υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν, στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας, η κατάθεση τους αν επιτραπεί, θα συνιστά παράβαση του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη. Οι δύο πλευρές δε συμφώνησαν σε κοινώς αποδεκτά γεγονότα όπως συνέβηκε με την πρώτη περίπτωση τέτοιας ένστασης που υπεβλήθη και οδήγησε στην ενδιάμεση απόφαση μας της 12.10.
  3. Γι' αυτό διεξήχθη δίκη εντός δίκης κατά την οποία προσφέρθηκε, από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής μόνο, η μαρτυρία του υπαστυνόμου Κελεπέσιη. Είναι και η πλευρά η οποία φέρει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι καταθέσεις των κατηγορουμένων ήσαν θεληματικές. Οι τελευταίοι περιορίστηκαν, μέσω των συνηγόρων τους, σε σχολιασμό της μαρτυρίας του προαναφερθέντος μάρτυρα κατά το στάδιο των αγορεύσεων, πρόσθετα με την αναφορά στη νομική πτυχή. Καταθέτοντας τη μαρτυρία του ο κ. Κελεπέσιης, ανάφερε ότι στις 2.30 μ.μ. της 20.12.2005 πληροφορήθηκε γραπτώς για τις οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας να προβεί μαζί με άλλους δύο συναδέλφους του σε διοικητική έρευνα. Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο εν λόγω έγγραφο το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο Γ (Δ.Ε.Δ. Αρ. 3), σύμφωνα με ισχυρισμούς, συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο κατονομάζει έτυχε κακομεταχείρισης κατά τη σύλληψη και κράτηση του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού. Τότε η πρώτη του ενέργεια ήταν να μεταβεί στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό από όπου έλαβε αντίγραφα από φάκελο διερευνώμενης υπόθεσης. Μεταξύ αυτών ήσαν και επτά καταθέσεις μελών της αστυνομίας και συγκεκριμένα των ενώπιον μας κατηγορουμένων υπ' αριθμό 1, 2, 3, 4 και 9, τεκμήρια Δ.1 έως 7 (Δ.Ε.Δ. Αρ. 3). Στις καταθέσεις αυτές γινόταν αναφορά στο επεισόδιο της 20.12.2005 όχι, όμως, και στους κατηγορούμενους Κυλίλη και Τούμπα. Όπως είπε, πληροφορήθηκε για την παρουσία τους στη σκηνή του επεισοδίου την επόμενη ημέρα, 21.12.2005, από δύο ή τρεις καταθέσεις που είχαν ληφθεί το πρωί της ημέρας εκείνης στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας η οποία άρχισε και διεξαγόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Αρχηγείου. Η πληροφορία που διερεύνησε για να τους εντοπίσει ήταν ότι στη σκηνή του επεισοδίου είχαν μεταβεί και μέλη της τροχαίας. Πρώτα εντόπισε το λοχία Κυλίλη ο οποίος του κατονόμασε τον αστυφύλακα Τούμπα, ότι ήταν μαζί του. Τους κάλεσε τηλεφωνικώς και τους δύο να μεταβούν στο ΤΑΕ Αρχηγείου για να δώσουν κατάθεση και να εξηγήσουν, όπως τους πληροφόρησε, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν στη σκηνή του επεισοδίου. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Κελεπέσιης ανάφερε, περαιτέρω, ότι πριν συναντήσει τους δύο κατηγορούμενους στο Αρχηγείο είχε δει τους δύο πολίτες οι οποίοι παραπονούντο ότι είχαν κακοποιηθεί από μέλη της αστυνομίας και ήσαν τραυματισμένοι. Όμως, σε σχέση με το θέμα αυτό είχε, επίσης, υπόψη του ότι κατά το επεισόδιο οι παραπονούμενοι τελούσαν υπό την επήρεια αλκοόλ, ήσαν αντιδραστικοί και ότι υπό τις συνθήκες αυτές διενεργήθηκε η σύλληψη τους. Όσον αφορά τους δύο κατηγορούμενους, διευκρίνισε ότι άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι είχαν δώσει κατάθεση πιο νωρίς, στις 21.12.2005, ανάφεραν ότι μέλη της τροχαίας προσέτρεξαν στη σκηνή σε βοήθεια τους. Κάτι άλλο το οποίο ανάφερε και επέμενε σ' αυτό είναι ότι οι δύο κατηγορούμενοι κατέγραψαν μόνοι την κατάθεση τους, όπως τους ζητήθηκε, ενώ βρίσκονταν σε διαφορετικό γραφείο ο καθένας και δεν υπήρχαν άλλα πρόσωπα παρόντα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο κ. Κελεπέσιης συμφώνησε ότι δεν προειδοποίησε τους δύο κατηγορούμενους με βάση το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα πριν αρχίσουν να γράφουν την κατάθεση τους. Όμως, όπως ανάφερε περαιτέρω, στο στάδιο εκείνο της διοικητικής έρευνας δεν υπήρχαν υπόνοιες ότι οι κατηγορούμενοι ενέχοντο στη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Από καταθέσεις που έδωσαν προηγουμένως άλλοι αστυνομικοί εφαίνετο, όπως είπε, ότι παρόντα στη σκηνή του επεισοδίου ήσαν και άλλα μέλη της αστυνομίας, αλλά για το ποια ήταν η εμπλοκή τους ήταν ο λόγος που τους κάλεσε να δώσουν κατάθεση. Αναφερόταν στους κατηγορούμενους Κυλίλη και Τούμπα. Τέλος, ο κ. Κελεπέσιης ανάφερε ότι την ημέρα εκείνη και πριν δώσουν οι κατηγορούμενοι την κατάθεση τους, άκουσε ότι είχε διοριστεί ποινικός ανακριτής για διερεύνηση του επεισοδίου. Δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα, τα οποία είναι αυτά που προκύπτουν από τη μαρτυρία του κ. Κελεπέσιη, αλλά μάλλον ως προς τη σημασία που θα πρέπει να τους αποδοθεί. Ο κ. Μάτσας κατά τη δική του αγόρευση εισηγήθηκε πως με βάση τα γεγονότα που είχε υπόψη του ο κ. Κελεπέσιης δεν ενεργοποιείτο ο Κανόνας 2 των Δικαστικών Κανόνων. Ενώ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ένστασης των κατηγορουμένων, εισηγήθηκε ότι το πλαίσιο της διοικητικής έρευνας στο οποίο έδωσαν την κατάθεση τους, σε καμιά περίπτωση δεν αναιρούσε την ελεύθερη βούληση τους. Οι κ.κ. Παπαϊωάννου και Κυπριανού διατυπώνοντας την αντίθετη άποψη τους, εισηγήθηκαν ότι στην προκειμένη περίπτωση, αν επιτραπεί η κατάθεση των εν λόγω καταθέσεων, θα επηρεαστεί το δικαίωμα των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιης δίκης ενόψει των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές είχαν δοθεί και κατά τις οποίες δεν έτυχαν διασφάλισης τα δικαιώματά τους της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης. Όπως έχει η διατύπωση του και όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, ο Κανόνας 2 εφαρμόζεται από τη στιγμή που προκύπτει μαρτυρία η οποία παρέχει εύλογη υποψία ότι το ανακρινόμενο πρόσωπο ενέχεται στη διάπραξη του. Τότε ο ανακριτής οφείλει να τον προειδοποιήσει σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανόνα. Η μαρτυρία αυτή κατά την υπόθεση Azinas ν. The Police

(1981)2 C.L.R. 9 καθώς και αγγλική νομολογία την οποία έχει υιοθετήσει (βλ. R v. Osborne
(1973)Q. B. 678, σελίδα 688) θα πρέπει να περιέχει στοιχεία τα οποία μπορεί να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο κ. Κελεπέσιης άρχισε να διεξάγει διοικητική έρευνα σε σχέση με πληροφορίες που υπήρχαν για κακοποίηση κάποιου προσώπου από μέλη της αστυνομίας, σε επεισόδιο το οποίο είχε συμβεί στις 20.12.
  1. Μάλιστα, ο ίδιος είχε προσωπική γνώση, έχοντας δει τους παραπονούμενους, ότι αυτοί έφεραν τραύματα τα οποία πιθανόν να είχαν προκληθεί κατά το επεισόδιο. Ακόμα είχε μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι Κυλίλης και Τούμπας είχαν κληθεί να μεταβούν στη σκηνή του επεισοδίου για βοήθεια των συναδέλφων τους οι οποίοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Όμως, συγχρόνως, δεν προκύπτει να υπήρχε κατά το δεδομένο εκείνο χρόνο που οι δύο κατηγορούμενοι είχαν κληθεί και μεταβεί στο ΤΑΕ Αρχηγείου και οποιαδήποτε μαρτυρία για εμπλοκή τους στο επεισόδιο. Εν ολίγοις δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας το οποίο θα μπορούσε να δώσει βάση για εύλογη υποψία ότι οι κατηγορούμενοι ενέχοντο στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος και ειδικά σχετιζομένου με το εν λόγω επεισόδιο. Μια πρόσθετη ένδειξη για την απουσία τέτοιας μαρτυρίας, χωρίς να είναι από μόνη της αποφασιστικής σημασίας, αποτελεί το γεγονός ότι ζητήθηκε από τους δύο κατηγορούμενους να γράψουν μόνοι τους την κατάθεση τους και δεν τους υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις, έστω πληροφοριακής φύσεως. Για το δεύτερο λόγο ένστασης η υπεράσπιση, ουσιαστικά, εισηγείται με δεδομένο το πλαίσιο εντός του οποίου λήφθηκαν οι καταθέσεις των κατηγορουμένων, ότι τυχόν αποδοχή τους ως μαρτυρία θα πλήξει το δικαίωμα τους της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης με άμεσο συνεπακόλουθο την παραβίαση του θεμελιακού δικαιώματος τους να τύχουν δίκαιης δίκης, όπως αυτό προβλέπεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στο αντίστοιχο Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η τελευταία ισχύει στην Κύπρο αφού έχει επικυρωθεί από τον ομώνυμο Νόμο 39/
  2. Με παρόμοιο όπως το υπό εξέταση θέμα ασχολήθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη γνωστή υπόθεση Saunders v. The United Kingdom
(1996)VI 24 E.C.H.R. 2044. Αναφερόμενο στα πιο πάνω δικαιώματα το δικαστήριο διαπίστωσε, στις παραγράφους 68 και 69 ότι: ". although not specifically mentioned in Article 6 of the Convention (art. 6), the right to silence and the right not to incriminate oneself are generally recognized international standards which lie at the heart of the notion of a fair procedure under Article 6 (art. 6). Their rationale lies, inter alia, in the protection of the accused against improper compulsion by the authorities thereby contributing to the avoidance of miscarriages of justice and to the fulfillment of the aims of Article 6 (art. 6) (see the above-mentioned John Murray judgment, p. 49, para. 45, and the above-mentioned Funke judgment, p. 22, para. 344). The right not to incriminate oneself, in particular, presupposes that the prosecution in a criminal case seek to prove their case against the accused without resort to evidence obtained through methods of coercion or oppression in defiance of the will of the accused. In this sense the right is closely linked to the presumption of innocence contained in Article 6 para. 2 of the convention (art. 6-2). The right not to incriminate oneself is primarily concerned, however with respecting the will of an accused person to remain silent." Με αυτά υπόψη το δικαστήριο προχώρησε ακολούθως να εξετάσει τις περιστάσεις λήψης των δηλώσεων του κατηγορουμένου στην ενώπιον του υπόθεση αφού παρατήρησε προηγουμένως, στην παράγραφο 69, τα εξής: "In the present case the Court is only called upon to decide whether the use made by the prosecution of the statements obtained from the applicant by the inspectors amounted to an unjustifiable infringement of the right. This question must be examined by the Court in the light of all the circumstances of the case. In particular, it must be determined whether the applicant has been subject to compulsion to give evidence and whether the use made of the resulting testimony at his trial offended the basic principles of a fair procedure inherent in Article 6 para. 1 (art. 6-1) of which the right not to incriminate oneself is a constituent element". Το αντικείμενο εξέτασης στην πιο πάνω υπόθεση αφορούσε στο κατά πόσο δηλώσεις του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν αξιωματούχος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, και οι οποίες είχαν γίνει προς επιθεωρητή του Τμήματος Εμπορίου και Βιομηχανίας του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο διενεργούμενης έρευνας που υποχρέωνε τον κατηγορούμενο να απαντήσει σε ερωτήσεις διαφορετικά θα υπόκειτο σε ποινικές κυρώσεις, ήσαν αποδεκτές ως μαρτυρία σε ποινική υπόθεση εναντίον του. Παρεμφερώς, ετέθη και το θέμα ότι οι δηλώσεις του κατηγορούμενου δεν περιείχαν άμεση παραδοχή του για τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο αυτός κατηγορείτο. Η απάντηση του Δικαστηρίου στην ένσταση αυτή ήταν ως εξής, στην παράγραφο 71: "In any event, bearing in mind the concept of fairness in Article 6 (art. 6), the right not to incriminate oneself cannot reasonably be confined to statements of admission of wrongdoing or to remarks which are directly incriminating. Testimony obtained under compulsion which appears on its face to be of a non-incriminating nature - such as exculpatory remarks or mere information on questions of fact - may later be deployed in criminal proceedings in support of the prosecution case, for example to contradict or cast doubt upon other statements of the accused or evidence given by him during the trial or to otherwise undermine his credibility. Where the credibility of an accused must be assessed by a jury the use of such testimony may be especially harmful. It follows that what is of the essence in this context is the use to which evidence obtained under compulsion is put in the course of the criminal trial". Υπό το φως των περιστάσεων που περιέβαλαν την ενώπιον του υπόθεση και των διαπιστώσεων του επί όλων των πιο πάνω θεμάτων αρχής, το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του ότι η αποδοχή των δηλώσεων του κατηγορούμενου ως μαρτυρίας, του στέρησε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη κατά παράβαση του Άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ειδικά από τα αποσπάσματα που παραθέσαμε πιο πάνω η αποδεκτότητα της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου όταν τίθεται θέμα θεληματικότητας της άπτεται ευθέως του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης δίκης. Τα περιστατικά της υπόθεσης εκείνης συνιστούσαν συγκεκριμένο τρόπο έγερσης του ζητήματος και ακριβώς έγινε επίκληση τους από τους συνηγόρους υπεράσπισης για σύγκριση με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Ομολογουμένως υπάρχει κάποια ομοιότητα. Οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση αυτή όντες αστυνομικοί, κλήθηκαν στις 21.12.2005 στο ΤΑΕ Αρχηγείου από αξιωματικό της αστυνομίας για να δώσουν κατάθεση σε σχέση με διοικητική έρευνα η οποία διεξαγόταν με οδηγίες του Αρχηγού προς διαπίστωση των περιστάσεων ενός επεισοδίου το οποίο συνέβηκε την προηγούμενη ημέρα, κατά το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες είχαν κακοποιηθεί δύο πρόσωπα. Καθηκόντως, είχαν υποχρέωση να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του ανωτέρου τους και κατ' επέκταση να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εν λόγω έρευνας. Σύμφωνα με τον Πειθαρχικό Κώδικα της Αστυνομίας που βρίσκεται στον Πρώτο Πίνακα των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών 1989 έως 2004, οι κατηγορούμενοι υποχρεούντο να δώσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες κατείχαν σε σχέση με το επεισόδιο. Ο Κανονισμός 6 στην ολότητα του είναι σχετικός ως προς την πιο πάνω υποχρέωση των κατηγορουμένων. Σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης τους θα υπόκειντο σε κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα. Προβλέπονται στους εν λόγω κανονισμούς και δεν υπάρχει πιστεύουμε αμφισβήτηση περί τούτου, παρά τη διαφωνία του ευπαίδευτου συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή. Ενεργώντας υπό αυτές τις περιστάσεις μπορεί να λεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι ευρίσκοντο σε διαφορετική θέση όσον αφορά την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης παρά αν εκαλούντο ευθέως για ανάκριση στο πλαίσιο διερεύνησης ενός ποινικού αδικήματος ή ακόμα και ενός πειθαρχικού παραπτώματος. Στη μεν πρώτη περίπτωση οι κατηγορούμενοι θα είχαν το ευεργέτημα της εφαρμογής των δικαστικών κανόνων ενώ στη δεύτερη περίπτωση με βάση τον κανονισμό 10 των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών θα τύγχαναν και πάλιν της δέουσας προειδοποίησης. Προκειμένου όμως για διοικητική έρευνα οι πιο πάνω πρόνοιες δεν εφαρμόζοντο ευθέως. Επομένως, οι κατηγορούμενοι προέβηκαν στις καταθέσεις τους υπό τις πιο πάνω συνθήκες και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι επενήργησε στο μυαλό τους πριν τις δώσουν ή τουλάχιστον να αποκλείσουμε κατά πόσο οι κατηγορούμενοι θα τηρούσαν την ίδια στάση αν γνώριζαν ότι ο,τιδήποτε έλεγαν στο πλαίσιο της έρευνας αυτής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους στο πλαίσιο ποινικής δίκης έχοντας πλέον οι ίδιοι την ιδιότητα των κατηγορουμένων. Στο σημείο αυτό και ενόψει του προβληματισμού που μας έχει προκαλέσει η παρούσα περίπτωση πιστεύουμε ότι έχει εδώ τη θέση του και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 όπου με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία την οποία υιοθετεί, γίνεται, στη σελίδα 86 η ακόλουθη παρατήρηση: "The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law". Καταλήγουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αυτό το στοιχείο της αμφιβολίας όσον αφορά τη θεληματικότητα των καταθέσεων των κατηγορουμένων δεδομένου ότι αυτές έχουν δοθεί υπό τις περιστάσεις που έχουμε προσδιορίσει πιο πάνω και ως εκ τούτου αποφασίζουμε να μην επιτρέψουμε την κατάθεση τους. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.