← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυσταλλένης Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3764/06, 18 Δεκεμβρίου 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυσταλλένης Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3764/06, 18 Δεκεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3764/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Χρυσταλλένης Νεοφύτου
  2. Μηνά Μηνά Κατηγορουμένων _______________ 18 Δεκεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Παρπόττα. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι είναι μητέρα και γιος. Η μητέρα, δηλαδή η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι στις 12.10.2005 επιτέθηκε και εξύβρισε τον γείτονα της Απόστολο Παπανικολάου με τις φράσεις "μαλακισμένε" και "πεζεβέγκαρε" (1η και 2η κατηγορία αντιστοίχως). Ο γιος, δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στα πλαίσια της ίδιας φιλονικίας επίσης επιτέθηκε εναντίον του Απόστολου Παπανικολάου (3η κατηγορία). Σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου έξι πρόσωπα. Πρόκειται για τον παραπονούμενο Απόστολο Παπανικολάου (Μ.Κ.1), τη διερμηνέα Μπιλιάνα Κότσεβα (Μ.Κ.2), τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 1165 Βάσο Νικολάου (Μ.Κ.3), την κατ' ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα Λουτμίλα Τσαγγαρίδου (Μ.Κ.4), τη Χρυσταλλένη Νεοφύτου (κατηγορούμενη 1) και τον Μηνά Μηνά (κατηγορούμενο 2). Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό έργο της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων. Επιμέρους αναφορές θα γίνουν εκεί κι όπου χρειάζονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Τούτου λεχθέντος είναι πιστεύω χρήσιμο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν στο ουσιαστικότερο μέρος αυτής της απόφασης, να γίνει μια γενική σκιαγράφηση των εκατέρωθεν αντικρουόμενων εκδοχών. Η εκδοχή λοιπόν της Κατηγορούσας Αρχής ως προκύπτει κατά μείζονα λόγον από τα συμφραζόμενα του Μ.Κ.1 είναι η εξής: Ο προαναφερθείς μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε οικογενειακώς στο διαμέρισμα αρ.1 του ισογείου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό Στυλιανού Λένα 6 στον συνοικισμό Αποστόλου Λουκά στα Λατσιά. Παλαιότερα διέμεναν στον δεύτερο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, στο διαμέρισμα αρ.9 το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το διαμέρισμα αρ.7 όπου διαμένουν οι κατηγορούμενοι. Μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενης 1 υπήρξαν στο παρελθόν προστριβές που είχαν ως έναυσμα το ότι η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε ένα σκύλο τον οποίο παρέλειπε να επιτηρεί και να καθαρίζει κατά τον δέοντα τρόπο. Στις 12.10.05 και περί ώρα 16.30 ο μάρτυρας μαζί με τον γιο του Νικόλα, βγήκαν έξω από την πολυκατοικία και κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο με το οποίο θα μετέβαιναν στο κολυμβητήριο όπου είχε μάθημα ο Νικόλας. Στον δρόμο είδε την κατηγορούμενη 1 να συζητεί με κάποια γειτόνισσα τη Μ.Κ.4, σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης. Στα πλαίσια της συζήτησης άκουσε την κατηγορούμενη 1 να ρωτά τη Μ.Κ.4 γιατί η τελευταία δεν κάνει παρατήρηση σ' αυτή που σταθμεύει το όχημα της πάνω στο πεζοδρόμιο. Το όχημα στο πεζοδρόμιο ανήκε στη σύζυγο του μάρτυρα και έτσι αυτός επενέβη στη συζήτηση ρωτώντας την κατηγορούμενη 1 σε τι την ενοχλεί το όχημα της συζύγου του. Αυτή τότε τον αποκάλεσε "ποτσί της μπογιάς" και αυτός την αποκάλεσε "τεμπελόσκυλα". Έπειτα τον αποκάλεσε "μαλακισμένo" και "πεζεβέγκαρo" και αυτός την αποκάλεσε "πουτάνα". Κατόπιν τούτου προχώρησε προς το όχημα του και η κατηγορούμενη 1 προς το σπίτι της. Ωστόσο εκείνη τη στιγμή κατέβηκε και τον προσέγγισε με απειλητικές διαθέσεις ο κατηγορούμενος 2, σπρώχνοντας τον και ζητώντας εξηγήσεις για την ύβρη που εκστόμισε κατά της μητέρας του. Την ίδια ώρα επέστρεψε και τον πλησίασε και η κατηγορούμενη
  1. Ενώ ο κατηγορούμενος 2 συνέχιζε να τον σπρώχνει, ξεκίνησε και αυτή να τον κλωτσά. Ο ίδιος προσπάθησε να αμυνθεί σπρώχνοντας και τους δύο προς τα πίσω. Στην προσπάθεια του αυτή δεν αποκλείεται να κτύπησε και αυτός τον κατηγορούμενο
  2. Στη συνέχεια επενέβησαν κάποιοι γείτονες και έτσι μπόρεσε να μπει στο αυτοκίνητο με τον γιο του ο οποίος εν τω μεταξύ έκλεγε από τα όσα είχε παρακολουθήσει. Εντούτοις η κατηγορούμενη 1 προσέγγισε το ανοικτό παράθυρο του οδηγού και τον κτύπησε και πάλι, αυτή τη φορά στο κεφάλι με τα χέρια της. Για να μην εκτραχυνθούν περισσότερο τα πράγματα, ο μάρτυρας χωρίς να αντιδράσει ξεκίνησε το αυτοκίνητο και αναχώρησε. Η εκδοχή της Υπεράσπισης σε ότι αφορά τα σημαντικά τεκταινόμενα της υπόθεσης διαφέρει στα εξής ουσιαστικά σημεία: Πρώτον, ο παραπονούμενος δεν πήγαινε προς το αυτοκίνητο με τον γιο του για να τον πάρει στο κολυμβητήριο, ως ισχυρίστηκε, αλλά προσέγγισε μόνος του το σημείο για να λάβει αυτόκλητα μέρος στην όλη συζήτηση. Δεύτερον, ο κατηγορούμενος 2 ήταν από την αρχή στο μέρος του συμβάντος και δεν κατέβηκε μετά. Η κατηγορούμενη 1 στη γραπτή της κατάθεση ημερ. 12.10.05 (έγγραφο 4) αναφέρει μάλιστα πως εκείνη τη στιγμή κατέφθασε και η ίδια στο μέρος και είχε μαζί της στο αυτοκίνητο τον κατηγορούμενο
  3. Τρίτον οι κατηγορούμενοι σε κανένα σημείο δεν επιτέθηκαν στον παραπονούμενο, ούτε και τον εξύβρισαν. Τέταρτον, είναι ο παραπονούμενος που εξύβρισε την κατηγορούμενη 1 και προκαλούσε τον κατηγορούμενο 2 να τον κτυπήσει. Όταν δε ο τελευταίος δεν το έπραξε, τον έπιασε από τον λαιμό και τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Προηγουμένως επιτέθηκε και στην κατηγορούμενη 1 πιάνοντας την από το κεφάλι και στρίβοντας τους καρπούς των χεριών της και πέμπτον, ο παραπονούμενος μετά το περιστατικό δεν αναχώρησε με το αυτοκίνητο αλλά επέστρεψε στο σπίτι του. Έχοντας καταγράψει τις εν γένει εκδοχές των μερών, έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ως γενικό σχόλιο μπορεί να λεχθεί ότι η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασία βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Κάνοντας λοιπόν αρχή από τον Μ.Κ.1 βρίσκω πως σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με φυσικότητα, συνοχή και σταθερότητα πείθοντας ότι αυτά που έλεγε είχαν ως υπόβαθρο την πραγματικότητα. Σε αντίθεση με τους κατηγορούμενους, ανέλαβε σε μεγάλο βαθμό το δικό του μερίδιο ευθύνης, παραδεχόμενος ότι εξύβρισε και αυτός την κατηγορούμενη 1 και ότι ενδεχομένως να κτύπησε τον κατηγορούμενο
  1. Για να είμαι δίκαιος με τους κατηγορούμενους, λέγω, πως πιθανώς να υποβάθμισε ή και να αποσιώπησε κάποια στοιχεία της δικής του συμμετοχής στο όλον επεισόδιο, αλλά τούτο ουδόλως πλήττει την γενικότερη περιγραφή της ροής των γεγονότων στην οποία προέβη και της αναφοράς του στις ενέργειες των κατηγορουμένων. Αυτή η περιγραφή και αναφορά είναι κατά την κρίση μου αναμφίβολα αληθινή και έτσι ανενδοίαστα αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν δευτερευούσης σημασίας μάρτυρες, αφού δεν είχαν άμεση εμπλοκή στα τεκταινόμενα. Όπως και να έχουν τα πράγματα μου προξένησαν καλή εντύπωση και αποδέχομαι και τη δική τους μαρτυρία. Καλή εντύπωση, πολύ καλή θα έλεγε, μου προξένησε και η Μ.Κ.
  2. Κατέθεσε και αυτή με φυσικότητα και αυθορμητισμό πείθοντας έτσι ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω αμφιβολία πως ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια του επεισοδίου (ως εξάλλου παραδέχονται και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι), και πως το περίγραψε όπως ακριβώς το βίωσε, χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει, σκοπίμως τουλάχιστον, οτιδήποτε για να ωφελήσει ή να βλάψει τη μια ή την άλλη πλευρά. Η μαρτυρία της πλαισιώνει και επιβεβαιώνει κατά τρόπο εκπληκτικό θα έλεγα τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Τούτο δε σημαίνει πως η μαρτυρία της είναι απολύτως ταυτόσημη με αυτή του Μ.Κ.
  4. Αν συνέβαινε εξάλλου κάτι τέτοιο τούτο όχι απλώς δεν θα ήταν θετικό αλλά θα κινούσε και υποψίες. Δεν αναμένεται δύο αυτοτελείς προσωπικότητες με διαφορετική συμμετοχή ο κάθε ένας, με διαφορετική υποκειμενική αντίληψη καταστάσεων και πραγμάτων και ενδεχομένως από διαφορετική οπτική γωνιά να περιγράφουν κατά τρόπο απολύτως πανομοιότυπο ένα συμβάν. Ενδεχομένως ο ένας να αναφερθεί σε κάποια λεπτομέρεια που ο άλλος δεν πρόσεξε ή/και δεν ανέφερε. Τούτο δεν σημαίνει πως η λεπτομέρεια δεν υφίσταται ή ότι ο ένας ή ο άλλος πρέπει απαραίτητα να είπε ψέματα. Παρομοίως μπορεί λόγω της γρήγορης εξέλιξης και εναλλαγής των συμβάντων ο ένας να περιγράψει μια επιμέρους πτυχή ελαφρώς διαφορετικά από τον άλλο. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και αποτελεί μάλιστα στοιχείο αξιοπιστίας και όχι αναξιοπιστίας. Σε τέτοιου είδους ζητήματα φάνηκε να περιορίζει την υπεράσπιση των κατηγορουμένων κατά την τελική της αγόρευση, η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κα Παρπόττα. Ενώ κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της Μ.Κ.4, αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία της με ευθείς επί τούτου υποβολές, στην τελική της αγόρευση η συνήγορος επιλεκτικά επικαλέστηκε κάποιες αναφορές της μάρτυρος που ενισχύουν κατά την κρίση της την υπόθεση των κατηγορουμένων. Κατ' αρχάς υπέδειξε πως η μάρτυρας στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει πως η κατηγορούμενη 1 αποκάλεσε τον παραπονούμενο "κοντοπότσι" και "ποτσί της μπογιάς" και όχι αυτά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Η επισήμανση ωστόσο αυτή παραγνωρίζει τη διευκρίνιση της μάρτυρος, πως στην κατάθεση της, είπε αυτά που της αποτυπώθηκαν περισσότερο στη μνήμη και πως όντως η κατηγορούμενη 1 αποκάλεσε τον παραπονούμενο και πεζεβέγκαρο. Επίσης παραγνωρίζει πως στην ίδια κατάθεση η Μ.Κ.4 δεν αναφέρει πως ο παραπονούμενος αποκάλεσε την κατηγορούμενη 1 "πουτάνα", ενώ ο ίδιος παραδέχθηκε ευθαρσώς πως έτσι την αποκάλεσε. Ομοίως παραγνωρίζει πως έτσι και αλλιώς η ύβρης υπήρξε. Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι τα επιμέρους επίθετα. Το δεύτερο ζήτημα που έθιξε η συνήγορος είναι πως η μάρτυρας δεν είδε την κατηγορούμενη 1 να κλωτσά τον παραπονούμενο. Τούτο θα έλεγα, αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της αξιοπιστίας της μάρτυρας και της διάθεσης της να πει μόνο αυτά που είδε, χωρίς προσθήκες και υπερβολές. Ως εξήγησα και προηγουμένως το ότι δεν είδε την κλωτσιά δεν σημαίνει πως δεν υπήρξε κλωτσιά. Έτσι και αλλιώς δεν χρειάζονταν δύο πράξεις για να συντελεσθεί επίθεση. Η επίθεση συντελείται ακόμα και με την ενέργεια που έλαβε χώραν καθ' ον χρόνο ο παραπονούμενος βρισκόταν στο αυτοκίνητο του. Ένα τρίτο ζήτημα που επισήμανε η συνήγορος είναι πως η μάρτυρας δεν είδε τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο 2 να αλληλοκτυπιώνται. Είδε όμως τον κατηγορούμενο 2 να σπρώχνει τον παραπονούμενο. Αυτό ακριβώς είπε και ο ίδιος ο παραπονούμενος. Με τις διευκρινήσεις αυτές αποδέχομαι και τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  5. Από τα προαναφερθέντα ήδη προκύπτει η κρίση μου σε σχέση με την αναξιοπιστία των κατηγορουμένων. Για σκοπούς πληρότητας ωστόσο να σημειώσω πως αμφότεροι μου προξένησαν κακή εντύπωση. Αμφίλογοι, διστακτικοί και αντιφατικοί, ιδιαιτέρως ο κατηγορούμενος 2, έδειξαν πως δεν ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια αλλά για να απαλλαγούν πάση θυσία ευθύνης για το όλο επεισόδιο. Στην προσπάθεια τους αυτή, πέραν της εν γένει χωλότητας που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία τους, υπέπεσαν και σε αντιφάσεις. Ενδεικτικά και μόνο να επισημάνω τα περί της παρουσίας του κατηγορουμένου 2 στη σκηνή του επεισοδίου. Η κατηγορούμενη 1 υποστήριξε ότι ήταν μαζί της στο αυτοκίνητο όταν επέστρεψε από τα ψώνια. Το ίδιο υποστήριξε αρχικά και ο κατηγορούμενος 2, για να ανασκευάσει όμως στη συνέχεια λέγοντας ότι δεν ήταν μαζί της αλλά κατέβηκε και την ανέμενε εκεί για να φέρει τα ψώνια. Υποστήριξε μάλιστα πως όταν του τηλεφώνησε η κατηγορούμενη 1 αυτός ήταν ήδη κάτω. Τώρα, το πώς κατέβηκε κάτω πριν καν να του τηλεφωνήσει είναι άξιον απορίας. Η αλήθεια βέβαια είναι πως δεν ήταν κάτω. Κατέβηκε όταν ήδη είχε αρχίσει ο διαπληκτισμός μεταξύ της μητέρας του και του παραπονούμενου. Προφανώς, θέλησε να αποκρύψει το γεγονός τούτο για να μη αποκαλυφθεί η επιθετική πρωτοβουλία του να αναλάβει εκείνος τον λόγον. Μια άλλη κραυγαλέα αντίφαση αφορά στον τελικό προορισμό και τις κινήσεις του παραπονούμενου. Η κατηγορούμενη 1 υποστήριξε πως μετά το συμβάν ο παραπονούμενος επέστρεψε στο σπίτι του. Η εκδοχή αυτή δεν ήταν βέβαια τυχαία. Συναρτάτο με τη θέση και των δύο κατηγορουμένων (η οποία αποδεικνύεται ανεδαφική) πως ο παραπονούμενος δεν κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο και μάλιστα με το γιο του, αλλά εξήλθε ειδικά του διαμερίσματος του και πλησίασε το σημείο για να λάβει μέρος στη συζήτηση. Ο κατηγορούμενος 2 ωστόσο επανεξεταζόμενος ομολόγησε τελικώς πως ο παραπονούμενος αναχώρησε πράγματι με το αυτοκίνητο του μετά το συμβάν. Υπάρχουν και άλλες, μικρότερης έντασης ανακολουθίες στους κόλπους της μαρτυρίας των κατηγορουμένων, αλλά από τα ήδη προαναφερθέντα είναι πιστεύω πρόδηλη η αναξιοπιστία τους. Έτσι θα αφήσω τα πράγματα μέχρις εδώ, απορρίπτοντας βέβαια τη μαρτυρία αμφοτέρων. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως τη σκιαγράφησα προηγουμένως γίνεται δεκτή και ας θεωρηθεί έτσι ότι αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έρχομαι στο τελευταίο σκέλος της υπόθεσης που άπτεται της νομικής πτυχής της υπόθεσης και της τελικής μου κατάληξης. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, αντικείμενο της 1ης κατηγορίας διέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, το οποίο προβλέπει τα εξής: "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τρία.
  6. Η εξύβριση άλλου προσώπου.
  7. Σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που ενδεχομένως να ακουστεί σε δημόσιο χώρο.
  8. Κατά τρόπο που ενδεχόμενα να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φράσεις "πεζεβέγακρε" και μαλακισμένε" είναι υβριστικές. Το ίδιο ισχύει και για τις φράσεις "κοντοπότσι" και "ποτσί της μπογιάς" που προφανώς παραπέμπει σε άνθρωπο περιορισμένης σωματικής διάπλασης, υπόστασης και εκτοπίσματος. Σε ότι αφορά τον δημόσιο χώρο η έννοια του όρου καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: "΄Δημόσιος χώρος΄ ή ΄δημόσιο υποστατικό΄ περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση." Στην προκειμένη περίπτωση το περιστατικό έλαβε χώρα έξω στο δρόμο και επομένως αυτό το συστατικό στοιχείο αποδεικνύεται πλήρως. Όσον αφορά το στοιχείο του ενδεχομένου πρόκλησης παρισταμένου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kozina
(1999)2 A.A.Δ. 503). Στην προκειμένη περίπτωση αυτό το στοιχείο βασικά αυτοαποδεικνύεται από τα όσα επακολούθησαν. Έτσι συντελούνται όλα τα συστατικά στοιχεία της δημόσιας εξύβρισης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης, αντικείμενο της 2ης και 3ης κατηγορίας διέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει ως εξής: "Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές". Η κοινή επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, τονίστηκε πως το άρθρο 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης χρήσης βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλ. R. v. Rolphe [1953] 36 Cr.App.R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η ΄Εκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2) ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει ξέχωρο αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του Κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, 982 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966). Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο το θύμα θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber
(1983)77 Cr.App.R. 225, 228 και D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο, η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russell on Crime, 11η έκδοση τόμος 1, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2 W.Bl. 892 όπου ρίχθηκε από τον Εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον Ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο Εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Στην εδώ περίπτωση δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα πράγματα βοούν. Οι πράξεις της κατηγορούμενης 1 αρχικά να κλωτσήσει και στη συνέχεια να κτυπήσει με τα χέρια τον παραπονούμενο στο πρόσωπο συνιστούν επιθέσεις υπό την πιο πάνω έννοια., Το ίδιο βέβαια και η ενέργεια του κατηγορουμένου 2 να σπρώξει τον παραπονούμενο. Ως εκ των ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η και 2η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην 3η κατηγορία. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.