Αστυνομία ν. Γιώργος Γκαζάλ, Αρ. Υποθέσεως: 9502/06, 16 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 9502/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσα Αρχή ν. Γιώργος Γκαζάλ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π. 24/99 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80
(1)/2000 και 243
(1)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 20.09.05 στη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KJW397 και δεν έλαβε κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο ένα μάρτυρα. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο Λοχίας 700, Παναγιώτης Θεοδώρου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.09.05 ενώ βρισκόταν εκτός καθήκοντος και οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη Λεωφόρο Φανερωμένης προς τα φώτα του CINEPLEX, αντιλήφθηκε τον οδηγό του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής KJW397 να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, το οποίο κρατούσε με το αριστερό χέρι στο αυτί. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος, τον οποίο και αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Γι΄ αυτό το συμβάν συνέταξε την επόμενη ημέρα το τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε στο Δικαστήριο. Αμέσως μετά τη μαρτυρία του ΜΚ1 η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο κος Χατζηπαναγιώτου, για τον Κατηγορούμενο, δεν προέβη σε αίτημα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο προχώρησε αυτοβούλως στη σχετική με το εν λόγω στάδιο εξέταση του μαρτυρικού υλικού, από την οποία διαπίστωσε ότι τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος είχαν αποδειχθεί και περαιτέρω, ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική. Εν συνεχεία κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και του επεξήγησε τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκο μαρτυρία. Στην ένορκο μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν κατά πόσο την αναφερόμενη στις λεπτομέρειες του αδικήματος ημερομηνία οδήγησε το εν λόγω όχημα στη Λεωφόρο Φανερωμένης. Όπως ανέφερε, το όχημα KJW397 ανήκει στη σύζυγό του και οδηγούν τούτο, εκτός από τη σύζυγο του, ο ίδιος και ο αδελφός του. Ακόμη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως η Λεωφόρος Φανερωμένης είναι πολύ κοντά στον τόπο διαμονής του. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ο ίδιος ενόσω οδηγεί ουδέποτε χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο με τα χέρια, εφόσον το εν λόγω όχημα περιέχει σύστημα που του δίδει την ευχέρεια να τηλεφωνήσει χωρίς να χρειάζεται η χρήση του τηλεφώνου με τα χέρια. Τέλος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον ΜΚ1, ένεκα της εργασίας του τελευταίου και ότι πριν τις 20.09.05 είχαν φιλονικήσει. Μετά την ένορκο κατάθεση του Κατηγορουμένου, ο κος Χατζηπαναγιώτου δήλωσε πως δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη υποστήριξε πως στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας αποδείχθηκε η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο δε κ. Χατζηπαναγιώτου εισηγήθηκε πως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι διάτρητη αντιφάσεων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1, ως φυσική παρουσία εμφανίστηκε στο Δικαστήριο σταθερός και με απαντήσεις άμεσες στις πλείστες των ερωτήσεων που του τέθηκαν. Παρόλα ταύτα, είμαι πεπεισμένος ότι παρά την κατ΄ αρχήν αξιόλογη φυσική παρουσία του στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του πάσχει ουσιαστικά. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 βρίθει αντιφάσεων οι οποίες δημιουργούν τέτοιο ρήγμα στο σύνολο της μαρτυρίας του, που καθιστούν τούτη επισφαλή για υιοθέτηση ως βάση ευρημάτων. Οι εν λόγω αντιφάσεις εντοπίζονται ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 πουθενά στο τεκμήριο 1 δεν αναφέρει ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση απάντησε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από προηγούμενες υποθέσεις του στην αστυνομία. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε το όνομα του Κατηγορουμένου στο τεκμήριο 1, έδωσε ως εξήγηση ότι δεν γνώριζε το επίθετο. Όταν ερωτήθηκε εάν είχε οποιοδήποτε προηγούμενο με τον Κατηγορούμενο η απάντηση που έδωσε ήταν "Τι εννοείς προηγούμενο". Όταν ο συνήγορος του Κατηγορουμένου επεξήγησε το προηγούμενο ως έντονες συζητήσεις, ο ΜΚ1 αρχικά απάντησε "έτερον εκάτερον" και ακολούθως επανέλαβε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να κάνει χρήση τηλεφώνου με τα χέρια. Σε υποβολή ότι είχαν προηγούμενο, η απάντηση του ήταν ότι δεν θυμόταν να είχαν καμία διαφωνία. Οι απαντήσεις του ΜΚ1 για τυχόν προηγούμενο, κρίνονται ως αντιφατικές. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η απάντηση του μάρτυρα "τι εννοείς προηγούμενο", δεν υπονοεί ότι είχε κάποιας μορφής προστριβή με τον Κατηγορούμενο, η αμέσως επόμενη απάντηση (έτερον εκάτερον) δεν μπορεί να αποφύγει αυτής της κατάληξης. Με αυτή την απάντηση, ο μάρτυρας ουσιαστικά αποδέχθηκε την ύπαρξη προηγούμενης προστριβής, η οποία όμως δεν τον επηρέασε στην ενέργεια του να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Βέβαια αυτή η απάντηση δεν συνάδει με την αμέσως επόμενη, "δεν θυμάμαι" η οποία το μόνο που υποδεικνύει είναι ηθελημένη απώλεια μνήμης. Τελικά μετέωρο παραμένει κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ή όχι προστριβή με τον Κατηγορούμενο και εάν ναι, κατά πόσο τούτη τον επηρέασε. Το προηγούμενο μεταξύ ΜΚ1 και Κατηγορουμένου, δεν είναι το μόνο στοιχείο όπου αφήνεται να αιωρείται ως αμφιβολία επάνω από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Το ίδιο ισχύει αναφορικά και με τη διεύθυνση του Κατηγορουμένου. Αρχικά ο ΜΚ1 παρουσιάστηκε να μην γνωρίζει που είναι η οδός Μεγάρων, στη συνέχεια όμως όταν του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι γείτονας του, τοποθέτησε την εν λόγω οδό δύο χιλιόμετρα μακριά από την οικία του στο συνοικισμό και τούτο αφότου ζήτησε διευκρίνιση σχετικά με το "πόσο γείτονας". Τελικά ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που είναι αυτή η οδός. Τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 υποδεικνύουν άτομο που προσπαθεί να διαχωρίσει την όποια σχέση έχει με τον Κατηγορούμενο. Προσπαθεί δηλαδή να αποστασιοποιηθεί από προηγούμενη σχέση με τον Κατηγορούμενο. Σημειώνω ότι όλα τούτα ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο και ότι ήταν παράληψη του να μην σημειώσει στο τεκμήριο 1 ότι το πρόσωπο που είδε να οδηγεί το όχημα KJW 397 ήταν άνδρας. Οι εν λόγω αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνονται ως ουσιαστικές. Η ύπαρξη αυτών των αντιφάσεων εκθεμελιώνει την όποια αξιοπιστία του ΜΚ
- Εφόσον ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ανέτοιμος να πει την αλήθεια για ότι αφορά τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για εξαγωγή οιονδήποτε ευρημάτων. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ανάξια θετικών εντυπώσεων ήταν και η μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος ενώ στην κυρίως εξέταση του δεν θυμόταν εάν είχε οδηγήσει το όχημα KJW 397 στην αντεξέταση διαφοροποιήθηκε και ήταν βέβαιος ότι δεν το χρησιμοποίησε. Πέραν αυτής της αντίφασης, κρίνω αξιοσημείωτο ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε με ακρίβεια τη σημαντικότερη γραμμή της υπεράσπισης του στο μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν όμως ο ίδιος κατέθετε ενόρκως, ήταν λαλίστατος και γνώστης πλούσιων λεπτομερειών. Αυτές οι παρατηρήσεις μου αφορούν τη θέση του Κατηγορουμένου ότι το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο που είχε με τον ΜΚ1, ήταν ενάμιση έτος προ της καταγγελίας που αντιμετωπίζει με την παρούσα υπόθεση και αφορούσε λογομαχία που είχε με το ΜΚ1 γιατί πληροφορήθηκε ότι ο τελευταίος έδειρε κάποιο εξάδελφό του. Διερωτάται κανείς, εάν ο Κατηγορούμενος είχε όλες αυτές τις λεπτομέρειες γιατί δεν τις υπέβαλε με ακρίβεια στο μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής όταν τούτος κατέθετε και ανέμενε να τις αναφέρει στο Δικαστήριο όταν πλέον ο ΜΚ1 δεν ήταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η ενέργεια του Κατηγορουμένου καθιστά αυτή τη θέση του υποκείμενη σε απόρριψη εφόσον είναι αδιαχώριστη εγγενούς αναξιοπιστίας η οποία προκύπτει ένεκα της σκιώδους παρουσίασής της. Με αυτό τον τρόπο ο Κατηγορούμενος μεθοδικά και νομικίστικα επιχείρησε την εξασφάλιση προτερήματος, ήτοι του αναμφισβήτητου και αναντίλεκτου της μαρτυρίας του. Τούτο, κρίνεται απαράδεκτο. (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. Πολ. Έφ. 8266 και 8530, ημερ. 10/10/2002 και Ευγένιος Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 199). Είναι κατανοητό ότι η τύχη της όλης υπόθεσης εξαρτάται αποκλειστικά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη, προκύπτει ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι αντίθετη από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου γίνεται ακόμη πιο επίπονο εφόσον δεν εντοπίζεται στο μαρτυρικό υλικό οιονδήποτε πραγματικό γεγονός, το οποίο να αποτελέσει σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης του μαρτυρικού υλικού. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ1 και παρά την επίσης απόρριψη της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, είναι ηλίου φαεινότερων ότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δεν υποστηρίζονται από οιανδήποτε μαρτυρία. Είναι βέβαια σταθερός παρονομαστής του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. σχετικά Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365). Εφόσον λοιπόν το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε ευρήματα και δει καταδικαστικά, η κατηγορία παραμένει μετέωρη και ατεκμηρίωτη και ως εκ τούτου υποκείμενη σε απόρριψη. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο αξιόπιστη μαρτυρία προς απόδειξη της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και ως εκ τούτου, η κατηγορία απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο