Αστυνομία ν. Πέτρος Κωνσταντίνου, Αρ. Υποθέσεως: 4232/06, 17.01.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 4232/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Πέτρος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17.01.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (EX TEMPORE) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία του αδικήματος της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, στις 23.06.05 στο δρόμο Λευκωσίας Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 250 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 119km αντί 65km. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, τον Αστ. 3334 Μ. Χρίστου (ΜΚ1) και του Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 ανέφερε ενώπιον μου ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή, στις 23.06.05 ενώ βρισκόταν περιπολία στο δρόμο Λευκωσίας - Αραδίππου και συγκεκριμένα στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς, εγκλώβισε με το ταχύμετρό του, τύπου Laser και υπ΄ αρ. 3659, ένα όχημα το οποίο έτρεχε με ταχύτητα 119km αντί 65km. Η απόσταση που εντόπισε το εν λόγω όχημα να κινείται με αυτή τη ταχύτητα ήταν 352μ.. Έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος, το οποίο όχημα αργότερα αντιλήφθηκε ότι είχε αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 250, να σταματήσει. Ο οδηγός συμμορφώθηκε και από εξετάσεις στις οποίες προέβη αντιλήφθηκε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος τον οποίον και αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας και ανέφερε ότι προέβη στους τρεις ενδεδειγμένους ελέγχους με το ταχύμετρο του, τους οποίους επεξήγησε στο Δικαστήριο και ότι η λειτουργία του ταχυμέτρου ήταν η ενδεδειγμένη. Ακόμη, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και ο καιρός αίθριος. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ακολούθησε ο Αστ. 505 Μ. Κυπριανού, (ΜΚ2). Όπως ο μάρτυρας ανέφερε, έχει καθήκοντα συντήρησης και επιδιόρθωσης συσκευών ταχυμέτρων τύπου Laser για τα οποία έτυχε εκπαίδευσης στην Αμερική από την κατασκευάστρια εταιρεία. Ερωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και επεξήγησε τους τρεις ενδεδειγμένους ελέγχους γι΄ αυτού του τύπου τα ταχύμετρα και ανέφερε μάλιστα πως όταν εμφανιστεί ταχύτητα και απόσταση στο ταχύμετρο σημαίνει ότι το αποτέλεσμα είναι ορθό. Εφόσον, ανέφερε, το ταχύμετρο αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα, δεν θα δώσει αποτέλεσμα. Αμέσως μετά η κα Πίπη, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε αίτημα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155. Ενόψει τούτου, προχώρησα στη σχετική με το εν λόγω στάδιο εξέταση του μαρτυρικού υλικού, από την οποία διαπίστωσα ότι τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είχαν αποδειχθεί και περαιτέρω ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική. Εν συνεχεία, κάλεσα τον Κατηγορούμενο σε απολογία και του επεξήγησα τα δικαιώματά του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Στην ανώμοτη δήλωση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έτρεχε, ήταν σε φώτα τροχαίας, η κίνηση ήταν αυξημένη και ότι δεν ξεπέρασε το όριο ταχύτητας εφόσον ήταν προσεκτικός. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, για ότι αφορά τη δήλωση του Κατηγορουμένου έλαβα υπόψη μου τις αρχές που ισχύουν και εφαρμόζονται στην αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης, ότι δηλαδή ο χαρακτήρας αυτής είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). ΄Ο,τι επιτυγχάνει είναι μόνο την επεξήγηση τέτοιων αποδεδειγμένων γεγονότων. Πρέπει να σημειώσω ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η σταθερότητα, η επεξηγηματικότητα και το σύνολο της φυσικής παρουσίας των εν λόγω μαρτύρων συνηγορεί για την φιλαλήθεια και το ειλικρινές της μαρτυρίας τούτων. Ακόμη, ας σημειωθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία, συγκεκριμένα ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε και για ότι αφορά τον ΜΚ2 υποβλήθηκε σε τούτο μόνο μια ερώτηση και αυτή θεωρητικού επιπέδου. Ο ΜΚ2 ερωτήθηκε κατά πόσο αν υπήρχε αυξημένη κίνηση στο δρόμο τότε υπήρχε πιθανότητα ο χειριστής του ταχύμετρου να κάνει λάθος. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ο στόχος που βλέπει στα σκοπευτικά του ο χειριστής είναι το αποτέλεσμα που θα πάρει. Σημειώνω ότι χειριστής δεν ήταν ο ΜΚ2 αλλά ο ΜΚ1 και τούτο σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου. Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε ούτε και αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη στο Δικαστήριο, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η παράλειψη αντεξέτασης δεν ισοδυναμεί με πλήρη αποδοχή της μαρτυρίας όσο αναξιόπιστη και αν αυτή μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο. Τέτοια αρχή δικαίου ισχύει κατά βάση στις Πολιτικές αγωγές και όχι στο ποινικό δίκαιο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 267). Εν πάση όμως περιπτώσει, γεγονός παραμένει ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη και αναμφισβήτητη και στη βάση τόσο του περιεχόμενου της όσο και της φυσικής της παρουσίας, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ακόμη, για ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας και πάλι αποδέχομαι τούτη στο σύνολο της. Σημειώνω εδώ ό,τι προκύπτει και από την απόφαση Νίκη Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 454, 458, πως δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει κάθε τι το οποίο δεν αμφισβητείται. Συνεπώς, η εγκυρότητα της λειτουργίας του ταχυμέτρου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο, ως επίσης και το ανώτατο όριο ταχύτητας για το χώρο διάπραξης του αδικήματος, κρίνονται αναμφισβήτητα.. Ενόψει της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι ο Κατηγορούμενος στις 23.06.05 οδηγούσε το όχημά ΚΑΧ 250 στο δρόμο Λευκωσίας - Αραδίππου και ότι ο ΜΚ1 εντόπισε τούτο με το ταχύμετρο του να οδηγεί το εν λόγω όχημα με ταχύτητα 119km αντί 65km. Ανώτατο όριο στο συγκριμένο δρόμο είναι 65 km. Έχοντας καταλήξει σε αυτό το εύρημα το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά μόνο να διαπιστώσει πως η δήλωση του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή δεν έτρεχε εφόσον ήταν προσεκτικός δεν προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία, ούτε και δύναται να επεξηγήσει τούτη. Ας σημειωθεί ακόμη η παράλειψη του Κατηγορουμένου να υποβάλει αυτή τη θέση του στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Τέτοια παράλειψη, ομολογουμένως ανορθόδοξη τακτική, κρίνεται από το Δικαστήριο ως αδικαιολόγητη και καταστροφική εφόσον η παράλειψη υποβολής της θέσης της υπεράσπισης στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και η μεταγενέστερη παρουσίαση τέτοιας θέσης από τον Κατηγορούμενο αντίκειται στο ίδιο το δικαιϊκό μας σύστημα, δηλαδή την αντιπαράθεση. Τέτοια θέση της υπεράσπισης παραμένει τεχνηέντως αναντίλεκτη και κατ΄ ουσίαν ασαφής και ύποπτη (βλ. Frederickou v. Acuac, Πολ. Έφ. 8266 και 8530 ημερ. 10.10.02 και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 199). Ενόψει των πιο πάνω, η δήλωση του Κατηγορουμένου, πέραν της απόρριψης της ένεκα του ατεκμηρίωτου τούτης ως δήλωση προερχόμενη από ανώμοτη κατάθεση, απορρίπτεται και ένεκα εγγενούς αναξιοπιστίας. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε την απόδειξη της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο