← Κύπρος

ΜΑΡΙΟ ΦΟΙΒΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ.Υπ.: 3127/06, 19 Ιανουαρίου, 2007

ΜΑΡΙΟ ΦΟΙΒΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ.Υπ.: 3127/06, 19 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 3127/06 ΜΑΡΙΟ ΦΟΙΒΟΥ v. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παστελλίδης για κ. Ι. Φράγκο Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες σύμφωνα με τα άρθρα 305 Α

(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα καθώς και τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Οι οκτώ κατηγορίες αφορούν δύο τραπεζικές επιταγές, η μία εκ των οποίων είναι της ΣΠΕ Κοντέας με αρ. 045-01399728 για το ποσό των ΛΚ3200 (τεκμήριο 1) ενώ η δεύτερη επιταγή είναι και πάλι της ΣΠΕ Κοντέας με αρ. 045-01399729 για το ποσό των ΛΚ3600 (τεκμήριο 2). Το τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 1/12/05 ενώ το τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία 7/12/05. Για κάθε μια από τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές το κατηγορητήριο περιέχει τέσσερεις κατηγορίες δύο εκ των οποίων στηρίζονται στο άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία στο άρθρο 305 Α
(2)ενώ η άλλη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος εξέδωσε τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία όταν εμφανίστηκαν στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέα δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών (κατηγορίες 1 και 5), λόγω του ότι υπήρχε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη των επιταγών και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα (κατηγορίες 2 και 6), ότι προκάλεσε την μή εξόφληση των επιδίκων επιταγών (κατηγορίες 3 και 7) και ότι με ψευδείς παραστάσεις και επί σκοπό καταδολίευσης απέσπασε από τον παραπονούμενο χρήματα (κατηγορίες 4 και 8). Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον παραπονούμενο Μάριο Φοίβου (ΜΚ1), την υπάλληλος της ΣΠΕ Κοντέας ΄Αντρη Αρτέμη (ΜΚ2) και τον Δημήτρη Ανδρέου (ΜΚ3). Κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η ΣΠΕ Κοντέας όπως φαίνεται στα τεκμήρια 1 και 2 δηλαδή τις επιταγές που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, είναι Τράπεζα μέσα στα πλαίσια των σχετικών Νόμων και συγκεκριμένα του Νόμου 25
(1)/
  1. Πολύ συνοπτικά, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο ενώ συνδέεται φιλικά με τον πατέρα του για τον οποίο γνωρίζει ότι είναι καλής οικονομικής κατάστασης. Ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στο εστιατόριο που διατηρεί σε δύο περιπτώσεις και του ζήτησε να του δώσει χρήματα, να του «αλλάξει» όπως ανάφερε χαρακτηριστικά τα τεκμήρια 1 και
  2. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ο κατηγορούμενος μπροστά του συμπλήρωσε τις επιταγές και τις υπέγραψε. ΄Ηταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι είχε άμεση ανάγκη τα χρήματα για να τελειώσει μια κατοικία που έχτιζε στην Ορμήδεια την οποία θα πωλούσε σε κάποιους ΄Αγγλους. Ο ίδιος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του κατηγορουμένου χωρίς επιτυχία αλλά επειδή ήξερε ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου ήταν καλής οικονομικής κατάστασης του έδωσε τα χρήματα και τις δύο φορές, την πρώτη φορά είχε χρήματα στο εστιατόριο του και του τα έδωσε αμέσως ενώ την δεύτερη φορά πήγε στο σπίτι του και έφερε χρήματα από εκεί τα οποία παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Την ημέρα που ήταν πληρωτέο το τεκμήριο 1 δηλαδή 1/12/05 πήγε στην ΣΠΕ Κοντέας για να εξαργυρώσει την επιταγή όπου ο υπάλληλος εκεί του ανέφερε ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και τοποθέτησε στο τεκμήριο 1 σχετική σφραγίδα. Ο ίδιος τότε επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι μπορεί να πάει να καταθέσει την επιταγή στην τράπεζα αναφέροντας του ότι μόλις το έπραξε και πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και ζήτησε εξηγήσεις. Ο κατηγορούμενος του είπε δεν γίνεται να είναι κλειστός ο λογαριασμός και του πρότεινε να του δίνει λίγα λίγα τα χρήματα και να τον εξοφλήσει. Ο ίδιος περίμενε για κάποιο χρονικό διάστημα και αφού ο κατηγορούμενος δεν τήρησε την υπόσχεση του στις 10/2/06 πήγε στη ΣΠΕ Κοντέας όπου παρουσίασε και την δεύτερη επιταγή η οποία επίσης σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός έκλεισε». Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πόσο εύκολα έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο χωρίς να έχει εν τω μεταξύ εντοπίσει τον πατέρα του όπως ο ίδιος προσπάθησε να κάμει για να σιγουρευτεί ότι θα έπαιρνε τα χρήματα του, ότι ήταν πολλά τα χρήματα για να τα δώσει τόσο εύκολα και άμεσα, ότι ο λογαριασμός όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 1 και 2 είναι στο όνομα δύο προσώπων ενώ έχει τεθεί η υπογραφή μόνο από ένα στην οποία θέση ο παραπονούμενος απάντησε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι μπορούν να υπογράφουν είτε ο ένας είτε ο άλλος, είπε ότι κατά την πρώτη συνάντηση τους δεν υπήρχε κόσμος στο εστιατόριο αλλά μόνο τα αδέρφια του που δούλευαν στην κουζίνα ενώ την δεύτερη φορά ήταν παρών ένας φίλος του ο ΄Ακης. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι η σφραγίδα που τοποθετήθηκε με κόκκινο μελάνι και στα δύο τεκμήρια με την ένδειξη «ο λογαριασμός έκλεισε» σημαίνει ότι την μέρα που παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και οι δύο επιταγές ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Είπε ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει από τις 19/7/02 μετά που διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργούσε κανονικά διότι υπήρχαν ακάλυπτες επιταγές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το γεγονός αυτό ειδοποιήθηκαν οι δικαιούχοι του λογαριασμού Χριστοφή Χρίστος και Ευριπίδου Μάριος με σχετική επιστολή της ΣΠΕ Κοντέας ημερ. 19/7/02, τεκμήριο
  3. Είπε ότι όταν ο λογαριασμός είναι κλειστός και έρχεται οποιοσδήποτε να καταθέσει επιταγές του εν λόγου λογαριασμού αμέσως οι επιταγές σφραγίζονται με την σφραγίδα «ο λογαριασμός έκλεισε». Ο επίδικος λογαριασμός είναι κλειστός μέχρι σήμερα, το τεκμήριο 1 σφραγίστηκε την 1/12/05 ενώ το τεκμήριο 2 στις 10/2/
  4. Απέκλεισε την περίπτωση αφού τοποθετήθηκαν οι σφραγίδες με την ένδειξη «ο λογαριασμός έκλεισε» οι επίδικες επιταγές να πληρώθηκαν από άλλο λογαριασμό που διατηρεί ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν ο λογαριασμός ήταν ανοιχτός ήταν κοινός λογαριασμός όπου και οι δύο δικαιούχοι έπρεπε να υπογράφουν. Για να μπορέσει η τράπεζα να τιμήσει επιταγή που είχε εκδοθεί από τον εν λόγω λογαριασμό και για να θεωρείται ότι η επιταγή έχει εκδοθεί ορθά θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού. Κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 κάρτα με τα δείγματα υπογραφών των δικαιούχων του λογαριασμού. Η υπογραφή του κατηγορουμένου είναι η πρώτη υπογραφή που φαίνεται στο τεκμήριο
  5. Ρωτήθηκε επίσης για το γεγονός ότι οπτικά οι υπογραφές στις δύο επιταγές δεν μοιάζουν μεταξύ τους και φαίνεται να μην μοιάζουν ούτε με τα δείγματα υπογραφών στο τεκμήριο 4 και ανέφερε ότι χωρίς να έχει εξειδικευμένη γνώση για θέματα υπογραφών πιστεύει ότι οι υπογραφές στα τεκμήρια 1 και 2 είναι του κατηγορούμενου Χρίστου Χριστοφή αναφέροντας ότι πολλοί πελάτες αλλάζουν το δείγμα της υπογραφής τους. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας Δημήτρης Ανδρέου είναι το πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν μαζί του στο εστιατόριο του την δεύτερη φορά που τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος και του έφερε το τεκμήριο
  6. Είπε ότι ο λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν ότι του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και του είπε ότι αναφέρθηκε το όνομα του στο Δικαστήριο σε σχέση με μια υπόθεση επιταγής, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ανέφερε ότι μια μέρα που ήταν στο εστιατόριο του παραπονούμενου και έπιναν καφέ ήρθε ο κατηγορούμενος, έδωσε στον παραπονούμενο μια επιταγή, ο παραπονούμενος του είπε περίμενε με να πάω και να έρθω και σε ένα εικοσάλεπτο ήρθε και του έφερε χρήματα τα οποία είδε ο ίδιος τον παραπονούμενο να δίνει στον κατηγορούμενο. Τοποθέτησε το περιστατικό μεταξύ 5/11/05 και 17/11/
  7. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα υπήρχαν ακόμα 5-6 άτομα στο εστιατόριο, ότι ο κατηγορούμενος έκατσε σε ένα τραπέζι με τον παραπονούμενο δίπλα από εκείνο που καθόταν ο ίδιος, έβγαλε από το σακάκι του την επιταγή και την έδωσε στον παραπονούμενο. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε καμιά ενέργεια πάνω στην επιταγή, είπε ότι δεν ξαναβρέθηκε έκτοτε με τον κατηγορούμενο εκτός από μια φορά στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι λέει ψέματα και ότι ο μοναδικός λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει τον παραπονούμενο και φίλο του. Μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία από τις κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6 και 7 εναντίον του κατηγορουμένου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει από αυτές τις κατηγορίες. Η εισήγηση του κ. Φράγκου βασίστηκε τόσο στο ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο απαραίτητο για την απόδειξη των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6 και 7 και συγκεκριμένα αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών αλλά και γιατί υπάρχει τέτοια αντινομικότητα στην προσφερθείσα μαρτυρία που ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία. ΄Ηταν η εισήγηση του κ. Φράγκου ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εξ υπαρχής ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και συνεπώς η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει ότι εκδότης των επιταγών ήταν ο κατηγορούμενος. Ο παραπονούμενος ανέφερε μεν ότι ο κατηγορούμενος μπροστά του υπέγραψε τις επιταγές αλλά πάντοτε σύμφωνα με τον κ. Φράγκο τουλάχιστο όσον αφορά την δεύτερη επιταγή η μαρτυρία του αυτή συγκρούεται με την μαρτυρία του ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος έβγαλε από το σακάκι του την επιταγή τεκμήριο 2 και την παρέδωσε στον παραπονούμενο χωρίς να προβεί σε καμιά ενέργεια επί αυτής. Ο κ. Φράγκος ζήτησε από το Δικαστήριο χωρίς να αξιολογήσει σε αυτό το στάδιο την μαρτυρία που έχει δοθεί να επισημάνει την καίρια αντίφαση μεταξύ των δύο εκδοχών που και οι δύο προέρχονται από την κατηγορούσα αρχή για το θέμα αυτό. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε σύμφωνα και με τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία να παρουσιάσει «συμπαγή και νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους». Περαιτέρω η προϋπόθεση της έκδοσης της επιταγής καταρρίπτεται και από την μαρτυρία της ΜΚ2 ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εξεδόθηκαν οι δύο επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2 ήταν κοινός λογαριασμός και απαιτούντο οι υπογραφές και των δύο δικαιούχων για να θεωρηθεί για σκοπούς τράπεζας ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί νομότυπα. Ήταν η τελική εισήγηση του κ. Φράγκου ότι αν το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει σε αυτό το στάδιο ένοχο εκ πρώτης όψεως τον κατηγορούμενο και να τον καλέσει σε απολογία αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε σχέση με τι κατηγορίες 4 και 8 που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Ο κ. Δημητρίου απαντώντας σε παρατήρηση του Δικαστηρίου για το θέμα του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται οι κατηγορίες στο κατηγορητήριο ανέφερε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν εμμένει στην προώθηση των κατηγοριών 2, 3, 6 και 7 εναντίον του κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι ο λόγος που αναγράφονται στο κατηγορητήριο τρεις ουσιαστικά κατηγορίες για κάθε μία επιταγή σύμφωνα με τα άρθρα 305 Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα δηλαδή για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης, έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος η οποία δεν εξοφλήθη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος λόγω πρόκλησης μή εξόφλησης από τον κατηγορούμενο άνευ ευλόγου αιτίας, ήταν επειδή η κατηγορούσα αρχή δεν γνώριζε από την αρχή της υπόθεσης την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ότι όπως διεφάνη η κατηγορούσα αρχή στηρίζεται πλέον μόνο στις κατηγορίες 1, 4, 5 και
  1. ΄Ηταν η θέση του κ. Δημητρίου ότι ο ΜΚ3 ουσιαστικά δεν συγκρούστηκε μαζί με την μαρτυρία του παραπονουμένου και ΜΚ1 ότι λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει περάσει δικαιολογημένα ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις τις οποίες ο ίδιος δεν θεωρεί σοβαρές, ήταν η εισήγηση του ότι ο ΜΚ3 δεν ερωτήθηκε από την υπεράσπιση συγκεκριμένα κατά πόσο είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει ή όχι την δεύτερη επιταγή γι' αυτό και η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία είναι αντινομική σε σχέση με το θέμα αυτό δεν ευσταθεί. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι στο παρών στάδιο υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία αυτή του ΜΚ1 ότι είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει ενώπιον του τα τεκμήρια 1 και 2 γεγονός που είναι ικανό για να κληθεί σε απολογία. ΄Οσον αφορά το θέμα του κοινού λογαριασμού για τον οποίο και οι δύο υπογραφείς έπρεπε να θέσουν την υπογραφή τους ο κ. Δημητρίου παρέπεμψε στο Περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262, άρθρα 73 και 3 αναφέροντας ότι η συναλλαγματική υπογράφεται «από το πρόσωπο που την δίδει» και αυτό είναι αρκετό για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ήταν δε η εισήγηση του ότι σίγουρα η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 4 και 8 για τις οποίες και οπωσδήποτε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
  2. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη τον Κατηγορούμενο. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Θεωρώ ότι ενόψει και της θέσης της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3, 6 και 7 ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και να αθωωθεί από τις κατηγορίες αυτές στο στάδιο αυτό αφού καμιά μαρτυρία δεν έχει δοθεί από την κατηγορούσα αρχή είτε ότι υπήρχε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη ούτε και ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε με οποιαδήποτε πράξη του άνευ ευλόγου αιτίας την μή εξόφληση των επίδικων επιταγών. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3, 6 και
  3. ΄Οσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 4, η κατηγορία 1 αφορά το τεκμήριο 1 ενώ η κατηγορία 4 αφορά το τεκμήριο 2, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα οποία η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό στο παρών στάδιο της διαδικασίας είναι (α) η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο, (β) η μή εξόφληση των επιταγών λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της πιο πάνω επιταγής και (γ) ότι οι επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Εκείνο που θα εξεταστεί στην συνέχεια είναι κατά πόσο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν στο στάδιο αυτό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα στοιχεία υπό (β) και (γ) ανωτέρω, ότι δηλαδή ο επίδικος λογαριασμός ήταν κλειστός κατά την ημερομηνία παρουσίασης των τεκμηρίων 1 και 2 στην τράπεζα που ήταν η 1/12/05 και η 10/2/06 αντίστοιχα. Η μαρτυρία της ΜΚ2 καθώς και το τεκμήριο 3 παρέμειναν ουσιαστικά αδιαμφισβήτητα. Η υπεράσπιση δεν έχει επίσης αμφισβητήσει το γεγονός ότι και οι δύο επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Επομένως εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο της έκδοσης των τεκμηρίων 1 και 2 από τον κατηγορούμενο. «΄Εκδοση» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχο. Το θέμα της έκδοσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου, Ποινική ΄Εφεση 6771, ημερ. 26/1/00 στην οποία ο Δικαστής Νικήτας είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Επίσης πιο πρόσφατα στην Ποινική ΄Εφεση 7158, Βούρας v. Ανδρέας, Λούκας Ματθαίος (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α., ημερ. 20/3/2003 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αυτό: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της ΜΚ2 ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. ΄Ελειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Στην παρούσα υπόθεση ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενώπιον του υπέγραψε τις δύο επιταγές. Δεν θα είχα καμιά αμφιβολία και τούτο παρά την αντίθετη εισήγηση του κ. Φράγκου ότι η θέση αυτή θα ήταν αρκετή στο στάδιο αυτό για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία για τις κατηγορίες 1 και 5 αφού η εισήγηση του κ. Δημητρίου ότι η απλή αναφορά του ΜΚ3 στο ότι είδε τον κατηγορούμενο να βγάζει από την τζέπη του σακακιού του το τεκμήριο 2 και να το παραδίδει στον παραπονούμενο χωρίς ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το τεκμήριο 2 δεν είναι αρκετό για να χαρακτηριστεί αντινομική η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε ενώπιον του και το τεκμήριο
  4. Τέτοια θέση δεν του έχει υποβληθεί συγκεκριμένα από την υπεράσπιση και βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά το τεκμήριο
  5. ΄Ομως παραμένουν σε σχέση με το θέμα της έκδοσης των επιταγών δύο ακόμα θέματα. Το πρώτο αφορά τις διαφορές που παρουσιάζουν τα τεκμήρια 1 και 2 τόσο μεταξύ τους όσο και με το δείγμα υπογραφής του κατηγορουμένου στο τεκμήριο
  6. Η ΜΚ2 παραδέχτηκε βεβαίως ότι δεν είναι γραφολόγος ούτε και έχει την εμπειρία να μαρτυρήσει για την γνησιότητα των υπογραφών και παρά του ότι το θέμα αυτό έχει τεθεί από την υπεράσπιση η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό. Περαιτέρω όμως και πιο σημαντικό είναι το θέμα του κατά πόσο τα τεκμήρια 1 και 2 έχουν εκδοθεί ορθά εφόσον υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτη μαρτυρία ότι θα έπρεπε να φέρουν υπογραφές και από τους δύο δικαιούχους του λογαριασμού που είναι ο κατηγορούμενος και κάποιο τρίτο πρόσωπο. Η μαρτυρία της ΜΚ2 σε σχέση με το θέμα αυτό πιστεύω ότι έχει καταλυτική σημασία σε σχέση με την έκδοση των επιταγών οι οποίες και για σκοπούς της τράπεζας δεν θεωρούνται ότι έχουν εκδοθεί νομότυπα. Η παραπομπή του κ. Δημητρίου στο άρθρο 3 του Κεφ. 262 πιστεύω δεν βοηθά την θέση της κατηγορούσας αρχής. Ενόψει των ανωτέρω το συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεν είναι άλλο από το ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών δεν έχει αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή και συνεπώς εφόσον ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και
  7. ΄Οσον αφορά τις κατηγορίες 4 και 8 πιστεύω ότι στο παρόν στάδιο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικό μαρτυρικό υλικό δια του οποίου αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που δημιουργούν τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, θέση με την οποία αναφέρω στο στάδιο αυτό ότι έχει ήδη συμφωνήσει και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και
  8. Το Δικαστήριο εξηγεί στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. (Υπ.) ............................................... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.