← Κύπρος

Αστυνομία ν. Διογένης Σαββίδης, Αρ. Υποθέσεως: 1945/06, 23.01.2007

Αστυνομία ν. Διογένης Σαββίδης, Αρ. Υποθέσεως: 1945/06, 23.01.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 1945/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Διογένης Σαββίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23.01.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λουκαίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει στις 25.07.05 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KHG 179 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ1). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Στις 25.07.05 περί ώρα 22:40 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στη συμβολή της Λεωφόρου Αμμοχώστου και της οδού Ψηλορείτη στη Λάρνακα, όπου ενεχόμενα οχήματα ήταν το KHG 179 και το HAE
  2. Οδηγοί των εν λόγω οχημάτων ήταν ο Κατηγορούμενος και ο Κυριάκος Κυριάκου αντίστοιχα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  3. Βάσει του πρόχειρου σχεδίου ετοίμασε τελικό σχέδιο το οποίο και κατέθεσε ως τεκμήριο
  4. Ζητήθηκε από το μάρτυρα και επεξήγησε το τεκμήριο 3 καθώς επίσης και τα εξωτερικά γνωρίσματα της Λεωφόρου Αμμοχώστου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 7 έντυπο στοιχείων των ενεχομένων στο δυστύχημα οχημάτων, στο οποίο αναγράφονται οι ζημίες που προκλήθηκαν. Πέραν της επεξήγησης του τεκμηρίου 7, ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική κατάθεση του Κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο 4). Ακολούθως, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τον Κυριάκο Κυριάκου (ΜΚ2). Όπως ανέφερε ο μάρτυρας στις 25.07.05 οδηγούσε το όχημά του με αρ. εγγραφής ΗΑΕ 159 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου με κατεύθυνση τα διυλιστήρια. Καθώς πορευόταν αντιλήφθηκε στην εξ αντιθέτου αυτού κατεύθυνση, σε αρκετή απόσταση, ένα όχημα να στρίβει προς την πάροδο. Έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του οχήματός του αλλά δεν κατέστη δυνατό να αποφύγει τη σύγκρουση. Ακολούθως, η κα Πίπη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ενόψει μη υποβολής οποιουδήποτε αιτήματος προχώρησα αυτοβούλως και διαπίστωσα ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον κάλεσα σε απολογία και του επεξήγησα τα δικαιώματά του. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε "Ότι είπα στην κατάθεση μου το υιοθετώ". Στη συνέχεια οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε αγορεύσεις. Αφενός μεν η κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφετέρου δε ο κ. Λουκαίδης υποστήριξε ότι το εν λόγω δυστύχημα προκλήθηκε όχι λόγω οιασδήποτε αμέλειας από μέρους του Κατηγορουμένου αλλά λόγω των ενεργειών του ΜΚ
  5. Ως εκ τούτου, είπε ο κ. Λουκαίδης, ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για το δυστύχημα και πρέπει να αθωωθεί. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Τέλος, εφόσον η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου συνίσταται σε υιοθέτηση της κατάθεσής του, κατά την αξιολόγηση τούτης δεν διέλαθε την προσοχή μου η θεμελιωμένη αρχή ότι κάθε μέρος που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται αλλά το Δικαστήριο μπορεί να δώσει διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, 192). Πέραν των πιο πάνω σημειώνω εδώ ότι την κρίση μου για ότι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων καθοδήγησε και η πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, η εγγενής αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης των μαρτύρων, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 51, 56). Αναφέρω εδώ ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς τα εξωτερικά γνωρίσματα της Λεωφόρου Αμμοχώστου. Η εν λόγω Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση ενώ οι δύο λωρίδες διακρίνονται από διακεκομμένη άσπρη διαχωριστική γραμμή. Η κάθε λωρίδα έχει πλάτος 3,50μ. Περαιτέρω, η Λεωφόρος Αμμοχώστου με κατεύθυνση από νότο προς βορρά περιβάλλεται από παγκέτο το οποίο είναι επιστρωμένο με άσφαλτο και είναι στο ίδιο επίπεδο του δρόμου. Ακόμη, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τις τελικές θέσεις των οχημάτων KHG 179 και ΗAE 159, ως αυτές παρουσιάζονται στο τεκμήριο 3, ως επίσης τις ζημίες που προκλήθηκαν σε κάθε ένα εξ αυτών. Οι εν λόγω ζημίες, είναι ως τούτες αναγράφονται στο τεκμήριο 7 και επεξηγήθηκαν από το ΜΚ1, δηλαδή για το όχημα KHG 179 (το όχημα του Κατηγορουμένου) βούλωμα στο μπροστινό αριστερό φτερό, ολική καταστροφή της πόρτας του συνοδηγού και της πίσω αριστερής πόρτας. Για το όχημα HAE 159 ολική καταστροφή μπροστινού καπό, γρίλιας, ποδιάς, προφυλακτήρα, μπροστινού αριστερού φτερού, μπροστινά αριστερά φώτα και σηματοδείκτη ως επίσης βούλωμα μπροστινού δεξιού φτερού. Τέλος, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος HAE 159, δηλαδή ως τούτα παρουσιάζονται στο τεκμήριο 3 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αμμοχώστου με κατεύθυνση από νότο προς βορρά και είναι μήκους 45,30μ. για τον αριστερό τροχό και 44,40μ. για το δεξιό τροχό. Περαιτέρω, τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης έχουν αριστερή ως η κατεύθυνση τους κλήση εφόσον στην έναρξη τους απείχαν 1,20μ. από την άσπρη διαχωριστική γραμμή και στην κατάληξη τους 2,40μ. Ακόμη, αποδέχομαι ότι τα υπό αναφορά ίχνη τροχοπέδησης έχουν πλάτος 1.50μ. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω το ΜΚ1 ως αξιόπιστο. Τόσο η παρουσίαση της μαρτυρίας του (αυθορμητισμός, αμεσότητα και σταθερότητα) όσο και το περιεχόμενο τούτης (εμπεριστατωμένη, αναλυτική και ουσιαστική), είναι στοιχεία τα οποία καθοδήγησαν την κρίση μου στην κατάληξη ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι αξιόπιστη. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση και δεν δέχθηκε τα πυρά της υπεράσπισης. Το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ1, πλην το τμήμα εκείνο που αφορά τον τρόπο κατάληξης του Αστ. 2060 Ο. Παπακώστα στο αποτέλεσμα του τεκμηρίου 6, το αποδέχομαι πλήρως. Επί του προκειμένου τεκμηρίου (τεκμήριο 6), παρατηρώ ότι τούτο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Παρά το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό της εν λόγω εξέτασης, τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δίδει την ευχέρεια διαπίστωσης είτε της εμπειρογνωμοσύνης του εν λόγω προσώπου, είτε της ορθότητας της κρίσης του ως εμπειρογνώμονα. Η γνώση και μόνο αυτού του αποτελέσματος από το ΜΚ1, δεν προσφέρει ουσιαστικά στην όλη υπόθεση. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Κρίνω ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι θέσεις του μάρτυρα μέσω των απαντήσεων του, ήταν άμεσες, είχαν ουσιαστική συνοχή και παρέμειναν σταθερές μέχρι τέλους. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αποδέχομαι τη θέση ότι κατά τη σύγκρουση ολόκληρο το όχημα του Κατηγορουμένου ευρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του, εφόσον κρίνω ότι τούτη η θέση δεν συνάδει πλήρως με την πραγματική μαρτυρία. Η εν λόγω κατάληξη, επεξηγείται στα ευρήματα που ακολουθούν. Σε αυτό το στάδιο αρκεί πιστεύω να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ΜΚ
  2. Είμαι της γνώμης, ως πιο κάτω επεξηγείται, ότι εφόσον διαπιστώνεται απόφραξη της πορείας του ΜΚ2, δεν έχει σημασία η πλήρης έκταση τούτης. Κρίνω δηλαδή ότι ο μάρτυρας δεν προσπάθησε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα, παρά μόνο θέλησε με αυτό τον τρόπο να εκφράσει τη διαφωνία του με τη θέση της υπεράσπισης, η οποία επίσης απορρίπτεται, ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ευρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ2 μόνο κατά 35 έως 40εκ. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων, από το σύνολο των τεκμηρίων ενώπιον μου, την πραγματική μαρτυρία, καθώς επίσης και την αξιόπιστη μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 25.07.05 ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημά HAE 159 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου με κατεύθυνση προς Λάρνακα, δηλαδή από νότο προς βορρά. Στην εξ αντιθέτου κατεύθυνση του ΜΚ2, κινείτο ο Κατηγορούμενος με το όχημα KHG
  3. Ενόσω ο ΜΚ2 πορευόταν προς Λάρνακα ο Κατηγορούμενος επιχείρησε δεξιά, σύμφωνα με την κατεύθυνση του, στροφή προς την οδό Ψηλορείτη, δηλαδή δια μέσου της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο το όχημά του ΜΚ
  4. Προτού ο Κατηγορούμενος επιχειρήσει την εν λόγω στροφή, δεν έθεσε σε λειτουργία το δείκτη του οχήματός του. Ενόσω το όχημα του Κατηγορουμένου ευρισκόταν οριζόντια στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του ΜΚ2, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Ως σημείο σύγκρουσης αποδέχομαι ό,τι στο τεκμήριο 3 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ, εφόσον τούτο προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ2 και τις ζημιές που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα όπως ο ΜΚ1 επεξήγησε. Καταλήγω λοιπόν ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει από την άσπρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ 3,10μ. με 3,15μ. και ευρίσκεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ
  5. Προκύπτει ότι, κατά τη σύγκρουση το όχημα του Κατηγορουμένου κάλυπτε τη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ2 τουλάχιστον κατά 1,10μ. Τούτο, προκυπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ2 σε συνδιασμό με τις ζημίες που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα. Η πραγματική μαρτυρία υποδεικνύει ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική για το όχημα του ΜΚ2 και παραπλεύρως αριστερά για το όχημα του Κατηγορουμένου. Όπως προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ2, το πλάτος του οχήματος του ήταν 1,50μ. Εφόσον το μπροστινό μέρος του εν λόγω οχήματος καταστράφηκε ολοσχερώς, έπεται ότι η επαφή με το όχημα του Κατηγορουμένου κάλυψε ολόκληρο το πλάτος του οχήματος του ΜΚ
  6. Τούτο υποδεικνύει ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ2, το όχημα του Κατηγορουμένου κάλυπτε τουλάχιστον 1,10μ. από τη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του ΜΚ2, δηλαδή απόσταση η οποία υπολείπεται από το σημείο που ευρίσκεται το ίχνος τροχοπέδησης του δεξιού τροχού του οχήματος του ΜΚ2, μέχρι το αριστερό παγκέτο παραπλεύρως της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ2, η οποία έχει συνολικό πλάτος 3,50μ. Επίσης, αποδέχομαι ότι από το σημείο σύγκρουσης, τόσο προς βορρά όσο και προς νότο, η ορατότητα των δύο οδηγών επεκτείνεται πέραν των 100μ. Τέλος, είναι εύρημα μου εδραζόμενο τόσο στην αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 όσο και στην πραγματική μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός από το ΜΚ2 να επιχειρεί στροφή προς την οδό Ψηλορείτη διαμέσου της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ2, όταν ο τελευταίος ευρισκόταν 70μ. μακριά. Έχοντας καταλήξει ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα του Κατηγορουμένου ευρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του ΜΚ2, ό,τι απομένει είναι η εξέταση της απόφραξης, ως γενεσιουργού αιτίας που προκάλεσε το δυστύχημα. Θετική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα εκλαμβάνει την ευθύνη του οδηγού που προκάλεσε την απόφραξη ως δεδομένη (βλ. Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 21, 25 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696, 1704). Εξέτασα τα πιο πάνω ευρήματα και το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό υπό το φως των πιο πάνω αρχών και διαπίστωσα ότι τέτοια σύνδεση της απόφραξης με το δυστύχημα, δεν υφίσταται. Ο ΜΚ2 εντόπισε τον Κατηγορούμενο να επιχειρεί στροφή δια μέσου της λωρίδας κυκλοφορίας του, ενώ τους χώριζε απόσταση 70μ. Ο ΜΚ2 επεξήγησε στο Δικαστήριο ότι η αναφορά του στο τεκμήριο 4 "αμέσως μόλις αντιλήφθηκα πάτησα τα φρένα μου" ανάγεται, όχι στη στιγμή που πρωτοείδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του, αλλά στη στιγμή που ο ίδιος έκρινε ότι ο Κατηγορούμενος δεν προχωρούσε να εισέλθει στην πάροδο. Σημειώνω εδώ και την αναφορά του ΜΚ2 στο τεκμήριο 4 ότι η ταχύτητά του ήταν αρκετή. Τούτο προκύπτει και από την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή την έκταση των ζημίων στα δύο οχήματα. Εκείνο που εξάγεται από όλα τα πιο πάνω είναι ότι ο ΜΚ2 είδε τον Κατηγορούμενο να επιχειρεί στροφή δια μέσου της λωρίδας κυκλοφορίας του στα 70μ. Ο ίδιος κινείτο με αρκετή ταχύτητα και έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του σε απόσταση 45,30μ. μακριά από τον Κατηγορούμενο, όταν έκρινε ότι ο τελευταίος δεν προχωρούσε. Είναι η θέση τόσο του ΜΚ2 όσο και του Κατηγορουμένου (θέση την οποία αποδέχομαι) ότι κατά τον επίδικο χρόνο η μεταξύ τους απόσταση ήταν αρκετή. Είμαι της γνώμης ότι ο οδηγός ο οποίος επιχειρεί στροφή δια μέσου της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας, δεν υπέχει υποχρέωση να αναμένει μέχρις ότου διαπιστώσει ότι δεν διαφαίνεται όχημα από απέναντι, όσο μακριά και αν είναι αυτή η απόσταση. Κρίνω ότι η υποχρέωση τέτοιου οδηγού συνίσταται στην εξασφάλιση ικανοποιητικού για διενεργούμενη με ασφάλεια στροφή, χρόνου. Τούτο αποδίδεται ευκρινώς στην απόφαση Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν. Νίκης Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439 όπου λέχθηκε ότι: "Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R. 903. Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο, και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. ....... Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος." Στην προκείμενη περίπτωση, τόσο η απόσταση που χώριζε τα ενεχόμενα οχήματα, όσο και η παραδοχή του ΜΚ2 "εγώ ήμουν πολύ σίγουρος ότι θα περνούσε", δεν καταλήγουν σε διαπίστωση αμέλειας εις βάρος του Κατηγορουμένου, ενώ τεκμηριώνουν το εύλογο της ενέργειάς του. Ενόψει αυτής της κατάληξης διαπιστώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι οι ενέργειες του Κατηγορουμένου συνιστούν αμέλεια και ότι αφίστανται από το μέτρο του μέσου συνετού οδηγού και ως εκ τούτου, η κατηγορία απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.