← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Aparecido Francisco Modesto κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10154/06, 26 Ιανουαρίου, 2007

Δημοκρατία ν. Aparecido Francisco Modesto κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10154/06, 26 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:1 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10154/06 Δημοκρατία ν.

  1. Aparecido Francisco Modesto
  2. Σωτήρη Αθηνή
  3. Μιχάλη Κακκανθύμη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Ζαχαριάδου με κ. Η. Στεφάνου και κ. Λ. Παρπαρίνο, ασκούμενο δικηγόρο. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Λ. Κληρίδης με κ. Γ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Κατηγορούμενοι στην υπό κρίση υπόθεση ήταν αρχικά τρία πρόσωπα. Ένας Βραζιλιάνος, ο κατηγορούμενος 1 και δύο Κύπριοι υπήκοοι, οι κατηγορούμενοι 2 και
  5. Όλοι τους αντιμετώπιζαν τρεις ταυτόσημες κατηγορίες: εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 4.988,3 γραμμαρίων κοκαΐνης (2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), κατοχής του πιο πάνω ελεγχομένου φαρμάκου (3η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) και κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου). Επιπρόσθετα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν και κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου). Ο Modesto από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας παραδέχθηκε το σύνολο των εναντίον του κατηγοριών. Του επιβλήθηκαν, την 31.7.06, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 16.10.06, αθώωσε και απάλλαξε τον 3ον κατηγορούμενο από όλες τις εναντίον του κατηγορίες και τον 2ον κατηγορούμενο από την κατηγορία της συνωμοσίας. Ως αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε μόνο για τον κατηγορούμενο 2 και σε σχέση με τις εναντίον του κατηγορίες 2, 3 και
  6. Η παράθεση των αποδεκτών γεγονότων θα συμβάλει στην ευκολότερη κατανόηση και παρακολούθηση των ουσιαστικών στοιχείων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση και των εκατέρωθεν θέσεων: Η Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακος έλαβε πληροφορία ότι στις 16.6.06 και σε πτήση προερχόμενη από Ζυρίχη θα επέβαινε ένα πρόσωπο στις αποσκευές του οποίου πιθανόν να υπήρχαν ναρκωτικά. Σύμφωνα με την πληροφορία τόσο το πρόσωπο αυτό, όσο και κοπέλα που ίσως τον συνόδευε, προερχόντουσαν από την Βραζιλία. Οργανώθηκε σχέδιο ανεύρεσης των υπόπτων, αποτέλεσμα του οποίου ήταν ο εντοπισμός του πρώην κατηγορούμενου 1 και της ΜΚ1, Eloisa Aparecida Ferraz. Ήταν τα μόνα πρόσωπα με Βραζιλιάνικο διαβατήριο στην πιο πάνω πτήση. Τέθηκαν υπό παρακολούθηση στο χώρο του Αεροδρομίου Λάρνακας. Οι αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν αντελήφθησαν την ΜΚ1 να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του κατηγορούμενου
  7. Οι δύο τελευταίοι βρισκόντουσαν επίσης στο χώρο των κτιρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας. Όταν ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να κατευθυνθεί προς το χώρο στάθμευσης των ταξί τα αστυνομικά όργανα επενέβησαν και συνέλαβαν τόσο τους δύο Βραζιλιάνους, όσο και τους κατηγορούμενους 2 και
  8. Σε έλεγχο που έλαβε χώρα στο χώρο του Τελωνείου διαπιστώθηκε ότι ο πάτος της τσάντας του κατηγορούμενου 1 δεν ήταν φυσιολογικός. Με μαχαίρι αφαιρέθηκε η φόδρα και εντοπίστηκε ότι μεταξύ φόδρας και πάτου υπήρχε μαύρο πλαστικό περιτύλιγμα εντός του οποίου ανευρέθησαν τα επίδικα ναρκωτικά. Προσθέτουμε ότι σύμφωνα με την ενώπιον μας μαρτυρία, είναι ουσιαστικά παραδεκτό γεγονός ότι η ΜΚ1 γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 προ μερικών μηνών, τον Μάρτιο του 2006 (Τεκμήριο 13), στη Βραζιλία, όπου μετέβηκε ο κατηγορούμενος αυτός. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται κύρια στη μαρτυρία της ΜΚ
  9. Είναι ουσιαστικά τα όσα η μάρτυρας αυτή κατέθεσε που συνθέτουν την εναντίον του κατηγορούμενου 2 (στη συνέχεια της απόφασης θα αναφέρεται ως ο κατηγορούμενος) θεμελιακή μαρτυρία και συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο στήριξης της επιδίωξης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που τον βαρύνουν. Είναι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα επίδικα ναρκωτικά προορισμό και παραλήπτη είχαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος για το σκοπό αυτό βρισκόταν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Προτού παραθέσουμε με όλη την απαραίτητη λεπτομέρεια τη μαρτυρία της Eloisa, παρεμβάλλουμε ότι είναι δεδομένη η άμεση εμπλοκή της στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και με βάση τα οποία ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται ενώπιον μας αντιμετωπίζοντας τις προαναφερθείσες κατηγορίες. Προσθέτουμε μάλιστα ότι η εμπλοκή της Eloisa σε παράνομες δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών δεν περιορίζεται στα όσα καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση, αλλά επεκτείνεται και σε σειρά άλλων έκνομων συμπεριφορών που προηγήθηκαν χρονικά. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μας, καθότι σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Eloisa και την προσβολή της αξιοπιστίας της από την υπεράσπιση, με δεδομένη τη βασική θέση των συνηγόρων του κατηγορούμενου ότι η Eloisa τον ενέπλεξε αβάσιμα, προκειμένου η ίδια να αποφύγει τις συνέπειες για τις παρανομίες που διέπραξε. Η εκδοχή της υπεράσπισης είναι απλή στη βάση της. Θέτει, αφήνοντας μάλιστα να αιωρείται ότι η Αστυνομία εμπλέκεται σε σκευωρία εναντίον του κατηγορούμενου, ότι αυτός δεν είχε καμία ανάμειξη στα όσα η ΜΚ1 του καταλογίζει, ούτε οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με την εισαγωγή των επιδίκων ναρκωτικών. Προσθέτει δε ότι αποκλειστικός σκοπός της παρουσίας του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ήταν η παραλαβή της Eloisa, την οποία θα φιλοξενούσε στο σπίτι του για διακοπές. Η μαρτυρία της Eloisa συνίσταται από την προφορική κατάθεση της στο Δικαστήριο. Προσθέτουμε ότι, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, αντεξετάστηκε εκτεταμένα. Καταγράφουμε, με την απαραίτητη, λόγω της φύσης της υπόθεσης και των γεγονότων που την περιβάλλουν, λεπτομέρεια, τη μαρτυρία της: Εξεταζόμενη η Eloisa κατέθεσε ότι κατάγεται από την Βραζιλία. Παρέμεινε στην πόλη όπου γεννήθηκε μέχρι τα 16 της χρόνια και ακολούθως, το 1993, μετοίκησε για να εργαστεί στην Παραγουάη. Διέμενε σε πόλη η οποία βρίσκεται στα σύνορα με την Βραζιλία. Εκεί γνώρισε τον Mohamed Ghutme, ηλικίας τότε 27 χρονών, Λιβανικής καταγωγής. Δημιούργησαν ερωτικές σχέσεις. Επειδή η οικογένεια της μάρτυρας αντιδρούσε, αυτή εγκατέλειψε την Παραγουάη και επανήλθε στη Βραζιλία. Τρία χρόνια αργότερα, το 1996, επέστρεψε και πάλι στην Παραγουάη και ξανασυναντήθηκε με τον Mohamed. Αυτός διατηρούσε εταιρεία εισαγωγών - εξαγωγών. Έγιναν και πάλι εραστές. Κατά το χρόνο αυτό ο Mohamed της ζήτησε να χρησιμοποιήσει πλαστές πιστωτικές κάρτες προκειμένου να κάνει ανάληψη χρημάτων. Η Eloisa αρνήθηκε. Το 1998 αντιλήφθηκε, ακούγοντας τον Mohamed να συζητά με κάποιο φίλο του, ότι ο αγαπημένος της είχε σχέση με ναρκωτικά. Τότε ο Mohamed την ρώτησε κατά πόσο δεχόταν να μεταφέρει ναρκωτικά στο Λίβανο. Την διαβεβαίωσε μάλιστα ότι δεν θα κινδύνευε να συλληφθεί, καθότι ως γυναίκα που ήταν δεν θα την υποπτευόντουσαν. Επειδή την έπεισε ότι με αυτήν της την πράξη θα έπαιρναν χρήματα, θα αγόραζαν το δικό τους σπίτι και θα έκαναν οικογένεια, η Eloisa δέχθηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά στο Λίβανο. Κατά τη μεταφορά αυτή και μόλις εισήλθε στην πιο πάνω χώρα, το 1999, συνελήφθηκε από την Αστυνομία. Στην κατοχή της, σε ψεύτικο πάτο της ταξιδιωτικής της βαλίτσας, εντοπίστηκαν 2½ κιλά κοκαΐνη. Παρέμεινε υπό κράτηση σε αστυνομικό σταθμό για ένα μήνα. Στο διάστημα αυτό την κτυπούσαν με ρόπαλο και της έκαναν ηλεκτροσόκ. Καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση. Τον Νοέμβριο του 2004 αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στη Βραζιλία, όπου την ανέμενε ο Mohamed. Έγιναν ξανά εραστές γιατί τον αγαπούσε πολύ και καθότι δεν την είχε κοροϊδέψει αφού ήξερε από την αρχή τι μετέφερε στο Λίβανο. Της υποσχέθηκε ότι δεν θα την "ξαναανακάτεβε σε οποιαδήποτε υπόθεση ναρκωτικών." Παρά ταύτα λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2005, ο Mohamed την προέτρεψε και αυτή αποδέχθηκε, να συνοδεύσει πρόσωπο που μετέφερε ναρκωτικά στη Ζυρίχη. Επειδή η ίδια δεν θα είχε επαφή με τα ναρκωτικά θεώρησε ότι δεν κινδύνευε να συλληφθεί. Στις αρχές Ιουνίου του 2006 ο Mohamed της ζήτησε και πάλι να συνοδεύσει, αυτήν τη φορά στην Κύπρο, πρόσωπο που επίσης μετέφερε ναρκωτικά. Η ίδια θα είχε ως αποστολή να υποδείξει το πρόσωπο αυτό στον κατηγορούμενο, ο οποίος θα τους ανέμενε στο αεροδρόμιο Λάρνακας μαζί με τη σύζυγο του και ένα ακόμα άτομο. Τον κατηγορούμενο τον είχε γνωρίσει τους πρώτους μήνες του 2006 στο σπίτι κάποιου φίλου του Mohamed, του Eduardo, στη Βραζιλία, κατά τη διάρκεια μίας συνεστίασης. Παρόντα ήταν μερικά μόνο άτομα μεταξύ των οποίων και κάποιος Χουάν επίσης φίλος του Mohamed. Ο Χουάν μιλούσε στην Αγγλική γλώσσα με τον κατηγορούμενο. Μετά από τη συνεστίαση αυτή ο Mohamed της ανέφερε ότι ο Χουάν επικοινωνούσε μαζί με τον κατηγορούμενο αναφορικά με εμπορία ναρκωτικών. Αναφερόμενη η μάρτυρας στις οδηγίες που της έδωσε ο Mohamed σε σχέση με το ταξίδι της στην Κύπρο, είπε ότι θα συνόδευε το άτομο που θα μετέφερε τα ναρκωτικά και το οποίο δεν είχε γνωρίσει προηγουμένως. Μόλις δε έφταναν στην Κύπρο θα υποδείκνυε τον μεταφορέα στον κατηγορούμενο, ο οποίος και θα τους περίμενε στο αεροδρόμιο. Γι΄ αυτήν την ανάμειξη της η ίδια θα έπαιρνε ως ανταμοιβή $1.500 και θα έκανε διακοπές στην Κύπρο ως φιλοξενούμενη του κατηγορούμενου. Στις 15.6.06 έφυγε από τη Βραζιλία με προορισμό, μέσω Ζυρίχης, την Κύπρο. Κατά τη διάρκεια των πτήσεων δεν είχε καμία επαφή με τον Modesto, το άτομο δηλαδή που μετέφερε τα ναρκωτικά. Για πρώτη φορά του μίλησε όταν έφθασαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Συγκεκριμένα - και επειδή ο Modesto δεν γνώριζε Αγγλικά - τον βοήθησε στο σημείο ελέγχου διαβατηρίων. Όταν πέρασαν τον διαβατηριακό έλεγχο και αφού παρέλαβαν τις ταξιδιωτικές τους βαλίτσες βγήκαν από το χώρο ελέγχου του Τελωνείου. Σε κάποιο στάδιο ο Modesto προχώρησε πιο μπροστά και η Eloisa έμεινε λίγο πιο πίσω. Στην έξοδο των κτιρίων του αεροδρομίου συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν μαζί με ακόμα ένα άτομο, τον πρώην κατηγορούμενο
  10. Τον χαιρέτησε και του είπε "αυτό είναι το άτομο", δείχνοντας του ταυτόχρονα τον Modesto, που στεκόταν λίγο πιο μακριά. Όταν το έπραξε αυτό ο κατηγορούμενος της έδωσε οδηγίες να πει στο Modesto "να πάρει ένα ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο και εκεί να τηλεφωνήσει σε όποιον έπρεπε να τηλεφωνήσει". Η συνομιλία αυτή έλαβε χώρα εκτός των κτιρίων του αεροδρομίου. Ακολούθως ο κατηγορούμενος της είπε να παραμείνει εκεί και ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 3 εισήλθαν και πάλιν στα κτίρια του αεροδρομίου. Η ΜΚ1 τηλεφώνησε τότε στο Mohamed στη Βραζιλία και του ανέφερε τα όσα της είπε ο κατηγορούμενος. Ο Mohamed της απάντησε ότι θα έπρεπε να κάνει ότι της έλεγε ο κατηγορούμενος "γιατί αυτός ήξερε". Τη στιγμή αυτή ο Modesto ήρθε κοντά της και της ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο της. Αυτή δεν του το έδωσε, λέγοντας του "γιατί δεν παίρνεις ένα ταξί να πάεις σε ένα ξενοδοχείο και απ΄ εκεί να τηλεφωνήσεις σε όποιο πρέπει να τηλεφωνήσεις" O Modesto δεν συναίνεσε καθότι ανέμενε κάποιο να τον παραλάβει και συνέχισε να κάνει βόλτες στο χώρο. Η μεταξύ τους αυτή συνομιλία έλαβε χώρα εκτός των κτιρίων του αεροδρομίου. Μετά από αυτή την αντίδραση του Modesto η Eloisa εισήλθε και πάλιν στο κτίριο του αεροδρομίου για να βρει τον κατηγορούμενο. Σε συνομιλία που είχε μαζί του αυτός της είπε να ξαναμιλήσει με τον Modesto και να του ζητήσει να πάρει ένα ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Σε αυτό το σημείο ο κατηγορούμενος φαινόταν νευρικός, ανήσυχος και δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά του η ΜΚ
  11. Ακολουθώντας τις οδηγίες του η Eloisa βγήκε και πάλιν από το κτίριο, συνάντησε τον Modesto και του είπε ότι το άτομο που τον περίμενε του ζητούσε να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Ο Modesto έκπληκτος της είπε "Α! Ξέρεις" και ξεκίνησε κατευθυνόμενος προς το χώρο στάθμευσης των ταξί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή επενέβηκε η Αστυνομία και τους συνέλαβε. Κατέθεσε περαιτέρω ότι στην Αστυνομία έδωσε δύο καταθέσεις. Την πρώτη την 16.6.06, αμέσως μετά τη σύλληψη της και την δεύτερη 32 μέρες αργότερα, την 18.7.
  12. Επεξήγησε ότι έδωσε τη μαρτυρία στο Δικαστήριο γιατί "πρώτον γιατί φοβόμουν αυτά που μου είχαν συμβεί στο Λίβανο ότι θα συνέβαιναν τα ίδια και εδώ και επειδή δεύτερο επειδή θέλω να πω την αλήθεια." Διευκρίνισε επίσης ότι την πρώτη κατάθεση της την έδωσε τη μέρα που την συνέλαβαν και ήταν πάρα πολύ νευρική και ανήσυχη αναφορικά με το τι θα της συνέβαινε. Έτσι, τότε, αποφάσισε να μην πει όλη την αλήθεια, γιατί φοβόταν ως προς το τι θα της συνέβαινε αν η Αστυνομία γνώριζε το παρελθόν της. Τη δεύτερη όμως κατάθεση την έδωσε γιατί ήταν πιο ήρεμη και είχε αποφασίσει πλέον να πει όλη την αλήθεια. Σε τελική ερώτηση κατά την εξέταση αν της υποσχέθηκε οτιδήποτε η Αστυνομία απάντησε "Η Αστυνομία μου είπε ότι εάν συνεργαζόμουν μαζί τους και τους έλεγα όλη την αλήθεια για όσα γνωρίζω δεν θα με κατηγορούσαν." Στην, εξαντλητική, αντεξέταση της, η μάρτυρας επέμενε στους βασικούς ισχυρισμούς της. Είναι επιβεβλημένο να καταγράψουμε με κάθε αναγκαία λεπτομέρεια τα βασικά μέρη των θέσεων της, όπως αυτές προβλήθηκαν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από το πρόσωπο του Mohamed και της μεταξύ τους σχέσης. Η υπεράσπιση την κάλεσε να περιγράψει ακόμη και τα χαρακτηριστικά του ατόμου αυτού, υποβάλλοντας της ταυτόχρονα ότι είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και ότι ουσιαστικά αυτή δεν λέγει την αλήθεια στην προσπάθεια της να καλύψει τον πραγματικό εγκέφαλο της όλης διακίνησης των ναρκωτικών. Ήταν σταθερή της θέση ότι ο Mohamed Ghutme είναι υπαρκτό πρόσωπο και ότι συνδέονται μεταξύ τους με μακροχρόνια ερωτική σχέση. Παρόμοια ήταν και η γραμμή υπεράσπισης σε σχέση με τα ονόματα άλλων προσώπων που παρέθεσε στο Δικαστήριο η μάρτυρας. Σταθερή επίσης θέση της ήταν ότι οι όλες αναφορές της περί των συγκεκριμένων προσώπων είναι αληθείς. Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης περιστράφηκε γύρω από τις συνθήκες που έλαβε χώρα η δεύτερη κατάθεση της και το όλο φάσμα των γεγονότων που κάλυπταν την κατάθεση αυτή. Επεξήγησε η Eloisa ότι μετά τη σύλληψη της παρέμεινε σε αστυνομικό σταθμό για μία βδομάδα και ακολούθως μεταφέρθηκε σε ξενοδοχείο, συνοδευόμενη πάντα από αστυνομικούς. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι κατά την κράτηση της στον Αστυνομικό Σταθμό "αισθανόμουνα λίγο όπως όταν ήμουν στο Λίβανο". Στο ξενοδοχείο αισθανόταν πολύ πιο άνετα και είχε την ευχέρεια να μιλά τηλεφωνικά με όποιο ήθελε. Τη δεύτερη κατάθεση αποφάσισε να τη δώσει λίγες μέρες πριν τις 18.7.
  13. Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε επικοινωνήσει με το Mohamed, καθότι είχε ήδη αποφασίσει ότι θα κατέθετε στην Αστυνομία όλη την αλήθεια, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του, και φοβόταν να του το αναφέρει λόγω του ότι δεν γνώριζε τι θα της έλεγε. Απαντώντας σε ερώτηση: "Ε. Γιατί καθυστέρησες τόσο πολύ να δώσεις λοιπόν τη δεύτερη κατάθεση εφόσον είχες περίπου τρεις βδομάδες στο ξενοδοχείο όπως μας έχεις πει, γιατί καθυστέρησες τόσο πολύ να δώσεις κατάθεση στην Αστυνομία; Α. Φοβόμουν να μιλήσω να πω την αλήθεια γιατί ήμουν πολύ μπλεγμένη στην εμπορία ναρκωτικών και φοβόμουν ότι θα φυλακιζόμουν γι΄ αυτό και όταν είδα ότι οι άνθρωποι που βρισκόντουσαν γύρω μου, που με περιέβαλλαν μου φερόντουσαν καλά και έλεγαν την αλήθεια, αποφάσισα να πω την αλήθεια για να φύγει αυτό το βάρος από πάνω μου". Η ίδια ένιωθε πολύ άσχημα γνωρίζοντας ότι θα καταδικαστεί για πολλά χρόνια σε φυλάκιση και δεν ήθελε "με τίποτα να εκτίσω αυτήν την ποινή στη φυλακή αλλά αν έπρεπε θα το έκανα γιατί αυτό θα ήταν το σωστό, το δίκαιο". Πρόσθεσε ότι η Αστυνομία της είχε υποσχεθεί ότι δεν θα την κατηγορήσει και διευκρίνισε περαιτέρω ότι αρχικά δεν το πίστεψε "στη συνέχεια τους πίστεψα, γιατί άρχισα να τους εμπιστεύομαι και να τους πιστεύω περισσότερο". Ρωτήθηκε: "Ε. Τι συνέβηκε και ξεκίνησες να τους εμπιστεύεσαι ενώ στην αρχή δεν τους εμπιστευόσουν; A. Στην αρχή φοβόμουνα πάρα πολύ για το τι θα συνέβαινε, ακριβώς επειδή είχα υπάρξει φυλακισμένη για τον ίδιο λόγο. Στη συνέχεια μου είπαν ότι δεν θα φυλακιζόμουν αν έλεγα την αλήθεια και δεν θα μου συνέβαινε τίποτε αν έλεγα την αλήθεια. ............................................. Ε. Τι συνέβηκε και σταμάτησες να φοβάσαι την Αστυνομία ένα μήνα μετά που συνελήφθηκες πες μου επ΄ ακριβώς τι συνέβηκε. Α. Δεν συνέβηκε τίποτε αλλά όταν μιλούσα μαζί τους μου έλεγαν ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάμαι. Τους ρώτησα αν θα πάω φυλακή εγώ προσωπικά για όλα αυτά που έκανα και πάντα μου έλεγαν ότι «όχι εσύ δεν θα πας φυλακή πες την αλήθεια και δεν θα πας φυλακή»". Όταν έδινε τη δεύτερη κατάθεση ήταν ήρεμη και δεν ένιωθε φόβο γιατί είχε πιστέψει ότι τα βάσανα της θα τέλειωναν μ΄ αυτήν την κατάθεση. Η κατάθεση αυτή κράτησε πέντε περίπου ώρες, καθότι γινόταν μετάφραση και της υπέβαλλε ερωτήσεις ταυτόχρονα ο ανακριτής. Ουδέποτε όμως της είπε ποιο είναι το σενάριο που ο ίδιος πιστεύει ότι είναι αληθές σε σχέση με την υπόθεση, ούτε ανέφερε το όνομα του Αθηνή, ούτε της ζήτησε κάτι σχετικά με αυτόν. Αρνήθηκε ότι η Αστυνομία της ζήτησε να πει κάτι συγκεκριμένο στην κατάθεση της. Δέχθηκε όμως ότι αν δεν ήταν υπό την προστασία της Αστυνομίας δεν θα ερχόταν στο Δικαστήριο να καταθέσει, καθότι φοβόταν "επειδή ξέρω ότι όταν κάποιος κατηγορεί ένα έμπορο ναρκωτικών αυτό σημαίνει και το τέλος της ζωής του". Διευκρίνισε ότι δεν φοβόταν από τον Mohamed γιατί την αγαπά και τον γνωρίζει πολύ καλά, αλλά τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν τον γνωρίζει, τον φοβάται. Αντεξετάστηκε εκτεταμένα γύρω από τις διαφορές που καλύπτουν την πρώτη και δεύτερη κατάθεση. Συμφώνησε ότι τα όσα ανέφερε στην πρώτη κατάθεση σχετικά με τα ονόματα των συνεργατών της, το ότι πίστευε ότι η βαλίτσα περιείχε λεφτά και όχι ναρκωτικά και την απόκρυψη της προηγούμενης συμμετοχής της σε διακίνηση ναρκωτικών, τα διαφοροποίησε στη δεύτερη κατάθεση της. Επέμενε όμως ότι στη δεύτερη αυτή κατάθεση ανέφερε την αλήθεια και μόνο, τονίζοντας ότι γνώριζε από την αρχή ότι η βαλίτσα που κρατούσε ο Modesto είχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα κοκαΐνη. Αρνήθηκε περαιτέρω υποβολή ότι έδωσε τη δεύτερη κατάθεση μετά από υπόδειξη της Αστυνομίας προκειμένου να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, επιμένοντας ότι αποφάσισε να πει την αλήθεια όταν αντιλήφθηκε ότι είχε μία δεύτερη ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή της και φοβούμενη ότι θα φυλακιστεί για πολλά χρόνια, γεγονός που γι΄ αυτή θα ήταν πλέον "το τέλος". Σε ερώτηση "θα θελα να μου απαντήσεις ειλικρινά, αν η Αστυνομία δεν σου υπόσχετο ότι θα γλυτώσεις από αυτήν τη διαδικασία θα έδινες δεύτερη κατάθεση;", απάντησε "Πιστεύω πως όχι". Αρνήθηκε, τέλος, ότι με την πρώτη της κατάθεση κορόιδευε την Αστυνομία, διευκρινίζοντας "απλά φοβόμουν τι θα συνέβαινε γι΄ αυτό έκρυψα κάποια πράγματα". Επανέλαβε, αντεξεταζόμενη, την όλη εμπλοκή της στον κόσμο των ναρκωτικών δίνοντας λεπτομέρειες για τη συμμετοχή της στα συμβάντα στο Λίβανο και στη Ζυρίχη. Απαντώντας δε σε ερώτηση αν είναι έμπορας ναρκωτικών είπε: "Δεν είμαι άγγελος. Ενεπλάκηκα σ΄αυτήν την περίπτωση εξαιτίας του φίλου μου. Δεν γνώριζα τίποτα σχετικó πριν να τον γνωρίσω". Η αντεξέταση κάλυψε και το κεφάλαιο των γεγονότων που περιστρέφονται γύρω από την άφιξη της ΜΚ1 στην Κύπρο και τις ενέργειες της στο χώρο του αεροδρομίου. Ήταν η θέση της ότι η ίδια δεν γνώριζε τον Modesto και ότι απλώς τον παρακολουθούσε σε όλη την πορεία, ούτως ώστε να βεβαιωθεί ότι θα μετέφερε τα ναρκωτικά στην Κύπρο. Επανέλαβε ότι δεν είχε καμία επαφή μαζί του μέχρι τη στιγμή που αυτός ζήτησε τη βοήθεια της κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Πρόσθεσε ότι για πρώτη φορά ο Modesto αντιλήφθηκε ότι η ίδια εμπλέκεται στην υπόθεση όταν αυτή, μετά από οδηγίες του κατηγορούμενου, του είπε ότι το άτομο που περίμενε του ζητούσε να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Ήταν σταθερή της θέση ότι οι οδηγίες που είχε λάβει από τον Mohamed ήταν να συνοδεύσει απλώς το άτομο που μετέφερε ναρκωτικά στην Κύπρο και να το υποδείξει, από μακριά, στον κατηγορούμενο, ο οποίος θα ανέμενε στο αεροδρόμιο. Ολοκληρώνουμε την παράθεση της μαρτυρίας της ΜΚ1 με την καταγραφή, αυτολεξεί, της μεταξύ της και του κατηγορούμενου συνομιλίας κατά το χρόνο της πρώτης συνάντησης που είχαν και όταν η Eloisa υποδείκνυε τον Modesto. Ρωτήθηκε συγκεκριμένα: "Ε. Μπορείς να αναφέρεις στα Αγγλικά αυτά που είπες ή άκουσες από τον Σωτήρη Αθηνή; Α. Του είπα «Good morning» και μου είπε «Who is the man» και στη συνέχεια του είπα «this is the man» και μου είπε «tell him to take a taxi and go to the hotel» και μου είπε «you stay here». " Με δεδομένα τη βαρύνουσα σημασία και τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζει στην όλη υπόθεση η μαρτυρία της ΜΚ1, Eloisa, την παραθέσαμε σε έκταση. Οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας είναι, στο σύνολο τους, αστυνομικοί. Η μαρτυρία τους περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τα όσα έλαβαν χώρα στο χώρο του αεροδρομίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης και τις συνθήκες λήψης της 2ης κατάθεσης της ΜΚ
  14. Τα όσα κατέθεσαν, στα σημαντικά για την υπόθεση σημεία, θα παρεμβληθούν στην πορεία της απόφασης μας, ανάλογα με τα γεγονότα που η κάθε αυτή μαρτυρία καλύπτει. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο και, κατά συνέπεια δεν αντεξετάστηκε. Είναι σκόπιμο να παρεμβάλουμε ότι η κατάθεση του αυτή είναι μακροσκελής. Πέραν της καταγραφής της δικής του εκδοχής περιλαμβάνει σχολιασμό της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και νομική ανάλυση των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών. Μετά το πέρας της ανώμοτης αυτής δήλωσης η υπεράσπιση κάλεσε τρεις μάρτυρες, στην προσπάθεια της να τεκμηριώσει σειρά ισχυρισμών της: τον Modesto (ΜΥ1), η μαρτυρία του οποίου καλύπτει τις συνθήκες διακίνησης των επίδικων ναρκωτικών και τα όσα έλαβαν στο χώρο του αεροδρομίου, την Elena Svet (ΜΥ2), η οποία έδωσε μαρτυρία σχετικά με τηλεφωνική επικοινωνία που, κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης, είχε με τον κατηγορούμενο μεταξύ των ωρών 6:00-7:00 μ.μ. της 16.6.06 και τον Χρίστο Κωνσταντίνου (ΜΥ3), η μαρτυρία του οποίου κάλυπτε επίσκεψη αστυνομικών στο σπίτι του κατηγορούμενου το απόγευμα της 16.6.
  15. Στα σημαντικά μέρη της μαρτυρίας της υπεράσπισης και στην έκταση που αυτά επιδρούν στην υπό κρίση υπόθεση θα επανέλθουμε. Προέχει η καταγραφή των βασικών σημείων της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου: Αναφέρει ότι είναι κάτοικος Λεμεσού και στις 16.6.06 πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ενεργούσε ως οδηγός του, στο αεροδρόμιο Λάρνακας προκειμένου να παραλάβει την Eloisa, την οποία θα φιλοξενούσε. Την είχε γνωρίσει μερικούς μήνες πριν όταν επισκέφθηκε τη Βραζιλία προκειμένου να φέρει χορεύτριες για εργοδότηση σε νυχτερινά κέντρα που διαχειρίζεται. Σκοπός της επίσκεψης της στην Κύπρο ήταν να δει τα νυχτερινά αυτά κέντρα, προκειμένου να του στείλει χορεύτριες από την Βραζιλία μέσω κάποιου κοινού τους φίλου, του Χουάν. Τον Modesto δεν τον γνώριζε και τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Παραδέχεται ότι συνομίλησε με την Eloisa αμέσως μετά την έξοδο της από το αεροδρόμιο, αλλά αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συνεννόηση μαζί της ή ότι της έδωσε οποιαδήποτε οδηγία σε σχέση με τον Modesto. Είναι βασικός ισχυρισμός του ότι δεν είχε καμία σχέση με τα επίδικα ναρκωτικά, ότι η παρουσία του στο αεροδρόμιο δεν αφορούσε διακίνηση ναρκωτικών και ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες στη ΜΚ1 σε σχέση με τον Modesto. Αρνείται περαιτέρω ότι είχε στο χώρο του αεροδρομίου τηλεφωνικές επικοινωνίες σε σχέση με τα επίδικα ναρκωτικά και ισχυρίζεται πως συγκεκριμένη αναφορά του για μετάβαση κάποιου προσώπου σε ξενοδοχείο αφορούσε άσχετη με ναρκωτικά υπόθεση. Ήταν η θέση του ότι η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία του έγινε με τη ΜΥ2 και κάλυπτε άφιξη στην Κύπρο κάποιου νέου συνεργάτη του. Ήταν επίσης θέση του ότι ουδέποτε ανέφερε κατά το χρόνο σύλληψης της Eloisa "τέλειωνε φεύκουμε τζιαι πιάσαν τους". Αυτό που είπε ήταν: "Επιάσαν την. Πάμε να δούμε." Επεξηγώντας για ποιο λόγο ήταν ανήσυχος στο χώρο του αεροδρομίου ανέφερε ότι πάντοτε έτσι αισθάνεται όταν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, δεδομένου ότι κινδυνεύει η ζωή του αφού έχει γίνει στόχος επιθέσεων σε πολλές περιπτώσεις, φίλοι δε και συγγενείς του δολοφονήθηκαν. Κατέληξε δε στην ανώμοτη δήλωση του αναφέροντας ότι αμέσως πριν τη μετάβαση του από τη Λεμεσό στο αεροδρόμιο Λάρνακας τον επισκέφθηκαν δύο αστυνομικοί στο σπίτι του και τον πληροφόρησαν για απόπειρα δολοφονίας του. Κατευθυνόμενος δε προς το αεροδρόμιο αντιλήφθηκε αυτοκίνητο της Αστυνομίας "με πολιτικά" να τον ακολουθεί. Θα καταγράψουμε επιγραμματικά τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αναδύονται μέσα από τις τελικές αγορεύσεις τους. Θα επανέλθουμε σε αναλυτική παράθεση και εξέταση τους στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης μας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με βάση την οποία είχε απαλλαγεί στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος 3 από το σύνολο των κατηγοριών και ο κατηγορούμενος από την 1η κατηγορία, επιδρά καταλυτικά και στις κατηγορίες που εκκρεμούν. Ήταν προέκταση της θέσης της υπεράσπισης ότι η απαλλαγή από την κατηγορία της συνωμοσίας οδηγεί, χωρίς άλλο, και στην αθώωση του κατηγορούμενου από τις κατηγορίες 2, 3 και
  16. Υπό την επιφύλαξη της πιο πάνω θέσης οι συνήγοροι κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναξιόπιστη, φτιαχτή και μυθοπλαστική τη μαρτυρία της ουσιωδέστερης μάρτυρας, ΜΚ
  17. Αναφερόμενοι τόσο στο παρελθόν της, όσο και σε, ισχυριζόμενες, αντιφάσεις στη μαρτυρία της, εισηγήθηκαν ότι αυτή στερείται κάθε πειστικότητας σε σημείο που είναι αδύνατο να στηριχτεί το Δικαστήριο στα όσα κατέθεσε. Η ύπαρξη δύο καταθέσεων της ΜΚ1 στην Αστυνομία αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς στην αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης. Έθεσαν, μάλιστα, ότι οι ανακριτικές αρχές και αυτή η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή "μαγείρεψαν" ουσιαστικά τη δεύτερη κατάθεση της ΜΚ
  18. Ήταν η προσέγγιση τους ότι τα όσα η ΜΚ1 ανέφερε στη δεύτερη αυτή κατάθεση της, με την οποία εμπλέκει ουσιαστικά στη διάπραξη των αδικημάτων τον κατηγορούμενο, είναι ψεύδη τα οποία λέχθησαν στην προσπάθεια της να απεμπλακεί από την οδυνηρή θέση που βρισκόταν και να αποφύγει τις συνέπειες της έκνομης συμπεριφοράς της. Αγορεύοντας περί της νομικής πτυχής της υπόθεσης οι δικηγόροι του κατηγορούμενου εισηγήθηκαν ότι μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Πρόσθεσαν ότι πιθανόν αυτή (η μαρτυρία) να δημιουργεί εικασίες, οι οποίες όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα καταδίκης. Ολοκληρώθηκε η αγόρευση για την υπεράσπιση με αναφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και στη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης. Οι συνήγοροι κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών, προσθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος έδωσε πλήρεις και ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την παρουσία του στο αεροδρόμιο κατά τον επίδικο χρόνο και τις όλες κινήσεις του. Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής, αναλύοντας τη μαρτυρία που πρόσφερε η πλευρά τους και ιδιαίτερα αυτήν της Eloisa, κάλεσαν το Δικαστήριο να την αποδεχθεί ως πλήρως αξιόπιστη, προσθέτοντας ότι στα βασικά και ουσιαστικά για την υπόθεση στοιχεία της παρέμεινε ακλόνητη. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι η αλήθεια του περιεχομένου της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή καταδεικνύεται μέσα από τη συνολική αντίκριση της και ότι οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις που υπάρχουν είναι περιθωριακές και χωρίς ουσιαστική σημασία. Δεχόμενοι οι συνήγοροι ότι η ΜΚ1 είναι συνεργός και αναλύοντας την επί του θέματος νομολογία, εισηγήθηκαν ότι η μαρτυρία της - κρινόμενη σφαιρικά και σε συσχέτιση με το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας - θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστη και ότι η ποιότητα της είναι τέτοια που παρέχει ασφαλές έρεισμα στο Δικαστήριο να προχωρήσει χωρίς καμία αμφιβολία σε καταδίκη του κατηγορούμενου, έστω και χωρίς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Αγορεύοντας επί του ζητήματος της ύπαρξης δεύτερης κατάθεσης της ΜΚ1, οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσαν το Δικαστήριο να δεχθεί ως απόλυτα φυσιολογική τη μεταβολή των θέσεων της μάρτυρας στο μεσοδιάστημα μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατάθεσης. Την απέδωσαν στους φυσιολογικούς φόβους της Eloisa, λόγω προηγούμενων εμπλοκών της σε εμπορία ναρκωτικών. Τόνισαν περαιτέρω ότι ούτως ή άλλως οι βασικές της θέσεις ως προς την ύπαρξη παράνομου περιεχομένου στην ταξιδιωτική τσάντα του Modesto και ως προς το πρόσωπο του παραλήπτη της τσάντας αυτής είναι ταυτόσημες τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατάθεση. Σχολιάζοντας δε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου την χαρακτήρισαν ως αντιφατική σε πολλά σημεία με τη γραμμή της υπεράσπισης, ως στερούμενη λογικής και, συνακόλουθα, χωρίς καμία αποδεικτική ή έστω επεξηγηματική αξία. Κάλεσαν επίσης το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναξιόπιστη, για σειρά λόγων που ανέφεραν, τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων υπεράσπισης. Ήταν κατάληξη της αγόρευσης των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσφέρθηκε έχουν θεμελιωθεί τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Απέδωσαν δε την αναφορά από τους συνηγόρους υπεράσπισης περί "μαγειρέματος" της δεύτερης κατάθεσης της Eloisa στην αδυναμία τους να αρθρώσουν λόγο και επιχειρήματα ικανά να θεμελιώσουν υπεράσπιση. Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε τη θέση της υπεράσπισης περί της σύνδεσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με τις κατηγορίες που απομένουν και τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η αθωωτική ενδιάμεση απόφαση συμπαρασύρει και τις κατηγορίες που εξακολουθούν να υφίστανται, είναι ατεκμηρίωτη και στερείται οποιουδήποτε βάθρου στήριξης. Η απαλλαγή και αθώωση από την κατηγορία της συνωμοσίας δεν επιδρά με οποιοδήποτε τρόπο στις υπόλοιπες κατηγορίες. Η 1η κατηγορία απορρίφθηκε για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι σε έκταση αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Ήταν κατηγορία που καλυπτόταν από συγκεκριμένα γεγονότα και συστατικά στοιχεία. Η διαφορετική φύση και τα ξεχωριστά δεδομένα που κάλυπταν την κατηγορία αυτή δεν συνδέονται ούτε επιδρούν με οποιοδήποτε τρόπο στη βασιμότητα ή μη των κατηγοριών που απομένουν και οι οποίες και εξετάζονται στο τελικό αυτό στάδιο της διαδικασίας. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου "εντύπωση" περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του (Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας

(1995)2 ΑΑΔ, 174, 180). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών προχωρούμε στην αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων αδιαμφισβήτητα συγκλίνει στο ότι η συμμετοχή της ΜΚ1 στην όλη εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει τα γεγονότα της υπόθεσης την καθιστά συναυτουργό στη διάπραξη των αδικημάτων. Με πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας αφενός του περιεχομένου των αναφορών της μάρτυρας και αφετέρου της ιδιότητάς της ως συμμέτοχου στη διάπραξη των εγκλημάτων, την παρακολουθήσαμε με εξαιρετική προσοχή σε κάθε βήμα της παράθεσης της μαρτυρίας της και προσεγγίσαμε την όλη πορεία των ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμών της με σκεπτικισμό. Βρισκόμενοι σε συνεχή εγρήγορση θέλαμε σε κάθε στάδιο να βεβαιωθούμε ότι τα όσα η μάρτυρας κατέθετε δεν ήταν μιασμένα από αλλότρια κίνητρα και δεν μολύνθηκαν λόγω της σύμπραξης της στο έγκλημα. Διαπιστώσαμε ότι στην πορεία της πολύωρης εξέτασης και σε όλα τα στάδια της εξαντλητικής αντεξέτασης της, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ή δισταγμό, με σταθερότητα, αποφασιστικότητα, φυσικότητα και αμεσότητα έδιδε λεπτομερείς απαντήσεις και παρέθετε ολοκληρωμένα το φάσμα των θέσεων της. Θεωρούμε σκόπιμο προτού καταλήξουμε στην τελική μας κρίση ως προς την αξιοπιστία της ΜΚ1 να εμπλέξουμε τις όλες θέσεις της και να τις εξετάσουμε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Θεωρούμε επίσης επιβεβλημένο να θέσουμε τις βασικές αναφορές της κάτω από το πρίσμα των όσων η υπεράσπιση επικαλέστηκε, στην προσπάθεια της να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της. Μέσα στα πλαίσια αυτά θα παραθέσουμε, με πιο αναλυτικό τρόπο, τις προσεγγίσεις της υπεράσπισης, όπως αυτές τέθηκαν κατά την τελική αγόρευση, που σκοπό είχαν να πλήξουν την αξιοπιστία της Eloisa και θα αντιπαραβάλουμε τα μέρη της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης, που στόχευαν στην κατάρριψη των ουσιαστικών ισχυρισμών της. Προσπάθησε η υπεράσπιση να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρας με σειρά επιχειρημάτων. Οικοδόμησε την προσπάθεια της αυτή σε τρεις πυλώνες: στην ύπαρξη δύο καταθέσεων της με διαφορετικό περιεχόμενο, στην, πάντα κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης, διαφορετικότητα των θέσεων της ΜΚ1 με τις θέσεις άλλων μαρτύρων κατηγορίας και στις, κατ΄ ισχυρισμό, αντιφάσεις και αφύσικες θέσεις που η μάρτυρας προέβαλε στο Δικαστήριο. Εξετάζουμε τα πιο πάνω: Ως θέμα αρχής τυχόν ύπαρξη προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων μάρτυρα δεν αποστερεί το Δικαστήριο της ευχέρειας και εξουσίας να κρίνει και να δεχτεί τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Χωρίς άλλο όμως οι αντιφατικές καταθέσεις δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα. (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ, 172, 196-198, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ, 628, 651). H MK1 εξήγησε κάτω από ποιες συνθήκες έδωσε την πρώτη της κατάθεση στην Αστυνομία. Αυτό έγινε μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών και τη σύλληψή της. Ήταν πολύ φοβισμένη και δεν ανέφερε όλη την αλήθεια στην κατάθεση της αυτή. Εξήγησε επίσης ότι αισθανόμενη πολύ πιο άνετα και έχοντας πλέον εμπιστοσύνη στην Αστυνομία προχώρησε, ένα μήνα αργότερα, στην παροχή της δεύτερης κατάθεσής της. Ο ΜΚ2, Αστ. 2733 Κώστας Κωνσταντίνου, εξεταστής της υπόθεσης, ήταν το πρόσωπο που έλαβε και τις δύο καταθέσεις. Καταθέτοντας γύρω από τις συνθήκες λήψης της δεύτερης κατάθεσης ανέφερε ότι η Eloisa ζήτησε να τον δει στις 13.7.
  1. Την επόμενη μέρα την επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο όπου βρισκόταν υπό την προστασία της Αστυνομίας. Του ανέφερε κάποια πράγματα τα οποία δεν τα είχε πει στην πρώτη της κατάθεση. Την 18.7.06 προχώρησε στη λήψη της δεύτερης κατάθεσης. Για το σκοπό αυτό παράμεινε με την Eloisa για διάστημα πέντε περίπου ωρών. Ήταν σταθερή του θέση ότι δεν έδωσε καμία υπόσχεση στην Eloisa, ούτε και του ζήτησε η ίδια οτιδήποτε. Επεξήγησε ότι η Eloisa ενδιαφερόταν να μάθει τι θα γινόταν με την ίδια και ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να της υποσχεθεί οτιδήποτε ή να της αναφέρει κάτι σχετικό. Συμφώνησε όμως, αντεξεταζόμενος, ότι η ΜΚ1 γνώριζε όταν έδινε τη δεύτερη κατάθεση της πως η ίδια δεν θα αντιμετώπιζε οποιεσδήποτε κατηγορίες. Κατά την εξέταση της μαρτυρίας του ΜΚ2 - όπως και κατά την ανασκόπηση της μαρτυρίας όλων των υπόλοιπων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, που στο σύνολο τους ήταν αστυνομικοί - είχαμε πάντα κατά νουν την επαγγελματική τους ιδιότητα και τον κίνδυνο παραποίησης της αλήθειας που ελλόχευε, λόγω ενδεχόμενου υπερβάλλοντος ζήλου, στην προσπάθεια τους να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους. Παρακολουθώντας με κάθε προσοχή τον ΜΚ2 ενώ κατέθετε ενώπιον μας καταλήξαμε χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι ήταν μάρτυρας αληθείας και ότι τα όσα ενώπιον μας κατέθεσε αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα και μόνο. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο και στο σύνολο της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού είχε ως κύριο άξονα της την υποβολή της ότι η δεύτερη κατάθεση της Eloisa δόθηκε κατ΄ ακολουθία υποδείξεων της Αστυνομίας. Ήταν ένας ισχυρισμός που παρέμεινε τελικά μετέωρος και αποσυναρτημένος από οποιαδήποτε πραγματική βάση. Στηρίχτηκε ουσιαστικά στο γεγονός ότι ο ΜΚ2 επισκέφθηκε για δύο περίπου ώρες την Eloisa τρεις μέρες πριν την παροχή της δεύτερης κατάθεσης, ότι της υπέβαλε κατά το χρόνο παροχής της κατάθεσης σειρά ερωτήσεων και ότι παρέμεινε μαζί της για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, πέντε ώρες, όταν έπαιρνε τη δεύτερη κατάθεση. Διάστημα που, πάντα κατά την υπεράσπιση, δεν δικαιολογείται από τη μικρή σχετικά έκταση του περιεχομένου της κατάθεσης αυτής. Ανάλυση όμως των πιο πάνω δεδομένων όχι μόνο δεν συνάδει με τις τεθείσες θέσεις της υπεράσπισης, αλλά αντίθετα τις εκθεμελιώνει. Ήταν απόλυτα φυσικό ο εξεταστής να υποβάλει διευκρινιστικές ερωτήσεις, όπως δικαιολογημένο ήταν το χρονοβόρο των συναντήσεων του με την Eloisa. Οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα στην παρουσία μεταφραστή και η μεταξύ τους συνεννόηση κάλυπτε σειρά γεγονότων τα οποία θα έπρεπε να διευκρινιστούν. Άλλωστε, και αν όντως υπήρχαν ύποπτες συνθήκες επέμβασης της Αστυνομίας, δεν θα υπήρχε και λόγος παραμονής του εξεταστή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν τα δεδομένα είχαν όπως η υπεράσπιση θέτει και η καταγραφή της δεύτερης κατάθεσης δεν κάλυπτε τα όσα η ΜΚ1 αυτόβουλα και ελεύθερα έλεγε, αλλά τα όσα η Αστυνομία ήθελε να δοθούν, τότε θα ήταν αρκετό χρονικό διάστημα ελάχιστου χρόνου για τη συμπλήρωση της και όχι τόσων ωρών, όπως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι χρειάστηκε. Έχοντας καλύψει τις συνθήκες λήψης της δεύτερης κατάθεσης και στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να απαντήσει στις θέσεις της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας της ΜΚ1, προχωρούμε στην εξέταση των λόγων που οδήγησαν την Eloisa στην παροχή της και στις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν σε σχέση με την πρώτη. Ανασκόπηση και ανάλυση βήμα προς βήμα των όσων η Eloisa επικαλέστηκε ότι την οδήγησαν στην παροχή της δεύτερης κατάθεσης καταδεικνύει ότι δεν τα κάλυπτε τίποτε το αφύσικο ή ύποπτο. Αντίθετα, εξελικτικά και αντικριζόμενα υπό το φως των δεδομένων που καλύπτουν την υπόθεση αλλά και των συνθηκών που περιέβαλλαν το πρόσωπο της ΜΚ1, συνιστούν μία απόλυτα κατανοητή και φυσιολογική μεταβολή. Σε κάθε στάδιο αντικατοπτρίζεται η προσπάθεια της μάρτυρας να αποφύγει τα χειρότερα. Όταν αρχικά εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά η Eloisa επιχείρησε να απεμπλακεί, δίνοντας μία εκδοχή λιγότερο επιβαρυντική. Προσπάθησε δηλαδή αφενός να μην αποκαλύψει τους Βραζιλιάνους συνεργάτες της και αφετέρου να δηλώσει άγνοια για το πραγματικό περιεχόμενο της βαλίτσας. Εξεταζόμενη η ενστικτώδης αυτή ενέργεια της υπό το φως δύο παραμέτρων κρίνεται ως απόλυτα φυσιολογική: η Eloisa ήταν μπλεγμένη σε διεθνή κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών. Γνώριζε, όπως είναι η ενώπιον μας μαρτυρία, τον κίνδυνο που διέτρεχε αν αποκάλυπτε τους πραγματικούς συνεργάτες της. Περαιτέρω γνώριζε πολύ καλά, λόγω της όλης προηγούμενης παρόμοιας εμπλοκής της, τις σοβαρές συνέπειες που η ίδια θα είχε εάν παραδεχόταν ότι εμπλεκόταν σε διακίνηση ναρκωτικών. Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη της εντάχθηκε σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και μεταφέρθηκε σε ξενοδοχείο. Κατέθεσε ότι άρχισε σιγά - σιγά να εμπιστεύεται την Αστυνομία και να αισθάνεται πολύ πιο άνετα. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι η αποκάλυψη εκ μέρους της της αλήθειας, ήταν δυνατό να την οδηγήσει στην αποφυγή αντιμετώπισης κατηγοριών για τη συμμετοχή της στην όλη υπόθεση. Με γνώμονα τα πιο πάνω, αλλά και με δεδομένη την προηγούμενη εμπειρία της από σύλληψή της για μεταφορά ναρκωτικών και τη μακροχρόνια φυλάκιση της στο Λίβανο, αποφάσισε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στην Αστυνομία δίνοντας δεύτερη κατάθεση. Αντικριζόμενα όλα τα πιο πάνω υπό το φως της ροής των γεγονότων και των συνθηκών που τα περιέβαλλαν καταδεικνύουν μία απόλυτα φυσιολογική εξέλιξη. Η Eloisa αισθανόμενη με την πάροδο του χρόνου ασφαλής, αλλά και έχοντας πλήρη επίγνωση των κινδύνων που διέτρεχε ως αποτέλεσμα της έκνομης συμπεριφοράς της, ενήργησε όπως το ένστικτο επιβίωσης κάθε ανθρώπου θα επέβαλλε. Βρισκόταν αντιμέτωπη πλέον με άμεσα και πιεστικά δεδομένα. Τέτοια που ήταν πλέον αρκετά για να υπερνικήσουν τους οποιουσδήποτε άλλους φόβους της για τυχόν, μελλοντική, τιμωρία της από τους συνεργάτες της. Όπως και η ίδια ανέφερε γνώριζε ότι πιθανή καταδίκη της "θα ήταν το τέλος". Ήξερε επίσης ότι ενώ για την ίδια ο κίνδυνος ήταν άμεσος, για τον αγαπημένο της, τον Mohamed, ο οποίος βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και ο οποίος διακινείτο σε πολλές χώρες, υπήρχε διέξοδος. Υπό τις συνθήκες προείχε η δική της σωτηρία και αυτό ήταν καθοριστικό κίνητρο στην όλη συμπεριφορά της. Η εξέταση, αμέσως πιο κάτω, του ίδιου του περιεχομένου των δύο καταθέσεων και των μεταξύ τους διαφοροποιήσεων, θα καταδείξει, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, ότι το κεφαλαιώδες κίνητρο που είχε η Eloisa να δώσει τη δεύτερη κατάθεση της δεν μίασε το περιεχόμενο της, ούτε το κάλυψε με αναφορές γεγονότων που δεν αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Είναι κοινό έδαφος ότι σειρά αντιφάσεων καλύπτει τις δύο καταθέσεις. Οι αντιφάσεις αυτές εντοπίζονται στα διαφορετικά ονόματα συνεργατών της που έδωσε η Eloisa, στο γεγονός ότι στην πρώτη κατάθεση ανέφερε ότι στην τσάντα του Modesto υπήρχαν χρήματα και όχι ναρκωτικά, όπως είπε στη δεύτερη κατάθεση της και στην αναφορά της στην πρώτη κατάθεση ότι έμεινε "έκπληκτη" από το περιεχόμενο που εντοπίστηκε στην εν λόγω τσάντα. Προσεκτική ανασκόπηση των πιο πάνω διαφορών αλλά και των στοιχείων που παρέμειναν αναντίλεκτα μέσα στις δύο καταθέσεις, καταδεικνύει αφενός ότι οι αντιθέσεις είναι περιθωριακής και μόνο μορφής σε σχέση με τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης και αφετέρου ότι σε κανένα στάδιο των αναφορών της μάρτυρας δεν εντοπίζονται αντιφατικές θέσεις τέτοιας έκτασης και υφής που να κηλιδώνουν τον πυρήνα των αναφορών της περί εμπλοκής του κατηγορούμενου. Ό,τι μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα από τις προαναφερθείσες αντιφάσεις είναι η απέλπιδα, αρχική, προσπάθεια της Eloisa να αποστασιοποιηθεί, από παρανομία τόσο σοβαρής μορφής, δηλώνοντας άγνοια και προσποιούμενη έκπληξη περί της ύπαρξης των ναρκωτικών, φροντίζοντας ταυτόχρονα να καλύψει, για τους λόγους που έχουμε ήδη εκθέσει, τους συνεργάτες της στη Βραζιλία. Παρά ταύτα τόσο μέσα στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη κατάθεση της, αναφέρεται σε παράνομο περιεχόμενο της βαλίτσας του Modesto και στο δικό της ρόλο να τον παρακολουθεί. Πολύ πιο σημαντικό, κατονομάζει ως αποδέκτη της βαλίτσας αυτής και στις δύο καταθέσεις της τον κατηγορούμενο. Οι κύριες αυτές αναφορές παρέμειναν αμετάβλητες. Τέθεισαν δε και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου με την προσθήκη σειράς λεπτομερειών, γεγονός αναμενόμενο μέσα στα πλαίσια της πολυήμερης και αναλυτικής μαρτυρίας της ΜΚ
  2. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι στην πρώτη κατάθεση της η Eloisa αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με προηγούμενη εμπλοκή της σε διακίνηση ναρκωτικών, γεγονός που αναφέρει στη δεύτερη κατάθεσή της. Προσθέτουμε ακόμα ότι ενώπιον του Δικαστηρίου παρέθεσε με κάθε λεπτομέρεια το σύνολο της προηγούμενης σχέσης της με τον κόσμο των ναρκωτικών. Εξετάσαμε και αυτές τις διαφοροποιήσεις με μέγιστη προσοχή, στην προσπάθεια μας να ανιχνεύσουμε κατά πόσο συνιστούν στοιχεία ικανά να επιφέρουν καίρια κτυπήματα στην αξιοπιστία της. Σφαιρική αντίκριση τους κάτω από το φακό εξέλιξης των γεγονότων που καλύπτουν την υπόθεση οδηγεί σε αρνητική απάντηση. Όταν η Eloisa έδινε την πρώτη κατάθεση της δεν έκανε καμία αναφορά σε ναρκωτικά και, βεβαίως, φυσιολογικό ήταν να μην εμπλέξει τον εαυτό της αναφέροντας προηγούμενες υποθέσεις διακίνησης παράνομων ουσιών. Στη δεύτερη κατάθεση της η αναφορά σε ναρκωτικά ήταν το κυρίαρχο στοιχείο. Με δεδομένη πλέον την εμπλοκή της δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί και την προηγούμενη σύλληψη της στο Λίβανο. Θα προσθέταμε ότι αυτό καθίστατο, κατά κάποιο τρόπο, επιβεβλημένο, ούτως ώστε να τεκμηρίωνε και τις όλες σχέσεις της με τα κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών, προσδίδοντας έτσι πειστικότητα στα γεγονότα που κατέθετε και κάλυπταν την υπό κρίση υπόθεση. Ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε ακόμα πιο πολλές προεκτάσεις της προηγούμενης παράνομης συμπεριφοράς της. Γεγονός απόλυτα φυσιολογικό, δεδομένου ότι η μάρτυρας γνωρίζοντας ότι δεν διέτρεχε πλέον σοβαρό κίνδυνο καταδίωξης και αποφασισμένη να πει την αλήθεια, παρέθετε με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα. Ουσιαστικά κάθε λόγος απόκρυψης και του παραμικρού είχε πια εκλείψει. Με βάση τα πιο πάνω τα όσα σχετικά με την όλη εμπλοκή της διαφοροποίησε στην πορεία η ΜΚ1 δεν κρίνονται ως στοιχεία που πλήττουν την αξιοπιστία της. Είναι κατάληξη μας πως ό,τι η υπεράσπιση επικαλέστηκε γύρω από τις συνθήκες λήψης, την ίδια την παροχή δεύτερης κατάθεσης, αλλά και του περιεχομένου των δύο καταθέσεων, δεν εγείρει οποιαδήποτε ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της ΜΚ
  3. Εισηγήθηκε η υπεράσπιση ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 συγκρούεται με αυτή άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Το μέρος αυτό της εισήγησης επικεντρώνεται ουσιαστικά στη βασική αναφορά της Eloisa ότι είχε δεύτερη συνάντηση με τον κατηγορούμενο εντός των κτιρίων του αεροδρομίου, κατά την οποία και της έδωσε ξανά οδηγίες να πει στο Modesto να πάρει ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι τέτοια συνάντηση δεν έλαβε χώρα και ότι η μαρτυρία του ΜΚ4 καταρρίπτει την ανάλογη θέση της ΜΚ
  4. Εισηγήθηκε επίσης η υπεράσπιση ότι σε αντίθεση με την ΜΚ1 - η οποία ανέφερε ότι κατά την πρώτη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο τού υπέδειξε τον μεταφορέα των ναρκωτικών - οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας δεν κατέθεσαν κάτι τέτοιο. Εξετάζουμε αυτές τις θέσεις εντάσσοντας τις ταυτόχρονα στην ανάγκη που υπάρχει για σφαιρική αντίκριση της μαρτυρίας της ΜΚ
  5. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας της Eloisa η αναφορά της για δεύτερη συνάντηση της με τον κατηγορούμενο, αυτήν τη φορά εντός του κτιρίου του αεροδρομίου. Καθότι κατά την ισχυριζόμενη αυτή επαφή τους της επανέλαβε τις οδηγίες του προς τον Modesto να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο. Ο ΜΚ4, Λοχ. 4642 Μάριος Ανδρέου της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου, κατέθεσε ότι με βάση σχέδιο παρακολούθησης που εκπονήθηκε από τον ΜΚ7, Υπαστυνόμο Σολομωνίδη, παρακολουθούσε τις κινήσεις των υπόπτων. Ενώ βρισκόταν εντός των κτιρίων του αεροδρομίου και στην προσπάθεια του να έχει καλύτερη αντίληψη των γεγονότων, πλησίασε τον κατηγορούμενο "στο ένα μέτρο", προσποιούμενος ότι μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο. Είχε την ευχέρεια να ακούει καθαρά τι έλεγε ο κατηγορούμενος και τον αντιλήφθηκε να δείχνει στον Κακκανθύμη, πρόσωπα εκτός του κτιρίου λέγοντας του ότι πιθανόν να είναι αστυνομικοί. Σε κάποια στιγμή και μετά από πολλές προσπάθειες του κατηγορούμενου να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με άλλο πρόσωπο, τον άκουσε να λέει, στα Αγγλικά "tell him to separate and to go alone with a taxi to Holiday Inn in Limasol". Πρόσεξε εν τω μεταξύ την Eloisa να κινείται και να βρίσκεται στην είσοδο του κτιρίου και τον Αθηνή να της κάνει νόημα να παραμείνει εκεί. Είδε ακολούθως την ΜΚ1 να πηγαίνει προς το μέρος του Modesto. Μόλις η Αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη της Eloisa άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει του Κακκανθύμη "τέλειωνε φεύκουμε τζιαι επιάν τους". Διευκρινίζοντας κατά την εξέταση του τις συνθήκες επαφής του κατηγορούμενου με την Eloisa κατά τη στιγμή της εισόδου της στο κτίριο του αεροδρομίου, ανέφερε ότι αυτή μπήκε στον προθάλαμο και ο κατηγορούμενος "πήγε προς το μέρος της και της έκανε, είδα καθαρά που της έκανε νόημα να βγει έξω, της έκανε νέψιμο να μείνει έξω.". Σε ερώτηση: "Ε. Τους είδες να συνομιλούν; Απάντησε: Α. Ήμουν από την πίσω μεριά, έβλεπα τη ράχη του Αθηνή μέσα στο κτίριο, έτσι είδα που της έκανε νέψιμο, προφανώς να μίλησε αλλά δεν τον είδα, αλλά είδα την αντίδραση της κοπέλας που βγήκε έξω από το κτίριο." Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε τις βασικές του θέσεις και αρνήθηκε υποβολές της υπεράσπισης ότι δεν λέγει την αλήθεια σχετικά με τα όσα ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στο τηλέφωνο και στον Κακκανθύμη. Επανέλαβε επίσης ότι όταν η Eloisa εισήλθε στον προθάλαμο του κτιρίου ο κατηγορούμενος προχώρησε προς το μέρος της. Ο ΜΚ4 μας έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία του όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση αλλά, ουσιαστικά, επιβεβαιώθηκε σε σημαντικά της μέρη στην πορεία της υπόθεσης και μάλιστα μέσα από μαρτυρία που προσέφερε η ίδια η υπεράσπιση. Ενώ αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση του η ουσιαστική του θέση ότι παρακολουθούσε από πολύ κοντά τον κατηγορούμενο και η αναφορά του σε συγκεκριμένη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε αυτός, μέσα από τη μαρτυρία της ΜΥ2 τέθηκε ότι όντως ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει τηλεφωνικά κατά το συγκεκριμένο χρόνο τα όσα ο ΜΚ4 κατέθεσε. Η υπεράσπιση βέβαια τα ενέταξε στα πλαίσια συνομιλίας του με την ΜΥ2 και τους απέδωσε άλλο νόημα από αυτό που ήθελε να θέσει η Κατηγορούσα Αρχή. Το ζήτημα όμως αυτό θα το εξετάσουμε σε κατοπινό στάδιο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ
  6. Ο ΜΚ4 διεφάνη ότι ήταν σε άριστη θέση να παρακολουθεί και να αντιλαμβάνεται τα όσα κατέθεσε. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η αλήθεια καλύπτει όλα τα ουσιαστικά μέρη της μαρτυρίας του. Ανάλυση της σχετικής αναφοράς του ως προς τα όσα έλαβαν χώρα κατά την είσοδο της Eloisa στον προθάλαμο του κτιρίου του αεροδρομίου και της εκεί συνάντησης της με τον κατηγορούμενο, καταδεικνύει ότι δεν διίστανται των όσων η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο. Όπως εξήγησε ο ΜΚ4 όταν έλαβε χώρα το γεγονός ο κατηγορούμενος είχε απομακρυνθεί από αυτόν, προχωρώντας προς το μέρος της Eloisa. Στο στάδιο αυτό ο μάρτυρας έβλεπε την πλάτη του κατηγορούμενου και ως εκ τούτων δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί αν ο κατηγορούμενος μίλησε στη ΜΚ1 και τι της είπε. Όμως όχι μόνο δεν αποκλείει να έλαβε χώρα μεταξύ τους συνομιλία αλλά και το έθεσε ως πιθανό, αναφέροντας "προφανώς να μίλησε". Συνεπώς η μαρτυρία του δεν αντικρούει αυτή της ΜΚ
  7. Αντίθετα την επιβεβαιώνει ως προς το στοιχείο της εισόδου της εντός των κτιρίων του αεροδρομίου και ακολούθως της πορείας της προς τον Μodesto. Η υπεράσπιση έθεσε ότι κανένας άλλος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής δεν αντιλήφθηκε την Eloisa να δείχνει τον Modesto στον κατηγορούμενο, όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά κατά την έξοδο της από το αεροδρόμιο. Ανάλυση του σχετικού μέρους της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής θα καταδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών της υπεράσπισης. Όντως η Eloisa ανέφερε ότι στην ερώτηση του κατηγορούμενου "who is the man?", απάντησε "this is the man", δείχνοντας ταυτόχρονα τον Modesto. Κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκε η θέση της αυτή. Η υπεράσπιση μετά την αναφορά της Eloisa στο διάλογο που έλαβε χώρα μεταξύ της και του κατηγορούμενου, υπέβαλε απλά την ερώτηση. "Ε Έδειξε δηλαδή ο Σωτήρης Αθηνής ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί του, σωστά; Α. Ναι. Ε. Ευχαριστώ πολύ. .......". Πέραν όμως της πιο πάνω γραμμής υπεράσπισης, το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας της Eloisa σε αντιπαραβολή με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία μεταξύ τους αντίφαση. Δεν διευκρινίστηκε σε κανένα στάδιο η ακριβής κίνηση που έκανε η ΜΚ1 για να υποδείξει τον Modesto. Παρέμεινε περαιτέρω ασαφές το κατά πόσο η κίνηση αυτή θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι παρακολουθούσαν από κάποια απόσταση. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, κατά το στάδιο αυτό ο Modesto βρισκόταν σε απόσταση μερικών μόνο μέτρων από την Eloisa και τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου η υπόδειξη του και απλή και εύκολη ήταν. Δεν έχρηζε οποιασδήποτε ιδιαίτερης, εμφανούς κίνησης, ούτως ώστε να γίνει και αντιληπτή. Είναι το κατάλληλο στάδιο να παρεμβάλουμε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας στην οποία δεν έχουμε ήδη αναφερθεί και η οποία σχετίζεται με τις κατηγορίες που καλύπτουν τον κατηγορούμενο, αφορά ουσιαστικά δύο ενότητες γεγονότων: τα όσα έλαβαν χώρα κατά την παρακολούθηση των υπόπτων εντός και εκτός των κτιρίων του αεροδρομίου Λάρνακας (είναι η μαρτυρία των ΜΚ3, 7 και 8) και τα όσα συνέβησαν κατά τον διαβατηριακό έλεγχο (είναι η μαρτυρία της ΜΚ6). Ήταν στο σύνολο τους μάρτυρες αληθείας και παρακολουθώντας τους έχουμε ακλόνητη την πεποίθηση ότι κατέθεσαν τα γεγονότα όπως είχαν την ευκαιρία να τα αντιληφθούν και στην έκταση που αυτό τους ήταν δυνατό, με δεδομένη την λεπτομέρεια που τα κάλυπτε και τη γρήγορη εξέλιξη τους. Προσθέτουμε μάλιστα ότι η μαρτυρία των ΜΚ3, 7 και 8, η οποία κάλυπτε τις κινήσεις της Eloisa, του Modesto και του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο στο χώρο του αεροδρομίου, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση τους. Η σχετική αυτή μαρτυρία επιβεβαιώνει τα όσα η Eloisa κατέθεσε γύρω από την αρχική συνάντηση της με τον κατηγορούμενο, την πρώτη συνομιλία της με τον Modesto, την είσοδο της ακολούθως στο κτίριο του αεροδρομίου όπου βρισκόταν κατά το χρόνο εκείνο και ο κατηγορούμενος και την επαφή της στη συνέχεια και πάλι με τον Modesto. Τα όσα κατέθεσε η ΜΚ6, η οποία προσφέρθηκε ουσιαστικά για αντεξέταση, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης, στερούνται ιδιαίτερης σημασίας. Οι αναφορές της περί των ενεργειών της Eloisa κατά το χρόνο επίδειξης του διαβατηρίου της και η αντίθετη θέση της μάρτυρος ότι δεν της έδωσε (η Eloisa) το τηλέφωνο της για να ακούσει, είναι περιθωριακά θέματα. Ό,τι ήταν σχετικό - και παρέμεινε αναντίλεκτο - είναι πως τελικά η Eloisa δεν μίλησε τηλεφωνικά με κανένα Κύπριο σ΄ αυτό το στάδιο και ότι - όπως επίσης παρέμεινε, τελικά, αδιαμφισβήτητο - θα την παραλάμβανε ο Σωτήρης (κατηγορούμενος). Η επιβεβαίωση της ΜΚ6 ότι ο Modesto είπε ότι θα μετέβαινε με ταξί σε ξενοδοχείο, δεν επιδρά με οποιοδήποτε τρόπο στην ουσία της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μας και αναλύοντας τα όσα ο Modesto κατέθεσε για την υπεράσπιση, θα επεκταθούμε επ΄ αυτού. Καταληκτικά, η εκτεταμένη αντεξέταση που υπέστησαν οι μάρτυρες κατηγορίας, των οποίων τη μαρτυρία τους έκαμε αποδεκτή το Δικαστήριο, δεν κλόνισε την αξιοπιστία τους. Μικροαντιφάσεις ως προς το περιεχόμενο των όσων ανέφεραν μπορεί να υπήρξαν. Ήταν όμως αναπόφευκτες δεδομένων των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων εντός των οποίων λάμβαναν χώρα τα γεγονότα και των λεπτομερειών που αυτά κάλυπταν. Αφορούσαν οι αντιφάσεις αυτές ασήμαντα στοιχεία, από τη φύση τους επουσιώδη. Δεν αποδυνάμωσαν σε καμία περίπτωση την κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία τους. Αντίθετα η ίδια η υφή τους ενδυναμώνει τις αναφορές των μαρτύρων κάτω από την έννοια που και η απόφαση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ, 612, 629 προσδιορίζει. Ήτοι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς τι θα κατέθεταν. Υποστήριξε η υπεράσπιση ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 είναι πλήρης αντιφάσεων και αφύσικων τοποθετήσεων. Εξειδίκευσε την προσέγγιση της αυτή με αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των όσων η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Τα εξετάζουμε κατά ενότητες: Εντόπισε ως αντιφάσεις η υπεράσπιση αναφορές της ΜΚ1 περί της χρονικής διάρκειας των σχέσεων της με τον Mohamed, τη φύση της σχέσης τους όταν αυτή αποφυλακίστηκε από το Λίβανο και επέστρεψε στη Βραζιλία και το χρόνο που ισχυρίζεται ότι ο Mohamed της ανέφερε τις διασυνδέσεις Χουάν - κατηγορούμενου και τη συνεργασία τους για διακίνηση ναρκωτικών. Είναι χωρίς βάθρο στήριξης οι πιο πάνω εισηγήσεις της υπεράσπισης. Η ΜΚ1 ανέφερε κατ΄ επανάληψη ότι ο δεσμός της με τον Mohamed ήταν πολύχρονος και είχε διακυμάνσεις. Επεξήγησε επίσης ότι μετά την αποφυλάκιση της από τον Λίβανο είχαν ψυχρανθεί μεταξύ τους. Στη συνέχεια όμως ο δεσμός τους αναθερμάνθηκε. Του ζήτησε να μην την χρησιμοποιήσει ξανά για μεταφορά ναρκωτικών. Αυτό και έγινε. Ο ρόλος της κατά τις επόμενες δύο συμμετοχές της σε διακίνηση ναρκωτικών ήταν διαφορετικός. Θα προσθέταμε ότι δυνητικά ενείχε και λιγότερο κίνδυνο σύλληψής της. Απλώς, δηλαδή, παρακολουθούσε, εν αγνοία του, τον μεταφορέα. Η αναφορά δε της Eloisa ως προς το χρόνο πληροφόρησης της για τις σχέσεις Χουάν - κατηγορούμενου - ναρκωτικών, παρέπεμπε χρονικά σε μεταγενέστερο χρόνο, έχοντας ως σημείο αναφοράς το πάρτυ στη Βραζιλία στο οποίο έλαβε μέρος ο κατηγορούμενος. Δεν καθορίστηκε επ΄ ακριβώς ο χρόνος αυτός, ούτως ώστε να επικαλείται και ανάλογη αντίφαση η υπεράσπιση. Ως αφύσικες και καταφανώς ψευδείς καθορίστηκαν από την υπεράσπιση οι αναφορές της Eloisa ότι δεν γνώριζε την ακριβή ημερομηνία γέννησης του Mohamed, τη διεύθυνση του, το θρήσκευμα του, το πού βρίσκεται αυτός σήμερα, καθώς επίσης και ότι δεν τον φοβόταν αν τον κατέδιδε. Εξήγησε η ΜΚ1 ότι γνώριζε το ζώδιο του αγαπημένου της και αυτό της ήταν αρκετό. Δεν την ενδιέφερε η ημερομηνία γενεθλίων του, ούτε το θρήσκευμα του και δεν τον ρώτησε ποτέ σχετικά. Πρόσθεσε ότι γνωρίζει το σπίτι του, όπου και τον επισκέπτεται, αλλά δεν γνωρίζει την ακριβή διεύθυνση. Εξήγησε επίσης ότι ο Mohamed συνεχώς κινείται σε πολλές γειτονικές της Βραζιλίας χώρες και ότι ξέρει πως την αγαπά και δεν τον φοβάται. Δεν εντοπίζουμε τίποτα το παράδοξο στις τοποθετήσεις και επεξηγήσεις της ΜΚ
  1. Εν πάση όμως περιπτώσει, αναλύοντας τα πιο πάνω τονίζουμε ότι είναι στο σύνολο τους ζητήματα περιθωριακής υφής και τέτοιας εμβέλειας που δεν πλήττουν το βασικό κορμό των θέσεων της ΜΚ
  2. Ανίκανα δε να τρώσουν την αξιοπιστία της. Με την επιφύλαξη των αναφορών μας αυτών, προσθέτουμε ότι ακόμη και αν αντικριζόταν με καχυποψία κάποια από τις επουσιώδεις αυτές θέση της Eloisa, αυτό δεν θα επιδρούσε στην ουσία των γεγονότων που καλύπτουν τον κατηγορούμενο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η χωρίς αμφιταλαντεύσεις κατάληξη μας περί της αξιοπιστίας της ΜΚ1 στα βασικά για την υπόθεση δεδομένα. Η τελευταία ενότητα του μέρους αυτού των ισχυρισμών της υπεράσπισης καλύπτει τις οδηγίες που είχε λάβει η Eloisa από την Βραζιλία και τις θέσεις της ως προς την άρνηση της να δώσει το τηλέφωνο της στο Modesto και ότι μόλις του έδωσε οδηγίες να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο αυτός το έπραξε. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι οι τεθείσες ενέργειες της ΜΚ1 στο αεροδρόμιο δεν συνάδουν με τις οδηγίες που ισχυρίζεται ότι είχε και ότι είναι αφύσικο κάποιος μεταφορέας ναρκωτικών να παίρνει εντολές από μία άγνωστή του και να ενεργεί ανάλογα, χωρίς να του είχαν δοθεί περαιτέρω λεπτομέρειες για συγκεκριμένο ξενοδοχείο και μετέπειτα τρόπο επαφής του με τον παραλήπτη των ναρκωτικών. Είναι και αυτό το μέρος των θέσεων της υπεράσπισης έκθετο σε απόρριψη. Η Eloisa είχε καλούς λόγους να έχει με τον Modesto όσο το δυνατό λιγότερη επαφή της επέτρεπαν οι συνθήκες. Γνώριζε τι μετέφερε και η προηγούμενη, οδυνηρή, εμπειρία της από διακίνηση ναρκωτικών της επέβαλλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Με γνώμονα αυτά αρνήθηκε, προφασιζόμενη ότι δεν είχε χρήματα η κάρτα της, να του δώσει τη συσκευή τηλεφώνου της για να την χρησιμοποιήσει. Είναι γεγονός ότι οι οδηγίες που περιέγραψε ότι είχε λάβει η Eloisa από τη Βραζιλία και ο όλος ρόλος της περιοριζόταν στο να παρακολουθεί τον Modesto και να τον υποδείξει στον κατηγορούμενο. Στο χώρο του αεροδρομίου θέτει ότι ενεπλάκη ακόμη περισσότερο στην όλη διακίνηση ναρκωτικών. Τίποτα όμως το αφύσικο ή επιλήψιμο δεν καλύπτει τη διαφοροποίηση αυτή. Το επέβαλλαν τα γεγονότα όπως αυτά εξελισσόντουσαν. Εξήγησε η Eloisa ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες μόλις συναντήθηκαν: της ζήτησε να πει στον Modesto να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο. Της επανέλαβε αυτές τις οδηγίες λίγο αργότερα. Συνεπώς οι καταστάσεις, όπως διαμορφωνόντουσαν, καθόριζαν και τις ενέργειες της. Κατέθεσε, και δεν αντεξετάστηκε, ότι τηλεφώνησε στο Mohamed και τον πληροφόρησε για τα νέα δεδομένα. Μετά δε από προτροπές του ακολούθησε τα όσα της έλεγε ο κατηγορούμενος. Τίποτε επίσης το αφύσικο δεν καλύπτει τα αναφερθέντα περί οδηγιών στο Modesto και ανάλογης δικής του συμπεριφοράς. Το επιμαρτυρούν τα γεγονότα, όπως, αναντίλεκτα, λάμβαναν χώρα. Ο μεταφορέας των ναρκωτικών έφθασε στην Κύπρο, μία ξένη γι΄ αυτόν χώρα, αναμένοντας κάποιο να τον παραλάβει. Αντιλήφθηκε μετά από κάποιο χρόνο ότι κανένας δεν τον περίμενε. Έχοντας στην κατοχή του βαλίτσα με ναρκωτικά προσπαθούσε να βρει λύσεις. Αναζήτησε τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τους συνεργάτες του, για να τους ενημερώσει, προφανώς, για τα νέα δεδομένα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήρθε σε επαφή με την ΜΚ
  3. Την πρώτη φορά δεν ακολούθησε τη συμβουλή της να πάει σε ξενοδοχείο. Τη δεύτερη φορά η αναφορά της, πάντα σύμφωνα με την Eloisa, στο πρόσωπο που τον περίμενε τον οδήγησε να συνειδητοποιήσει το ρόλο της. Οι όλες εξελίξεις ήταν φυσιολογικό πλέον να τον κατευθύνουν στην ενέργεια του να πάρει ταξί, προκειμένου να πάει σε ξενοδοχείο και απ΄ εκεί να έρθει σε επαφή σχετικά με τη διάθεση των ναρκωτικών. Δεν δημιουργούσε βεβαίως κανένα πρόβλημα ως προς τη λήψη νέων οδηγιών και τη δυνατότητα επαφής του με τον παραλήπτη η μετάβαση του σε άγνωστο ξενοδοχείο. Διαφεύγει προφανώς της υπεράσπισης ότι ο ίδιος ο Modesto, καταθέτοντας, ανέφερε ότι πρόθεση του ήταν να πάρει ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο όταν συνειδητοποίησε ότι δεν τον ανέμενε κανείς στο αεροδρόμιο. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο Modesto είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με συνεργάτες του, στη Βραζιλία, και να πάρει ανάλογες οδηγίες. Αυτό καταδεικνύεται και από την εκ μέρους του αναζήτηση τηλεφώνου στο χώρο του αεροδρομίου, προκειμένου να μιλήσει με τον προμηθευτή του, τον, κατά τη θέση του, Άλεξ. Έχοντας καλύψει το σύνολο σχεδόν των θέσεων της υπεράσπισης που στόχευαν στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της Eloisa, θεωρούμε το στάδιο αυτό κατάλληλο για να παρεμβάλουμε και να αξιολογήσουμε τα ουσιαστικά μέρη της μαρτυρίας του ΜΥ1, του Modesto. Η μαρτυρία του προσφέρθηκε για να ανατρέψει τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της Eloisa. Ως εκ τούτου η εξέταση της σ΄ αυτό το στάδιο συνίσταται ως μέρος της σφαιρικής αντίκρισης - και στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας - των όσων η ΜΚ1 κατέθεσε. Η κατάθεση του Modesto στην Αστυνομία, Τεκμήριο 29, αποτέλεσε το βασικό μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρει σ΄ αυτήν ότι σε πολλές περιπτώσεις και κατ΄ εντολή κάποιου Άλεξ, μετέφερε επί πληρωμή βαλίτσες από την Βραζιλία σε διάφορες άλλες χώρες. Υποψιαζόταν ότι το περιεχόμενο τους ήταν παράνομο. Το ίδιο έπραξε και στην υπό κρίση περίπτωση. Οι οδηγίες του ήταν να μεταβεί σε ξενοδοχείο με ταξί, το οποίο θα τον παραλάμβανε από το αεροδρόμιο Λάρνακας και εκεί να παραδώσει τη βαλίτσα σε άτομο που θα ενημέρωνε σχετικά ο οδηγός του ταξί. Την ΜΚ1 την γνώρισε πρώτη φορά όταν τον βοήθησε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ακολούθως την είδε όταν αυτή συναντήθηκε με ένα άτομο στο χώρο έξω από το αεροδρόμιο. Ήταν το ίδιο άτομο που είδε την επόμενη μέρα όταν μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο για έκδοση διαταγμάτων προφυλάκισης τους. Για κάποιο χρόνο έψαχνε το ταξί το οποίο υποτίθεται πως θα τον ανέμενε. Δεν το εντόπισε και σκεφτόταν τα επόμενα βήματα του. Τότε ζήτησε το κινητό τηλέφωνο της Eloisa για να τηλεφωνήσει του Άλεξ και να πάρει σχετικές οδηγίες. Αυτή αρνήθηκε λέγοντας του ότι η κάρτα της δεν είχε αρκετά λεφτά. Τον συμβούλεψε ταυτόχρονα να πάρει ένα ταξί και να πάει σε κάποιο ξενοδοχείο από όπου και να τηλεφωνήσει. Τη στιγμή που ξεκίνησε για να πάρει ταξί επενέβηκε η Αστυνομία και τον συνέλαβε. Παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 29 κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ΜΥ1, εντούτοις, κατά την πορεία της περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας του στο στάδιο της εξέτασης του, αρνήθηκε ότι υποπτευόταν πως κάτι παράνομο είχε στη βαλίτσα του. Αρνήθηκε επίσης ότι είδε την ΜΚ1 να συναντά οποιοδήποτε πρόσωπο στο αεροδρόμιο. Επεξήγησε περαιτέρω ότι κατά την παράδοση των βαλιτσών σε όλες τις περιπτώσεις ακολουθούσε την ίδια διαδικασία: τον παραλάμβανε κάποιος με ταξί από το αεροδρόμιο, τον μετέφερε σε ξενοδοχείο και εκεί παρέδιδε τη βαλίτσα σε πρόσωπο που συναντούσε κατόπιν ενεργειών του οδηγού ταξί. Διευκρίνισε ακολούθως ότι με την Eloisa μόνο μία φορά συναντήθηκαν μετά την έξοδο τους από τα κτίρια του αεροδρομίου και ότι στο διάλογο που είχαν ποτέ δεν της είπε τη φράση: "Α! Tu saves". Ολοκλήρωσε την εξέταση του τονίζοντας ότι δεν αντιλήφθηκε να γνωρίζει η Eloisa για το περιεχόμενο της βαλίτσας, ούτε και ένιωσε να παίρνει οδηγίες από αυτήν. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι στην κατάθεση του, Τεκμήριο 29, παρέθετε την αλήθεια και μόνο. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες γνωριμίας του με τον Άλεξ, τον οποίο και περιέγραψε, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι "Δεν έμοιαζε Βραζιλιάνος. Είχε μία προφορά παράξενη ωσάν να ήταν Άραβας" Πρόσθεσε ότι δεν γνώριζε άλλα στοιχεία γι΄ αυτό το πρόσωπο. Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από την προηγούμενη εμπλοκή του σε διακίνηση ναρκωτικών και τις χώρες που επισκέφθηκε για το σκοπό αυτό. Αρνήθηκε ότι είχε δύο συνομιλίες με την Eloisa μετά την έξοδο τους από το αεροδρόμιο. Δέχθηκε ακολούθως ότι αυτή του εισηγήθηκε να πάρει ταξί, αρνήθηκε όμως ότι ήταν κατόπιν οδηγιών της που κατευθύνθηκε προς το χώρο στάθμευσης των ταξί. Όπως είπε το έπραξε γιατί το έκρινε φυσιολογικό, αφού κανένας δεν τον περίμενε στο αεροδρόμιο για να τον παραλάβει. Οι αντιφάσεις, οι παλινδρομήσεις και οι αυτοαναιρέσεις ήταν τα συστατικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΥ
  4. Στο βασικό της κορμό η μαρτυρία του προσφέρθηκε στην προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει τα ανάλογα μέρη των θέσεων της Eloisa που συνέδεαν τον κατηγορούμενο με τον Modesto και, κατ΄ ακολουθία, με τα ναρκωτικά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ΜΥ1 μετέβαλε κάθε αρχική του θέση με την οποία ενέπλεκε τον κατηγορούμενο. Έτσι αποσύνδεσε τον κατηγορούμενο από συνάντηση του με την Eloisa. Ενώ με απόλυτη σαφήνεια αναφερόταν στο Τεκμήριο 29 σε τέτοια συνάντηση, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του την απαρνήθηκε. Και αυτό παρά το ότι, τελικά, τούτο παραμένει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ήταν άλλωστε απόλυτα λογικό να γινόταν μάρτυρας της επαφής Eloisa - κατηγορούμενου, δεδομένου ότι βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από αυτούς και είχε ήδη γνωριστεί από προηγουμένως με την Eloisa. Προσθέτουμε στα πιο πάνω ότι η αρχική κατάθεση του Modesto, Τεκμήριο 29, τέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αλλά και τη σαφή δική του αναφορά κατά την αντεξέταση του ότι όντως στο τεκμήριο αυτό, αναφέρει την αλήθεια. Ισχυρίζεται ο ΜΥ1 ότι μία συνάντηση είχε με την Eloisa. Οι μάρτυρες κατηγορίας όμως που παρακολουθούσαν τα συμβάντα στο αεροδρόμιο, κατέθεσαν, και δεν αντεξετάστηκαν επί του σημαντικού αυτού σημείου, ότι οι μεταξύ τους συναντήσεις ήταν δύο. Τη δεύτερη μάλιστα φορά μετά την είσοδο της στα κτίρια του αεροδρομίου, όπου ακολούθησε τον κατηγορούμενο που είχε εισέλθει προηγουμένως. Αντίφαση επίσης ως προς τις θέσεις του Μodesto και της γραμμής υπεράσπισης εντοπίζεται σε ένα ακόμη σημείο: τη φράση "Α! Tu saves". Ενώ ο ΜΥ1 έθετε ότι ποτέ δεν την είπε στην Eloisa, η τελευταία αντεξετάστηκε σε έκταση επί του σημείου αυτού. Η αντεξέταση δεν αφορούσε στο εάν λέχθηκε ή όχι, αλλά περιστρεφόταν στην έννοια της και στην ακριβή σημασία της. Κατά πόσο δηλαδή σημαίνει "Α! Ξέρεις", όπως ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Ακόμη και από παρεμφερή ζητήματα που κάλυψε η μαρτυρία του ΜΥ1 διαφαίνεται η ροπή του προς το ψέμα και η τάση του για συγκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Αφορούν τα όσα κατέθεσε περί γνωριμίας του με τον Άλεξ και τις διαφοροποιήσεις του για τον αριθμό των μεταξύ τους συναντήσεων, στοιχεία για τα οποία μετάβαλλε συνεχώς τις θέσεις του. Αφορούν περαιτέρω τα όσα ανέφερε περί των χωρών στις οποίες μετέφερε ναρκωτικά, όπου και πάλι διαφοροποιούσε τα όσα κατέθετε. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι η υπεράσπιση, αντιλαμβανόμενη τις ξεκάθαρες αυτές διαφοροποιήσεις του μάρτυρα της, επιχείρησε να τις αποδώσει σε δυσκολίες που προέκυπταν, κατά τη θέση της, στη μετάφραση. Εντελώς άτοπη προσέγγιση. Ήταν απλές οι αναφορές και αφορούσαν ονόματα χωρών και αριθμούς. Μάλιστα τέθηκαν αρχικά από τον ίδιο τον ΜΥ1 οι ανάλογες θέσεις του. Πέραν τούτου διαφεύγει των συνηγόρων υπεράσπισης ότι για πολλή ώρα προηγουμένως - και ιδίως κατά την εξέταση του - ο μάρτυρας κατέθεσε σύνθετα γεγονότα και εντούτοις κανένα πρόβλημα μετάφρασης τους δεν προέκυψε ούτε και ηγέρθηκε ταυτόσημο θέμα από την πλευρά της υπεράσπισης. Η όλη συμπεριφορά του ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα μας έδωσε ξεκάθαρα την εικόνα προσώπου που παρουσιάστηκε με προφανή σκοπό να εξυπηρετήσει την όποια υπόθεση της υπεράσπισης και τις θέσεις που συμβάδιζαν με αυτήν, καταθέτοντας προς τούτο ψεύδη και παραποιώντας τα γεγονότα σε όποιο σημείο θεωρούσε ότι αυτά επηρέαζαν τον κατηγορούμενο. Καταλήγοντας με τον μάρτυρα Modesto, καταγράφουμε ότι στο αδιαμφισβήτητο μέρος της η μαρτυρία του συνάδει με αυτήν της Eloisa σε δύο σημεία: στην αναφορά της ότι τον συμβούλεψε να πάρει ταξί και να πάει σε ξενοδοχείο και στη θέση της ότι ο αγαπημένος της - έμπορας ναρκωτικών - και ο προμηθευτής ναρκωτικών στον Modesto ήταν το ίδιο πρόσωπο. Η περιγραφή που έδωσε ο Modesto παραπέμπει σε πρόσωπο μη Βραζιλιάνο, Αραβικής καταγωγής, κάτοικο της πόλης όπου διέμενε και η ΜΚ1 με τον αγαπημένο της. Η αναφορά του ΜΥ1 σε διαφορετικό όνομα, Άλεξ, δεν ξενίζει. Ας μην μας διαφεύγει ότι τα γεγονότα καλύπτουν διεθνή, οργανωμένη, εμπορία ναρκωτικών και ότι ο ΜΥ1 ελάχιστα γνώριζε για τον προμηθευτή του. Ως εκ τούτων η προσμονή αναφοράς στον Modesto του πραγματικού ονόματος του προμηθευτή θα ήταν, τουλάχιστον, αφέλεια. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η προηγούμενη διαδικασία παράδοσης των ναρκωτικών από τον Modesto και τα περί παρεμβολής οδηγού ταξί που θα τον ανέμενε, δεν συνάδουν με τα όσα περιγράφει η Eloisa ότι θα λάμβαναν χώρα στην υπό κρίση περίπτωση. Προσθέτει τέλος η υπεράσπιση ότι το αντάλλαγμα που θα λάμβανε η Eloisa, δηλαδή η μη καταδίωξη της, συνιστά, υπό τις συνθήκες, καίριο πλήγμα κατά της αξιοπιστίας της. Εξετάζοντας την πρώτη εισήγηση υπενθυμίζουμε ότι η υπεράσπιση ουδέποτε αμφισβήτησε τη σύνδεση της Eloisa με τα ναρκωτικά, ούτε το ρόλο της συνοδού που είχε. Παραμένει επίσης χωρίς αντίκρουση ότι ο Modesto ήταν απλά ο μεταφορέας, πρόσωπο με περιορισμένη γνώση των στοιχείων που συνέθεταν τον όλο κύκλο διακίνησης των παράνομων ουσιών και ο οποίος τελούσε υπό πλήρη άγνοια περί του όλου ρόλου της Eloisa. Ένα επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός, ιδιαίτερης επί του θέματος σημασίας, είναι ότι στο αεροδρόμιο δεν ανέμενε κανείς οδηγός ταξί προκειμένου να παραλάβει τον Modesto. Προσθέτουμε στα πιο πάνω ότι τα ενώπιον μας γεγονότα αποκαλύπτουν διεθνή οργανωμένη διακίνηση σημαντικής ποσότητας σκληρών ναρκωτικών. Υπό το πρίσμα όλων των προαναφερθέντων, το τι ανέμενε ο Modesto να γίνει ήταν περιθωριακής και μόνο σημασίας. Ό,τι είχε σημαίνουσα σχέση με την όλη οργάνωση παράδοσης των ναρκωτικών ήταν τα σχέδια που είχαν καταστρώσει οι εγκέφαλοι της εμπορίας. Όλοι οι απαραίτητοι κρίκοι της αλυσίδας ήταν παρόντες στο αεροδρόμιο Λάρνακας και ο όλος μηχανισμός διακίνησης των παράνομων ουσιών είχε τεθεί σε λειτουργία. Η παρουσία δε της Eloisa και η εκτέλεση των οδηγιών που είχε, παρείχε κάθε εξασφάλιση επιτυχούς διεκπεραίωσης της παράνομης συναλλαγής. Προτού καταλήξουμε οριστικά ως προς την αξιοπιστία της ΜΚ1 είναι επιβεβλημένο να ολοκληρώσουμε με τις σχετικές θέσεις της υπεράσπισης, εξετάζοντας τη σκιά που άφησε να πλανάται περί ύπαρξης μιάσματος στη μαρτυρία της Eloisa, συνεπεία ανταλλαγμάτων που δόθηκαν σ΄ αυτήν. Στηρίχτηκε η πιο πάνω θέση στο γεγονός ότι η ΜΚ1 τελούσε υπό προστασία της Αστυνομίας και δεν κατηγορήθηκε τελικά για τη συμμετοχή της στην εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτουν οι κατηγορίες. Προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία ότι όντως η Eloisa έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, λόγω της φύσης των γεγονότων που καλύπτουν την υπόθεση. Μετά την κράτηση της για λίγες μέρες σε αστυνομικό σταθμό, μεταφέρθηκε, στα πλαίσια εφαρμογής του πιο πάνω προγράμματος, σε ξενοδοχείο. Η όλη υπόθεση στην οποία εμπλεκόταν αφορούσε διεθνή, οργανωμένη, εγκληματική δραστηριότητα και διακίνηση τεράστιας ποσότητας σκληρών ναρκωτικών. Η ίδια ήταν μέρος του συστήματος αυτού, αλλά όχι ο εγκέφαλος. Οι αρχικές φοβίες της για αποκάλυψη των συνεργών της ήταν, υπό το φως των γεγονότων, δικαιολογημένες. Εξήγησε η Eloisa τους φόβους της και τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή της εάν προχωρούσε σε καταγγελία των εμπόρων ναρκωτικών. Η προστασία μαρτύρων είναι κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες απόλυτα επιβεβλημένη και αποδεκτή. Η αρωγή που η πολιτεία προσφέρει συνιστά απόλυτα θεμιτή ενέργεια προς το σκοπό ενθάρρυνσης ατόμων να συνδράμουν, όπως είναι και καθήκον τους, στην απονομή της δικαιοσύνης. Όπως έχει εντοπιστεί και στην απόφαση Ρόπας (ανωτέρω) στη σελ. 652: "Ό,τι είναι μεμπτό και απαράδεκτο είναι η παροχή ενθάρρυνσης προς τον μάρτυρα, με υποσχέσεις ή ανταλλάγματα που του δίνονται, να πει οτιδήποτε άλλο από την αλήθεια ή να παραποιήσει τη μαρτυρία του για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού". Στην προκείμενη περίπτωση οι φόβοι της Eloisa είχαν, για τους λόγους που εκθέσαμε λίγο πιο πάνω, έρεισμα. Η πολιτεία της παρείχε, καθηκόντως, προστασία, χωρίς όμως να υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι την ενθάρρυνε άμεσα ή έμμεσα να καταθέσει οτιδήποτε άλλο από την αλήθεια. Κρίνουμε ότι ήταν εύλογη και εντός των νομικών πλαισίων η προστασία που δόθηκε στη μάρτυρα και είχαν ως μόνο αντικείμενο να άρουν τους φόβους της για την ασφάλεια της και όχι, όπως προαναφέραμε, να την ενθαρρύνουν να καταθέσει οτιδήποτε άλλο από την αλήθεια. Καταλήγουμε προσθέτοντας ότι ήταν προηγούμενη κρίση μας, αξιολογώντας την ΜΚ1, ότι αυτή κατέθεσε την αλήθεια χωρίς να επισέρχεται στη μαρτυρία της αλλότριο κίνητρο και χωρίς να στιγματίζεται αυτή (η μαρτυρία) από το γεγονός της μη δίωξης της Eloisa. Το δικάζον Δικαστήριο παραμένει κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και βαρύτητας που αποδίδεται στη μαρτυρία συμμετόχου. Η απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας δεν αναιρεί το δικαίωμα του Δικαστηρίου τούτου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συναυτουργού και στηριζόμενο στη μαρτυρία αυτή, ακόμη και χωρίς ενίσχυση, να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο. (Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ, 231, Ρόπας (ανωτέρω), 658 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ, 482, 493-494). Αφού βεβαίως δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση για τους κινδύνους που εγκυμονεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν υπάρχει προκαθορισμένος τύπος και τρόπος διατύπωσης της αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την Eloisa να καταθέτει μέρες ενώπιον μας και να περιγράφει με λεπτομέρεια το σύνολο των γεγονότων που κάλυπταν τις σχέσεις της με τους προμηθευτές των ναρκωτικών και με τον κατηγορούμενο και την κοινή εγκληματική τους δράση. Μας έχει κάνει εξαιρετικά θετική εντύπωση. Τίποτα δεν κλόνισε τη μαρτυρία της. Αναλύσαμε επίσης και αξιολογήσαμε τα όσα ενώπιον μας έθεσε σφαιρικά και σε συσχέτιση με την υπόλοιπη μαρτυρία Προχωρήσαμε και συγκρίναμε τη μαρτυρία της με αυτήν των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και εντοπίσαμε επιβεβαίωση της - σε σχέση με τις κινήσεις της στο αεροδρόμιο και τις συνθήκες παροχής της δεύτερης κατάθεσης της - στα σημεία που έχουμε ήδη εκθέσει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Σταθμίσαμε κάθε λεπτομέρεια και κάθε απάντηση της και, χωρίς να κατατεμαχίζουμε τη μαρτυρία της, εστιάσαμε την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Διαπιστώσαμε, ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής ανάλυσης της μαρτυρίας της Eloisa, ότι αυτή αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και την αποδεχόμαστε χωρίς κανένα ενδοιασμό ως αξιόπιστη. Έχοντας αναλογιστεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους αποδοχής της μαρτυρίας αυτής χωρίς ενίσχυση και κατόπιν συνεχών και έντονων αυτοπροειδοποιήσεων μας, καταλήξαμε ότι το είδος, η ποιότητα, το εύρος, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας της ΜΚ1 είναι τέτοια, που μπορούμε, και έτσι αισθανόμαστε με βεβαιότητα, να βασιστούμε με απόλυτη ασφάλεια σε αυτήν χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να ανατρέψει τα εις βάρος του δεδομένα μέσω κατάθεσης του χωρίς όρκο ή, όπως είναι ευρύτερα υιοθετημένο από τη νομολογία, ανώμοτης δήλωσης του. Η επιλογή του αυτή ήταν απόλυτο νομικό του δικαίωμα. Η φύση και αποδεικτική αξία δηλώσεων αυτής της μορφής έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Anastassiades ν. Τhe Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous ν. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou ν. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, και πιο πρόσφατα Γ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση 7655, ημερομηνίας 28.9.05). ΄Ο,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Αντίκριση του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου υπό το φως των πιο πάνω αρχών εξανεμίζει κάθε ίχνος πειστικότητάς της. Είναι κυρίαρχο στοιχείο της δήλωσης του η επεξήγηση του λόγου που μετέβηκε στο αεροδρόμιο. Θέτει ότι πήγε για να παραλάβει την Eloisa, την οποία θα φιλοξενούσε. Αναφέρει μάλιστα και το σκοπό άφιξης της. Ανασκόπηση όμως της θέσης της υπεράσπισης, όπως αυτή προωθήθηκε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, εκθεμελιώνει τις αναφορές του κατηγορούμενου σχετικά με το ζωτικό αυτό ζήτημα. Δεν υποβλήθηκε σε καμία περίπτωση στη ΜΚ1 ο σκοπός άφιξης της στη βάση που θέτει ο κατηγορούμενος. Πολύ δε πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 αμφισβητήθηκε ουσιαστικά πως ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο αεροδρόμιο προκειμένου να παραλάβει την Eloisa. Υποβαλλόταν στο μάρτυρα αυτό ότι η εκτίμηση του πως ο κατηγορούμενος ανέμενε την Eloisa ήταν λανθασμένη. Ακόμη και όταν ο ΜΚ3 στήριζε τη θέση του στο γεγονός ότι η Eloisa ακολούθησε εντός των κτιρίων του αεροδρομίου τον κατηγορούμενο, η υπεράσπιση του υπέβαλλε ότι λανθανόταν σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι ήταν το πρόσωπο που ανέμενε ο κατηγορούμενος. Η αναφορά του κατηγορούμενου ότι πάντα νιώθει ανήσυχος όταν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, λόγω φόβου για τη ζωή του, αντικριζόμενη κάτω από την υπάρχουσα, αναντίλεκτη μαρτυρία, επίσης στερείται κάθε πειστικότητας. Τα σχόλια του κατηγορούμενου προς τον Κακκανθύμη στο χώρο του αεροδρομίου είχαν να κάνουν με παρουσία αστυνομικών, οργάνων δηλαδή του νόμου. Ατόμων από τα οποία όχι μόνο δεν κινδύνευε η σωματική του ακεραιότητα, αλλά και των οποίων η παρουσία - ως παράγοντας αποτροπής κάθε τυχόν εναντίον του δολοφονικής απόπειρας - παρείχαν και εχέγγυα ασφάλειας του στο συγκεκριμένο χώρο. Η υπεράσπιση επιχείρησε να προσδώσει πειστικότητα στα όσα παρέθεσε ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του σε σχέση με το περιεχόμενο τηλεφωνήματος του που έλαβε χώρα ενώ αυτός βρισκόταν εντός των κτιρίων του Αεροδρομίου και το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε, προσφέροντας τη μαρτυρία της ΜΥ
  1. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ότι κατάγεται από την Μολδαβία και είναι διευθύντρια εταιρείας που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την αποστολή καλλιτέχνιδων στην Κύπρο. Λόγω της εργασίας της γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο. Συνεργάζονται τα τελευταία επτά χρόνια. Την 16.6.06 θα ταξίδευε στην Κύπρο για διακοπές, όπου διαμένει οικογενειακώς μία κόρη της. Θα έφθανε η ώρα 01.00 της 17.6.06 και θα την παραλάμβανε από το αεροδρόμιο η πιο πάνω κόρη της. Μαζί της ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψει και ένας άλλος συμπατριώτης της, επίσης διευθυντής εταιρείας με παρόμοιο με τη δική της κύκλο εργασιών. Θα τον σύστηνε στον κατηγορούμενο, προκειμένου να συνεργαστούν. Τελικά δεν εξασφάλισε άδεια εισόδου και δεν θα ερχόταν. Έτσι, προκειμένου να ενημερώσει σχετικά τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας προσπάθησε καθοδόν προς το αεροδρόμιο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του. Τελικά της τηλεφώνησε ο ίδιος. Του ανέφερε το πρόβλημα που προέκυψε με τον συμπατριώτη της και ο κατηγορούμενος της ανέφερε: "δεν πειράζει, ας έρθει μόνος του και που θα προσγειωθεί το αεροπλάνο του εδώ στην Κύπρο να πάρει ταξί και να πάει στη Λεμεσό στο ξενοδοχείο". Πρόσθεσε η μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε και το όνομα του ξενοδοχείου αλλά δεν το θυμόταν. Η συνομιλία τους έλαβε χώρα στην Αγγλική γλώσσα. Αποδίδοντας αυτολεξεί τα λεχθέντα από τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας τα έθεσε ως εξής: "This man come to Cyprus next day separate alone, take a taxi and go to Limassol from airport to hotel". Παρακολουθήσαμε με ξεχωριστή προσοχή την ΜΥ2 σε όλα τα στάδια της ενώπιον μας παρουσίας της. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να καταγράψουμε ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και χωρίς κανένα σεβασμό στην αλήθεια. Το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της περιστρέφεται γύρω από υποτιθέμενη μεταξύ της και του κατηγορούμενου τηλεφωνική επικοινωνία, η οποία, κατ΄ ισχυρισμό της, αφορούσε βασικά το πρόβλημα που προέκυψε με την άφιξη στην Κύπρο κάποιου άλλου προσώπου. Υπό το φως των γεγονότων που η ίδια η μάρτυρας έθετε δεν μπορεί να ερμηνευθεί λογικά η λέξη "separate" που αναφέρει ότι περιλαμβανόταν στα όσα ο κατηγορούμενος της είπε. Αυτό διότι ήταν δεδομένο πλέον ότι το άλλο πρόσωπο θα ερχόταν σε διαφορετική μέρα από τη μάρτυρα. Άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός του, υποτιθέμενου, τηλεφωνήματός της και η ενημέρωση που θα έκανε στον κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια η κατ΄ ισχυρισμό, μετέπειτα της ενημέρωσης του, αναφορά του κατηγορούμενου στη λέξη "separate" στερείται λογικής και χρονικής συνέπειας. Είναι κατάληξη μας ότι η πολύχρονη, επικερδής, συνεργασία της μάρτυρας με τον κατηγορούμενο επέδρασε καταλυτικά στην όλη παρουσία της ενώπιον μας και είχε ως αποτέλεσμα την παραποίηση εκ μέρους της της αλήθειας. Προσθέτουμε, ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στα όσα η ΜΥ2 κατέθεσε, αναφέροντας ότι αδιαμφισβήτητο μέρος της μαρτυρίας της - το οποίο αφορά τους λόγους άφιξης της στην Κύπρο και την παραλαβή της από το αεροδρόμιο από την κόρη της - επιφέρει περαιτέρω πλήγμα στην πειστικότητα των αναφορών του κατηγορούμενου στην ανώμοτη δήλωση του οι οποίες καλύπτουν τους λόγους εισόδου του στα κτίρια του αεροδρομίου Λάρνακας μετά την πρώτη συνάντηση που είχε με την Eloisa. Επεξηγούμε: Αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι εισήλθε για να ελέγξει περί της ώρα άφιξης της ΜΥ2 στην Κύπρο. Είναι χωρίς λογική αυτή του η δήλωση. Η ΜΥ2, όπως ήταν προγραμματισμένο, θα έφτανε πολλές ώρες αργότερα, ήτοι τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Δεν διαφάνηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας να υπήρξε οτιδήποτε που διαφοροποιούσε την ώρα άφιξης. Πολύ πιο σημαντικό, δεν είχε, με βάση τη μαρτυρία, κανένα νόημα ο έλεγχος από τον κατηγορούμενο της ώρας άφιξης της ΜΥ
  2. Όπως παρέμεινε αναντίλεκτο αυτή ερχόταν για διακοπές και θα την παραλάμβανε συγγενικό της πρόσωπο, η κόρη της. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω οι αναφορές του κατηγορουμένου στην χωρίς όρκο κατάθεση του, αντικριζόμενες σε συνάρτηση και με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και υπό το φως της απόρριψης του σχετικού μέρους της μαρτυρίας της ΜΥ2, είναι αποσυναρτημένες κάθε σημασίας και στερούνται πειστικότητας. Ολοκληρώνουμε με το ζήτημα που άφησε να αιωρείται η υπεράσπιση περί "μαγειρέματος" της υπόθεσης εκ μέρους των ανακριτικών αρχών αλλά και της ίδιας της Κατηγορούσας Αρχής. Στήριξε, σε γενικές γραμμές, τη θέση της σε ισχυριζόμενες παραλείψεις των ανακριτικών αρχών αφού δεν ζήτησαν από την Eloisa περαιτέρω στοιχεία για τους συνεργάτες της στη Βραζιλία και επειδή δεν ενημέρωσαν την διεθνή Αστυνομία (Interpol) για το περιεχόμενο της δεύτερης κατάθεσης της Eloisa. Επικαλέστηκε επίσης η υπεράσπιση "μηδενιστική" προσέγγιση των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής σχετικά με την αντιμετώπιση του ΜΥ3, την παράλειψη της να ερευνήσει τις ακριβείς τηλεφωνικές επικοινωνίες του κατηγορούμενου, εξετάζοντας τις συσκευές τηλεφώνου του και τη μη παρουσίαση ως μάρτυρα κατηγορίας του ΜΥ1 Modesto. Κατέληξε δε η υπεράσπιση ως προς αυτό το θέμα επικαλούμενη ότι όλες οι συνθήκες καταδεικνύουν πως η δεύτερη κατάθεση της Eloisa ήταν "φτιαχτή". Εξετάσαμε με μέγιστη προσοχή και στο σύνολο τους τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα, προκειμένου να καταλήξουμε επί του πιο πάνω ζητήματος. Είναι χωρίς βάθρο στήριξης τα όσα η υπεράσπιση επικαλέστηκε προκειμένου να θέσει τον εξεταζόμενο ισχυρισμό της και είναι λυπηρό το γεγονός ότι έχει εμπλέξει στο συνονθύλευμα των μετέωρων αναφορών της τους ίδιους τους εκπροσώπους της Κατηγορούσας Αρχής. Έχουμε ήδη αποφασίσει περί των συνθηκών λήψης της δεύτερης κατάθεσης της Eloisa. Τίποτα το ύποπτο δεν τις σκιάζει. Προσθέτουμε ότι αντιφατικότητα καλύπτει τη γραμμή υπεράσπισης ως προς τους λόγους που κατ΄ ισχυρισμό της δόθηκε αυτή η κατάθεση: αφενός υπέβαλλε ότι ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας της Eloisa να σωθεί λέγοντας ψέματα και αφετέρου την αποδίδει σε ετοιμασία της καθ΄ υπαγόρευση των ανακριτικών αρχών. Δεν μπορούμε δε να αντιληφθούμε πώς τεκμηριώνει ισχυρισμό περί κατασκευασμένης υπόθεσης η αδυναμία των ανακριτικών αρχών για λήψη περαιτέρω στοιχείων από την Eloisa σχετικά με τους συνεργάτες της και η τυχόν παράλειψη των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας να ενημερώσουν την διεθνή Αστυνομία για τα νέα στοιχεία των συνεργατών της. Πολύ δε περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι μήνες μετά την ενημέρωση που έτυχε η διεθνής Αστυνομία δεν έδωσε καμία απάντηση περί των ερευνών της στις Κυπριακές αρχές. Δεν πρέπει άλλωστε να διαφεύγει ότι οι προσπάθειες των ανακριτικών αρχών ήταν επικεντρωμένες στη διερεύνηση των γεγονότων που κάλυπταν την παράνομη συμπεριφορά που έλαβε χώρα στην Κύπρο. Αυτή είναι και η ουσία της ενώπιον μας υπόθεσης. Περαιτέρω νομικά αβάσιμη είναι η προσπάθεια επίρριψης ευθυνών στην Κατηγορούσα Αρχή ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και, συνακόλουθα, κατάδειξης εκ μέρους της προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου, λόγω μη εξέτασης των τηλεφωνικών δεδομένων του και μη παρουσίασης ως μάρτυρα κατηγορίας του Modesto. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε κάθε δικαίωμα να μην παρουσιάσει, για προφανείς λόγους, ως μάρτυρα κατηγορίας τον Modesto, η κατάθεση του οποίου, εν πάση περιπτώσει, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στα χέρια της υπεράσπισης. Επιπρόσθετα η Κατηγορούσα Αρχή αδυνατούσε, νομικά, να προσφέρει μαρτυρία για το περιεχόμενο τηλεφωνικής επικοινωνίας του κατηγορούμενου, οποιασδήποτε μορφής. Παρεμβάλλουμε όμως ότι η πλευρά της υπεράσπισης είχε κάθε δικαίωμα να επικαλεστεί τα οποιαδήποτε τηλεφωνικά δεδομένα υπήρχαν και κάλυπταν τους αριθμούς τηλεφωνικών κλήσεων του ιδίου του κατηγορουμένου. Θα είχε μέσα από την προσφορά αυτής της μαρτυρίας τη δυνατότητα να ενδυναμώσει και τις σχετικές θέσεις της. Δεν το έπραξε. Ήταν, ούτως ή άλλως, απόλυτο νομικό της δικαίωμα να καθορίσει τη γραμμή που με μαρτυρία θα ακολουθούσε και παρέλκει περαιτέρω εκ μέρους μας σχολιασμός. Η αναφορά στον ΜΥ3 έγινε σε σχέση με την αμφισβήτηση που υπέστη η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του. Η ουσιαστική θέση του μάρτυρα ήταν ότι γύρω στις 3:30 μ.μ. της 16.6.06 πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου, προτού αυτός ξεκινήσει για το αεροδρόμιο. Αντιλήφθηκε δύο πρόσωπα να τον επισκέπτονται και να συζητούν μαζί του. Όπως τον πληροφόρησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήταν αστυνομικοί και του ανέφεραν ότι στο αυτοκίνητο κάποιου Φάντικ, στο οποίο υπήρχαν εκρηκτικά, βρέθηκαν κλειδιά που είχε χάσει ο κατηγορούμενος. Όπως είπε ο μάρτυρας: "ο σκοπός τους ήρθαν να προειδοποιήσουν τον Σωτήρη ότι τα κλειδιά σου χάθηκαν και βρέθηκαν στην κατοχή του Φάντικ". Κατέληξε ο μάρτυρας αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν πολύ ανήσυχος λόγω αυτού του συμβάντος. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι η Αστυνομία προειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι τα εκρηκτικά προορίζονταν για τον ίδιο. Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλαν ότι λέει ψέματα σε σχέση με την αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι οι δύο αστυνομικοί τον επισκέφθηκαν για να τον προειδοποιήσουν. Η εκ συμφώνου κατάθεση στο τέλος της διαδικασίας του Τεκμηρίου 31, ήταν το στοιχείο που έδωσε το έναυσμα στους συνήγορους υπεράσπισης να θέσουν ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χειρίστηκε σωστά τον ΜΥ3 χαρακτηρίζοντας τον ως αναξιόπιστο, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει μέσω της Αστυνομίας τους ισχυρισμούς του. Το Τεκμήριο 31 είναι απαντητική επιστολή του Αρχηγείου Αστυνομίας προς τους δικηγόρους του κατηγορουμένου. Επιβεβαιώνει ότι πράγματι αστυνομικοί επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στις 16.6.06 στα πλαίσια διερεύνησης πληροφορίας, σύμφωνα με την οποία εκρηκτικοί μηχανισμοί που βρέθηκαν στο όχημα του Φάντικ πιθανόν να προορίζονται για χρήση εναντίον του κατηγορουμένου. Καταλήγει αναφέροντας ότι οι αστυνομικοί "ανέκριναν" τον κατηγορούμενο αναφορικά με το περιεχόμενο της πληροφορίας. Η ουσία της αμφισβήτησης του ΜΥ3 από την Κατηγορούσα Αρχή κινήθηκε γύρω από την υποβολή της ότι οι αστυνομικοί δεν επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο για να τον προειδοποιήσουν. Ήταν βάσιμη η θέση της Κατηγορούσας Αρχής και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 31, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου. Τον "ανέκριναν" σχετικά με την πληροφορία που είχαν. Όσο και να φαίνεται εκ πρώτης όψεως χωρίς ουσιαστική σημασία το πιο πάνω, αλλά και η όλη κατάθεση του ΜΥ3, εντούτοις έχει άμεση σχέση με δύο στοιχεία που προσπάθησε να προωθήσει η υπεράσπιση: την αιτιολόγηση της ανησυχίας που ένιωθε ο κατηγορούμενος - όπως παρέμεινε αναντίλεκτο - στο χώρο του αεροδρομίου Λάρνακας και το χαρακτηριζόμενο από την υπεράσπιση ως αφύσικο σενάριο να εμπλέκεται κάποιος συνεχώς με την Αστυνομία, να δέχεται προηγουμένως επίσκεψη από αστυνομικούς και εντούτοις να επιχειρεί να παραλάβει αμέσως μετά, αυτοπροσώπως, ναρκωτικά. Ως προς το πρώτο η απάντηση είναι απλή. Αν όντως η επίσκεψη των αστυνομικών σκοπό είχε να προειδοποιήσει τον κατηγορούμενο ότι κινδυνεύει η ζωή του, η παρουσία αστυνομικών στο χώρο του αεροδρομίου δεν θα έπρεπε να τον ανησυχεί αλλά αντίθετα να του ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας και, συνακόλουθα, να νιώθει πιο ήρεμα. Σε σχέση με το δεύτερο σημείο η απάντηση προβάλλει μέσα από τα ίδια τα γεγονότα. Ο ΜΥ3 και οι αστυνομικοί επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο λίγο προτού αυτός αναχωρήσει για το αεροδρόμιο. Συνεπώς οι οποιεσδήποτε μετέπειτα ενέργειες του είχαν ήδη τροχιοδρομηθεί και δεν υπήρχε το χρονικό περιθώριο μεταβολής των δεδομένων. Το πρόσωπο που ανέμενε ήταν ήδη εν πτήση. Εν πάση όμως περιπτώσει η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέλιξης των γεγονότων στο αεροδρόμιο Λάρνακας: έδιδε οδηγίες μέσω άλλου προσώπου, της Eloisa, με την οποία και επιχειρούσε στη συνέχεια να έχει όσο το δυνατό λιγότερη σύνδεση. Περαιτέρω δεν ήρθε ο ίδιος ποτέ σε άμεση επαφή με τον μεταφορέα των ναρκωτικών. Προσθέτουμε ότι λογικό και αναμενόμενο θα ήταν εάν όντως ο κατηγορούμενος θα παραλάμβανε απλώς μία κοπέλα την οποία θα φιλοξενούσε και η οποία βρισκόταν σε μία ξένη και άγνωστη γι΄ αυτή χώρα, να παραμένει κοντά της και να μην απομακρύνεται από αυτή ή, τουλάχιστον, να μην την διώχνει μακριά του. Καταλήγουμε με τη γενική θέση της υπεράσπισης περί κατασκευασμένης υπόθεσης με τα εξής αυτονόητα: έχοντας ήδη αναλύσει την όλη μαρτυρία που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή εντοπίσαμε σημεία στα οποία μάρτυρες κατηγορίας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν τις αναφορές της Eloisa. Υπενθυμίζουμε το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ4 γύρω από τις συνθήκες της δεύτερης συνάντησης της με τον κατηγορούμενο και την υπόδειξη του Modesto στον κατηγορούμενο από την Eloisa κατά την πρώτη μεταξύ τους συνάντηση. Σχολιάσαμε επίσης σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας τις πολλές ώρες που χρειάστηκαν για λήψη της δεύτερης κατάθεσης της Eloisa. Προσθέτουμε σε αυτά και το γεγονός ότι η Eloisa δεν επιχείρησε ποτέ - ούτε στις καταθέσεις της στην Αστυνομία, ούτε στο Δικαστήριο - να αποδώσει φράσεις ή λέξεις στον κατηγορούμενο περί ναρκωτικών στις μεταξύ τους συναντήσεις στο αεροδρόμιο. Αν λοιπόν το σενάριο που, στις βασικές του γραμμές, εκ των υστέρων προώθησε η υπεράσπιση, είχε ίχνος αληθείας, το λιγότερο που θα αναμενόταν ήταν η απόλυτη συνταύτιση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, τουλάχιστον στις σημαντικές της λεπτομέρειες και η παράθεση τέτοιων γεγονότων εκ μέρους της Eloisa που θα ενέπλεκαν κατά τρόπο συντριπτικό τον κατηγορούμενο. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν υφίσταται. Καταλήγουμε ως προς το ζήτημα αυτό τονίζοντας ότι δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως τα όσα η υπεράσπιση επικαλέστηκε περί "μαγειρέματος" της υπόθεσης είναι αβάσιμα και εκ των υστέρων επινοήσεις. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έχουμε αποδεκτεί και κρίνει ως αξιόπιστη και ιδίως αυτή της ΜΚ1 ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας. Καταγράφουμε τα σημαντικότερα: H Eloisa (ΜK1) κατάγεται από την Βραζιλία. Το 1993 και σε ηλικία 16 ετών μετοίκησε στην Παραγουάη προκειμένου να εργαστεί. Διέμενε σε πόλη η οποία συνορεύει με την Βραζιλία. Εκεί γνώρισε πρόσωπο Λιβανικής καταγωγής, ηλικίας τότε 27 χρόνων. Συνδέθηκαν ερωτικά. Χρόνια αργότερα, το 1998, η Eloisa αντιλήφθηκε ότι ο αγαπημένος της σχετιζόταν με εμπορία ναρκωτικών. Στην παράνομη αυτή δραστηριότητα ενέπλεξε στη συνέχεια και την ίδια. Αρχικά, και μετά από προτροπές του, η Eloisa επιχείρησε να εισαγάγει το 1999 μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης στο Λίβανο. Συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο της χώρας αυτής και παρέμεινε υπό κράτηση για ένα μήνα. Στο διάστημα αυτό κακοποιήθηκε. Ακολούθως καταδικάστηκε σε φυλάκιση 6 ετών. Τον Νοέμβριο του 2004 αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στην Βραζιλία, όπου την ανέμενε ο αγαπημένος της. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2005, την προέτρεψε - και αυτή αποδέχθηκε - να συνοδεύσει πρόσωπο το οποίο θα μετέφερνε ναρκωτικά στη Ζυρίχη. Λίγο χρόνο αργότερα, αρχές του 2006, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την Βραζιλία. Εκεί τον συνάντησε για πρώτη φορά η Eloisa. Η συνάντηση έλαβε χώρα σε σπίτι φίλου του αγαπημένου της και παρόντα ήταν μόνο μερικά άτομα. Στις αρχές Ιουνίου του 2006 η Eloisa, κατόπιν και πάλιν προτροπής του αγαπημένου της, αποδέχθηκε να συνοδεύσει στην Κύπρο άγνωστο της πρόσωπο που θα μετέφερε ναρκωτικά, με τα οποία τον προμήθευσε ο αγαπημένος της. Ήταν ο Modesto, ο οποίος αγνοούσε, μέχρι λίγο πριν τη σύλληψη του στην Κύπρο, την εμπλοκή και τον όλο ρόλο της Eloisa. Συναντήθηκαν δε και μίλησαν μαζί για πρώτη φορά στο χώρο ελέγχου διαβατηρίων του αεροδρομίου Λάρνακας. Η Eloisa στο σημείο αυτό προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τον Modesto καθότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να συνεννοηθεί επειδή δεν μιλούσε Αγγλικά. Στην όλη παράνομη συναλλαγή αποστολή της Eloisa, όπως ήταν οι σχετικές οδηγίες του αγαπημένου της, ήταν να υποδείξει τον Modesto στον κατηγορούμενο, ο οποίος και θα τους ανέμενε στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά την άφιξη τους. Πράγματι τόσο ο Modesto όσο και η Eloisa αφίχθησαν μέσω Ζυρίχης το απόγευμα της 16.6.06 στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Εν τω μεταξύ η Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας είχε λάβει πληροφορία σύμφωνα με την οποία σε πτήση προερχόμενη από Ζυρίχη θα επέβαινε ένα πρόσωπο στις αποσκευές του οποίου πιθανόν να υπήρχαν ναρκωτικά και το οποίο ίσως να συνόδευε μία κοπέλα. Σύμφωνα πάντα με την πληροφορία και τα δύο πρόσωπα προερχόντουσαν από την Βραζιλία. Η Υ.ΚΑ.Ν. δραστηριοποιήθηκε και οργανώθηκε σχέδιο εντοπισμού των υπόπτων. Σχετικά ενημερώθηκαν και υπάλληλοι του αεροδρομίου, συμπεριλαμβανομένης της ΜΚ6, η οποία υπηρετούσε στον έλεγχο διαβατηρίων. Όταν προσήλθαν η Eloisa και ο Modesto στο μέρος όπου εργαζόταν η ΜΚ6, η τελευταία αντιλήφθηκε από τις αντιδράσεις τους ότι πιθανόν να ήταν τα πρόσωπα που αναζητούσε η Υ.ΚΑ.Ν. και έτσι, χωρίς αυστηρό έλεγχο, επέτρεψε την είσοδο τους ούτως ώστε να μην επηρεαστούν οι ενέργειες της Υ.ΚΑ.Ν. Η Eloisa και ο Modesto προχώρησαν και αφού παρέλαβαν τις ταξιδιωτικές τους βαλίτσες εξήλθαν των κτιρίων του αεροδρομίου. Αμέσως μετά την έξοδο ανέμενε ο κατηγορούμενος μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 3, Κακκανθύμη. Τους πλησίασε η Eloisa και τότε ο κατηγορούμενος την ρώτησε "who is the man". Η Eloisa του υπέδειξε τον Modesto, ο οποίος στεκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά και ο κατηγορούμενος της είπε "tell him to take a taxi and go to the hotel.". Συγχρόνως ζήτησε από την ίδια να παραμείνει εκεί και αυτός μαζί με τον Κακκανθύμη εισήλθαν ξανά στα κτίρια του αεροδρομίου. Η Eloisa τηλεφώνησε, χρησιμοποιώντας το κινητό της τηλέφωνο, στον αγαπημένο της στη Βραζιλία και τον ενημέρωσε σχετικά. Αυτός της είπε να κάνει ότι της έλεγε ο κατηγορούμενος "γιατί αυτός ήξερε". Τη στιγμή αυτή την πλησίασε ο Modesto και της ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο της. Η Eloisa επειδή δεν ήθελε να του το δώσει του ανέφερε ότι δεν έχει αρκετά χρήματα η κάρτα, προτρέποντας τον συγχρόνως να πάρει ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο και απ΄ εκεί να τηλεφωνήσει σε όποιο έπρεπε να τηλεφωνήσει. Ο Modesto δεν ακολούθησε την προτροπή της και συνέχισε να κινείται στο χώρο. Η Eloisa εισήλθε τότε και πάλιν στο κτίριο του αεροδρομίου, προκειμένου να βρει τον κατηγορούμενο. Τον συνάντησε μόλις μπήκε και αυτός της έδωσε οδηγίες να ξαναμιλήσει στο Modesto και να του ζητήσει να πάρει ένα ταξί και να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Σ΄ αυτό το χρονικό σημείο ο κατηγορούμενος φαινόταν νευρικός, ανήσυχος και δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά του η Eloisa. Προηγουμένως και κατά το στάδιο που βρισκόταν εντός των κτιρίων του αεροδρομίου ο κατηγορούμενος υποδείκνυε στον Κακκανθύμη διάφορα πρόσωπα τα οποία βρισκόντουσαν εκτός του κτιρίου, λέγοντας του ότι πιθανόν να είναι αστυνομικοί. Προσπαθούσε δε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με κάποιο άλλο πρόσωπο. Μετά από πολλές προσπάθειες το κατόρθωσε και μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο ανέφερε "tell him to separate and to go alone with a taxi in Limassol". Η Eloisa μετά τη δεύτερη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο και κατ΄ ακολουθία των οδηγιών του πήγε ξανά στον Modesto και του είπε ότι το άτομο που τον περίμενε του ζητούσε να πάει σε ένα ξενοδοχείο. Μετά από αυτήν την αναφορά της ο Modesto αντιλήφθηκε ότι η Eloisa γνώριζε και ότι εμπλεκόταν στα γεγονότα που καλύπτουν την υπόθεση. Ακολουθώντας τις οδηγίες της προχώρησε προς το χώρο στάθμευσης των ταξί. Αυτή ακριβώς τη στιγμή επενέβησαν οι αστυνομικοί που έλεγχαν το χώρο και τις κινήσεις των Βραζιλιάνων και τους συνέλαβαν. Συνέλαβαν επίσης, αμέσως μετά, και τον κατηγορούμενο με τον Κακκανθύμη. Λίγο προτού συλληφθεί ο κατηγορούμενος και αντιλαμβανόμενος την επέμβαση της Αστυνομίας και τη σύλληψη της Eloisa, είπε στον Κακκανθύμη "τέλειωνε φεύκουμεν τζιαι επιάν τους". Σε έλεγχο που έλαβε χώρα στο Τελωνείο του αεροδρομίου διαπιστώθηκε ότι ο πάτος της τσάντας του Modesto δεν ήταν φυσιολογικός. Με μαχαίρι αφαιρέθηκε η φόδρα και εντοπίστηκε ότι μεταξύ φόδρας και πάτου υπήρχε μαύρο πλαστικό περιτύλιγμα εντός του οποίου ανευρέθησαν τα επίδικα ναρκωτικά. Είναι περαιτέρω εύρημα μας ότι τα όσα ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών λήψης των δύο καταθέσεων που έδωσε η Eloisa στην Αστυνομία, έλαβαν χώρα όπως η μάρτυρας αυτή και ο ΜΚ2 κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η κατηγορία της εισαγωγής του ελεγχομένου φαρμάκου (2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) τεκμηριώνεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Η εισαγωγή δεν χωρεί αμφισβήτησης. Τα ναρκωτικά όχι μόνο έφτασαν στην Κύπρο από το εξωτερικό, αλλά και για κάποιο τουλάχιστον χρόνο βρισκόντουσαν εκτός των κτιρίων του αεροδρομίου. Η σύνδεση του κατηγορούμενου με το αδίκημα ήταν το ουσιαστικό ζητούμενο υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο αεροδρόμιο και ότι ήταν το άτομο για το οποίο προοριζόντουσαν τα ναρκωτικά. Έδινε δε σχετικές οδηγίες για τη διακίνησή τους. Η γνώση ως προς τη φύση του αντικειμένου εξάγεται με ασφάλεια από πληθώρα περιστατικής μαρτυρίας, όπως θα αναλύσουμε στο αμέσως επόμενο στάδιο της απόφασης μας, κατά την εξέταση των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών που περιστρέφονται γύρω από την κατοχή. Το μόνο συμπέρασμα που προκύπτει από την όλη σχετική μαρτυρία είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε παραγγείλει σε κάποιο άγνωστο προηγούμενο χρόνο τις παράνομες ουσίες και είχε συμφωνήσει την εκ μέρους του παραλαβή τους για τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Παρά ταύτα παραμένει άγνωστο - ελλείψει μαρτυρίας - το εύρος και ο ακριβής ρόλος του στην όλη οργάνωση διακίνησης και μεταφοράς των ναρκωτικών στην Κύπρο. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 7663 / ημερ. 27.7.06, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, Κακουργιοδικείου, ότι ο κατηγορούμενος ήταν και ο εισαγωγέας των ναρκωτικών εδραζόταν στο - απόλυτα τεκμηριωμένο με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης - εύρημα ότι ο ίδιος ήταν και ο αποστολέας των παράνομων ουσιών από την Ελλάδα στην Κύπρο. Τα δε ναρκωτικά εισήχθησαν στην Κύπρο για λογαριασμό του αποστολέα μέσω της εταιρείας διανομής DHL, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του αποστολέα. Ο τελευταίος είχε οργανωτικό ρόλο στην εισαγωγή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών. Στην περίπτωση μας η Eloisa και ο Modesto ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του Βραζιλιάνου αποστολέα των ναρκωτικών. Με βάση τα δεδομένα που καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση η τεκμηρίωση της κατηγορίας αυτής εν σχέσει με τον κατηγορούμενο έχει συντελεστεί. Η έννοια του όρου "εισαγωγή" έχει ευρύτητα τέτοια ικανή να καλύψει διάφορα πρόσωπα ως αυτουργούς. Ο κατηγορούμενος ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι παρήγγειλε και ανέμενε τα ναρκωτικά. Ήταν το πρόσωπο για το οποίο αυτά προορίζονταν, όταν θα έφταναν στην Κύπρο και υπό την έννοια αυτή και ο εισαγωγέας των ναρκωτικών. Με την επιφύλαξη των πιο πάνω ήταν, εν πάση περιπτώσει, κατ΄ ελάχιστον, συμμέτοχος στη διάπραξη του εγκλήματος και καθίσταται αυτουργός δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20 (δ) του Κεφ. 154, στο οποίο επίσης στηρίζεται η 2η κατηγορία. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος παρήγγειλε στους Βραζιλιάνους συνεργάτες του τα επίδικα ναρκωτικά και ότι συμφώνησε να τα παραλάβει τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα που ανέμενε στο αεροδρόμιο, εφαρμόζοντας έτσι στην πράξη τη συμφωνία, καταδεικνύει ότι ο αποστολέας ενήργησε σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο, εμπλέκοντας στην τέλεση των αδικημάτων και άλλα πρόσωπα. Υπό το φως των πιο πάνω τεκμηριώνεται ότι υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ της προαγωγής στην τέλεση του αδικήματος της εισαγωγής από τον κατηγορούμενο μέσω του Βραζιλιάνου αποστολέα - και συνεργάτη του - των προσώπων που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του αποστολέα και αυτής καθ΄ αυτής της πράξης της εισαγωγής. Έτσι τεκμηριώνεται και η ενοχή του κατηγορούμενου στο έγκλημα της εισαγωγής. Όπως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, γεγονός άλλωστε που παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, ο κατηγορούμενος δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε φυσική επαφή με τα ναρκωτικά. Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα εάν αυτά τελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό τον έλεγχο του. Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ, 211). Η έννοια της κατοχής έχει ευρύτητα τέτοια ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, 409, 416-417). Η έννοια του όρου "κατοχή", όπως την έχουμε ήδη διαγράψει, στηρίζεται και νομοθετικά από τη Διάταξη 2
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν. 29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Αναφέρεται: "
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου." Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (R. v. Blake 68 Cr. R. 1, R. v. Peaston 69 Cr. App. R. 203 και Χαράλαμπου Χαραλάμπους [ανωτέρω]). Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση ότι αφού ο Εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από τη στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ1 προκύπτει ότι τα ναρκωτικά είχαν ως προορισμό τον κατηγορούμενο, ο οποίος και θα τα παραλάμβανε. Η απάντηση στο ερώτημα εάν τελικά ο κατηγορούμενος κατέστη κάτοχος τους εν τη εννοία του Νόμου προβάλλει μέσα από τα ίδια τα γεγονότα, όπως αυτά εκτυλίχθηκαν στο χώρο του αεροδρομίου και έχουν ήδη καταγραφεί στα ευρήματά μας. Αβίαστα προκύπτει μέσα από αυτά ότι τα ναρκωτικά τουλάχιστον λίγο μετά από την είσοδο τους στην Κυπριακή Δημοκρατία και μέχρι τη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων τελούσαν υπό τον έλεγχο του κατηγορούμενου. Έλεγχος που λάμβανε χώρα μέσω της ουσιαστικής εξουσίας που ασκούσε πάνω τους ο κατηγορούμενος και η οποία τεκμηριώνεται από την καθοδήγηση και τις οδηγίες που έδινε στον Modesto μέσω της Eloisa, οδηγίες που αυτός ακολούθησε. Η γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής αποδεικνύεται, συνήθως, με την τεκμηρίωση μέσω στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Προκύπτει στην ενώπιον μας υπόθεση από τα περιστατικά της και την εν γένει συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα από τις προφυλάξεις που έπαιρνε καθ΄ όλο το χρόνο παραμονής του στο αεροδρόμιο, την προσπάθεια του για πλήρη αποστασιοποίηση του από τον μεταφορέα των ναρκωτικών και παροχής οδηγιών σε αυτόν μέσω τρίτου προσώπου, την προσπάθεια του να έχει όσο το δυνατό λιγότερη επαφή με την Eloisa και το ότι επιχείρησε, τελικά, να την εγκαταλείψει μόλις αντιλήφθηκε τη σύλληψή της. Όλες αυτές οι ενέργειες του τεκμηριώνουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι γνώριζε τη φύση του παράνομου περιεχομένου της βαλίτσας που μετέφερε ο Modesto. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο το σύνολο των συστατικών στοιχείων της 3ης κατηγορίας, ήτοι της κατοχής από τον κατηγορούμενο του επίδικου ελεγχόμενου φαρμάκου κατά την 16.6.06. Η τεράστια ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου του άρθρου 30(Α) του Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.91(Ι)/03, είναι αρκετή για να καλύψει ό,τι απαιτείται προς τεκμηρίωση της κατηγορίας της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (4η κατηγορία), που επίσης αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ούτως ή άλλως δεν τέθηκε ενώπιον μας εκδοχή άλλη επί του θέματος, η οποία και να χρήζει εξέτασης. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τον βρίσκουμε ένοχο για το σύνολο των κατηγοριών. (Υπ.) .................................. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.