← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υποθέσεως: 13336/06, 02.02.2007

Αστυνομία ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υποθέσεως: 13336/06, 02.02.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 13336/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Ανδρέας Ανδρέου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 02.02.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex-tempore) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία του αδικήματος της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, στις 28.09.05 στη Λεωφ. Αρτέμιδος στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΗ 999 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 70km αντί 50km. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, τον Ε/Αστ. 5403 Γ. Χρυσάνθου (ΜΚ1) και τον Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται στον ισχυρισμό ότι την εν λόγω ημέρα ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αναφερόμενο στις λεπτομέρειες του αδικήματος όχημα, στη Λεωφόρο Αρτέμιδος, ο ΜΚ1, ο οποίος διενεργούσε έλεγχο ορίου ταχύτητας, εντόπισε το όχημα του Κατηγορουμένου να κινείται με ταχύτητα 70km. Στον εν λόγω δρόμο, ήταν η θέση του ΜΚ1, το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50km. Ο ΜΚ2 επεξήγησε στο Δικαστήριο τη λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Laser, μοναδικό τύπο ταχυμέτρου ως ο ίδιος ανέφερε που χρησιμοποιεί η αστυνομία, ενώ ακόμη υποβλήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με την ικανότητα και εγκυρότητα της λειτουργίας αυτού του ταχυμέτρου. Κατόπιν τούτου και εφόσον έκρινα πως υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, επεξήγησα στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματά του και ο Κατηγορούμενος επέλεξε όπως δώσει ένορκο κατάθεση. Στην ένορκη κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι την εν λόγω μέρα οδηγούσε το αναφερόμενο στις λεπτομέρειες του αδικήματος όχημα στη Λεωφ. Αρτέμιδος, με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο προς Λάρνακα. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι η ταχύτητά του υπερέβαινε τα 65km χωρίς όμως να γνωρίζει με ακρίβεια ποια ήταν τούτη. Παρόλα ταύτα, αλλά ήταν η θέση του ότι στον εν λόγω δρόμο το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι εκείνο των 65km και όχι των 50km. Ακολούθως, εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις με κάθε μια εκ των δύο πλευρών να υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει θετικά τη δική της μαρτυρία και να απορρίψει την αντίθετη. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι όπως διαπίστωσα από την ενώπιον μου μαρτυρία, μοναδικό επίδικο θέμα δεν είναι βέβαια ούτε η οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος στο συγκεκριμένο δρόμο, δηλαδή τη Λεωφ. Αρτέμιδος γεγονός άλλωστε το οποίο ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στη μαρτυρία του, όπως ούτε και η λειτουργία του ταχυμέτρου. Ακόμη, ούτε και ο ισχυρισμός της ταχύτητας των 70km αμφισβητήθηκε σθεναρά. Παρότι ο ΜΚ2 υπεβλήθη σε εκτενές αντεξέταση ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη λειτουργία του ταχυμέτρου. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω εκ των προτέρων ότι το ΜΚ2 αποδέχομαι ως εμπειρογνώμονα, σχετικές είναι οι αρχές της υπόθεσης Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. Εδώ ας σημειωθεί ότι η σταθερότητα, η συνοχή αλλά και το ύφος του ΜΚ2 καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας, του έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 στην ολότητά της. Έρχομαι τώρα στο ένα και μοναδικό επίδικο θέμα, δηλαδή εκείνο του ανώτατου ορίου ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο, την Λεωφ. Αρτέμιδος. Σχετική βεβαίως ήταν η μαρτυρία του ΜΚ
  2. Κατ΄ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι συγκεχυμένη και αντιφατική, δηλαδή, άλλοτε ο μάρτυρας δε θυμόταν το περιστατικό, ενώ άλλοτε λαλίστατος θυμόταν κάθε λεπτομέρεια και μπορούσε να απαντήσει με σαφήνεια ως προς κάθε τι το οποίο ειπώθηκε μεταξύ εκείνου και του Κατηγορουμένου. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ΜΚ1 όταν ρωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο αποδέχθηκε ότι ο ίδιος στεκόταν ακριβώς κάτω από τη σήμανση των 50km. Ακόμη, ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι η κατεύθυνση προς την οποία διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας ήταν εκείνη του αεροδρομίου. Τέλος, σε ερώτηση που του υπεβλήθη από τον Κατηγορούμενο, αποδέχθηκε ότι η κατεύθυνση από αεροδρόμιο προς Λάρνακα έχει ως ανώτατο όριο ταχύτητας εκείνων των 65km. Τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολό της την κρίνω ως αντιφατική. Πέραν των θέσεων του μάρτυρα στις πιο πάνω υποβολές του Κατηγορουμένου, τις οποίες αποδέχθηκε, δηλαδή σε σχέση με το που βρισκόταν την ώρα που διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας και το ανώτατο όριο ταχύτητας αμέσως πριν το στρατόπεδο, δηλαδή αμέσως πριν από το χώρο όπου βρισκόταν, την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1 την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Η αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ1 που υπέδειξα, εδράζεται στο ότι τούτο συνάδει με την αξιόπιστη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, ως πιο κάτω επεξηγείται. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Κατ΄ αρχάς κρίνω τη φυσική του παρουσία στο Δικαστήριο ως θετική και το σύνολο της παρουσίας του ως εξαιρετικό. Ο Κατηγορούμενος καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του είχε συνοχή στο λόγο του, σταθερότητα στις θέσεις του ενώ ακόμη οι θέσεις του Κατηγορουμένου τείνουν να επιβεβαιωθούν και από τα φωτεινά σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ
  3. Ενόψει των πιο πάνω, τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου αποδέχομαι στο σύνολό της. Ας σημειωθεί βέβαια ότι οι εν λόγω αναφορές, ως προς την αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, είναι εκ του περισσού εφόσον από την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως επεξήγησα ανωτέρω, δεν προκύπτει ποιο ήταν το ανώτατο όριο ταχύτητας στο δρόμο όπου ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε από το ΜΚ
  4. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία ούτως ή άλλως σε αυτό το σημείο έχει απορριφθεί, το εν λόγω όριο ταχύτητας άλλοτε ήταν 50km και άλλοτε ήταν άγνωστο. Κρίνω λοιπόν με βάση όσα έχουν προαναφερθεί ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή στις 28.09.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα HΒΗ 999 στη Λεωφ. Αρτέμιδος. Υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η παρουσίαση και του ανώτατου ορίου ταχύτητας. Τέτοιο όριο ταχύτητας δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχολιάζω εδώ και γιατί το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Με βάση την απόφαση Φοίβος Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 ΑΑΔ 789 η ύπαρξη μαρτυρίας, χωρίς τούτη να αξιολογείται, εκ πρώτης όψεως κρίνεται ικανή μαρτυρία για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Σε αυτό όμως το στάδιο, όπου η εν λόγω μαρτυρία διυλίζεται μέσα απ ό την αντιπαράθεση, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται ένεκα της εγγενούς αυτής αναξιοπιστίας. Συνεπώς, προκύπτει ότι στο τέλος της ημέρας ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το ανώτατο όριο ταχύτητας στο δρόμο όπου εντοπίστηκε το όχημα του Κατηγορουμένου. Είναι βέβαια σταθερός παρονομαστής του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. σχετικά Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν δύναται να εικάσει ποιο είναι το ανώτατο όριο ταχύτητας στη Λεωφ. Αρτέμιδος όπου εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.