Αστυνομία ν. Γιώργος Χριστοφίδης, Αρ. Υποθέσεως: 18302/06, 13.02.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 18302/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Γιώργος Χριστοφίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.02.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα Χρ. Αργυρού Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν. 174/86και άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 19.11.06 στην οδό Ζακύνθου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 424 καθ΄ ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή του ήταν 87mg αντί 22mg που είναι το επιτρεπτό. Η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της περιορίστηκε σε δύο μάρτυρες. Τούτοι ήταν ο Αστ. 1174 Ν. Παπαθανασίου (ΜΚ1) και ο Αστ. 4711 Μ. Κάρουλας (ΜΚ2). Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπικής φύσεως και εστιάστηκε στο ότι την επομένη ημέρα της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος από τον Κατηγορούμενο, ο μάρτυρας κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο γραπτώς (βλ. τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση που είχε ετοιμάσει εκ των προτέρων (βλ. τεκμήριο 1), ανέφερε ότι στις 19.11.06 και κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στην Τροχαία Λάρνακας για επικίνδυνη οδήγηση συγκεκριμένου οχήματος, επισκέφθηκε την οδό Ζακύνθου. Σύμφωνα με την καταγγελία η εν λόγω οδός ήταν ο χώρος όπου ευρισκόταν το όχημα που καταγγέλθηκε. Όταν ο μάρτυρας μετέβη στην οδό Ζακύνθου εκεί εντόπισε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΖΑ 424 σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου, τη μηχανή του οχήματος ξεκινημένη, τα φώτα πορείας του οχήματος αναμμένα και εντός του οχήματος τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στη θέση του οδηγού και να κοιμάται. Ταυτοχρόνως, ο Κατηγορούμενος είχε το δεξί του πόδι στο πετάλι της βενζίνης και πίεζε τούτο και ως εκ τούτου η μηχανή του οχήματος διενεργούσε θόρυβο. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι στη σκηνή όπου ευρισκόταν το εν λόγω όχημα, πολίτης, ο οποίος επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμος, υπέδειξε στο μάρτυρα το όχημα του Κατηγορουμένου ως το όχημα που οδηγείτο επικίνδυνα. Αφότου ο ΜΚ1 ξύπνησε το πρόσωπο εντός του περί ου ο λόγος οχήματος, εκείνο του ανέφερε τα στοιχεία του και τότε ο αστυφύλακας διαπίστωσε ότι ο οδηγός μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κοκκινωπά μάτια, μιλούσε ασυνάρτητα και είχε χαμένο τον προσανατολισμό του. Συνεπεία τούτου, ο ΜΚ1 διενήργησε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοτέστ. Εφόσον η ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου στις 19.11.06, αποτέλεσε αντικείμενο παραδεχτού από την υπεράσπιση γεγονότος, αποφεύγω την παράθεση περαιτέρω μαρτυρίας επί τούτου και παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω παραδεχτό γεγονός. Ό,τι δηλώθηκε ήταν πως στις 19.11.06 ο ΜΚ1 διενήργησε έλεγχο αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου και τούτη η αναλογία ήταν 87mg αντί 22mg. Στη συνέχεια, αφότου το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα του Κατηγορουμένου περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του και κάλεσε τούτον σε απολογία, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στην ένορκη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 19.11.06 συναντήθηκε με κάποιο φίλο του και πήγαν σε νυκτερινό κέντρο για διασκέδαση. Ο ίδιος είχε αφήσει το όχημά του στην οδό Ζακύνθου και για τη μετακίνησή τους χρησιμοποίησαν το όχημα του φίλου του. Όταν απεφάσισαν να φύγουν, περί ώρα 12:30 με 12:45, ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε από το φίλο του στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το όχημά του. Μπαίνοντας στο όχημα ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Επειδή έκανε κρύο και ο Κατηγορούμενος απεφάσισε να μείνει στο όχημα του εφόσον δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει, μέχρις ότου η ώρα γίνει κατάλληλη για να τηλεφωνήσει σε κάποιον να έρθει να τον παραλάβει, ξεκίνησε το όχημά του και έθεσε σε λειτουργία τη θέρμανση τούτου. Αργότερα, κάποιος του κτύπησε το παράθυρο και όταν ξύπνησε αντιλήφθηκε ότι ήταν αστυνομικός, ο οποίος στη συνέχεια του έκανε αλκοτέστ. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, δεν είχε πρόθεση να οδηγήσει εφόσον δεν ήταν καλά. Μετά τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου η υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεση της και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η δε κα Αργυρού για τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημά του. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τόσο οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο Κατηγορούμενος είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που αποκόμισα και από τους τρεις ήταν θετική. Τούτη εδράζεται στο γεγονός ότι τόσο οι μάρτυρες όσο και ο Κατηγορούμενος ήταν σταθεροί στις απαντήσεις τους, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, ενώ η συνολική τους παρουσία στο Δικαστήριο άφησε μόνο θετικά στοιχεία. Τη μαρτυρία τους δεν έχω κανένα ενδοιασμό να την αποδεχτώ. Βεβαίως, πρέπει να διευκρινίσω εδώ ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ1 παρότι αποδέχομαι πως στις 19.11.06 άγνωστο στο μάρτυρα πρόσωπο του υπέδειξε στην οδό Ζακύνθου το όχημα που ευρισκόταν ο Κατηγορούμενος ως το όχημα που οδηγείτο επικίνδυνα, τούτο δεν σημαίνει ότι όντως το εν λόγω όχημα οδηγείτο επικίνδυνα ή οδηγείτο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Για ότι αφορά την αξιοπιστία του ΜΚ1, αρκεί να αναφέρω ότι αποδέχομαι πως άγνωστο πρόσωπο τον πληροφόρησε, ως ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο, δηλαδή ότι το όχημα που ευρίσκετο ο Κατηγορούμενος, προ της άφιξής του μάρτυρα στη σκηνή οδηγείτο επικίνδυνα. Στρέφομαι τώρα σε σχολιασμό της δήλωσης αυτού του τρίτου προσώπου που ο ΜΚ1 μετέφερε στο Δικαστήριο. Την εν λόγω δήλωση δεν την αποδέχομαι και δεν την αξιολογώ θετικά. Δεν χωρεί βέβαια αμφιβολία ότι αυτή η δήλωση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Παρόλα ταύτα, σήμερα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια θετικής αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας (βλ. περί Αποδείξεως (Τροποποιητκός) Νόμος, Ν.32(Ι)/2004). Ο τροποποιητικός νόμος δεν δημιούργησε βεβαίως υποχρέωση στο Δικαστήριο για θετική αξιολόγηση της όποιας εξ ακοής μαρτυρίας. Ό,τι διαφοροποίησε ο τροποποιητικός νόμος, είναι την υπαρκτή σήμερα ευχέρεια ενσωμάτωσης τέτοιας μαρτυρίας στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Έχοντας λοιπόν ενσωματώσει αυτή τη δήλωση τρίτου προσώπου προς το ΜΚ1 στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, εξέτασα τούτη, ιδιαίτερα υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και διαπίστωσα ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι προφορική, άγνωστου προσώπου αλλά ακόμη και αόριστη ως προς το τι ακριβώς εννοεί. Το πρόσωπο που προέβη σε αυτή τη δήλωση δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υπεβλήθη στην τριβή της αντεξέτασης και άγνωστο παραμένει τι εννοούσε λέγοντας επικίνδυνη οδήγηση ή ακόμη οδήγηση. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε πως το όχημα διενεργούσε θόρυβο εφόσον ο ίδιος είχε το πόδι του στο πετάλι της βενζίνης, εισηγήθηκε όμως ότι αυτός ο θόρυβος ήταν που θεωρήθηκε οδήγηση. Στη βάση λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστώ στη δήλωση προσώπου που δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστεί, εφόσον μάλιστα η δήλωση αυτή καθαυτή δύναται να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και η κάθε ερμηνεία οδηγεί σε διαφορετικό σε σχέση με την έννοια της οδήγησης αποτέλεσμα. Καταλήγω λοιπόν ότι στις 19.11.06 ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε από το ΜΚ1 να ευρίσκεται κοιμισμένος εντός του οχήματος ΗΖΑ 424 στην οδό Ζακύνθου με το όχημα ξεκινημένο, τα φώτα πορείας αναμμένα και το πόδι του επάνω στο πετάλι της βενζίνης. Κατά τον εν λόγω χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου ανέρχετο σε 87mg έναντι 22mg που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο. Ό,τι αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών ήταν κατά πόσο τα πιο πάνω γεγονότα, εμπίπτουν εντός της έννοιας της οδήγησης. Σημειώνω εδώ ότι δεν αποδέχομαι ως ορθή τη θέση τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και της υπεράσπισης σε σχέση με την απόπειρα οδήγησης και ότι τούτη αποτελεί συστατικό της κατηγορίας που αντιμετώπισε ο Κατηγορούμενος. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος είχε να αντιμετωπίσει περιορίζονται σε οδήγηση και όχι σε απόπειρα (πειράται να οδηγήσει). Άλλωστε, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, 10th edition, σελ. 141 έως 142 η οδήγηση και η απόπειρα οδήγησης εντός της έννοιας του άρθρου 5 του Ν. 174/86 είναι δύο ξεχωριστά αδικήματα και συνεπώς συνύπαρξη τους στις ίδιες λεπτομέρειες αδικήματος θα συνιστούσε πολλαπλότητα . Στη δοσμένη όμως περίπτωση κρίνω ότι δεν πρόκειται για κατηγορία απόπειρας οδήγησης αλλά μόνο για οδήγηση. Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα (Wilkinson´s πιο πάνω) στη σελ. 154 αναφέρεται ότι "it has been said that whether or not a person is driving or attempting to drive is a question of fact (R v. Cuttridge
(1973)RTR 135). Στην απόφαση R v. MacDonagh
(1974)RTR 372, 375 ο Λόρδος Widgery έθεσε τα κριτήρια της οδήγησης ως ακολούθως: "We would draw attention to the two factors to which Lord Parker CJ refers: first, that the alleged driver must be in the driving seat, or in control of the steering wheel; and, secondly, that his activities are nevertheless not to be held to amount to driving unless they come within the ordinary meaning of that word. The last case to which we would refer is Ames v MacLeod, 1969 JC 1 where the facts were very close to those of the instant case. The accused, who was alleged to have been driving a motor car, had been walking beside it as it ran down a slight incline, and had steered it by placing his hand on the wheel. The car had run out of petrol. The Lord Justice-General thought that the question turned on whether the defendant was ´in a substantial sense controlling the movement and direction of the car, ´and held that this test was satisfied. The other judges concurred. We respectfully agree that a person cannot be driving unless he satisfies the test adopted by the Court of Session, and we recognize the importance that this legislation should be given the same meaning in England as in Scotland. But we do not think that the test is exhaustive. It is still necessary to consider whether the activity in question can fall within the ordinary meaning of the word ´driving.´ Giving the words their ordinary meaning there must be a distinction between driving a car and pushing it. The dividing line will not always be easy to draw, and the distinction will often turn on the extent and degree to which the defendant was relying on the use of the driver´s controls. " Προκύπτει δηλαδή ότι ο οδηγός, πρέπει, όχι μόνο να κάθεται στη θέση του οδηγού ή να έχει τον έλεγχο του τιμονιού του οχήματος, αλλά οι πράξεις του να εμπίπτουν στην καθημερινή έννοια της λέξης οδήγηση. Στη δοσμένη περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμία ενέργεια που να υποδηλώνει έλεγχο του οχήματος κατά την οδήγηση, κρίνω ότι οι πράξεις του (δηλαδή ότι κοιμήθηκε εντός ξεκινημένου οχήματος με αναμμένα φώτα), δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην καθημερινή έννοια της οδήγησης. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Stevens v. Thornborrow
(1969)3 All ER 1487 όπου τα γεγονότα παρουσιάζουν κάποια ομοιότητα με τα γεγονότα της παρούσης. Η μόνη διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός ότι στην υπόθεση Stevens (πιο πάνω) ο οδηγός και οι συνεπιβάτες του δεν κοιμόντουσαν στο όχημα αλλά επί 15 λεπτά ευρίσκονταν εντός του ακινητοποιημένου και όχι ξεκινημένου οχήματος και συζητούσαν. Αυτή η πράξη του οδηγού δεν θεωρήθηκε ενέργεια που συνιστά οδήγηση. Καταλήγω λοιπόν ότι στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος, παρότι στη θέση του οδηγού και παρότι το όχημα ήταν ξεκινημένο, δεν είχε ουσιαστικό έλεγχο του οχήματος υπό την έννοια της οδήγησης, άλλωστε το όχημα ήταν ακινητοποιημένο και περαιτέρω, αυτές οι πράξεις του Κατηγορουμένου δεν δύνανται να κριθούν ως οδήγηση. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου της κατηγορίας εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή εκείνο της οδήγησης και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο