Δημοκρατία ν. Julian Harrington κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4347/06, 15 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:2 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4347/06 Δημοκρατία ν.
- Julian Harrington
- Michael Binnington
- Luke Atkinson Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Ζαχαριάδου με κ. Η. Στεφάνου και κ. Λ. Παρπαρίνο, ασκούμενο δικηγόρο. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Α. Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Γ. Παπαϊωάννου. Κατηγορούμενοι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η (πλειοψηφίας) Ο Χρίστος Παπίρης (θα αναφέρεται στη συνέχεια της απόφασης ως ο Χρίστος), 18 ετών, καταγόταν από το χωριό Ακάκι και ήταν συνομήλικος, φίλος και συγχωριανός του Μάριου Δημητρίου (θα αναφέρεται στη συνέχεια της απόφασης ως ο Μάριος), ΜΚ
- Οι κατηγορούμενοι, συγγενείς μεταξύ τους, κατάγονται από το Essex και είναι Άγγλοι υπήκοοι. Τις πρωινές ώρες της 18.8.06 οι δρόμοι τους έσμιξαν. Με μοιραία αποτελέσματα: ελάχιστο χρόνο μετά ο Χρίστος ήταν νεκρός, ο Μάριος σοβαρά τραυματισμένος και οι τρεις Άγγλοι τελούσαν υπό κράτηση. Βρίσκονται δε ενώπιον του Δικαστηρίου αντιμέτωποι κατηγοριών ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση των άρθρων 205
(1)
(3), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και διενέργειας πράξεων που σκοπό είχαν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 228 (α), 20 και 21 του πιο πάνω κώδικα. Η λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τα αποδεκτά δεδομένα και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, θα οδηγήσει σε σφαιρική αντίληψη της υπό κρίση υπόθεσης: Ο Χρίστος και ο Μάριος μετέβησαν την 12.8.06 για διακοπές στον Πρωταρά. Θα παρέμεναν εκεί για μία βδομάδα. Την 17.8.06 αφίχθησαν στην Κύπρο, επίσης για διακοπές και οι κατηγορούμενοι. Ο κατηγορούμενος 1 είναι θείος των κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίοι είναι πρώτα μεταξύ τους ξαδέλφια. Θα διέμεναν και αυτοί στην περιοχή Πρωταρά. Τις πρωινές ώρες της 18.8.06 οι κατηγορούμενοι 2 και 3 μαζί με άλλους φίλους, συμπατριώτες τους, μετέβησαν για διασκέδαση στη δισκοθήκη Boogies, στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων στον Πρωταρά. Μεταξύ των φίλων τους ήταν και οι James Goodwin, Adam Meek και Jasmine Harrington, θυγατέρα του 1ου κατηγορούμενου. Ενώ διασκέδαζαν στην πιο πάνω δισκοθήκη δημιουργήθηκε μεταξύ τους και παρέας άλλων νεαρών, πιθανόν Κυπρίων, παρεξήγηση. Μετά από επέμβαση των φρουρών ασφαλείας οδηγήθηκαν εκτός του χώρου ο 2ος κατηγορούμενος και ο Adam Meek. Στη συνέχεια όλη η παρέα εξήλθε της δισκοθήκης. Ακολούθησε, ως εξέλιξη της προηγούμενης παρεξήγησης, συμπλοκή μεταξύ των Άγγλων και Κυπρίων νεαρών. Αποτέλεσμα της συμπλοκής ήταν ο τραυματισμός στο κεφάλι του Meek. Μεταφέρθηκε από τους φίλους του, μεταξύ των οποίων και η Jasmine, στην ιδιωτική κλινική Valessia, η οποία βρίσκεται επί της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο. Η λεωφόρος αυτή εφάπτεται της Λεωφόρου Ξενοδοχείων. Τις διαχωρίζουν φώτα τροχαίας. Έφθασαν στην κλινική κατά η ώρα 03:
- Στην κλινική μετέβησαν και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 μαζί με τον Goodwin. Η Jasmine τηλεφώνησε στην Αγγλίδα γιαγιά της, η οποία επίσης διέμενε στην Κύπρο και της ανέφερε το περιστατικό. Η τελευταία μετέβηκε στην κλινική με το αυτοκίνητο της και μετέφερε την Jasmine στην οικία των γονέων της, στους οποίους αυτή ανέφερε τα γεγονότα που προηγήθησαν. Τότε ο πατέρας της (ο κατηγορούμενος 1), ακολουθώντας την γιαγιά, πήγε στην κλινική με το αυτοκίνητο ενοικιάσεως που είχε στην κατοχή του, υπ΄ αρ. εγγραφής ΖΚΝΡ143 χρώματος βυσσινί. Επισκέφτηκε τον Meek και είχε συνομιλία μαζί του. Παράλληλα του λέχθηκε ότι τα πρόσωπα τα οποία τον κτύπησαν ήταν Κύπριοι που επέβαιναν μοτοποδηλάτων και πηγαινοέρχονταν έξω από την κλινική. Σε κάποιο χρονικό σημείο στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι και ο Goodwin εισήλθαν στο αυτοκίνητο ενοικιάσεως του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος κάθισε στη θέση του οδηγού. Ο Goodwin πήρε τη θέση συνοδηγού έχοντας στην κατοχή του μαχαίρι, το οποίο είχε παραλάβει προηγουμένως από το σπίτι του. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κάθισαν στο πίσω κάθισμα. Ξεκίνησαν με κατεύθυνση προς Παραλίμνι. Σε κάποιο στάδιο και ενώ ακόμη επέβαιναν όλοι τους στο ίδιο αυτοκίνητο σταμάτησαν όταν αντιλήφθηκαν δύο συμπατριώτες τους, τον Darren Eke (ΜΚ10) και τον Jason Lomas, οι οποίοι περπατούσαν κατά μήκος του δρόμου αλλά με αντίθετη κατεύθυνση. Μετά από αυτήν τη συνάντηση ο 1ος κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο πίσω στην κλινική Valessia, απ΄ όπου είχαν ξεκινήσει αρχικά και αποβιβάστηκε στο σημείο αυτό ο Goodwin. Ακολούθως όλοι οι κατηγορούμενοι, εξακολουθώντας να επιβαίνουν στο αυτοκίνητο ΖΚΝΡ143, κατευθύνθηκαν ξανά προς το Παραλίμνι. Έστιψαν δεξιά από τα φώτα τροχαίας και εισήλθαν στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων και ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το αυτοκίνητο σε σημείο του δρόμου λίγο πιο κάτω από εστιατόριο McDonalds που υπάρχει εκεί. Ο Μάριος τη χρονική αυτή στιγμή, βρισκόταν επί της ιδίας λεωφόρου, ερχόμενος εξ αντιθέτου και σε μονόδρομη πορεία. Οδηγούσε το μοτοποδήλατο ενοικιάσεως τύπου σκούτερ, κίτρινου χρώματος, με αριθμό εγγραφής ΖΚLB903 και είχε ως επιβάτη στο πίσω μέρος τον Χρίστο. Μόλις πέρασε ο Μάριος δίπλα από το πιο πάνω αυτοκίνητο το αντιλήφθηκε να ξεκινά και να κινείται προς το μέρος του. Προκειμένου να το αποφύγει έκανε ελιγμό και ανέπτυξε ταχύτητα οδηγώντας προς τα φώτα τροχαίας που διαχωρίζουν τη Λεωφόρο Ξενοδοχείων από τη Λεωφόρο Κάβο Γκρέκο και τα οποία βρισκόντουσαν λίγο πιο μακριά από το σημείο συνάντησης των δύο οχημάτων. Ενώ κατευθυνόταν προς τα φώτα αυτά διαπίστωσε, ελέγχοντας από το καθρεφτάκι του μοτοποδηλάτου, ότι το αυτοκίνητο των κατηγορουμένων οδηγείτο με πισινή ταχύτητα και ότι σε κάποιο σημείο έκανε επαναστροφή και συνέχισε να τον ακολουθεί. Τότε ο Μάριος έστριψε από τα φώτα αριστερά, εισερχόμενος στη Λεωφόρο Κάβο Γκρέκο και κατευθύνθηκε προς την κλινική Valessia. Ο 1ος κατηγορούμενος συνέχισε να τον κυνηγά, ενέργεια την οποία διαπίστωσαν και οι δύο επιβαίνοντες επί του μοτοποδηλάτου. Μάλιστα ο Χρίστος ανέφερε στον Μάριο "ρε Μάριε τούτοι βουρούν μας έμπα κάπου να γλυτώσουμε". Αμέσως ο Μάριος εισήλθε μέσω ανοίγματος στον ποδηλατόδρομο που υπάρχει στην αριστερή πλευρά της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο σύμφωνα με την πορεία του, σε μία προσπάθεια διαφυγής τους. Ο 1ος κατηγορούμενος όμως συνέχισε να κυνηγά το μοτοποδήλατο, οδηγώντας και ο ίδιος το αυτοκίνητο του στον ποδηλατόδρομο. Ο Μάριος βγήκε ξανά έξω από τον ποδηλατόδρομο και εισήλθε και πάλι στη λεωφόρο χρησιμοποιώντας το επόμενο άνοιγμα που βρήκε. Διαπίστωσε όμως ότι το αυτοκίνητο ακολούθησε την ίδια πορεία και εξακολουθούσε να τους κυνηγά. Άκουσε μάλιστα "το μουγκρητό" της μηχανής του. Στο επόμενο άνοιγμα του δρόμου ο Μάριος εισήλθε εκ νέου στον ποδηλατόδρομο και συνέχισε να οδηγά κατευθυνόμενος προς την κατεύθυνση του Κάβο Γκρέκο. Το ίδιο έπραξε και ο 1ος κατηγορούμενος, συνεχίζοντας να κυνηγά με το αυτοκίνητο που οδηγούσε το μοτοποδήλατο. Ακολούθησαν γεγονότα που κατέληξαν σε πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 επί του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος. Παρεμβάλλουμε ότι οι ακριβείς συνθήκες πρόσκρουσης και ο αριθμός των επαφών που έλαβαν χώρα μεταξύ των δύο οχημάτων τελούν υπό αμφισβήτηση σε σχέση και με τους τρεις κατηγορούμενους. Θα αποκρυσταλλωθούν μέσα από την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας και θα καταγραφούν ως ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης ήταν να πέσουν από το μοτοποδήλατο οι Χρίστος και Μάριος. Ο πρώτος κτύπησε στη συνέχεια σε μεταλλικό πάσσαλο φωτισμού και ο δεύτερος παρέμεινε στο έδαφος. Ο Χρίστος προτού χάσει τις αισθήσεις του και βρισκόμενος στη σκηνή της πρόσκρουσης ανέφερε σε Λοχία της Αστυνομίας, ο οποίος επισκέφθηκε πρώτος το χώρο, "εκτύπησεν μας που πίσω με το αυτοκίνητο τζιαι έφυε". Μεταφέρθηκε ακολούθως με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου βρισκόμενος σε κωματώδη κατάσταση. Παρά τις προσπάθειες του επί καθήκοντι γιατρού για επαναφορά του εξέπνευσε στις 05:00 ώρα της 18.8.
- Διενεργήθηκε νεκροψία επί της σορού και διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του προήλθε από εσωτερική αιμορραγία, συνεπεία ρήξης ζωτικών οργάνων που προκλήθηκε από την πρόσκρουση σε μεταλλικό πάσσαλο φωτισμού μετά την πτώση του από το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μάριος. Διαπιστώθηκε επίσης ότι έφερε εκδορές, κατάγματα και ερυθρότητες σε διάφορα μέρη του σώματος του. Ο Μάριος συνεπεία της πτώσης του από το μοτοποδήλατο υπέστη εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος του, τραύματα στο αριστερό φρύδι και στη γενειακή χώρα, υπόσφαγμα αριστερού οφθαλμού και κάταγμα λεκάνης. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος μετά την πρόσκρουση του επί του μοτοποδηλάτου ΖΚLB903 συγκρούστηκε με άλλο μοτοποδήλατο, μπλε χρώματος, με αρ. εγγραφής ΖΗΜΧ909, το οποίο οδηγούσε κάποιος Matthew Stephen. Ως αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο αυτό και ο οδηγός του έπεσαν στο έδαφος. Από την πτώση ο τελευταίος τραυματίστηκε στον αριστερό αγκώνα. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του στην περιοχή Κόννος στο Κάβο Γκρέκο και το εγκατέλειψε σε χώρο στάθμευσης ξενοδοχείου. Απ΄ εκεί τηλεφώνησε στον Goodwin και του ζήτησε να μεταβεί στην περιοχή για να τον παραλάβει και να τον μεταφέρει στο σπίτι του. Ο Goodwin μετέβηκε με τη μοτοσικλέτα του και τον παρέλαβε. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αποχώρησαν από την περιοχή πεζοί. Σε κάποιο στάδιο της διαδρομής και λίγο πριν εισέλθουν ο Goodwin και ο 1ος κατηγορούμενος στον Πρωταρά, ο τελευταίος τηλεφώνησε στην πεθερά του και ζήτησε από το φίλο της, επίσης Άγγλο υπήκοο, να μεταβεί στην περιοχή όπου βρισκόταν και να τον παραλάβει με το αυτοκίνητο του. Έτσι και έγινε. Με τον τρόπο αυτό ο 1ος κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο σπίτι που διέμενε, στην περιοχή Κάππαρη, στο Παραλίμνι. Εν τω μεταξύ τη σκηνή του επεισοδίου επισκέφτηκαν μέλη διαφόρων τμημάτων της Αστυνομίας για περαιτέρω εξετάσεις. Η σκηνή από τις 05:20 της 18.8.06 απεκόπη με τη χρήση αστυνομικής ταινίας και παρέμεινε υπό φρούρηση μέχρι τις 12:15 της ίδιας μέρας. Κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εισήλθε εντός αυτής κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα. Εναντίον και των τριών κατηγορουμένων εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης. Εκδόθηκαν επίσης εντάλματα έρευνας των οικιών τους και του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ
- Ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθηκε η ώρα 13:20 της 18.8.
- Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε "Ιs not me". Αρχικά αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση ισχυριζόμενος ότι δεν είχε καμία εμπλοκή και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κοιμόταν στο σπίτι του και δεν οδηγούσε το υπό αναφορά αυτοκίνητο. Στη θέση του εξεταστή ότι υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "did you find the car? find the car and after look for the driver". Ο 2ος κατηγορούμενος συνελήφθηκε η ώρα 13:10 της 18.8.
- Η απάντηση του ήταν "what can I say". Την ίδια μέρα και η ώρα 14:20 συνελήφθηκε και ο 3ος κατηγορούμενος και μετά τη σχετική επίστηση απάντησε "I cant remember". Λίγη ώρα αργότερα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 προέβησαν σε θεληματική κατάθεση. Το ίδιο έπραξε και ο κατηγορούμενος 1 στις 24.8.
- Οι καταθέσεις αυτές κατατέθησαν, ως νομότυπα ληφθείσες, ως Τεκμήρια 26, 27 και
- Την 19.8.06 παρουσιάστηκαν και οι τρεις ενώπιον Δικαστηρίου και εναντίον τους εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης για 8 μέρες. Σε αναγνωριστική παράταξη που έλαβε χώρα την 25.8.06 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, αναγνωρίστηκε ο 1ος κατηγορούμενος ως το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα υπ΄ αρ. εγγραφής ΖΚΝΡ143 την 18.8.
- Στις 4.9.06 οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς. O 1ow απάντησε "Αll I have to say, I will say it to Court", ο 2ος κατηγορούμενος "I am innocent" και ο 3ος κατηγορούμενος "Not guilty". Το γενετικό προφίλ του DNA του 1ου κατηγορούμενου ταυτίστηκε με αυτό που απομονώθηκε από διάφορα μέρη του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ
- Επίσης γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από παντούφλες, κηλίδες αίματος και τρίχες που εντοπίστηκαν στη σκηνή της πτώσης των επιβατών του μοτοποδηλάτου ΖΚLB903 ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του DNA του Μάριου. Είναι, τέλος, παραδεκτό γεγονός ότι αριθμός τεκμηρίων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου στο Δικαστήριο από την παραλαβή τους μέχρι και την κατάθεση τους διακινήθηκαν νομότυπα και μόνο από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και δεν υπήρξε οποιαδήποτε επέμβαση σ΄ αυτά. Προσθέτουμε ως ουσιαστικά παραδεκτό γεγονός και το εξής αναντίλεκτο: οι Χρίστος και Μάριος δεν είχαν καμία συμμετοχή στα επεισόδια που έλαβαν χώρα στη δισκοθήκη Boogies και τα οποία συνιστούσαν τη γενεσιουργό αιτία των όσων τραγικών ακολούθησαν. Δεν ήταν καν παρόντες στο χώρο της δισκοθήκης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων κυκλοφορούσαν τις συγκεκριμένες πρωινές ώρες της 18.8.06, αναζητώντας συγκεκριμένο μέρος της παραλίας στο οποίο βρισκόταν κάποιος φίλος τους. Προτού καταγράψουμε τα ουσιαστικά για την υπόθεση σημεία που τελούν υπό αμφισβήτηση και ακολούθως τη μαρτυρία που τα καλύπτει, είναι σκόπιμο να παρεμβάλουμε ότι ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε τελικά ενώπιον του Δικαστηρίου τις κατηγορίες που τον βαραίνουν. Αυτό έγινε, μετά από αίτημα του για αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή, στις 17.11.06 και στο τελικό στάδιο της εξέτασης του Μάριου, ΜΚ
- Παρά την παραδοχή του κρίθηκε επιβεβλημένο, λόγω των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, να του επιβληθεί ποινή μετά το πέρας της ολοκλήρωσης της υπόθεσης και για τους δύο συγκατηγορούμενους του. Συγκεκριμενοποιώντας, αναφέρουμε ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με σημαντικά για σκοπούς επιβολής ποινής γεγονότα. Αυτά καλύπτουν τόσο το σκοπό της κίνησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 όταν για πρώτη φορά συνάντησε το μοτοποδήλατο ΖΚLB903 επί της Λεωφόρου Ξενοδοχείων, όσο - και κυρίως - τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πρόσκρουση του αυτοκινήτου επί του πιο πάνω μοτοποδηλάτου. Υπάρχει επίσης αμφισβήτηση ως προς ισχυριζόμενες στιχομυθίες που δίνουν άλλη διάσταση γύρω από τα γεγονότα που καλύπτουν την πρόσκρουση. Επί των πιο πάνω διαφοροποιήσεων θα παραθέσουμε στη συνέχεια της απόφασης μας τις εκατέρωθεν θέσεις. Υπό το φως της φύσης των ταυτόσημων κατηγοριών που αντιμετωπίζουν όλοι οι κατηγορούμενοι, το πιο πάνω μέρος των γεγονότων αναπόδραστα τους επηρεάζει από κοινού. Ως εκ τούτου θα περιπλεκόταν αχρείαστα η υπόθεση και τυχόν προηγούμενη ολοκλήρωση της σε σχέση με τον 1ον κατηγορούμενο θα επιδρούσε στην υπεράσπιση των κατηγορουμένων 2 και
- Να προσθέσουμε επίσης ότι με τη σύμφωνη θέση και του συνηγόρου του 1ου κατηγορούμενου η όλη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κάλυπτε ταυτόχρονα και τη δική του πλευρά σε σχέση με τα αμφισβητούμενα για σκοπούς επιβολής ποινής γεγονότα. Ήταν άλλωστε υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων και η μόνη, ενδεδειγμένη, διαδικασία. Συμπληρώνουμε ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 δεν πρόσφερε μαρτυρία ως προς τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα. Γίνεται εύκολα κατανοητό, ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου επιδρούν τόσο σε σχέση με την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, όσο και σε αναφορά με το υπόβαθρο των γεγονότων που θα ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο
- Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν σε μεγάλη έκταση σκιαγραφήσει την εξέλιξη των όσων διαδραματίστηκαν τις πρωινές ώρες της 18.8.
- Μέσα από αυτά καταδεικνύεται η καταδίωξη του μοτοποδηλάτου στο οποίο επέβαιναν οι Χρίστος και Μάριος από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 και στο οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Προβάλλει επίσης ως παραδεκτό γεγονός η πρόσκρουση του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου. Πρόσκρουση που ήταν το τελικό αποτέλεσμα της καταδίωξης και η οποία έλαβε χώρα ενώ τα δύο οχήματα βρισκόντουσαν επί του ποδηλατόδρομου και αφού προηγουμένως εισήλθαν και εξήλθαν κατ΄ επανάληψη από τη Λεωφόρο Κάβο Γκρέκο στον πιο πάνω ποδηλατόδρομο. Με δεδομένα τα πιο πάνω ό,τι αποτέλεσε κύριο στοιχείο αμφισβήτησης ήταν οι συνθήκες που προηγήθησαν της πρόσκρουσης. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι μία και μόνο επαφή υπήρξε μεταξύ των δύο οχημάτων. Αντιθέτως η Κατηγορούσα Αρχή προωθούσε ως γραμμή της τον ισχυρισμό ότι προηγήθησαν άλλες δύο τουλάχιστον επαφές των δύο οχημάτων προτού ακολουθήσει η τελική πρόσκρουση και η πτώση των Χρίστου και Μάριου από το μοτοποδήλατο. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή σκόπευε στην τεκμηρίωση των πιο πάνω θέσεων της. Το υπόλοιπο μέρος της στόχευε να καταδείξει την όλη, κοινή, επιθετική συμπεριφορά των κατηγορουμένων από τη στιγμή της συνάντησης τους στην κλινική Valessia μέχρι και την τελική, μοιραία, επαφή των δύο οχημάτων. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η οποία κάλυπτε τόσο συγκεκριμένες κινήσεις και ενέργειες των κατηγορουμένων, όσο και την όλη συμπεριφορά τους κατά το χρόνο που, κατ΄ ισχυρισμό του ΜΚ10, λάμβανε χώρα μεταξύ του και του κατηγορούμενου 1 συνομιλία. Μέσα από την παράθεση του σχετικού μέρους της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας θα καλυφθούν με λεπτομέρεια όλα τα πιο πάνω θέματα. Προσθέτουμε απλά ότι η υπεράσπιση δεν πρόσφερε μαρτυρία. Περιορίστηκε στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων 2 και
- Ούτε δόθηκε μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης του 1ου κατηγορούμενου σε σχέση με την κάλυψη των αμφισβητούμενων γεγονότων που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της εναντίον του ποινής. Είναι σκόπιμο να παραθέσουμε σε πρώτο στάδιο τη μαρτυρία του τελευταίου μάρτυρα κατηγορίας, Darren Eke (MK10). Με δεδομένο ότι το πρόσωπο αυτό ήταν παρόν τόσο αμέσως προηγουμένως, όσο και κατά το χρόνο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143 επί του μοτοποδηλάτου ΖΚLB903, καθίσταται προφανές ότι τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία. Ο ΜΚ10 κατάγεται από το Kent της Αγγλίας και είναι φοιτητής. Τον Αύγουστο του 2006 βρισκόταν στον Πρωταρά για διακοπές με την οικογένεια του. Ήταν η όγδοη φορά που επισκεπτόταν την Κύπρο. Τις πρωινές ώρες της 18.8.06 και συγκεκριμένα γύρω στις 3:45 π.μ., περπατούσε μαζί με κάποιο φίλο του στο πεζοδρόμιο και επί της δεξιάς πλευράς της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο, έχοντας στα αριστερά του την κλινική Valessia. Φθάνοντας στο ύψος της πιο πάνω κλινικής αντιλήφθηκε μία ομάδα από αγόρια και κορίτσια να βρίσκεται έξω από αυτή. Είδε επίσης ένα πράσινο μοτοποδήλατο σταματημένο και τον οδηγό του να κατεβαίνει και να βγάζει το κράνος του. Κατάλαβε στη συνέχεια ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν Άγγλοι. Τα αγόρια της παρέας, περίπου τέσσερα, τα είδε να ρίχνουν πέτρες εναντίον μοτοποδηλάτων που περνούσαν μπροστά από την κλινική και στα οποία επέβαιναν νεαροί Κύπριοι. Ο ΜΚ10 και ο φίλος του συνέχισαν να περπατούν. Σκοπός τους ήταν να μεταβούν σε τράπεζα στην οποία υπάρχει αυτόματη ταμειακή μηχανή ανάληψης χρημάτων, η οποία βρισκόταν λίγο πιο μακριά και επί της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο. Όταν πλησίασαν την τράπεζα δύο μοτοποδήλατα με Κύπριους οδηγούς πέρασαν δίπλα τους. Ο ΜΚ10 τους χαιρέτησε και ρώτησε αυτόν που επέβαινε του κόκκινου μοτοποδήλατου αν του έριχναν πέτρες προηγουμένως. Αυτός, απαντώντας καταφατικά, του είπε να μην ανησυχεί και κτύπησε με το χέρι του πάνω στην τσέπη του, θέλοντας να του δείξει ότι κρατούσε όπλο. Ο μάρτυρας κοίταξε προς την κλινική και είδε τα αγόρια που βρισκόντουσαν εκεί να μπαίνουν μέσα σε ένα βυσσινί αυτοκίνητο. Ακολούθως αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο αυτό να καταδιώκει το κόκκινο μοτοποδήλατο. Όπως είπε "Ήταν σαν μία κούρσα θανάτου. Δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Και το αυτοκίνητο αύξανε ταχύτητα." Τότε ο οδηγός του κόκκινου μοτοποδηλάτου, μαζί με κάποιο άλλον που οδηγούσε ένα μπλε μοτοποδήλατο, προκειμένου να αποφύγουν την καταδίωξη τους εισήλθαν σε χωματόδρομο που υπάρχει δίπλα από την τράπεζα. Στο χωματόδρομο αυτό εισήλθε και το βυσσινί αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως εξήλθε της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο, πέρασε πάνω από τον ποδηλατόδρομο που εφάπτεται της λεωφόρου αυτής και ακολούθως πάνω και από το πεζοδρόμιο. Βλέποντας όλα τα πιο πάνω ο ΜΚ10 και ο φίλος του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο ξενοδοχείο τους. Έτσι έκαναν μεταβολή και άρχισαν να περπατούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, βρισκόμενοι πάντα στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο. Μόλις πέρασαν την κλινική είδαν να έρχεται από απέναντι τους το βυσσινί αυτοκίνητο, οδηγούμενο πάνω στον ποδηλατόδρομο. Ήταν το ίδιο αυτοκίνητο που είδε προηγουμένως να καταδιώκει το κόκκινο μοτοποδήλατο και το ίδιο που στη συνέχεια προσέκρουσε επί του κίτρινου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος. Σταμάτησε δίπλα τους και ο κατηγορούμενος 1, οδηγός του αυτοκινήτου, τους ρώτησε "Are you English?" Ο μάρτυρας κατηγορίας του επιβεβαίωσε ότι είναι Άγγλοι και τον ρώτησε "Are you after the Greek boys?" Ο οδηγός απάντησε "They hurt one of our boys" και πρόσθεσε επίσης "They will get it". Μέσα στο αυτοκίνητο κατ΄ εκείνο το χρόνο υπήρχαν τέσσερα άτομα. Ο ΜΚ10 αντιλήφθηκε τον συνοδηγό να έχει στην κατοχή του μαχαίρι και να το δείχνει κρατώντας το ψηλά με το χέρι του. Τη στιγμή αυτή αντιλήφθηκε επίσης τα δύο άτομα που βρισκόντουσαν μέσα στο αυτοκίνητο, στο πίσω κάθισμα, να χασκογελούν. Για να χαρακτηρίσει το γέλιο αυτό ο μάρτυρας χρησιμοποίησε την Αγγλική λέξη "giggled". Συγκεκριμενοποίησε μάλιστα ότι γέλασαν μ΄ αυτόν τον τρόπο όταν ο οδηγός ανέφερε ότι "they will get it" και όταν, ταυτόχρονα, ο συνεπιβάτης έδειχνε το μαχαίρι. Το αυτοκίνητο έφυγε και ο ΜΚ10 συνέχισε την πορεία του ακολουθώντας τον φίλο του, ο οποίος, μόλις αντίκρισε το μαχαίρι, άρχισε να τρέχει φοβισμένος προς το ξενοδοχείο τους. Ενώ προχωρούσαν τους προσπέρασε ένα μπλε μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε νεαρό άτομο και είχε ως συνεπιβάτιδα νεαρή κοπέλα. Το μοτοποδήλατο αυτό σταμάτησε λίγο πιο κάτω. Αμέσως μετά ο ΜΚ10 αντιλήφθηκε να περνά από δίπλα του ένα κίτρινο μοτοποδήλατο με επιβάτες δύο Κυπριόπουλα. Μόλις άρχισε να τους προσπερνά είδε να το ακολουθεί, σπρώχνοντας το, το βυσσινί αυτοκίνητο. Από το σπρώξιμο αυξήθηκε η ταχύτητα του μοτοποδηλάτου και δημιουργήθηκε ένα διάστημα μεταξύ των δύο οχημάτων. Στη συνέχεια το αυτοκίνητο κτύπησε από πίσω το μοτοποδήλατο. Ακολούθως το κτύπησε για δεύτερη φορά και τότε έπεσαν από αυτό τόσο ο οδηγός όσο και ο επιβάτης. Το αυτοκίνητο συνέχισε να κινείται και κτύπησε πάνω στο μπλε μοτοποδήλατο. Επανέλαβε ο μάρτυρας ότι πρόκειτο για το βυσσινί αυτοκίνητο στο οποίο είχαν επιβιβαστεί στην κλινική τα αγόρια και το οποίο είχε καταδιώξει ακολούθως το κόκκινο μοτοποδήλατο. Διευκρίνισε ότι το αυτοκίνητο αυτό αμέσως πριν την πρόσκρουση οδηγείτο επί του ποδηλατόδρομου, όταν δε κτύπησε και το μπλε μοτοποδήλατο έκανε επαναστροφή πηγαίνοντας προς την κλινική Valessia και μετά έστριψε και πάλιν και οδηγήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο ο ΜΚ10 τον κατηγορούμενο 1 ως τον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού. Αναγνώρισε επίσης τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως επιβάτες του. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία σχετικά με το συμβάν. Την πρώτη η ώρα 05:30 της 18.8.06 και τη δεύτερη λίγες ώρες αργότερα, η ώρα 14:
- Διευκρίνισε ότι όταν έδινε τις καταθέσεις αυτές δεν μπορούσε να σκεφτεί όλα τα γεγονότα, γιατί αφενός δεν είχε κοιμηθεί προηγουμένως και αφετέρου ένιωθε πολύ άσχημα "γιατί είδα εκείνο το παιδί", εννοώντας τον Χρίστο κατά τη στιγμή του θανάτου του. Είπε επίσης "Ήμουν αναστατωμένος, το μυαλό μου ήταν σκοτεινό." Δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 όταν σταμάτησε δίπλα του με το αυτοκίνητο δεν του ανέφερε τίποτε σχετικά με το ρίξιμο πετρών στην κλινική. Πρόσθεσε όμως ότι "γνώριζα ότι αυτοί ήταν που έριχναν πέτρες, γιατί ήταν αυτοί που μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο." Δέχθηκε επίσης ότι στις καταθέσεις του δεν ανέφερε τίποτε σχετικά με γέλωτες των επιβατών του αυτοκινήτου. Διευκρίνισε όμως ότι λόγω της κατάστασης που βρισκόταν όταν έδινε τις καταθέσεις του στην Αστυνομία δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες που προηγήθησαν. Θυμήθηκε το γεγονός αυτό, όπως και άλλες λεπτομέρειες, όταν ξαναεπισκέφθηκε μαζί με τους Εισαγγελείς τη σκηνή τη νύχτα προτού καταθέσει στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος γύρω από τα όσα αντιλήφθηκε να συμβαίνουν έξω από την κλινική ενώ περπατούσε διευκρίνισε ότι είδε τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια. Μεταξύ δε αυτών που έριχναν πέτρες ήταν και ο οδηγός ενός πράσινου μοτοποδηλάτου ο οποίος είχε φθάσει στην κλινική αμέσως προηγουμένως. Οι πέτρες στόχο είχαν μοτοποδήλατα που περνούσαν ακριβώς έξω από την κλινική. Οι οδηγοί τους, προκειμένου να αποφύγουν τις πέτρες, έκαναν ελιγμό προς τα δεξιά. Επανέλαβε επίσης ο μάρτυρας ότι ο ίδιος μίλησε με ένα από τους οδηγούς αυτών των μοτοποδηλάτων. Τον οδηγό δηλαδή, που επέβαινε του κόκκινου. Επεξήγησε περαιτέρω πως ακριβώς έλαβε χώρα η καταδίωξη των μοτοποδηλάτων αυτών από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος. Είπε ότι αντιλήφθηκε τα αγόρια που βρισκόντουσαν έξω από την κλινική να μπαίνουν μέσα στο βυσσινί αυτοκίνητο. Όπως καθόρισε "πήδηξαν μέσα στο αυτοκίνητο". Τρία άτομα μπήκαν στο αυτοκίνητο. Το άτομο που έφθασε στην κλινική με πράσινο μοτοποδήλατο δεν περιλαμβανόταν σ΄ αυτά. Έφυγε με το μοτοποδήλατό του πηγαίνοντας προς το πλευρό της κλινικής. Αμέσως μετά το αυτοκίνητο κυνήγησε τα μοτοποδήλατα που οδηγούσαν Κυπριόπουλα, ακολουθώντας τα στον πλάγιο, χωμάτινο δρόμο. Οι οδηγοί των μοτοποδηλάτων αναγκάστηκαν να εισέλθουν στο χωματόδρομο προκειμένου να αποφύγουν το αυτοκίνητο, το οποίο είδαν προηγουμένως ότι άρχισε να κινείται προς την κατεύθυνση τους. Ο δρόμος αυτός είναι "είδος χωματόδρομου, πετρώδης, δεν ήταν δρόμος για αυτοκίνητα". Επανέλαβε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ότι ο εν λόγω χωματόδρομος βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της τράπεζας, δίπλα από το πεζοδρόμιο και μεταξύ του και της λεωφόρου παρεμβάλλεται, εκτός του πεζοδρομίου, ο ποδηλατόδρομος. Διευκρίνισε τέλος ο ΜΚ10 σε σχέση με το επεισόδιο αυτό ότι μετά δεν ξαναείδε τα συγκεκριμένα μοτοποδήλατα. Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από τις συνθήκες πρόσκρουσης του βυσσινί αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 με το κίτρινο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μάριος έχοντας ως συνεπιβάτη τον Χρίστο. Επανέλαβε τους βασικούς του ισχυρισμούς, όπως τους έχουμε ήδη εκθέσει. Δίνοντας περαιτέρω διευκρινίσεις κατέθεσε ότι αντιλήφθηκε αρχικά το αυτοκίνητο να σπρώχνει το κίτρινο μοτοποδήλατο. Το σπρώξιμο αυτό κράτησε για διάστημα ενός περίπου μέτρου. Ακολούθως δημιουργήθηκε απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων και στη συνέχεια είδε το αυτοκίνητο να κτυπά από πίσω το μοτοποδήλατο και το τελευταίο να τραντάζεται και να κινείται ανεξέλεγκτα. Ακολούθως το αυτοκίνητο ξανακτύπησε την κίτρινη μοτοσικλέτα. Μετά από αυτό το κτύπημα οι επιβάτες της έπεσαν. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τους επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο, ανέφερε ότι δεν είδε ποιοι και πόσοι ήταν μέσα σε αυτό όταν έλαβε χώρα το επεισόδιο της πρόσκρουσης. Όπως είπε "Τρεις. Οι ίδιοι οι οποίοι μπήκαν εκεί μέσα στο νοσοκομείο". Διευκρίνισε επίσης ότι όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε και έλαβε χώρα η μεταξύ του και του οδηγού - κατηγορούμενου 1 - συνομιλία, προτού δηλαδή συμβεί το επεισόδιο της πρόσκρουσης, σ΄ αυτό επέβαιναν τέσσερα άτομα. Καθόντουσαν δύο μπροστά και δύο πίσω. Δέχθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι σε κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι αναγνώρισε τον Goodwin ως ένα από τους επιβάτες του αυτοκινήτου κατά την ώρα της πρόσκρουσης. Ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο επιμένει σ΄ αυτό. Απάντησε "Είδα κεφάλια στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και δεν ήταν κανένας άλλος, έτσι αυτοί πρέπει να ήταν." Πρόσθεσε όμως ότι δεν αντιλήφθηκε κατά πόσο υπήρχε συνοδηγός κατά το χρόνο του επεισοδίου. Κατέληξε επί του θέματος με τη θέση ότι ο Goodwin ήταν στο αυτοκίνητο κατά τη συγκεκριμένη στιγμή. Ήταν τελικός ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το αυτοκίνητο έσπρωξε το κίτρινο μοτοποδήλατο και ακολούθως το κτύπησε δύο φορές και ότι το μοτοποδήλατο έτρεχε όσο ήταν δυνατό πιο γρήγορα προκειμένου να ξεφύγει. Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ουσιαστικού αυτού μάρτυρα και στην παράλληλη παράθεση των βασικών στοιχείων της υπόλοιπης μαρτυρίας, κρίνουμε σκόπιμο να παρεμβάλουμε, επιγραμματικά, τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αυτές προβάλλουν μέσα από τις εκτεταμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Οι εκπρόσωποι της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκαν κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση τους εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, τόσο με βάση το άρθρο 20, όσο και με βάση το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το άρθρο 20, υποστήριξαν ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3, συνήργησαν στη διάπραξη των αδικημάτων, παρέχοντας βοήθεια στον κατηγορούμενο 1, η οποία συνίστατο όχι μόνο σε απλή παρουσία τους εντός του οχήματος καθ΄ όλη τη διαδρομή, αλλά σε ενθάρρυνση του ώστε να διαδραματιστούν τα όσα τραγικά επακολούθησαν. Περαιτέρω, εισηγήθηκαν ότι η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 2 και 3 καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο, από κοινού με τον κατηγορούμενο 1, πρόθεση να κτυπήσουν το μοτοποδήλατο στο οποίο επέβαιναν τα θύματα και να προκαλέσουν σ΄ αυτούς βαριά σωματική βλάβη, κάτι που συνιστά παράνομο σκοπό εντός της έννοιας του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα. Η πραγματοποίηση του παράνομου σκοπού, είχε, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ως μόνη λογική και φυσική συνέπεια την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον ΜΚ8 αλλά και ως πιθανή συνέπεια την πρόκληση θανάτου που επήλθε τελικά στο θύμα Χρίστο Παπίρη. Προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει ως ανωτέρω, οι εκπρόσωποι της Κατηγορούσας Αρχής, κάλεσαν το Δικαστήριο να αντικρίσει σωρευτικά τα εξής στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας: 1) το κίνητρο τέλεσης των αδικημάτων που συνίστατο σε εκδίκηση εναντίον των προσώπων που τραυμάτισαν τον φίλο τους στην δισκοθήκη Boogies, Adam Meek, 2) τα εκτός Δικαστηρίου ψεύδη των κατηγορουμένων 2 και 3 που περιέχονται στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, 3) τις επιθετικές διαθέσεις των κατηγορουμένων 2 και 3 έξω από την κλινική Valessia, 4) τη γρήγορη επιβίβαση τους στο όχημα του κατηγορούμενου 1, 5) την παρουσία τους εντός του οχήματος καθ΄ όλη τη διαδρομή, που αποτελεί μαρτυρία ενθάρρυνσης, 6) την προηγούμενη καταδίωξη της κόκκινης μοτοσικλέτας, 7) την παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3 εντός του σταθμευμένου οχήματος έξω από το εστιατόριο McDonalds και πλησίον της δισκοθήκης Boogies, 8) τη συνεχή καταδίωξη για 900 μέτρα του επίδικου μοτοποδηλάτου χωρίς οι κατηγορούμενοι 2 και 3 να αποστασιοποιηθούν παρόλες τις ευκαιρίες που είχαν, από τις ενέργειες του κατηγορούμενου 1, 9) την πρώτη σύγκρουση του οχήματος με το μοτοποδήλατο, χωρίς οι κατηγορούμενοι 2 και 3 να εμποδίσουν τον κατηγορούμενο 1 με οποιοδήποτε τρόπο από του να συνεχίσει την καταδίωξη με τις δύο συγκρούσεις που ακολούθησαν, 10) τη μετέπειτα συμπεριφορά των κατηγορούμενων 2 και 3 που αποτελεί συγκάλυψη του κατηγορούμενου 1 ως και αποσύνδεση τους από αυτόν και 11) την παράλειψη των κατηγορουμένων 2 και 3 να δώσουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις και διευκρινήσεις επί των γεγονότων τόσο κατά τη σύλληψη τους και στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, όσο και στις ανώμοτες δηλώσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι ο ΜΚ10, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως τα γεγονότα που επεσυνέβηκαν και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του ως επισφαλή. Σχολιάζοντας περαιτέρω, με λεπτομέρεια τα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας στα οποία αναφέρθηκε η Κατηγορούσα Αρχή, υποστήριξε ότι, η μαρτυρία που προσφέρθηκε σχετικά με το ρόλο που διαδραμάτισε ο κατηγορούμενος 2 στη διάπραξη των αδικημάτων, παρουσιάζει τόσα πολλά κενά που καθιστά αδύνατη για το Δικαστήριο την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος για συμμετοχή του με βάση το άρθρο 20 ως και για επιδίωξη κοινού παράνομου σκοπού με βάση το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικά. Πρόσθεσε ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας το Δικαστήριο μόνο σε εικασίες θα μπορούσε να οδηγηθεί γι΄ αυτό και ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενου
- Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3 σχολίασε επίσης τα όσα η Κατηγορούσα Αρχή χαρακτήρισε ως περιστατική μαρτυρία και εισηγήθηκε ότι αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι διαμόρφωσαν κοινό παράνομο σκοπό. Υποστήριξε περαιτέρω, ότι η Αστυνομία, πέραν των θεληματικών καταθέσεων των κατηγορουμένων 2 και 3, είχε την υποχρέωση να τους ανακρίνει, ώστε να έχουν την ευχέρεια να τοποθετηθούν σε θέματα που σήμερα η Κατηγορούσα Αρχή επικαλείται ως παράλειψη τους να αναφερθούν. Επίσης, επικαλούμενος το περιεχόμενο των θεληματικών καταθέσεων των κατηγορουμένων 2 και 3, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 ευρίσκετο κατά τον ουσιώδη χρόνο σε κατάσταση μέθης, κάτι που τον καθιστούσε ανίκανο να αντιλαμβάνεται τα διαδραματιζόμενα και κατά συνέπεια, ανίκανο να διαμορφώσει με τους άλλους κατηγορούμενους κοινό παράνομο σκοπό. Ως εκ τούτου, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει στον κατηγορούμενο 3 το ευεργέτημα της αμφιβολίας και να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου "εντύπωση" περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του (Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ, 174, 180). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών προχωρούμε στην αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα Darren Eke. Έχοντας πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας της μαρτυρίας του, τον παρακολουθήσαμε σε κάθε στάδιο της ενώπιον μας παρουσίας του με ιδιαίτερη προσοχή. Μας έχει εντυπωσιάσει και μας έδωσε ξεκάθαρη την εικόνα ενός νεαρού προσώπου με έμφυτη καλοσύνη και ευγένεια, άμεμπτου χαρακτήρα, που τρέφει απόλυτο σεβασμό στην αλήθεια. Δεν δίσταζε σε καμία περίπτωση να συμφωνήσει με την υπεράσπιση όταν έκανε λάθος σε κάποιες από τις αναφορές του, όπως για παράδειγμα η παραδοχή του ότι όντως ο κατηγορούμενος 1 δεν του ανέφερε ποτέ ότι έριχναν πέτρες στην κλινική. Χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητος μάρτυρας και πρόσωπο που δεν έχει κανένα συμφέρον από την έκβαση της όλης υπόθεσης. Ένας συμπατριώτης των κατηγορουμένων ο οποίος προσήλθε από τη χώρα του στο Δικαστήριο προκειμένου να υποβοηθήσει το έργο της δικαιοσύνης, στην έκταση που η μαρτυρία του επέτρεπε. Ανάλυση των βασικών ισχυρισμών του ΜΚ10 κάτω από το πρίσμα της γραμμής που προωθούσε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας - και δη των εμπειρογνωμόνων - επιμαρτυρά την αξιοπιστία του και δίνει επίρρωση στην κατάληξη του Δικαστηρίου περί της όλης εντύπωσης που άφησε κατά την προφορική του κατάθεση. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι αντιλήφθηκε αριθμό αγοριών, μεταξύ των οποίων - όπως διεφάνη από το σύνολο της μαρτυρίας του - οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και ο Goodwin, να ρίχνουν πέτρες σε μοτοποδήλατα έξω από την κλινική Valessia. Διευκρίνισε δε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν εκεί όταν οι υπόλοιποι πετούσαν πέτρες. Έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με αυτό το επεισόδιο. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά αυτόν τον ισχυρισμό. Οι ερωτήσεις που υπεβλήθησαν στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του σε σχέση με το επεισόδιο της επίθεσης με πέτρες στα μοτοποδήλατα δεν έθεταν υπό αμφισβήτηση το όλο γεγονός, αλλά αφορούσαν άλλα ζητήματα, παρεμφερή με τις κινήσεις των εμπλεκομένων. Ούτε αμφισβητήθηκε σοβαρά η αναφορά του μάρτυρα περί της καταδίωξης του κόκκινου μοτοποδηλάτου από το βυσσινί αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
- Ήταν όλα γεγονότα εκτεταμένης χρονικής διάρκειας, τα οποία ο μάρτυρας είχε κάθε ευχέρεια να αντιληφθεί. Όπως δεν αμφισβητήθηκε επίσης από την υπεράσπιση το κατά πόσο έλαβε χώρα διάλογος μεταξύ του μάρτυρα και του κατηγορούμενου 1 στη βάση που ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Οι αναφορές του περί των λεχθέντων από τον κατηγορούμενο 1 και της επίδειξης μαχαιριού από τον Goodwin δεν τέθησαν ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση. Αυτό το οποίο προωθούσε η υπεράσπιση μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν ήταν το εάν έλαβαν χώρα ή όχι τα πιο πάνω, αλλά η ερμηνεία τους και η διάσταση που αυτά έχουν κάτω από το πρίσμα των δεδομένων που τα κάλυπταν. Προσθέτουμε ακόμα ότι η μη αναφορά στις καταθέσεις του μάρτυρα στην Αστυνομία συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία κατέθεσε, μήνες μετά, προφορικά στο Δικαστήριο - όπως για παράδειγμα τα περί γελώτων - δεν κρίνεται ικανή να τρώσει την αξιοπιστία του και να μας δημιουργήσει διλήμματα ως προς το κατά πόσο όντως έλαβαν ή όχι χώρα τα γεγονότα αυτά. Ο μάρτυρας επεξήγησε κάτω από ποιες συνθήκες έδωσε τις καταθέσεις του στην Αστυνομία. Απόλυτα φυσιολογικό ήταν να επικεντρωθεί στα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα, όπως αυτά πρόβαλλαν τον δεδομένο χρόνο. Όπως απόλυτα φυσιολογικό είναι να ανακαλέσει μετά πάροδο χρόνου στη μνήμη του λεπτομέρειες και να τις παραθέσει στο Δικαστήριο, όταν σε έκταση πλέον κατέθετε επί των γεγονότων. Δύο ακόμα ισχυρισμοί του ΜΚ10 έδωσαν τροφή στην υπεράσπιση να εγείρει ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα που είχε, κάτω από τα πιεστικά δεδομένα της στιγμής, να συγκρατήσει τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν: η θέση του ότι το αυτοκίνητο μετά το επεισόδιο της πρόσκρουσης έστριψε προς την κλινική Valessia και η αναφορά του ότι κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης ήταν και ο Goodwin ένας από τους επιβάτες του αυτοκινήτου. Τα παραδεκτά γεγονότα φέρουν το αυτοκίνητο να κατευθύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και τον Goodwin να είχε αποβιβαστεί προτού λάβει χώρα το μοιραίο επεισόδιο. Όσον αφορά την πιο πάνω πορεία του αυτοκινήτου δεν εντοπίζουμε αντίφαση. Ο ΜΚ10 επεξήγησε ότι αμέσως μετά την οδήγηση του προς την κλινική, το αυτοκίνητο έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε σχέση δε με την παρουσία του Goodwin εξήγησε ο μάρτυρας - και καταγράψαμε ήδη αναλυτικά στην παράθεση της μαρτυρίας του την όλη θέση του - γιατί επέμενε στην παρουσία του προσώπου αυτού. Την συνδύαζε με τα όσα είχε αντιληφθεί προηγουμένως και με τις φιγούρες που έβλεπε να υπάρχουν στο αυτοκίνητο. Ήταν, ούτως ή άλλως, μια κατανοητή αδυναμία αντίληψης της ταυτότητας όλων των εμπλεκομένων, αγνώστων στο μάρτυρα προσώπων, ανίκανη να πλήξει την αξιοπιστία του και να θέσει αμφιβολίες ως προς την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα ουσιαστικά για την υπόθεση γεγονότα. Κεφαλαιώδες θέμα ήταν οι αναφορές του ΜΚ10 περί του αριθμού των επαφών του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143, που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος, με το κίτρινο μοτοποδήλατο υπ΄ αρ. ΖΚLB903, που οδηγούσε ο Μάριος. Η υπεράσπιση - θέτοντας ότι μόνο μία επαφή υπήρξε και αυτή στο σημείο Χ3 του Τεκμηρίου 36 - αμφισβήτησε έντονα τις θέσεις του μάρτυρα και την ικανότητα του να αντιληφθεί επ΄ ακριβώς τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα. Είναι το κατάλληλο στάδιο να παρεμβάλουμε την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει επί του συγκεκριμένου θέματος, καθώς επίσης και τη σχετική μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες επί του στοιχείου αυτού. Μέσα από την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής και την αντιπαραβολή της με τα όσα ο ΜΚ10 κατέθεσε, θα κριθεί σφαιρικά και η ποιότητα και πειστικότητα των σχετικών αναφορών του. Ο ΜΚ3, Λοχίας 2566 Μιχάλης Σάββα, εργάζεται στο εργαστήριο διερεύνησης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Επισκέφτηκε τη σκηνή της πρόσκρουσης και σημείωσε επί τόπου τεκμήρια που εντόπισε. Μεταξύ αυτών έθεσε, ως σημείο 4 επί του ποδηλατόδρομου, χώρο όπου εντόπισε δύο τεμάχια πλαστικού, χρώματος άσπρου με κόκκινο. Κατατέθηκαν αυτά ως Τεκμήριο 6 στο Δικαστήριο και καθορίστηκαν ως μέρη της πινακίδας του μοτοποδηλάτου ΖΚLB
- Ο ΜΚ4, Λοχίας 816 Γεώργιος Δημητρίου, υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας ως υπεύθυνος της οδικής ασφάλειας της επαρχίας αυτής. Επισκέφτηκε τη σκηνή πρόσκρουσης του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143 με το μοτοποδήλατο ΖΚLB903 με σκοπό να σκιαγραφήσει σε χαρτί τα διάφορα σημεία που είχαν εντοπιστεί. Ετοίμασε σχέδιο της σκηνής επί κλίμακας (Τεκμήριο 36). Στη βάση των όσων υπεδείχθησαν από μάρτυρες που ήταν παρόντες κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθόρισε τρία σημεία σύγκρουσης των εμπλεκομένων οχημάτων. Επεξήγησε όμως ότι πλησίον του πρώτου σημείου, στο Χ1, βρέθηκαν δύο πλαστικά κομμάτια πινακίδας, ήτοι το Τεκμήριο
- Στο Χ2 το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 8,40 μέτρα από το Χ1 δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Κοντά στο Χ3 το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 14,50 μέτρων από το Χ2 και 22,90 από το Χ1, εντοπίστηκε το υπόλοιπο μέρος της πινακίδας ΖΚLB
- Περαιτέρω πολύ κοντά στο σημείο αυτό βρίσκεται ο πάσσαλος επί του οποίου κτύπησε ο Χρίστος. Το Χ3 καθορίστηκε ως το τελικό σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μάριος. Πέραν των πιο πάνω ο μάρτυρας μέτρησε και την απόσταση μεταξύ του εστιατορίου McDonalds και της κλινικής Valessia. Είναι 600 μέτρα. Μέτρησε επίσης την απόσταση μεταξύ της πιο πάνω κλινικής και της σκηνής πρόσκρουσης. Είναι 270 μέτρα. Η συνολική δηλαδή απόσταση μεταξύ McDonalds και σκηνής είναι 870 μέτρα. Διαπίστωσε επίσης, ως αποτέλεσμα εξωτερικού ελέγχου των εμπλεκομένων οχημάτων στον οποίο προέβη ότι αυτά έφεραν ίχνη από διάφορα κτυπήματα. Στο αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143 εντοπίστηκαν, γεγονός αδιαμφισβήτητο, ίχνη αποτύπωσης πινακίδας, συμπεριλαμβανομένων των γραμμάτων "ZKL". Ο εντοπισμός του στοιχείου αυτού αποτέλεσε και το λόγο εμπλοκής στην όλη διερεύνηση του συμβάντος και του ΜΚ6, Αστ. 591 Βίκτωρα Ακάμα, ο οποίος είναι αποσπασμένος στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο του Αρχηγείου Αστυνομίας. Έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα προσόντα του, με βάση τα οποία παρουσιάστηκε ως ειδικός για την εξέταση ιχνών εργαλείων. Η εξέταση αυτή αφορά διάφορα ίχνη τα οποία προκαλούνται από διάφορα εργαλεία ή άλλες επιφάνειες σε άλλες επιφάνειες. Με βάση αυτή την ειδικότητα ελέγχεται κατά πόσο μπορεί να διαπιστωθεί αν ένα υπό εξέταση αποτύπωμα έχει προκληθεί από κάποιο συγκεκριμένο εργαλείο ή επιφάνεια. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας εξέτασε κατά πόσο η σπασμένη πινακίδα που έφερε αρ. ΖΚLB903 (Τεκμήριο 8) και η οποία εντοπίστηκε μετά το σημείο Χ3, συγκεκριμένα στο σημείο 6, θα μπορούσε να προκαλέσει τα ίχνη που αποτυπώθηκαν στο αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ
- Προς το σκοπό αυτό ο μάρτυρας προχώρησε σε απόσπαση (Gelatin Lifter, Τεκμήριο 20), των αποτυπωμάτων των γραμμάτων που υπήρχαν στο πιο πάνω μέρος του αυτοκινήτου. Σύγκρινε στη συνέχεια τα Τεκμήρια 8 και 20 και ετοίμασε σχετικό συγκριτικό πίνακα (Τεκμήριο 41). Ως αποτέλεσμα της ταύτισης των τριών γραμμάτων "ZKL" των δύο τεκμηρίων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περίπτωση να προκλήθηκε το αποτύπωμα στο κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143 από την πινακίδα εγγραφής Τεκμήριο 8 είναι πολύ πιθανή. Επεξηγώντας διευκρίνισε ότι θα ήταν πολύ απομακρυσμένο κάποια άλλη πινακίδα να έφερε τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά του Τεκμηρίου 8 και να αποτυπώθηκαν έτσι στο πιο πάνω μέρος του αυτοκινήτου. Στηριζόμενος περαιτέρω ο μάρτυρας στη διπλή αποτύπωση των διαφόρων χαρακτηριστικών του Τεκμηρίου 8 στο συγκεκριμένο μέρος του αυτοκινήτου, οδηγήθηκε στο ασφαλές συμπέρασμα του ότι η διπλή αυτή αποτύπωση ήταν αποτέλεσμα δύο κτυπημάτων, καθότι με ένα κτύπημα δεν μπορεί να αποτυπωθεί δύο φορές το ίδιο χαρακτηριστικό σε διαφορετική τοποθεσία. Επεξήγησε τη θέση του καταθέτοντας ως Τεκμήριο 41 (α) σχετικό συγκριτικό πίνακα. Περαιτέρω επεξήγησε ότι η αποτύπωση ενός αντικειμένου σε μία επιφάνεια προκαλείται συνεπεία της μεταξύ τους επαφής. Σημαντικό ρόλο ως προς την αποτύπωση των χαρακτηριστικών του ενός υλικού με το άλλο έχει η επιφάνεια των δύο αντικειμένων, το υλικό με το οποίο είναι αυτά κατασκευασμένα, καθώς επίσης και η δύναμη με την οποία προκαλείται η επαφή. Υπό το φως αυτών των παραγόντων η επαφή των αντικειμένων έχει ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή τους σε όσον αφορά τα χαρακτηριστικά τους. Το τελευταίο μέρος της κατάθεσης του μάρτυρα αυτού κάλυψε τις εξετάσεις και συγκρίσεις που έκανε και οι οποίες αποσκοπούσαν στο να διαπιστωθεί κατά πόσο έξι πλαστικά τεμάχια που ανευρέθηκαν στη σκηνή, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 6 και 8, συνδέονταν μεταξύ τους. Αποτέλεσμα των εξετάσεων του ήταν η διαπίστωση ότι όλα τα πιο πάνω κομμάτια συνιστούσαν, ως ενιαίο σύνολο, την πινακίδα εγγραφής ΖΚLB
- Προς τεκμηρίωση της θέσης του ο μάρτυρας ετοίμασε και σχετικό πίνακα φυσικής συνοχής, Τεκμήριο
- Τα ουσιαστικά ευρήματα του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Μάλιστα η υπεράσπιση δήλωσε ξεκάθαρα ότι θεωρεί ως δεδομένο πως η αποτύπωση στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου προήλθε από τη συγκεκριμένη πινακίδα εγγραφής ΖΚLΒ903, την πινακίδα δηλαδή που έφερε το κίτρινο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μάριος. Διευκρινίζοντας περαιτέρω ο μάρτυρας πως θα μπορούσε να αφεθεί το συγκεκριμένο αποτύπωμα, ανέφερε ότι και οι δύο επιφάνειες είναι πλαστικές και ως εκ τούτου η αποτύπωση θα μπορούσε να προκληθεί λόγω της μεταξύ τους πίεσης, καθώς επίσης και των ακαθαρσιών που έφεραν κατά τη συγκεκριμένη στιγμή. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να προσδιορίσει κατά πόσο την ώρα που αφέθηκε επί του προφυλακτήρα το αποτύπωμα της πινακίδας, η τελευταία βρισκόταν ή όχι στη θέση της πάνω στο μοτοποδήλατο. Επανέλαβε όμως ότι τα δύο σώματα, ήτοι η πινακίδα και ο προφυλακτήρας, ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους δύο τουλάχιστον φορές. Δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο ήρθαν σε επαφή. Κατέληξε, αντεξεταζόμενος, τονίζοντας ότι η πινακίδα ήταν ήδη σπασμένη τη στιγμή που άφηνε το αποτύπωμα της στον προφυλακτήρα. Ο Υπαστυνόμος Χάρης Ευρυπίδου του Τμήματος Τροχαίας του Αρχηγείου Αστυνομίας, ΜΚ7, έχει ως κύρια εξειδίκευση τη διερεύνηση και αναπαράσταση οδικών τροχαίων δυστυχημάτων. Αφού επιθεώρησε τα εμπλεκόμενα οχήματα, επισκέφτηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε γνώση του σχεδίου επί κλίμακας (Τεκμήριο 36), καθώς επίσης και των καταθέσεων και εκθέσεων των άλλων εμπειρογνωμόνων, προχώρησε στην αναπαράσταση της σκηνής και παρουσίασε ως Τεκμήριο 47 ανάλογο σχέδιο. Στην κατάληξη του ότι στο σημείο Χ1 επήλθε σύγκρουση οδηγήθηκε από τα σπασμένα κομμάτια της πινακίδας εγγραφής ΖΚLB903 που εντοπίστηκαν εκεί, καθώς επίσης και από την κατάθεση του ΜΚ
- Για το σημείο Χ2 είχε υπόψη του μόνο την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, ενώ για το σημείο Χ3 έλαβε υπόψη στοιχεία που υπήρχαν εκεί και τα οποία προήλθαν από την πτώση των επιβαινόντων του κίτρινου μοτοποδηλάτου. Σημείωσε ακόμη ότι το σημείο Χ3 συμφωνούσε με την πορεία που είχαν τα δύο οχήματα. Έχοντας επίσης κατά νουν τις ζημιές του αυτοκινήτου και του κίτρινου μοτοποδηλάτου, κατέληξε ότι το μοτοποδήλατο προηγείτο του αυτοκινήτου. Λαμβάνοντας υπόψη ο μάρτυρας τις διαδοχικές επαφές των οχημάτων, την απόσταση μεταξύ των επαφών αυτών, την έλλειψη ιχνών αποφυγής σύγκρουσης, την ευθεία πορεία και την έκταση των ζημιών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συγκρούσεις δεν ήταν τυχαίες αλλά σκόπιμες. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε και έδωσε λεπτομέρειες ως προς τα στοιχεία που τον οδήγησαν στον καθορισμό κατά την αναπαράσταση του δυστυχήματος τριών σημείων σύγκρουσης. Χαρακτήρισε επίσης ως λογική την εκδοχή του ΜΚ10 ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος με δεδομένα τα ίχνη που εντόπισε στα σημεία Χ1 και Χ
- Ως προς το σημείο Χ2 θεώρησε ότι μπορούσε να το λάβει υπόψη του, αλλά επανέλαβε ότι δεν εντόπισε κάτι άλλο στη σκηνή που να του επιβεβαιώνει αυτό το σημείο. Σε σχέση με το Χ1 και με αναφορά στα δύο μικρά κομματάκια πινακίδας (Τεκμήριο 6) που εντοπίστηκαν στο σημείο αυτό, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση στο Χ1 ήταν ελαφριάς μορφής. Περαιτέρω απέκλεισε την πιθανότητα τα μικρά αυτά κομματάκια της πινακίδας να μετακινήθηκαν και τα δύο μαζί από το σημείο Χ3 στο Χ1 λόγω διέλευσης κάποιου οχήματος ή πεζού. Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι τα ευρήματα του περί τριών συγκρούσεων είναι λανθασμένα και ότι μόνο μία σύγκρουση, στο σημείο Χ3, έλαβε χώρα. Στο σύνολο τους οι πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας μας έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Τίποτε δεν κλόνισε τη μαρτυρία τους. Η εμπειρογνωμοσύνη των ΜΚ 4, 6 και 7 δεν αμφισβητήθηκε. Άλλωστε τα προσόντα που έθεσαν στο Δικαστήριο τους προσδίδουν την ειδικότητα επί των συγκεκριμένων σημείων που κατέθεταν. Έχουν δε εκπληρώσει κατά τρόπο απόλυτο το ρόλο τους ως εμπειρογνώμονες. Εφοδίασαν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε τη δική μας ανεξάρτητη κρίση κατ΄ εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Η επιστημονικότητα του λόγου τους, η ακρίβεια με την οποία αιτιολογούσαν το κάθε σημείο της απάντησης τους αλλά και η εκ μέρους τους αντικειμενική παράθεση των όσων στοιχείων και δεδομένων που κατείχαν, εντάσσουν την περίπτωση τους στον κανόνα που θέλει τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων να θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Ανάλυση των ουσιαστικών θέσεων των μαρτύρων αυτών θα καταδείξει και την ορθότητα των αναφορών και συμπερασμάτων τους. Παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι πράγματι τα δύο μικρά κομματάκια (Τεκμήριο 6) της πινακίδας (Τεκμήριο 8) εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένο σημείο της σκηνής του επεισοδίου, στο σημείο 4 και πλησίον του Χ
- Όπως παρέμεινε και αναντίλεκτη σχετική μαρτυρία του ΜΚ6 ότι τα δύο αυτά μικρά κομματάκια εφάπτονται και συνιστούν την πάνω αριστερή γωνία της πινακίδας εγγραφής ZKLB
- Εύκολα μπορεί αυτό να διαπιστωθεί στο σχετικό πίνακα συνοχής, Τεκμήριο 44, όπου το Τεκμήριο 6 αποτελείται από τα κομματάκια με διακριτικά Β.Α.2.
- και Β.Α.2.
- Ό,τι αμφισβήτησε η υπεράσπιση - και με δεδομένη τη θέση της πως μόνο στο Χ3 υπήρξε πρόσκρουση - κινήθηκε γύρω από τη θέση που προωθούσε ότι το Τεκμήριο 6 πιθανόν να μεταφέρθηκε από το Χ3 στο Χ1 λόγω διέλευσης ασθενοφόρου ή πεζών. Το άτοπο της θέσης της υπεράσπισης εύκολα γίνεται αντιληπτό αν ληφθούν υπόψη τα εξής δεδομένα: όπως και η ίδια η υπεράσπιση έθετε στους μάρτυρες κατά την προώθηση του πιο πάνω ισχυρισμού, η πορεία του ασθενοφόρου που έφθασε στη σκηνή για να παραλάβει τα θύματα - τα οποία βρίσκονταν στο χώρο πλησίον του Χ3 - προϋπόθετε διέλευση αρχικά από το σημείο Χ
- Να υπενθυμίσουμε ότι πλησίον του σημείου Χ3 ήταν που εντοπίστηκε και το μεγαλύτερο μέρος της πινακίδας (Τεκμήριο 8). Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί με βάση την πιο πάνω πορεία του ασθενοφόρου οποιοδήποτε κομμάτι της πινακίδας στο σημείο Χ
- Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι κυκλοφορούσαν ανεξέλεγκτα πεζοί στη σκηνή μετά το συμβάν. Αντιθέτως η μόνη μαρτυρία που υπάρχει, ως αποδεκτό γεγονός, καταδεικνύει ότι η σκηνή είχε αποκοπεί από την Αστυνομία. Περαιτέρω στοιχείο, σημαντικό για την κατάρριψη της ανάλογης θέσης της υπεράσπισης, είναι το γεγονός ότι τα δύο κομματάκια εφάπτονται και συνιστούν, όπως προαναφέραμε, την πάνω αριστερή γωνία της όλης πινακίδας. Βρέθηκαν δε στο σημείο 4 σε πολύ μικρή μεταξύ τους απόσταση, όπως και οι φωτογραφίες 43 και 44 του Τεκμηρίου 30 επιμαρτυρούν. Κατά συνέπεια ο σχετικός ισχυρισμός της υπεράσπισης προϋπόθετε την τυχαία μεταφορά δύο μικρών, εφαπτόμενων, κομματιών από ένα σημείο σε άλλο. Προϋπόθεση αφενός απίστευτα συμπτωματική και αφετέρου στερούμενη οποιασδήποτε πραγματικής θεμελίωσης. Με βάση τα πιο πάνω η ανάλογη θέση που επιχείρησε να προωθήσει η υπεράσπιση απορρίπτεται. Ο εντοπισμός του Τεκμηρίου 6 πλησίον του Χ1 είναι ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο. Συνιστά πραγματική μαρτυρία η οποία επιβεβαιώνει την επαφή των δύο οχημάτων στο συγκεκριμένο σημείο. Και αυτό διότι δεν υπάρχει άλλη εξήγηση ως προς την αιτία θραύσης στο μέρος αυτό του δρόμου της πινακίδας του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος. Κατά συνέπεια η πραγματική αυτή μαρτυρία είναι στοιχείο ικανό από μόνο του να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία του ΜΚ10 ως προς την πρώτη επαφή που ανέφερε. Προσθέτουμε επί του σημείου αυτού ότι ο ΜΚ10 χαρακτήρισε ως "σπρώξιμο" την πρώτη επαφή. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται από τα όσα σχετικά κατέθεσε ο ΜΚ
- Ο τελευταίος, με αναφορά στη μικρή αυτή ζημιά που εντοπίστηκε στο Χ1, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η επαφή σ΄ αυτό το σημείο ήταν ελαφριάς μορφής. Υπενθυμίζοντας ότι η θέση της υπεράσπισης, όπως προβλήθηκε μέσα από σχετική υποβολή προς τον ΜΚ7, ήταν ότι μόνο μία σύγκρουση έλαβε χώρα και αυτή στο σημείο Χ3, ό,τι απέμεινε σχετικό και υπό αμφισβήτηση σε ότι κάλυπτε η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα καθώς επίσης και του ΜΚ4, ήταν η αναφορά τους στα άλλα δύο σημεία που καθόρισαν ως σημεία επαφής των δύο οχημάτων. Ήτοι τα σημεία Χ1 και Χ
- Ως προς το Χ1 έχουμε ήδη καταγράψει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε, το Τεκμήριο 6 δηλαδή, εκθεμελιώνει κάθε προσπάθεια της υπεράσπισης για αμφισβήτηση επαφής των δύο οχημάτων στο σημείο αυτό. Το Χ2 το έλαβαν υπόψη τους οι ΜΚ4 και 7 λόγω της σχετικής αναφοράς του ΜΚ10 περί επαφής των δύο οχημάτων και στο σημείο αυτό. Η ανάλυση της μαρτυρίας του ΜΚ6 θα καταδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας τη βασιμότητα και αυτής της αναφοράς του ΜΚ
- Παρεμβάλλουμε όμως προηγουμένως ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο ΜΚ7 περί σκόπιμης επαφής των δύο οχημάτων και της καταδίωξης του μοτοποδηλάτου από το αυτοκίνητο, κατατέθησαν ουσιαστικά στη συνέχεια της υπόθεσης ως παραδεκτά γεγονότα. Ήταν το δεύτερο μέρος των αποδεκτών γεγονότων, το οποίο ακολούθησε την αλλαγή απάντησης του κατηγορούμενου 1 στις κατηγορίες από μη παραδοχή σε παραδοχή. Επανερχόμαστε στην ανάλυση της μαρτυρίας του ΜΚ6, ξεκινώντας από ένα αναπόδραστο υπό τα δεδομένα συμπέρασμα: η αποτύπωση των συγκεκριμένων γραμμάτων ΖΚL στο αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, προήλθε από την επαφή του μέρους αυτού με την πινακίδα ΖKLB
- Τους αριθμούς εγγραφής δηλαδή του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος. Προχωρώντας τονίζουμε ότι τα όσα ο ΜΚ6 κατέθεσε και τα οποία κάλυψε με την παροχή των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων, δεν αντικρούστηκαν από την υπεράσπιση. Τα συμπεράσματα του, εξεταζόμενα κάτω από το σύνολο των κριτηρίων με τα οποία εφοδίασε το Δικαστήριο ο μάρτυρας, καλύπτονται από ακρίβεια. Ταυτόσημη είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου. Δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η αποτύπωση στο αυτοκίνητο προήλθε από την επαφή του με το Τεκμήριο 8, στην κατάσταση που αυτό εντοπίστηκε στο έδαφος πλησίον του Χ
- Με αποκομμένες δηλαδή τις δύο πάνω γωνίες του. Με δεδομένα τα ίχνη αποτύπωσης και την έλλειψη σ΄ αυτά των δύο γωνιών που αναφέραμε, καθίσταται απόλυτα ορθό το συμπέρασμα του μάρτυρα ότι κατά το χρόνο επαφής η πινακίδα ήταν ήδη σπασμένη. Ως εκ τούτου η αποτύπωση δεν θα μπορούσε να είχε προέλθει κατά τη στιγμή που λάμβανε χώρα η επαφή στο σημείο Χ
- Καθότι στο σημείο αυτό εντοπίστηκαν τα μέρη της αριστερής πάνω γωνίας (Τεκμήριο 6), η οποία θρυμματίστηκε κατά την πρώτη αυτή επαφή. Εφόσον δηλαδή κατά την προαναφερθείσα αρχική επαφή η πινακίδα δεν ήταν σπασμένη θα έπρεπε, αν η αποτύπωση λάμβανε χώρα στο στάδιο αυτό, να αφεθούν τα σημάδια ολόκληρης της πινακίδας επί του αυτοκινήτου και όχι όπως τελικά τέθηκαν. Ακόμα ένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ6 είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο εντοπισμός διπλής αποτύπωσης και το συμπέρασμα του ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο ως αποτέλεσμα δύο επαφών των αντικειμένων και όχι μίας. Είναι επίσης απόλυτα ορθό συμπέρασμα, καθότι είναι αδύνατο να δικαιολογηθεί διαφορετικά η ύπαρξη της διπλής αποτύπωσης. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω ό,τι εξάγεται ως αναπόδραστο συμπέρασμα είναι η κατάληξη πως αρχικά έλαβε χώρα μεταξύ του μπροστινού αριστερού μέρους του αυτοκινήτου ΖΚΝΡ143 και του πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου ΖΚLB903, επαφή στο σημείο Χ
- Ως αποτέλεσμα της αποκόπηκαν, από την ακέραιη μέχρι τη στιγμή αυτή πίσω πινακίδα του μοτοποδηλάτου, τα δύο κομματάκια (Τεκμήριο 6) που εντοπίστηκαν στο σημείο αυτό. Στη συνέχεια έλαβαν χώρα ακόμα δύο τουλάχιστον προσκρούσεις του αυτοκινήτου επί του πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου. Ήταν αποτέλεσμα των δύο αυτών επαφών και η διπλή αποτύπωση της πίσω πινακίδας του μοτοποδηλάτου επί του αριστερού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου. Προς ολοκλήρωση της κατάληξης μας επί του εξεταζόμενου ζητήματος απλά θέτουμε ότι η μαρτυρία που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή σύμφωνα με την οποία η εξεταζόμενη πινακίδα δεν είχε καμία βλάβη προηγουμένως παρέμεινε αναντίλεκτη. Προσθέτουμε επίσης ότι θεωρητική και χωρίς καμία βάση στήριξης παρέμεινε η θέση που προωθούσε η υπεράσπιση, μέσω ανάλογων ερωτήσεων προς τον ΜΚ6, προς την κατεύθυνση κατά πόσο η πινακίδα βρισκόταν ή όχι πάνω στο μοτοποδήλατο όταν έλαβε χώρα η επαφή της με το αυτοκίνητο. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας η οποία να οδηγεί σε σκέψεις άλλου τρόπου επαφής των δύο επιφανειών. Έχοντας αναλύσει τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων και καταγράψει τα σημαντικά στοιχεία και συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτή, εύκολα εντοπίζεται ότι στο σύνολο της επιβεβαιώνει τις αναφορές του ΜΚ10 περί ύπαρξης πολλαπλών επαφών των δύο οχημάτων. Επαφές οι οποίες έλαβαν χώρα ως αποτέλεσμα των προσκρούσεων του αυτοκινήτου που ακολουθούσε επί του μοτοποδηλάτου που προηγείτο. Το γεγονός ότι ο ΜΚ10 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επ΄ ακριβώς τα σημεία που ο ίδιος βρισκόταν όταν λάμβαναν χώρα οι προσκρούσεις, δεν προκαλεί οποιοδήποτε ρήγμα στην ποιότητα της μαρτυρίας του. Είναι ένα γεγονός ασήμαντο υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης. Ό,τι έχει σημασία επί του προκειμένου είναι η, αναντίλεκτη, παρουσία του στη σκηνή και μάλιστα σε χώρο όπου είχε τη δυνατότητα πλήρους αντίληψης των γεγονότων. Είναι η τελική μας κρίση ότι ο ΜΚ10 ήταν καθ΄ όλα πειστικός και αξιόπιστος ως προς τα γεγονότα που περιέγραψε ότι έλαβαν χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ολοκληρώνουμε τη μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή με την παράθεση των ουσιαστικών αναφορών του ΜΚ8, του Μάριου και του ΜΚ9 Δημήτρη Αλεξάνδρου, οδηγού ασθενοφόρου στην κλινική Valessia. Παρεμβάλλουμε ότι η μαρτυρία των ΜΚ1, 2 και 5 ήταν τυπικής μορφής και δεν αμφισβητήθηκε. Αφορούσε τη λήψη διαφόρων φωτογραφιών, την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του 1ου κατηγορουμένου και την υπόδειξη σκηνών. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων δύο είναι τα ουσιαστικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΚ8: οι συνθήκες της πρώτης συνάντησης του με τους κατηγορούμενους στην Λεωφόρο Ξενοδοχείων παρά το εστιατόριο McDonalds και τα όσα αντιλήφθηκε γύρω από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου με το μοτοποδήλατο που αυτός οδηγούσε. Κατέθεσε ο Μάριος ότι όταν προσέγγισε οδηγώντας το μοτοποδήλατο του το σταθμευμένο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων και πλησιάζοντας το στο ένα περίπου πόδι, το αντιλήφθηκε να ξεκινά και να κινείται προς το μέρος του επιχειρώντας να του αποκόψει την πορεία. Προκειμένου να το αποφύγει έκανε κλίση προς τα αριστερά. Ο ίδιος εξέλαβε την κίνηση του αυτοκινήτου ως προσπάθεια "να μας κάνει κακό". Σε σχέση με τα όσα αντιλήφθηκε κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου του, κατέθεσε ότι σε κάποιο στάδιο της καταδίωξης "το αυτοκίνητο πάτησε του και ήρθεν και εδώσαν μας την που πίσω". Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ιδιαίτερες λεπτομέρειες. Είπε χαρακτηριστικά "θυμάμαι ότι μας κτύπησε μία φορά, θυμάμαι ότι είμαι πάνω στη μοτόρα εγώ και μετά δεν θυμάμαι τίποτε". Σε ερώτηση εάν θυμάται κατά πόσο έλεγχε την μοτόρα μετά το κτύπημα απάντησε "δεν την χειριζόμουν γιατί πήγαινε, διότι πάλαρε πολλά η μοτόρα που τη φατσιά". Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι βρισκόταν πεσμένος στον ποδηλατόδρομο και ότι σηκώθηκε και ρώτησε τον Χρίστο, ο οποίος ήταν κοντά στον πάσσαλο οδικού φωτισμού, αν είναι καλά. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι θυμόταν μόνο ένα κτύπημα, το οποίο ένιωσε να ήταν "δυνατό". Μετά από αυτό εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στο μοτοποδήλατο και ακολούθως δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε. Σε σχέση με το επεισόδιο στο σημείο του εστιατορίου McDonalds, ο μάρτυρας επέμενε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε πως σκοπός του οδηγού του αυτοκινήτου ήταν να τους κτυπήσει και δεν συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι πρόθεση του οδηγού ήταν να κάνει επαναστροφή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΚ8 καταγράφουμε ότι τα όσα κατέθεσε γύρω από το επεισόδιο που έλαβε χώρα παρά το εστιατόριο McDolanlds είναι και αποδεκτά γεγονότα. Αυτό το οποίο παραμένει να κριθεί είναι το κατά πόσο η κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 σκοπό είχε να κτυπήσει το μοτοποδήλατο, αποκόπτοντας του την πορεία, όπως είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ή αν, απλά, ήταν προσπάθεια επαναστροφής, όπως είναι η θέση της υπεράσπισης. Εκ των πραγμάτων η απάντηση θα προκύψει μέσα από τα όλα δεδομένα που καλύπτουν την υπόθεση και όχι μέσα από αυτήν καθ΄ αυτήν τη γνώμη του ΜΚ
- Το τι δηλαδή σκόπευε να πράξει ο κατηγορούμενος 1 θα καταδειχθεί από το σύνολο των στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Προσεκτική ανάλυση όλων αυτών των δεδομένων επιβεβαιώνει τους φόβους του ΜΚ8 και εκθεμελιώνει τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί προσπάθειας επαναστροφής. Επεξηγούμε γιατί: είχε προηγηθεί καταδίωξη άλλων μοτοποδηλάτων από τον κατηγορούμενο
- Η αποδεκτή κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε προς το μέρος του μοτοποδηλάτου, έλαβε χώρα μόλις τα δύο οχήματα είχαν ελάχιστη μεταξύ τους απόσταση. Ενός ποδιού περίπου, όπως κατέθεσε ο ΜΚ8 και δεν αντικρούστηκε. Εάν όντως σκοπός του κατηγορούμενου 1 ήταν να επιχειρήσει επαναστροφή δεν δικαιολογείται γιατί το έπραξε τη δεδομένη στιγμή, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιμαρτυρούν με ακόμη πιο απόλυτο τρόπο το σκοπό του οδηγού του αυτοκινήτου και καταρρίπτουν τον ισχυρισμό περί επαναστροφής. Όπως είναι αποδεκτό γεγονός ο ΜΚ8 μετά τον ελιγμό που επιχείρησε και κατορθώνοντας να αποφύγει το κτύπημα, κινήθηκε προς τα φώτα τροχαίας. Από το καθρεφτάκι του αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 να οδηγείται με πισινή ταχύτητα προς το μέρος του. Η κίνηση αυτή δεν συνάδει με εγχείρημα επαναστροφής. Τέλος η δραματική καταδίωξη που ακολούθησε και η οποία είχε ως κατάληξη τη σκόπιμη πρόσκρουση του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου, κλείνει τον κύκλο της περιστατικής μαρτυρίας και καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η κίνηση του αυτοκινήτου στο ύψος του εστιατορίου McDonalds σκοπό είχε, αποκόπτοντας του την πορεία, να κτυπήσει το μοτοποδήλατο. Η πορεία καταδίωξης του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο ΜΚ8 από το αυτοκίνητο που ο οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, καλύπτεται από τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και συνάδουν με τα όσα ο ΜΚ8 κατέθεσε ενώπιον μας. Οι αναφορές του όμως γύρω από τις συνθήκες πρόσκρουσης του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου περιβάλλονται από ασάφεια. Αυτό ως αποτέλεσμα της, κατανοητής, αδυναμίας του να επαναφέρει στη μνήμη του τα όσα προηγήθησαν αμέσως προτού πέσει στο έδαφος και τραυματιστεί σοβαρά. Τα έντονα βιώματα των στιγμών αυτών και ο τραυματισμός του που ακολούθησε, δεν του επέτρεπαν να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια τις τελευταίες δραματικές στιγμές. Κάτω από το φως όλων των πιο πάνω το γεγονός ότι θυμόταν ένα και μόνο κτύπημα δεν πλήττει βεβαίως την γενικότερη αξιοπιστία του, αλλά ούτε και μπορεί να οδηγήσει σε ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Άλλωστε έχουμε με λεπτομέρεια αναλύσει τη σχετική μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας, μέσα από την οποία καταλήξαμε στην αποδοχή των θέσεων τους περί ύπαρξης τριών σημείων επαφής. Ο ΜΚ9 εργάζεται ως οδηγός ασθενοφόρου στην κλινική Valessia. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα καθότι για πολλά χρόνια διέμενε στην Αγγλία, όπου και πήγε σχολείο. Γύρω στις 03:20 της 18.8.06 μεταφέρθηκε κτυπημένος στην κλινική ένας νεαρός Άγγλος. Αντιλήφθηκε να βρίσκονται έξω από την κλινική τουλάχιστον τέσσερα νεαρά πρόσωπα, δύο κοπέλες και δύο αγόρια, επίσης Άγγλοι υπήκοοι. Τα αγόρια ήταν θυμωμένα και "αγκρισμένοι" λόγω του τραυματισμού του φίλου τους. Δεν ήταν φοβισμένα αλλά θυμωμένα. Το ένα μάλιστα από αυτά, μιλώντας στο άλλο αγόρι, κτύπησε τη γροθιά του δεξιού του χεριού στην παλάμη του αριστερού του. Λίγη ώρα μετά έφθασε στην κλινική ακόμα ένας Άγγλος, μεγαλύτερης ηλικίας, οδηγώντας ένα βυσσινί αυτοκίνητο. Το πρόσωπο αυτό εισήλθε στην κλινική για να δει τον τραυματία. Ακολούθως βγήκε νευριασμένος και "αγκρισμένος". Όταν εξήλθε τα δύο αγόρια βρισκόντουσαν ακόμα έξω από την κλινική. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πως συμπεριφερόντουσαν τα αγόρια αυτά τη στιγμή που ο οδηγός του βυσσινί αυτοκινήτου εξήλθε της κλινικής. Στη σκηνή είχε φθάσει εν τω μεταξύ ακόμα ένας νεαρός Άγγλος οδηγώντας μοτοποδήλατο. Έτσι έξω από την κλινική βρισκόντουσαν τρεις νεαροί Άγγλοι και ένας ακόμα, ο οδηγός του αυτοκινήτου, μεγαλύτερης ηλικίας. Ο μάρτυρας, αναμένοντας να φθάσει ο γιατρός και η αστυνομία, έμπαινε και έβγαινε στην κλινική. Κάποια στιγμή εξερχόμενος είδε το βυσσινί αυτοκίνητο να φεύγει με κατεύθυνση προς Παραλίμνι. Κανένας από τους νεαρούς δεν ήταν πλέον εκεί. Λίγο αργότερα και ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στη βεράντα της κλινικής, είδε το βυσσινί αυτοκίνητο να καταδιώκει ένα μοτοποδήλατο. Τα δύο οχήματα κατευθυνόντουσαν προς Κάβο Γκρέκο. Τα αντιλήφθηκε στη συνέχεια να εξέρχονται της λεωφόρου και να εισέρχονται στον ποδηλατόδρομο. Σε κάποια στιγμή άκουσε ένα θόρυβο από κτύπημα του αυτοκινήτου πάνω στο μοτοποδήλατο. Ταυτόχρονα "χωρώ ένα παιδί να φεύγει που τη μοτόρα να πέφτει χαμέ". Τη στιγμή που ο μάρτυρας είδε αυτήν τη σκηνή βρισκόταν σε απόσταση 300-400 μέτρων. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι όταν άκουσε το θόρυβο της σύγκρουσης έβλεπε ταυτόχρονα προς τα δύο οχήματα. Αναφερόμενος στις συνθήκες της καταδίωξης κατέθεσε "Το αυτοκίνητο εβούραν την μοτόρα. Τι θα σου πω; Άλλο να βουρά κάτι και άλλο να πηγαίνει το αυτοκίνητο smooth". Διευκρίνισε επίσης ότι δεν άκουσε τι έλεγε το πρόσωπο που κτύπησε τη γροθιά του ενός χεριού του στην παλάμη του άλλου τη στιγμή που έκανε αυτήν την κίνηση. Ο ΜΚ9 δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να αναφέρει την αλήθεια και μόνο σε σχέση με το σύνολο των γεγονότων που αντιλήφθηκε να λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα που περιέγραψε. Άλλωστε οι αναφορές του περί των προσώπων που βρισκόντουσαν στο χώρο της κλινικής κατά το συγκεκριμένο χρόνο και των κινήσεων τους, συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αναφέρθηκε στο επεισόδιο με τις πέτρες, για το οποίο κατέθεσε ο ΜΚ10, δεν επιδρά στην αξιοπιστία κανενός από τους μάρτυρες αυτούς. Ούτε υποδηλώνει αντίφαση στη μεταξύ τους μαρτυρία. Ο ΜΚ9 ανέφερε κατ΄ επανάληψη, και αυτό παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, ότι δεν βρισκόταν συνεχώς έξω από την κλινική. Αντιθέτως κατά διαστήματα εισερχόταν εντός της κλινικής, αναμένοντας τον γιατρό και έχοντας την έγνοια του τραυματισμένου προσώπου. Ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να έχει συνεχή αντίληψη των όσων συνέβαιναν στο χώρο εκτός της κλινικής. Αυτό το οποίο ιδιαίτερα μας απασχόλησε ήταν η θέση του ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε μόνο ένα κτύπημα του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου. Ήταν το κτύπημα που έλαβε χώρα αμέσως προτού οι επιβαίνοντες του μοτοποδηλάτου πέσουν στο έδαφος. Η εκ πρώτης όψεως αντιφατική - συγκριτικά με τα όσα σχετικά κατέθεσαν οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας - αυτή τοποθέτηση του μάρτυρα, επιβάλλεται να εξεταστεί υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων. Θα κριθεί έτσι εάν όντως είναι βαρύνουσας σημασίας και ικανή να πλήξει τον πυρήνα των ανάλογων θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ9 κατέθεσε κάτω από ποιες συνθήκες αντιλήφθηκε την πρόσκρουση. Όπως είπε βρισκόταν σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, καταδεικνύουν ότι οι δύο πρώτες προσκρούσεις ήταν ελαφριάς μορφής. Στο μεν σημείο Χ1 βρέθηκαν μικρά θραύσματα πινακίδας, στο δε σημείο Χ2 κανένα ίχνος. Η πρώτη μάλιστα επαφή συνίστατο ουσιαστικά σε σπρώξιμο του μοτοποδηλάτου. Η τρίτη πρόσκρουση ήταν και η πιο έντονη, με αποτέλεσμα της την πτώση των επιβατών του μοτοποδηλάτου. Κατά συνέπεια τίποτε το αντιφατικό ή παράδοξο υπάρχει στα όσα ο ΜΚ9 κατέθεσε ότι αντιλήφθηκε από την απόσταση στην οποία βρισκόταν. Δεδομένου, περαιτέρω, ότι ήταν νύχτα - και παρά τον οδικό φωτισμό - δύσκολα θα μπορούσε από την απόσταση που βρισκόταν να αντιληφθεί το σύνολο των μεταξύ των οχημάτων επαφών, όπως αυτές επεσυνέβησαν. Όπως δύσκολο ήταν να αποτυπώσει επ΄ ακριβώς τις λεπτομέρειες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της καταδίωξης και αμέσως πριν το τελικό κτύπημα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω φυσιολογικό ήταν να αντιληφθεί μόνο το πιο βίαιο από τα κτυπήματα και να ακούσει, ταυτόχρονα, το θόρυβο που προκλήθηκε. Εκ μέρους της υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 προέβησαν σε καταθέσεις χωρίς όρκο ή, όπως είναι ευρύτερα υιοθετημένο από τη νομολογία, ανώμοτες δηλώσεις. Η επιλογή τους αυτή ήταν απόλυτο νομικό τους δικαίωμα. Έχουν ως εξής: Κατηγορούμενος 2: "Είμαι αθώος. Όταν μπήκα στο αυτοκίνητο το οποίο οδηγείτο από τον Julian δεν είχα τίποτα υπόψη μου εκεί, στο μυαλό μου, ότι συμβαίνει τίποτα το λανθασμένο. Δεν γνώριζα που θα πήγαινε με το αυτοκίνητο και ήμουν πάρα πολύ μεθυσμένος. Ποτέ δεν είχα καμία πρόθεση όπως πληγώσω οποιονδήποτε και δεν ήμουν σε καμία θέση για να κάνω ο,τιδήποτε ή να παρεμποδίσω ο,τιδήποτε." Κατηγορούμενος 3: "Όταν μπήκα στο αυτοκίνητο δεν γνώριζα πού θα πηγαίναμε. Τίποτα δεν ειπώθηκε όταν μπήκα στο αυτοκίνητο. Ήπια αρκετό ποτό εκείνο το βράδυ και δεν θα μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Όταν είδα τον Julian να καταδιώξει τις μοτόρες τα πράγματα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον σταματήσω και δεν είχα καμία πρόθεση όπως πληγώσω οποιονδήποτε. Είμαι αθώος." Η φύση και αποδεικτική αξία δηλώσεων αυτής της μορφής έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Anastassiades ν. Τhe Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous ν. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou ν. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, και πιο πρόσφατα Γ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση 7655, ημερομηνίας 28.9.05). ΄Ο,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Αντίκριση του περιεχομένου των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων υπό το φως των πιο πάνω αρχών και σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των αποδεκτών γεγονότων, εξανεμίζει κάθε ίχνος πειστικότητάς τους. Είναι ουσιαστικά στοιχεία των δηλώσεων αυτών οι αναφορές των κατηγορουμένων ότι βρισκόντουσαν υπό την επήρεια αλκοόλ, ότι δεν γνώριζαν που θα πήγαινε το αυτοκίνητο και ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και δεν είχαν τη δυνατότητα αντίδρασης. Σε κανένα όμως μάρτυρα δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ερώτηση σχετική με μέθη των κατηγορουμένων ή περί μειωμένων αντιστάσεων τους λόγω κατανάλωσης ποτών. Ιδίως δεν ρωτήθηκαν ανάλογα οι ΜΚ9 και 10, οι οποίοι είχαν συναντήσει τους κατηγορούμενους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ΜΚ9 μάλιστα είχε εκτεταμένη επαφή μαζί τους. Συνομίλησαν δε χωρίς κανένα πρόβλημα μεταξύ τους συνεννόησης. Περαιτέρω σε καμία περίπτωση οι κατηγορούμενοι ανέφεραν στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία (Τεκμήρια 27 και 28) ότι δεν αντιλαμβανόντουσαν τα όσα λάμβαναν χώρα. Αντιθέτως έδωσαν, με λεπτομέρειες, τη δική τους εκδοχή. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αναφορές των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων, σχολιάζουμε μόνο ότι τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν μία χρονικά εκτεταμένη συμπεριφορά, που περιελάβανε πέραν της μίας καταδίωξης μοτοποδηλάτων και η οποία παρείχε τη δυνατότητα αντίληψης από τους κατηγορούμενους των ενεργειών που λάμβαναν χώρα και ευχέρειας εκ μέρους τους αντίδρασης, ασχέτως μορφής που η αντίδραση αυτή θα μπορούσε να είχε λάβει.. Στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, Τεκμήρια 27 και 28, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δίνουν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα. Ό,τι αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το στάδιο της απόφασης μας, είναι η αναφορά του κατηγορούμενου 3 ότι σε κάποιο, ακαθόριστο, χρόνο και ενώ βρισκόντουσαν όλοι στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε "lets get them". Ήταν τη στιγμή που δύο μοτοποδήλατα ερχόντουσαν εξ αντιθέτου. Επί του θέματος θα επανέλθουμε στο τελικό στάδιο της απόφασης μας. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έχουμε αποδεχτεί και κρίνει ως αξιόπιστη, ανάλογα είναι και τα ευρήματα μας. Καταγράφουμε το μέρος αυτών των ευρημάτων μας που δεν καλύπτεται από τα αποδεκτά γεγονότα και στην έκταση που είναι ουσιαστικό για σκοπούς της υπό κρίσης υπόθεσης: Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν μεταξύ των προσώπων που βρισκόντουσαν τις πρωινές ώρες της 18.8.06 έξω από την κλινική Valessia, όπου είχε μεταφερθεί αμέσως προηγουμένως ο τραυματισμένος φίλος τους. Λόγω αυτού του γεγονότος ήταν θυμωμένοι. Σε κάποια στιγμή ο ένας από αυτούς κτυπούσε τη γροθιά του δεξιού χεριού του στην παλάμη του αριστερού. Εκεί έφθασε λίγο αργότερα και ο Goodwin, οδηγώντας ένα πράσινο μοτοποδήλατο. Όλοι μαζί έριχναν πέτρες εναντίον μοτοποδηλάτων τα οποία βρίσκονταν επί της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο και οδηγοί τους ήταν νεαροί Κύπριοι. Στη σκηνή έφθασε και ο κατηγορούμενος 1, οδηγώντας το αυτοκίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής ΖΚΝΡ143. Επισκέφθηκε τον τραυματισμένο συμπατριώτη του και εξήλθε της κλινικής. Ήταν επίσης θυμωμένος. Όταν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έριχναν πέτρες ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν στη σκηνή. Οι νεαροί Κύπριοι μοτοποδηλάτες κάνοντας ελιγμό, απέφυγαν τις πέτρες. Ένας από αυτούς, ο οδηγός ενός κόκκινου μοτοποδηλάτου, σταμάτησε λίγο πιο κάτω, πλησίον τράπεζας η οποία βρίσκεται επί της πιο πάνω λεωφόρου. Εκεί είχε συνομιλία με τον ΜΚ10, ο οποίος ήταν παρών στη σκηνή και παρακολουθούσε τα διαδραματιζόμενα. Τη στιγμή που λάμβανε χώρα η μεταξύ τους συνομιλία οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 επιβιβάστηκαν γρήγορα στο προαναφερθέν αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος 1, οδηγώντας το, κατευθύνθηκε προς το κόκκινο μοτοποδήλατο. Η κίνηση του αυτή έγινε αντιληπτή από τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, ο οποίος, μαζί με ένα άλλο που οδηγούσε μπλε μοτοποδήλατο, προσπάθησαν να διαφύγουν κινούμενοι σε πετρώδη, χωμάτινο δρόμο. Ο κατηγορούμενος 1 τους καταδίωξε εισερχόμενος στον ίδιο δρόμο, αφού προηγουμένως εξήλθε της Λεωφόρου Κάβο Γκρέκο, πέρασε πάνω από τον ποδηλατόδρομο και ακολούθως πάνω από το πεζοδρόμιο. Λίγο αργότερα και υπό τις συνθήκες που ανέφερε, ο ΜΚ10 είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο 1, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο. Κατά το χρόνο που λάμβανε χώρα η συνομιλία ο Goodwin ήταν στη θέση συνοδηγού και επιδείκνυε μαχαίρι που κρατούσε. Ταυτόχρονα οι κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι καθόντουσαν στο πίσω μέρος του οχήματος, γελούσαν (giggled). Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων. Εκεί έλαβε χώρα η παραδεκτή κίνηση του αυτοκινήτου προς το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μάριος και ενώ η μεταξύ των οχημάτων απόσταση ήταν ελάχιστη. Παρεμβάλλουμε ότι έχουμε καταγράψει ήδη πού στόχευε η κίνηση αυτή. Ακολούθησαν τα γεγονότα της καταδίωξης του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος με συνεπιβάτη τον Χρίστο, όπως αυτά είναι ήδη αποδεκτά. Η καταδίωξη κατέληξε στην πρόσκρουση, σε τρεις περιπτώσεις, του αυτοκινήτου επί του μοτοποδηλάτου. Αρχικά υπό μορφή σπρωξίματος στο σημείο Χ1 του Τεκμηρίου 36 και ακολούθως έλαβε τη μορφή δύο κτυπημάτων, το πρώτο στο σημείο Χ2 και το δεύτερο στο σημείο Χ3, όπως αυτά αποτυπώνονται στο πιο πάνω τεκμήριο. Το τελευταίο ήταν και το μοιραίο. Οδήγησε στην πτώση των Μάριου και Χρίστου από το μοτοποδήλατο και, συνακόλουθα, στα όσα, τραγικά, ακολούθησαν και τα οποία αποτυπώνονται στα παραδεκτά γεγονότα. Τα δεδομένα της υπόθεσης, όπως αυτά διαμορφώνονται τόσο μέσα από το σύνολο των ιδιόμορφων γεγονότων που την καλύπτουν, όσο και μέσα από τη νομική διάσταση των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που αποτελούν βάθρο στήριξης των κατηγοριών, επιβάλλουν εκτεταμένη καταγραφή της νομικής πλευράς που διέπει το όλο ζήτημα. Προσθέτουμε ότι η βοήθεια των συνηγόρων προς το Δικαστήριο σε σχέση και μ΄ αυτήν την πλευρά της υπόθεσης ήταν πολύτιμη. Παρέθεσαν ενώπιον μας σειρά αυθεντιών, προκειμένου να στηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα υιοθετεί και κωδικοποιεί τις αρχές του Αγγλικού Κοινοδικαίου. (Ιακώβου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1976), 2 ΑΑΔ, 114). Είναι συναυτουργός αυτός ο οποίος ενώ γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος με δική του οικειοθελή πράξη βοηθεί τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και αν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού. Στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950), 1 K.B. 544, 546-7, αναφέρονται τα εξής: "Before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence he must at least know the essential matters which constitute that offence. He need not actually know that an offence has been committed, because he may not know that the facts constitute an offence and ignorance of the law is not a defence. If a person knows all the facts and is assisting another person to do certain things, and it turns out that the doing of those things constitutes an offence, the person who is assisting is guilty of aiding and abetting that offence." Χρήσιμα όμως είναι και όσα αναφέρονται στην υπόθεση Αλ- Χαμάτ κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989), 2 ΑΑΔ, 117. Στη σελ. 135 αναφέρονται τα εξής: "Τα ουσιαστικά στοιχεία της συνέργειας προσδιορίζονται στην απόφαση R. v. Cathaem
(1985)2 All E.R., 266. Παροδική σχέση με τον αυτουργό ή τους αυτουργούς του εγκλήματος δε συνιστά παρότρυνση (counselling). Τα συστατικά στοιχεία παρότρυνσης είναι:
- i)Επαφή μεταξύ του παροτρύνοντα και του αυτουργού κατά την οποία εξωθείται ο τελευταίος να διαπράξει το έγκλημα.
- ii)Αιτιώδης σχέση μεταξύ της προτροπής για τη διάπραξη του εγκλήματος και της διάπραξης του, και iii) διάπραξη του εγκλήματος μέσα στα πλαίσια της παρότρυνσης και όχι ανεξάρτητα από αυτή." Αναφορά στο άρθρο 20 έγινε στην υπόθεση Βρακάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1973), 2 ΑΑΔ, 139, όπου επικροτήθηκε η άποψη που είχε εκφρασθεί στην Αγγλική υπόθεση R. v. Clarkson and others
(1971), 3 All E.R., 344 στην οποία αποφασίσθηκε η απλή παρουσία κατά τη διάπραξη αδικήματος, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν είναι τυχαία, είναι ανεπαρκής για να αποδείξει συνέργεια δηλαδή παροχή βοήθειας και παρακίνηση (aiding and abetting). Ανεπαρκής θεωρείται η παρουσία του κατηγορούμενου ακόμη και σε περιπτώσεις που υποβοηθά στην παροχή κάποιου είδους ενθάρρυνσης, όταν δεν αποδεικνύεται η πρόθεση του να προβεί στη συγκεκριμένη ενθάρρυνση. (Bλ. Archbold
(1999)Παράγρ. 18.18). Στην υπόθεση Βρακάς (ανωτέρω), ο Εφεσείων 2, κατόπιν συνεννόησης, ήταν παρών κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, με σκοπό να βοηθήσει τον Εφεσείοντα 1 με το να τον δέσει σε δέντρο. Αυτό θα γινόταν αμέσως μετά που ο Εφεσείων 1 θα δολοφονούσε τη σύζυγό του και θα βοηθούσε τον Εφεσείοντα 1 στην εκδοχή που θα έδιδε για δήθεν συνάντηση με αγνώστους. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει, στη σελίδα 197, ότι αυτή η συμπεριφορά του Εφεσείοντα 2 ισοδυναμούσε με εκ προθέσεως ενθάρρυνση ("wilful encouragement") του Εφεσείοντα 2 προς τον Εφεσείοντα 1 για να δολοφονήσει τη σύζυγό του. Επομένως αυτό αποτελούσε παροχή βοήθειας και παρακίνηση (aiding and abetting) στη διάπραξη φόνου εκ μέρους του Εφεσείοντα 1, με αποτέλεσμα και ο Εφεσείων 2 να θεωρείται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20, ότι είχε λάβει μέρος στη διάπραξη του φόνου ως αυτουργός (principal offender). Αποτελεί επιχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής ότι, σύμφωνα με τη Νομολογία, η χωρίς εξήγηση παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3 στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, αποτελεί μαρτυρία ενθάρρυνσης, αλλά όχι αποκλειστική απόδειξη ενθάρρυνσης και κατ΄ επέκταση ενοχής. Η γενική αυτή αρχή πηγάζει από την παλιά υπόθεση The Queen v. Coney and Others
(1882)8 QBD, 534. Με την πάροδο του χρόνου υιοθετήθηκαν και επικροτήθηκαν οι θέσεις που εκφράστηκαν στην υπόθεση αυτή. Στην Coney (ανωτέρω), κατηγορούμενοι ήσαν θεατές σε παράνομο αγώνα πυγμαχίας (prize-fight), ο οποίος διεξαγόταν ενώπιον πλήθους 100-150 ατόμων τα οποία μπορούσαν να στοιχηματίσουν για το νικητή. Οι κατηγορούμενοι δεν έλαβαν ενεργό μέρος στη διοργάνωση του αγώνα, ούτε είπαν ή έκαναν ο,τιδήποτε. Κατηγορήθηκαν και πρωτόδικα καταδικάστηκαν ως αυτουργοί δευτέρου βαθμού (principals in the second degree) για επίθεση. Θεωρήθηκε ότι, η όχι τυχαία παρουσία τους στον αγώνα και η παραμονή τους εκεί κατά τη διάρκειά του, έστω και χωρίς να πουν ή να κάμουν κάτι άλλο, αποτελούσε ενθάρρυνση. Η Πλειοψηφία του Δικαστηρίου του Queen´s Bench Division αποφάνθηκε ότι η καταδίκη θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον η απλή εθελούσια παρουσία στον αγώνα δεν σημαίνει και ενθάρρυνση. Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την Απόφαση της Πλειοψηφίας επιβεβαιώθηκαν και επικροτήθηκαν και από τη μέχρι σήμερα Νομολογία (σελ. 539-543, 552): "Cave J, p. 539: Now it is a general rule in the case of principals in the second degree that there must be participation in the act, and that, although a man is present whilst a felony is being committed, if he takes no part in it and does not act in concert with those who commit it, he will not be a principal in the second degree merely because he does not endeavour to prevent the felony, or apprehend the felon. ....... p. 540: This seems to me to hit the point. Where presence may be entirely accidental, it is not even evidence of aiding and abetting. Where presence is prima facie not accidental it is evidence, but no more than evidence, for the jury. In accordance with the principles here laid down, Kelly, C.B., in Reg . v. Atkinson
(1), a case of persons who were indicted for a serious riot, held, that the mere presence of a person among the rioters, even though he possessed the power, and failed to exercise it, of stopping the riot, did not render him liable on such a charge, and that in order to find any of the defendants guilty, the jury must be satisfied that they had taken part in an assembly for an unlawful purpose, and had helped, or encouraged, or incited the others in the prosecution of that purpose. ........ Lopes, J. p.552: I understand the ruling of the chairman to amount to this, that mere presence at a prize-fight, unexplained, is conclusive proof of aiding and abetting, even if there be no evidence that the person or persons so present encouraged, or intended to encourage the fight by his or their presence. I cannot hold, as a proposition of law, that the mere looking on is ipso facto a participation in or encouragement of a prize-fight. I thing there must be more than that to justify a conviction for an assault. If, for instance, it was proved that a person went to a prize-fight, knowing it was to take place, and remained there for some time looking on, I think that would be evidence from which a jury might infer that such person encouraged, and intended to encourage, the fight by his presence. In the present case, the three prisoners were merely seen in the crowd, were not seen to do anything and there was no evidence why or how they came there, or how long they stayed." Στην R. v. Allan and others
(1963), 3 W.L.R., 677 η καταδίκη για συμπλοκή ακυρώθηκε εφόσον είχε στηριχθεί στην παρουσία του κατηγορούμενου χωρίς να έχει εκδηλώσει οιαδήποτε άλλη πρόθεση είτε σε λόγια είτε με έργα. Ο ρόλος του ήταν αυτός του απλού θεατή, έστω και αν έτρεφε την πρόθεση να επέμβει στη συμπλοκή εάν η πλευρά που υποστήριζε τον χρειαζόταν. Θεωρήθηκε ότι κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με καταδίκη κάποιου για τις σκέψεις του. Για να καταδικασθεί κάποιος ως αυτουργός δευτέρου βαθμού (principal in the second degree), θα πρέπει να υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ότι έχει κάμει κάτι το θετικό προς ενθάρρυνση των συμμετεχόντων. "Edmund Davies, J. p. 683: In our judgment, before a jury can properly convict an accused person of being a principal in the second degree to an affray, they must be convinced by the evidence that, at the very least, he by some means or other encouraged the participants. To hold otherwise would be, in effect, as the appellants´ counsel rightly expressed it, to convict a man on his thoughts, unaccompanied by any physical act other than the fact of his mere presence. Indeed, in our judgment, encouragement in one form or another is a minimal requirement before an accused person may properly be regarded as a principal in the second degree to any crime." Στην R v. Clarkson and others
(1971), 3 Αll E.R., 344 αποφασίστηκε ότι η εθελούσια παρουσία στη σκηνή βιασμού χωρίς άλλη πράξη δεν αποτελεί ενθάρρυνση που να στοιχειοθετεί καταδίκη, έστω και αν ο βιαστής ο ίδιος το είδε ως ενθάρρυνση. "Megaw, L.J. p. 347: It is not enough, then, that the presence of the accused has, in fact, given encouragement. It must be proved that the accused intended to give encouragement; that he willfully encouraged. ........ p. 348: From that if follows that mere intention is not in itself enough. There must be an intention to encourage; and there must also be encouragement in fact, in cases such as the present case." Προκύπτει ανάγκη εξέτασης κάτω από ποιες συνθήκες είναι δυνατό να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε παράλειψη κάποιου να πράξει κάτι για να αποτρέψει αδίκημα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει ποινική ευθύνη για κάποιον που είναι παρών στη σκηνή ενός εγκλήματος και δεν λαμβάνει μέτρα για να εμποδίσει τη διάπραξή του. Εκτός από τις ρητές νομοθετικές πρόνοιες, υπάρχουν περιπτώσεις που η απραξία μπορεί να οδηγήσει σε ευθύνη ως συναυτουργός. Για παράδειγμα, όταν ο συναυτουργός έχει το δικαίωμα να ελέγξει τις πράξεις του κύριου αυτουργού και εσκεμμένα παραλείπει να το πράξει, αυτή του η απραξία μπορεί να θεωρηθεί ως ενθάρρυνση και κατά συνέπεια ως παροχή βοήθειας και παρακίνηση στον αυτουργό. Π.χ. ο αδειούχος ιδιοκτήτης μπυραρίας που παρακολουθούσε άπρακτος τους πελάτες του να καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά μετά τις επιτρεπόμενες ώρες, θεωρείται συναυτουργός (Tuck v. Robson
(1970), 1 All. ER., 1171). Ο πιο πάνω κανόνας φαίνεται να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των συνοδηγών. Στην Du Cros v. Lambourne
(1907), 1 K.B., 40, ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου θεωρήθηκε υπόλογος επειδή αυτό οδηγείτο με επικίνδυνη ταχύτητα. Κατά τον επίδικο χρόνο στο αυτοκίνητο υπήρχαν δύο άτομα, ο ιδιοκτήτης και κάποιος άλλος αλλά δεν αποδείχθηκε ποιος οδηγούσε. Παρόλα αυτά ο ιδιοκτήτης είχε ποινική ευθύνη εφόσον είχε τον έλεγχο του οχήματος, είτε ως οδηγός είτε ως συνοδηγός. Εάν οδηγούσε ήταν ο αυτουργός, εάν ήταν συνοδηγός, ήταν συναυτουργός αφού μπορούσε να λάβει μέτρα αποτροπής. Στο σύγγραμμα Smith and Hogan, Criminal Law (9th Edition) 1999, Chapter 7, Parties to a Crime, σελ. 132, εκφράζεται όμως αμφιβολία στο κατά πόσο το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να αποδειχτεί ενεργή παρακίνηση για να επιτευχθεί καταδίκη. Στην R. v. Baldessare
(1930), 22 Crim. App. R., 70 οι δύο κατηγορούμενοι πήραν παράνομα ένα αυτοκίνητο με μοναδικό σκοπό τη βόλτα (joy-ride). Ο ένας οδηγούσε και ο άλλος ήταν συνοδηγός. Το αυτοκίνητο οδηγούμενο απρόσεκτα προκάλεσε το θάνατο κάποιας πεζής. Κρίθηκαν αμφότεροι υπόλογοι για ανθρωποκτονία, ο ένας ως κύριος αυτουργός και ο συνοδηγός ως παρέχων ενθάρρυνση. Το σκεπτικό ήταν ότι η πράξη τους να πάρουν το αυτοκίνητο και όλες οι μετέπειτα κοινές παράνομες ενέργειες τους, αποδείκνυαν κοινό σκοπό, επομένως φέρουν από κοινού ευθύνη και για τα παράνομα αποτελέσματα των πράξεών τους. Το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα αποτελεί επίσης, όπως προαναφέραμε, νομική βάση στήριξης των κατηγοριών. Η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει κοινό σκοπό, ήτοι την πρόκληση σωματικής βλάβης στα θύματα και υπέχουν ευθύνη με βάση το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: "Άρθρο 21: Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξή του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα." Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου κα ν. Δημοκρατίας
(2000), 2 ΑΑΔ 482, καθορίζεται η διαφορά του άρθρου 21 από το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα καθώς και ποιες είναι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 21. Ο Χ" Χαμπής, Δ., αναφέρει στις σελίδες 493-494: . "Διαφέρει δε και από το άρθρο 20 κατά το ότι εκείνο καθορίζει την κοινή ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρανομία της πράξης που συναρτάται προς την κοινή επιδίωξη του άρθρου 21, σε αντίθεση με το άρθρο 20, αναφέρεται όχι στο συγκεκριμένο αδίκημα, όπως στην περίπτωση του άρθρου 20, ή στην οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια, αντικριζόμενη αφ΄ εαυτής και μεμονωμένα, που γίνεται στα πλαίσια της πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου σκοπού και συνιστά το εξεταζόμενο αδίκημα, αλλά στον ίδιο τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το κρινόμενο δεν είναι λοιπόν αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι ο ίδιος ποινικό αδίκημα (έστω και αν είναι, όπως θα ήταν η παράνομη σύλληψη του Σπύρου), αλλά αν το εξεταζόμενο αδίκημα, την κοινή ευθύνη για το οποίο καθορίζει το άρθρο 21, προέκυψε ως πιθανή συνέπεια στα πλαίσια της πραγμάτωσης του κοινού παράνομου σκοπού. Εδώ ο κοινός επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η σύλληψη του Σπύρου, που καθίστατο παράνομος ως εκ του ότι οι εφεσείοντες ομολογουμένως δεν είχαν δικαίωμα να τον συλλάβουν ως λαθροκυνηγούντα. Η παρανομία της κοινής αυτής επιδίωξης καθιστούσε υπεύθυνους και τους δύο για κάθε επί μέρους ενέργεια τους στα πλαίσια της πραγμάτωσης της και εφ΄ όσον η εν λόγω ενέργεια δεν εξήρχετο των πλαισίων της επιδίωξης του παράνομου κοινού σκοπού. Η νομολογία δείχνει καθαρά ότι, εφ΄ όσον το τελικό αποτέλεσμα είναι στα πλαίσια εκείνα ως πιθανή συνέπεια, φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό παρά το ότι η πράξη αυτή καθ΄ αυτή που συνιστά το αδίκημα έγινε μόνο από τον ένα. (ίδε Πουτζιουρής, ανωτέρω, Rossides v, Republic
(1983)2 CLR 391). Mάλιστα η αγγλική νομολογία επεκτείνει την αρχή αυτή και σε ασυνήθεις συνέπειες της εκτέλεσης του κοινού σκοπού, εφ΄ όσον βέβαια συνεχίζουν να είναι στα πλαίσια του κοινού σκοπού και δεν συνιστούν συνέπειες υπέρβασης του (οπότε και η αιτιατή σχέση θα διερρηγνύετο) - R. v. Anderson and Morris
(1966)2 Αll. Ε.R. 644. Εκτός δε του ότι δεν προσβάλλεται το εύρημα του δικαστηρίου ότι η ρίψη των πυροβολισμών που επέφεραν το θάνατο του Σπύρου ήταν στα πλαίσια του κοινά επιδιωκόμενου παράνομου σκοπού ως πιθανή συνέπεια, όπως ήδη παρατηρήσαμε η επιδίωξη του κοινού παράνομου σκοπού δεν περιορίσθηκε στην αναζήτηση με τα όπλα και στην κλήση προς τον Σπύρο αλλά επεκτάθηκε στην από κοινού ρίψη πυροβολισμών προς την κατεύθυνση του." Από την Σπύρος Πουτζιουρής κα. ν. Δημοκρατίας
(1990), 2 ΑΑΔ 309 εξάγονται οι πιο κάτω γενικές αρχές: Α) Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει όχι μόνο ότι καθένας από τους κατηγορούμενους είχε τον ίδιο σκοπό με τους συγκατηγορούμενους του, αλλά ότι ο σκοπός αυτός ήταν κοινός μεταξύ τους, (σελ. 335-336) Β) Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη προκατασκευασμένου σχεδίου. Μπορεί να δημιουργηθεί κοινός σκοπός ακόμα και σε περιπτώσεις ξαφνικής συμπλοκής (σελ. 336) Γ) Πότε είναι δυνατόν στην κάθε περίπτωση να εξαχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα η ύπαρξη συγκεκριμένου σκοπού μεταξύ συγκατηγορούμενων προσώπων, είναι θέμα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (σελ. 340). Όταν κάποιος από τους συγκατηγορούμενους υπερβαίνει τα όρια του κοινού σκοπού σε βαθμό μη αναμενόμενο, τότε δεν μπορούν να θεωρηθούν όλοι υπόλογοι. Στην Νικόλας Λοφτής ν. Δημοκρατίας
(1961), ΑΑΔ 108, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Ιωσηφίδη, Δ., στις σελ. 118-119: "It is a wll settled principle of law that if persons have agreed to waylay a man and rob him, and they come together for the purpose armed with deadly weapons, and one of them happens to kill him, every member of the gang is held guilty of the murder. But if their agreement had merely been to frighten the man, and then one of them went to the unexpected length of shooting him, such a murder would affect only the particular person by whom the shot was actually fired. The act done must relate to the common design and not totally or substantially vary from it: See Regina v. Macklin
(1838)2 Lewin 225; 168 E.R: 1136, where there was a common intent to frighten, but no common intent to attack. In Aziz Dervish and another v. Rex
(1942)18 CLR 25, it was held that if there is a common design to assault the deceased with walking sticks, the killing with a knife is not a natural consequence of that common design to assault, and therefore the act of the one assailant of striking the deceased with a walking stick did not come within section 22 (now section 21) of the Criminal Code and render him liable for murder. It will be seen that the act done must relate to the common design and not totally or substantially vary from it." Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε στην R. v. Powell
(1999), 1 A.C.1. Στην R v. Smith
(1962), Crim. L.R. 43, κοινός σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να προκαλέσουν καταστροφές σε ένα Μπαρ και να εμποδίσουν τον Μπάρμαν από του να σταθεί εμπόδιο στις πράξεις τους. Ο ένας κατηγορούμενος που κρατούσε μαχαίρι εν γνώσει των άλλων, μαχαίρωσε τον Μπάρμαν. ΄Εγινε προσπάθεια αποστασιοποίησης από τη χρήση του μαχαιριού αφού προβλήθηκε το επιχείρημα ότι ήταν εκτός του κοινού σκοπού. Η καταδίκη για ανθρωποκτονία επικυρώθηκε αφού η γνώση της ύπαρξης του μαχαιριού έπρεπε να δημιουργήσει στο μυαλό όλων και την πιθανότητα χρήσης του. Από την άλλη όμως, το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να προβαίνει σε εικασίες ως προς το ποίος ήταν ο συμφωνημένος βαθμός χρήσης βίας στα πλαίσια του επιδιωκόμενου κοινού σκοπού. Τα άτομα που επιλέγουν να λάβουν μέρος σε τέτοιου είδους εγκλήματα, πρέπει να αντιληφθούν ότι κινδυνεύουν να υποστούν όλες τις συνέπειες που οι πράξεις τους θα επιφέρουν. Στην Ιωάννης Μιχαήλ Πεύκος ν. Δημοκρατίας
(1961), 2 ΑΑΔ 340, ο Βασιλειάδης, Δ. ανέφερε στη σελίδα 365: "Ordinary good sense, concerned with public safety, and the suppression of crime, would clearly, I think, have it that way; the Common Law, originating in good common sense, has it that way; and our codified law in the form of sections 20 and 21 of the Criminal Code, emanating from the Common Law, provides that each of such persons is deemed to have committed the offence, actually committed by his mate. Persons choosing to take part in crimes such as the subject matter of this case, must realize that they draw upon them all the risks which may result from such expeditions. And they should further know, that the law in such matters, does not require the Court to enter into speculations, as to what exactly was the agreed violence; or as to where the violence for the one crime ended, and that for the other crime commenced." Στην Γεώργιος Γιαννή Ρωσσίδης ν. Δημοκρατίας
(1983), 2 ΑΑΔ 391, ο κοινός σκοπός καθίστατο ολοφάνερος από τις κοινές ενέργειες όλων των κατηγορουμένων. Στην υπόθεση R. v. Murtagh and Kennedy
(1955), Crim. L.R., 315 όπου ο συνοδηγός κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας, λέχθηκε ότι η ποινική του ευθύνη εξαρτάται από την οποιαδήποτε κοινή πρόθεση είχε από κοινού με τον οδηγό. Εάν όμως ο οδηγός είχε σκοπό να κτυπήσει τον πεζό και ο συνοδηγός απλώς να τον εκφοβίσει, προκαλείτο όμως ο θάνατος του θύματος, τότε ο οδηγός πιθανό να καταδικαζόταν για φόνο και ο συνοδηγός για ανθρωποκτονία. Στην R. v. Mahmood
(1993), Crim. L. R., 368, ο συνοδηγός απαλλάγηκε ευθύνης για τις συνέπειες που επεσυνέβησαν μετά την εγκατάλειψη εν κινήσει του οχήματος από τον ίδιο και τον οδηγό. Συγκεκριμένα ενώ καταδιώκονταν από την αστυνομία για κλοπή του αυτοκινήτου, εγκατέλειψαν το αυτοκίνητο εν κινήσει. Αυτό ακυβέρνητο κτύπησε σε ένα παιδικό καροτσάκι με αποτέλεσμα το θάνατο του παιδιού που βρισκόταν σ΄ αυτήν. Η ευθύνη, με δεδομένες τις προηγούμενες παράνομες ενέργειες τους, θα βάρυνε τον συνοδηγό αν οι συνέπειες προκαλούνταν ενώ αυτός βρισκόταν στο αυτοκίνητο, αφού θα ήταν προβλεπτές. Η εγκατάλειψη όμως του οχήματος εν κινήσει και οι μετέπειτα συνέπειες, δεν ήταν προβλεπτές. Με δεδομένο ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται αποκλειστικά στη δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας είναι επιβεβλημένο να καταγράψουμε τις ανάλογες αρχές: Η απόφαση Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 ΑΑΔ, 444, αποτελεί σημείο αναφοράς σχετικά με τη φύση της περιστατικής μαρτυρίας και σημασίας της. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 450-451: "Ποίο το βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε, συνεκτικά αποτιμούμενη, μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία, η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73· Mιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 172· Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 211· Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. ΄Εχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου." Προσθέτουμε επίσης σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία ότι τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας, πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Επανερχόμαστε στα περιστατικά που καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν πλέον μέσα από το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου, στην προσπάθεια μας να ανιχνεύσουμε κατά πόσο στοιχειοθετήθηκε η ύπαρξη κοινού μεταξύ των συγκατηγορουμένων συγκεκριμένου επιδιωκόμενου σκοπού. Σε σχέση με τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο χώρο έξω από την κλινική Valessia. O κατηγορούμενος 1 δεν ήταν παρών όταν λάμβανε χώρα το επεισόδιο ρίψης πετρών. Ούτε ήταν παρών όταν ο ένας από τους νεαρούς κτύπησε την παλάμη του αριστερού του χεριού με τη γροθιά του δεξιού. Κίνηση που, ούτως ή άλλως, στην απουσία μαρτυρίας ως προς τις συνθήκες που την περιέβαλλαν, δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία. Τρία είναι τα σημαντικά στοιχεία σ΄ αυτό το στάδιο: (α) Οι κατηγορούμενοι ήταν θυμωμένοι λόγω του τραυματισμού του φίλου τους, (β) στο δρόμο εκτός της κλινικής βρισκόντουσαν νεαροί Κύπριοι μοτοποδηλάτες εναντίον των οποίων σε κάποιο χρόνο έριχναν πέτρες οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και για τους οποίους λέχθηκε στον κατηγορούμενο 1 ότι ήταν τα πρόσωπα που κτύπησαν τον φίλο τους και (γ) οι κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν βιαστικά στο αυτοκίνητο και ακολούθησε η καταδίωξη των μοτοποδηλάτων. Δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το εάν λέχθηκε οτιδήποτε προτού λάβει χώρα η επιβίβαση των κατηγορουμένων στο αυτοκίνητο. Αναμφίβολα οι όλες συνθήκες που προηγήθησαν της επιβίβασης αυτής οδηγούν σε ένα και μόνο ασφαλές συμπέρασμα: ότι η γρήγορη αυτή κίνηση των κατηγορουμένων συνδεόταν άμεσα με την παρουσία των μοτοποδηλάτων στη σκηνή. Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν κοινό επιδιωκόμενο σκοπό. Εάν δηλαδή είχαν στο στάδιο αυτό διαμορφώσει κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού. Λαμβανομένης υπόψη της όλης προηγούμενης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 2 και 3, της γρήγορης επιβίβασης, καθώς επίσης - εν σχέσει με τον κατηγορούμενο 1 - του τρόπου οδήγησης εκ μέρους του που ακολούθησε αμέσως μετά, μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ότι επιδίωξη των κατηγορουμένων ήταν η τιμωρία των προσώπων που τραυμάτισαν τον φίλο τους, οι οποίοι και οδηγούσαν τα μοτοποδήλατα έξω από την κλινική. Παραμένει μετέωρο όμως, ελλείψει μαρτυρίας, αν υφίστατο κοινή συνισταμένη μεταξύ των κατηγορουμένων ως προς τον τρόπο που θα λάμβανε χώρα μία τέτοια τιμωρία και την ακριβή φύση της. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 οδήγησε το αυτοκίνητο του εναντίον του κόκκινου και του μπλε μοτοποδήλατου - και μάλιστα εισερχόμενος σε χωματόδρομο και αφού προηγουμένως διάβηκε ποδηλατόδρομο και πεζοδρόμιο - δεν διαφοροποιεί το όλο ζήτημα. Η γρήγορη είσοδος των κατηγορουμένων στο αυτοκίνητο και η χρησιμοποίηση του, δεν οδηγεί στο μόνο συμπέρασμα ότι είχαν κοινή πρόθεση να καταδιώξουν τους μοτοποδηλάτες και να τους προκαλέσουν - με κτύπημα του αυτοκινήτου επί των μοτοποδηλάτων - βαριά σωματική βλάβη, όπως θέτει η Κατηγορούσα Αρχή. Οι ενέργειες του κατηγορούμενου 1 κατά τη συγκεκριμένη οδήγηση, αποσυναρτημένες από άλλα δεδομένα, δεν μπορεί να οδηγήσουν με ασφάλεια στο πιο πάνω συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος και τα γεγονότα εξελίχθηκαν αστραπιαία. Κάτω από τις συνθήκες αυτές ο δεδομένος τρόπος οδήγησης του δεν μπορεί να στηρίξει ως μόνο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του ήταν αποτέλεσμα κοινής πρόθεσης όλων των κατηγορουμένων και όχι δικής του και μόνο επιθετικής συμπεριφοράς. Η ασάφεια και αοριστία ως προς τις ακριβείς, κοινές, προθέσεις των κατηγορουμένων, επιτείνεται από το γεγονός ότι παρέμειναν αδιευκρίνιστα τα γεγονότα - αν τελικά έλαβαν χώρα οποιαδήποτε γεγονότα - μετά την είσοδο των μοτοποδηλάτων και του αυτοκινήτου στο χωματόδρομο. Συνεχίστηκε η καταδίωξη; Αν ναι, ποια μορφή πήρε; Ακολούθησε κάτι άλλο; Θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης μας τόσο η σημασία των κενών αυτών, όσο και η σημασία συγκεκριμένης κοινής πρόθεσης ως προς τον τρόπο και το μέγεθος τιμωρίας. Η όλη προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να θεμελιώσει ως κοινό παράνομο σκοπό την καταδίωξη μοτοποδηλάτων των εμπλεκομένων στον τραυματισμό του φίλου των κατηγορουμένων, νεαρών Κυπρίων και την πρόκληση σ΄ αυτούς βαριάς σωματικής βλάβης μέσω κτυπημάτων από το αυτοκίνητο, καθίσταται ακόμα πιο τρωτή - σε βαθμό εκθεμελίωσης της - από τα παραδεκτά γεγονότα που ακολούθησαν. Λίγο αργότερα οι κατηγορούμενοι συναντούσαν τον ΜΚ
- Εντός του αυτοκινήτου βρισκόταν και ως συνοδηγός ο Goodwin. Είχε στην κατοχή του μαχαίρι, το οποίο μάλιστα επιδείκνυε την ώρα που ο κατηγορούμενος 1 απείλησε ότι αυτοί που τραυμάτισαν τον φίλο τους θα το πληρώσουν ("They will get it"). Είναι την ίδια στιγμή που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γελούσαν ("giggled"). Η όλη σκηνή δεν συνάδει με τον κοινό παράνομο σκοπό που επιχειρεί να θέσει η Κατηγορούσα Αρχή, τον τραυματισμό δηλαδή των επιβαινόντων στα μοτοποδήλατα με τη χρήση του αυτοκινήτου. Καθότι η κατοχή μαχαιριού και η επίδειξη του ταυτόχρονα με τις αναφορές του κατηγορούμενου 1 περί τιμωρίας, δεν δημιουργεί την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος ως μόνης απόρροιας του συνόλου της περιστατικής μαρτυρίας. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: υπάρχει, και αν ναι, ποια είναι η κοινή πρόθεση σ΄ αυτό το στάδιο; Δεδομένης δε της αποβίβασης του Goodwin αμέσως μετά και προτού λάβει χώρα η επόμενη σκηνή και στην έλλειψη και πάλιν σχετικής άμεσης μαρτυρίας, ποια είναι στη συνέχεια η κοινή παράνομη επιδίωξη; Ακολούθησε η σκηνή της συνάντησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 - και με επιβάτες πλέον, στο πίσω κάθισμα, μόνο τους κατηγορούμενους 2 και 3 - με το μοτοποδήλατο στο οποίο επέβαιναν τα θύματα. Κορυφαίο στοιχείο αποτέλεσε για την Κατηγορούσα Αρχή σ΄ αυτό το στάδιο των γεγονότων ο ρόλος που επιχείρησε να αποδώσει στην παρουσία των κατηγορουμένων 2 και
- Καθόρισε ότι σκοπός τους ήταν να υποδείξουν στον κατηγορούμενο 1 τα πρόσωπα που κτύπησαν τον φίλο τους στο καβγά που έλαβε μέρος στη δισκοθήκη Boogies. Η Κατηγορούσα Αρχή μάλιστα έθεσε ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το αυτοκίνητο στάθμευσε στο συγκεκριμένο σημείο της Λεωφόρου Ξενοδοχείων, έχοντας οπτική επαφή με την πιο πάνω δισκοθήκη. Εάν όντως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 σκοπό είχαν απλά να υποδείξουν στον κατηγορούμενο 1 τα πιο πάνω πρόσωπα, η ενέργεια τους αυτή δεν θα ενείχε κανένα στοιχείο παρανομίας. Εκτός βεβαίως αν συνδεόταν με κάποια άλλη παράνομη πράξη. Η εξέλιξη όμως των αδιαμφισβήτητων γεγονότων, επιμαρτυρά ότι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί του ρόλου που υποτίθεται θα διαδραμάτιζαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αβάσιμη. Τα θύματα, ο Χρίστος και ο Μάριος, δεν είχαν καμία εμπλοκή στον καβγά. Ούτε και ήταν παρόντα στη σκηνή του επεισοδίου της δισκοθήκης. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να υποδειχθούν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 στον κατηγορούμενο
- Παραταύτα ο κατηγορούμενος 1 τους απέκοψε την πορεία και ακολούθως τους καταδίωξε, με τα μοιραία αποτελέσματα. Παραμένει άγνωστο τι προηγήθηκε της ενέργειας του κατηγορούμενου 1 να ξεκινήσει το αυτοκίνητο και να το κατευθύνει προς το μέρος του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Μάριος. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να διαφωτίζει σχετικά. Ούτε βεβαίως είναι και επιτρεπτό να γίνονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων. Όπως, για παράδειγμα, αν εκλήφθησαν, λανθασμένα, τα θύματα ως πρόσωπα που έλαβαν μέρος στον καβγά ή αν υποδείχθησαν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως τέτοια. Έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή στο σημείο αυτό ότι η αναφορά του κατηγορούμενου 3 στην κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 28), ότι ο κατηγορούμενος 1 είπε σε κάποιο στάδιο "lets get them", είναι στοιχείο που καταδεικνύει πως προηγήθηκε κάποια συζήτηση μεταξύ των κατηγορουμένων και, ταυτόχρονα υπόδειξη των θυμάτων ως των προσώπων που αναζητούσαν. Υπενθυμίζοντας ότι η οποιαδήποτε αναφορά του κατηγορούμενου 3 δεν θα επηρέαζε τον συγκατηγορούμενο του, καταγράφουμε ότι η Κατηγορία πρόσθεσε επίσης πως η πιο πάνω φράση υποδηλώνει "ευχή για την τέλεση πράξης που πρόκειται να τελεστεί από πολλά πρόσωπα και όχι μόνο από τον κατηγορούμενο 1". Η θέση αυτή της Κατηγορούσας Αρχής είναι αυθαίρετη. Δεν στηρίζεται ούτε σε λογικά, ούτε σε πραγματικά δεδομένα. Προσεκτική ανασκόπηση των σχετικών αναφορών του κατηγορουμένου 3 στο Τεκμήριο 28, φανερώνει πως είναι αδύνατο να τοποθετηθεί σε ποιο, χρονικά, σημείο, έλαβε χώρα η πιο πάνω φράση. Αναφέρονται στο Τεκμήριο 28 γεγονότα ασύμβατα με τα όσα παραδεκτά τέθησαν. Τίθενται δε τόσο αόριστα και μπλεγμένα, που καθίσταται αδύνατη η εξαγωγή συμπεράσματος χρονικής ταύτισης της φράσης με τη συγκεκριμένη στιγμή που επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή. Πέραν των πιο πάνω η ίδια η φράση και ό,τι ο κατηγορούμενος 1 εννοούσε, δεν θα ήταν νομικά επιτρεπτό να εκληφθεί ότι συνέπιπτε με τις επιδιώξεις των κατηγορουμένων 2 και 3 ή, ακόμη πιο ανεπίτρεπτο, ότι συνιστούσε ένδειξη κοινού προηγούμενου σκοπού. Τελικά αυτό που παραμένει ως μόνο γεγονός είναι η καταδίωξη που ακολούθησε από τον κατηγορούμενο
- Καταδίωξη προσώπων άσχετων με τον τραυματισμό του φίλου των κατηγορουμένων. Τα δεδομένα αυτά έχουν καταλυτικές συνέπειες στην υπόθεση που επιχείρησε να δομήσει η Κατηγορούσα Αρχή. Ήταν η βάση της όλης θέσης της Κατηγορίας ότι κοινός παράνομος επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η τιμωρία - με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης - όχι του οποιουδήποτε, αλλά των προσώπων που τραυμάτισαν τον φίλο των κατηγορουμένων, τα οποία και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Άλλωστε αυτούς παρουσιάζονται να καταδίωξαν αρχικά έξω από την κλινική. Έστω και αν είχε αποδειχθεί ο παράνομος αυτός κοινός σκοπός, η καταδίωξη - και το αποτέλεσμα της - από τον κατηγορούμενο 1 αγνώστων προσώπων, άσχετων με τα συμβάντα, ήταν εκτός των πλαισίων πραγμάτωσης του κοινού παράνομου σκοπού. Ούτε ήταν πιθανή συνέπεια της επιδίωξης του (του σκοπού), ούτως ώστε να φέρουν ευθύνη και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό. Παρενθετικά προσθέτουμε ότι διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα εάν οι τραυματισμοί άσχετων προσώπων τα οποία χρησιμοποιούσαν το δρόμο, συνέβαιναν ενώ λάμβανε χώρα και ήταν σε εξέλιξη καταδίωξη που αφορούσε τα πρόσωπα του κοινού παράνομου σκοπού. Υπό αυτές τις συνθήκες το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν, όντως, πιθανή συνέπεια ενταγμένη στα πλαίσια της πραγμάτωσης της παράνομης κοινής επιδίωξης. Τότε, βεβαίως, θα έφεραν και ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό. Έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή ότι η πρώτη παράνομη καταδίωξη (του κόκκινου μοτοποδηλάτου), σε συνδυασμό με τη δεύτερη (των θυμάτων) και το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο αυτοκίνητο, καταδεικνύει και την ύπαρξη του συγκεκριμένου κοινού παράνομου σκοπού. Έχουμε ήδη καταγράψει τη θέση του Δικαστηρίου ως προς την αδυναμία στοιχειοθέτησης κοινού παράνομου σκοπού από τα αρχικά στάδια της συνάντησης των τριών κατηγορουμένων. Έχουμε επίσης θέσει ότι η καταδίωξη αγνώστων προσώπων εκφεύγει, ούτως ή άλλως, των πλαισίων πραγμάτωσης του οποιουδήποτε κοινού επιδιωκόμενου σκοπού έθετε η Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνουμε επίσης ότι παρέμεινε άγνωστη η έκταση και η κατάληξη της πρώτης καταδίωξης, ούτως ώστε να ήταν και δυνατό να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τις επακριβείς προθέσεις του κατηγορούμενου
- Καθ΄ ότι είναι ένα ζήτημα, γενικότερης μορφής, η καταδίωξη και διαφορετικό η καταδίωξη με σκοπό την πρόσκρουση σε όχημα. Και, αναμφίβολα, εντελώς ξεχωριστό ζήτημα ο βαθμός και το είδος του παράνομου σκοπού που, πιθανόν, να σκεφτόταν ο κάθε κατηγορούμενος. Τελικά η αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής να τεκμηριώσει, ως έχει υποχρέωση, κοινό μεταξύ των κατηγορουμένων σκοπό, είναι μοιραία γι΄ αυτό το μέρος της υπόθεσης της. Έστω και αν πρόθεση όλων των κατηγορουμένων ήταν να εκδικηθούν τον τραυματισμό του φίλου τους, θα έπρεπε να αποδειχθεί ο κοινός σχεδιασμός και το μέτρο του, ούτως ώστε να κριθεί κατά πόσο η πράξη που έγινε συνδεόταν με τον σχεδιασμό αυτό, ως αποτέλεσμα πιθανής συνέπειας του και δεν διαφοροποιείτο ολοκληρωτικά ή ουσιωδώς. Η απόδειξη των ουσιαστικών παραμέτρων του κοινού σχεδιασμού, θα επέτρεπε επίσης να κριθεί και το κατά πόσο κάποιος από τους κατηγορούμενους, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 1, κινήθηκε στα πλαίσια του κοινού επιδιωκόμενου σκοπού - καταδιώκοντας υπό τις συνθήκες που προαναφέραμε άγνωστα πρόσωπα - οπόταν οι συμμετέχοντες θα έφεραν ευθύνη ή προχώρησε πέραν του πιο πάνω σκοπού, σε βαθμό απρόβλεπτο, γεγονός που θα απάλλασσε κάθε ευθύνης τους συμμετέχοντες. Επακόλουθο τυχόν απόδειξης κοινού επιδιωκόμενου σκοπού είναι ο κίνδυνος που ελλοχεύει για όλους τους συμμετέχοντες στο έγκλημα να υποστούν κάθε συνέπεια που πιθανόν να προκύψει. Υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβαίνει σε εικασίες ως προς το ποιος είναι ο συμφωνημένος βαθμός χρήσης βίας. Η νομολογιακή όμως αυτή αρχή συναρτάται άμεσα με τις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται στην τέλεση του εγκλήματος φονικά όπλα, όπως πυροβόλα ή μαχαίρια. Η γνώση ύπαρξης τέτοιων όπλων θα πρέπει να δημιουργεί στο μυαλό όλων και την πιθανότητα χρήσης τους. Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης - έστω και αν γινόταν δεκτό ότι τεκμηριώθηκε κάποιος κοινός παράνομος σκοπός - είναι διαφορετικά. Το αυτοκίνητο δεν εμπίπτει στην κατηγορία των πιο πάνω μέσων. Δεν είναι, από τη φύση του, φονικό όπλο. Ούτε και η κατασκευή και η αναμενόμενη, φυσιολογική, χρήση του στοχεύει προς αυτή την κατεύθυνση. Η είσοδος των κατηγορουμένων 2 και 3 στο αυτοκίνητο που νόμιμα κατείχε ο κατηγορούμενος 1, δεν συνιστά από μόνη της άμεση αποδοχή εκ μέρους τους κινδύνων που απορρέουν από την επιβίβαση τους και μόνο στο εν λόγω αυτοκίνητο. Ούτε μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να αναμένουν λογικά πως το αυτοκίνητο θα χρησιμοποιείτο από τον οδηγό του ως φονικό όπλο, ούτως ώστε, ανάλογα, να πάρουν στους ώμους τους και την κάθε συνέπεια. Υπενθυμίζουμε ότι το πρώτο επεισόδιο εξελίχθηκε ραγδαία και, τουλάχιστον, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο κατηγορούμενος 1, ως οδηγός, από μόνος του ενήργησε όπως καταγράψαμε. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 παρέμειναν στο αυτοκίνητο δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Πέραν του ότι, όπως προαναφέραμε, δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς την εξέλιξη της πρώτης καταδίωξης, η δεύτερη χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου με επιθετικό τρόπο, έλαβε χώρα εναντίον αγνώστων προσώπων. Ήταν ένα γεγονός απρόβλεπτο υπό το φως του αποδιδόμενου στους κατηγορούμενους κοινού σκοπού. Έχουμε θέσει ήδη τη νομολογιακή αρχή ότι είναι δυνατό να δημιουργηθεί κοινός σκοπός ακόμα και χωρίς προηγούμενο σχέδιο, ήτοι κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Στην υπό κρίση περίπτωση μπορούν να γίνουν πολλές εικασίες ως προς το τι πιθανόν να έλαβε χώρα σε μία καταδίωξη, η οποία κάλυψε 900 περίπου μέτρα και στα πλαίσια της οποίας εξελίχθησαν ακραία γεγονότα. Τίποτα όμως δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει, είτε άμεσα, είτε περιστατικά - και στο βαθμό βεβαιότητας που απαιτεί ποινική διαδικασία - ότι κατά το χρόνο καταδίωξης δημιουργήθηκε κοινός παράνομος σκοπός. Η παράλειψη των κατηγορουμένων 2 και 3, ως προσώπων που ήταν παρόντα στη σκηνή ενός εγκλήματος, να πράξουν οτιδήποτε για να αποτρέψουν τη διάπραξη του, δεν τους καθιστά, υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης και ποινικά υπεύθυνους. Εκ του περισσού αναφέρουμε ότι δεν εγείρεται και θέμα αποστασιοποίησης τους. Η υποχρέωση, ως υπεράσπιση, αποστασιοποίησης από κοινό σκοπό, προϋποθέτει απόδειξη ύπαρξης τέτοιου σκοπού. Ούτως ώστε, ως λογική συνέπεια, να υφίσταται και θέμα αποστασιοποίησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει στοιχειοθετηθεί τέτοιος σκοπός. Χωρίς περιθώριο επιτυχίας είναι και η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η όλη παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3 στο αυτοκίνητο, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπόθεσης, συνιστούσε ενθάρρυνση του κατηγορούμενου
- Υιοθετώντας τα όσα έχουμε αναφέρει στο προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας, προσθέτουμε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έκαναν ή είπαν οτιδήποτε καθ΄ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο αυτοκίνητο. Δεν είχαν καμία συμμετοχή στην παράνομη πράξη και η απλή παρουσία τους δεν τους καθιστά και ποινικά υπεύθυνους για ότι ακολούθησε. Έστω και αν γινόταν δεκτό ότι είχαν πρόθεση να εμπλακούν αν χρειαζόταν, αυτό δεν είναι αρκετό για να καταδικαστούν. Κατ΄ ελάχιστο, θα έπρεπε να είχαν κάνει κάτι θετικό, οποιασδήποτε μορφής, προς την κατεύθυνση της ενθάρρυνσης του κατηγορούμενου
- Η εθελούσια παρουσία τους, χωρίς τίποτε άλλο, δεν αποτελεί ενθάρρυνση ικανή να στοιχειοθετήσει καταδίκη τους, έστω και αν ο κατηγορούμενος 1 την εξέλαβε ως τέτοια. Θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ότι είχαν πρόθεση να δώσουν τέτοια ενθάρρυνση και να υπήρξε όντως ενθάρρυνση. Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να θέσει ως στοιχείο ενθάρρυνσης το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γέλασαν ("giggled") όταν τους συνάντησε ο ΜΚ10 και κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε. Από μόνη της αυτή η αναφορά δεν προσθέτει οτιδήποτε. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι συνιστούσε πρόθεση ενθάρρυνσης, η οποία εκδηλώθηκε ως τέτοια και ότι και έτσι την εξέλαβε ο κατηγορούμενος
- Ερμηνεία του ρήματος "giggle" εντοπίζεται στα Λεξικά Cambridge Learner΄s Dictionary και Oxford Greek Dictionary. Σημαίνει, αντίστοιχα: "to laugh in a nervous or silly way".και "γελώ πνιχτά, πνιχτό νευρικό γέλιο". Αντικειμενικά αντικριζόμενη η πιο πάνω ενέργεια δεν μπορεί να ενέχει νόημα ενθάρρυνσης κάτω από οποιοδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζουμε, ολοκληρώνοντας το ζήτημα αυτό, ότι οι πιο πάνω γέλωτες έλαβαν χώρα κατά τη στιγμή που ο Goodwin υποδείκνυε το μαχαίρι και ταυτόχρονα με την εκστόμιση απειλών εκ μέρους του κατηγορούμενου
- Έστω λοιπόν και αν μπορούσε να εκληφθούν ως ενθάρρυνση τα γέλια, προκύπτει το ερώτημα: ενθάρρυνση για τη διάπραξη τι αδικήματος; Επίθεσης με τη χρήση του μαχαιριού ή άλλου; Εν πάση όμως περιπτώσει σίγουρα δεν μπορεί να εκληφθεί ως ενθάρρυνση για καταδίωξη και κτύπημα με το αυτοκίνητο, αγνώστων, άσχετων με τον τραυματισμό του φίλου τους, προσώπων. Ελλείπει δηλαδή, έστω και αν θεωρήσουμε ότι υπήρξε ενθάρρυνση, η ένταξη της διάπραξης του εγκλήματος μέσα στα πλαίσια της οποιασδήποτε παρότρυνσης δυνατό να έδωσαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και ελλείπει ακόμη, συνακόλουθα, η αιτιώδης σχέση μεταξύ ενθάρρυνσης και διάπραξης του συγκεκριμένου εγκλήματος. Τέλος, η συναυτουργία προϋποθέτει γνώση των περιστατικών διάπραξης ενός αδικήματος και εμπλοκή με οικειοθελή πράξη προς βοήθεια ή παρακίνηση του αυτουργού στη διάπραξη του αδικήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση τα αδικήματα, που διαπράχθησαν σε κατοπινό στάδιο, δεν είχαν καμία σχέση με χρήση μαχαιριού και, κυρίως, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για εμπλοκή των κατηγορουμένων 2 και 3 μέσω οποιασδήποτε οικειοθελούς ενέργειάς τους. Επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή μία σειρά από στοιχεία, τα οποία κατέταξε στα πλαίσια της περιστατικής μαρτυρίας, προκειμένου να στοιχειοθετήσει ότι στο σύνολο τους οδηγούν σε ένα και μόνο αναπόφευκτο συμπέρασμα, την ενοχή των κατηγορουμένων. Έχουμε ήδη εντάξει και σχολιάσει σε προηγούμενα στάδια της απόφασης μας ένα μέρος από αυτά. Στο παρόν στάδιο θα εξετάσουμε τα υπόλοιπα. Το κίνητρο κατατάσσεται στα πλαίσια της περιστατικής μαρτυρίας. Η εκδίκηση είναι πρωτεύον κίνητρο για διάπραξη ενός εγκλήματος. Όντως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν λόγο να θέλουν την τιμωρία των προσώπων τα οποία τραυμάτισαν τον φίλο τους. Κανένα όμως κίνητρο είχαν να συνεργαστούν στην καταδίωξη αγνώστων προσώπων και δη άσχετων με τον τραυματισμό του φίλου τους, με σκοπό να προκαλέσουν σ΄ αυτά βαριά σωματική βλάβη. Οι κατηγορούμενοι έδωσαν, μέσα από τις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, τη δική τους εκδοχή γύρω από τα γεγονότα. Παρουσιάζουν, ουσιαστικά, ως ατύχημα το συμβάν. Αποδείχθηκε από τα αποδεκτά γεγονότα ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής. Τα εκτός Δικαστηρίου αυτά ψεύδη εντάχθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στο όλο πλέγμα της περιστατικής μαρτυρίας. Η εξαγωγή όμως οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων συναρτάται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέχθηκαν τα ψεύδη και ιδίως το κίνητρο π