← Κύπρος

Αστυνομία ν. Νεόφυτος Χ"Χριστοδούλου, Αρ. Υποθέσεως: 2805/06, 20.02.2007

Αστυνομία ν. Νεόφυτος Χ"Χριστοδούλου, Αρ. Υποθέσεως: 2805/06, 20.02.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 2805/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Νεόφυτος Χ"Χριστοδούλου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.02.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης οδηγού να ακινητοποιήσει το όχημά του παρότι κλήθηκε από αστυνομικό να πράξει τούτο, κατά παράβαση των κανονισμών 58
(1)(κ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π.66/84 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 20.01.06 στο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού στη Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής AAV 382 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 145km αντί 100 km. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος οι λεπτομέρειες του αδικήματος παραπέμπουν στον ίδιο τόπο και χρόνο ως η πρώτη κατηγορία, ενώ περαιτέρω αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να ακινητοποιήσει το προαναφερόμενο όχημα παρότι κλήθηκε από αστυνομικό εν στολή να πράξει τουτο. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος ήταν ο Αστ. 4646 Χ. Γεωργίου (ΜΚ1) και δεύτερος ο Υπαστυνόμος Π. Πέτρου (ΜΚ2). Ο τελευταίος μάρτυρας κατά τον επίδικο χρόνο είχε το βαθμό του Λοχία και τον αριθμό
  2. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2, ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους υιοθέτησαν γραπτή κατάθεση που ετοίμασαν σχετικά με την εν λόγω υπόθεση (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Περιληπτικά, ό,τι ανέφεραν είναι πως στις 20.01.06 ανέλαβαν καθήκον την περιπολία του αυτοκινητοδρόμου από τον Κόρνο μέχρι τον κόμβο Γερμασόγειας και αντίστροφα. Περί ώρα 19:20 βρίσκονταν πριν την έξοδο της Σκαρίνου και ενόσω ο Λοχ. 117 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο υπ΄ αρ. 11169, ζήτησε από τον Αστ. 4646, να ανακόψει όχημα το οποίο εντόπισε να κινείται με ταχύτητα 145 km αντί 100 km που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο στον εν λόγω δρόμο. Ο Αστ. 4646, ο οποίος φορούσε φωσφορούχο σακάκι και πηλήκιο και κρατούσε ηλεκτρικό φανάρι, μπήκε στο δρόμο και έκανε σήμα στο εν λόγω όχημα για να σταματήσει. Τούτο, αντί να σταματήσει ανέπτυξε ταχύτητα. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ΜΚ2 κατόρθωσαν να συγκρατήσουν από τον αριθμό εγγραφής του οχήματος τα διακριτικά στοιχεία ΑΑV. Επίσης, αντιλήφθηκαν ότι το όχημα ήταν ΒΜW, σειρά 3 και χρώματος άσπρου. Τότε, οι δύο αστυνομικοί επιβιβάστηκαν στο περιπολικό της αστυνομίας και καταδίωξαν το εν λόγω όχημα το οποίο ανέκοψαν λίγο πριν την έξοδο Ζυγίου. Μετά την ανακοπή οι μάρτυρες διαπίστωσαν ότι ο πλήρης αριθμός εγγραφής του οχήματος ήταν ΑΑV
  3. Επίσης, διαπίστωσαν ότι εντός του οχήματος επέβαιναν, εκτός από τον οδηγό, άλλα δύο άτομα. Ο οδηγός, τον οποίο οι μάρτυρες αναγνώρισαν στο Δικαστήριο ως τον Κατηγορούμενο, τους συστήθηκε ως ο Αστ. 3468 Νεόφυτος Χ¨Χριστοδούλου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ο Λοχ. 117 (ΜΚ2) επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο και εκείνος του απάντησε "έρκουμουν από κηδεία και δεν σας είδα και αν ήθελα δεν με πιάνετε." Ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα ενημέρωνε σχετικά τους ανώτερούς του και θα ελάμβανε οδηγίες για το χειρισμό της υπόθεσης. Όταν η ώρα 00:30 επέστρεψαν στο Αρχηγείο Αστυνομίας, ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον υπεύθυνό του, Υπαστυνόμο Χαρίτου και έλαβε οδηγίες να προχωρήσει σε καταγγελία, πράγμα το οποίο έπραξε. Τέλος, ο Υπαστυνόμος Χαρίτου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε αναφορικά με την καταγγελία. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η υπεράσπιση προέβη σε παραδεκτό γεγονός. Το εν λόγω γεγονός έχει ως ακολούθως. Το ταχύμετρο υπ΄ αριθμό 11169, το οποίο την 20.01.06 ήταν στην κατοχή των μαρτύρων Κατηγορούσας Αρχής, λειτουργούσε χωρίς βλάβη και ήταν αυτό που χρησιμοποιήθηκε κατά την ώρα της καταγγελίας όπως φαίνεται στην κατηγορία
  4. Αφότου η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και ενόψει απουσίας οποιουδήποτε αιτήματος εξέτασα το μαρτυρικό υλικό δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, διαπίστωσα ότι τα συστατικά στοιχεία των δύο κατηγοριών αποδείχθηκαν και ότι η μαρτυρία δεν ήταν αντινομική και ως εκ τούτου, κάλεσα τον Κατηγορούμενο σε απολογία και προέβηκα σε επεξήγηση των δικαιωμάτων του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ένορκο κατάθεση. Ακόμη, ο Κατηγορούμενος κάλεσε στο Δικαστήριο και ένα μάρτυρα. Η εν λόγω μάρτυρας είναι η Ευθυμία Στυλιανού (ΜΥ1), σύζυγος του Κατηγορουμένου και συνοδηγός του κατά τον επίδικο χρόνο. Αντίθετη ήταν η θέση της υπεράσπισης η οποία ανέφερε ότι την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του επέστρεφαν στην οικία τους στην Πάφο, μετά από κηδεία στην οποία είχαν παρεβρεθεί. Το ταξίδι της επιστροφής τους ξεκίνησε από τη Λευκωσία. Μέχρι τη Χοιροκοιτία οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν η σύζυγος του Κατηγορουμένου. Σε εκείνο το σημείο, ένεκα κόπωσης της συζύγου του Κατηγορουμένου σταμάτησαν σε κάποιο κέντρο για ποτό και ξεκούραση. Όταν αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους, οδηγός του οχήματος ανέλαβε ο Κατηγορούμενος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού και ενώ ταξίδευαν με ταχύτητα περίπου 100 km τους προσέγγισε ένα όχημα το οποίο είχε αναμμένα τα ψηλά του φώτα και έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όταν το εν λόγω όχημα άναψε φάρους, θεώρησαν ότι πιθανόν να ήταν κάποιος συνάδελφος του Κατηγορουμένου ο οποίος αναγνώρισε το όχημά του και κάτι ήθελε να του πει. Σταμάτησαν στη λωρίδα ασφαλείας, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματός του και τότε τον προσέγγισαν ο Λοχ. 117 και ο Αστ. 4646. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, τον Αστ. 4646 γνώριζε από προηγουμένως. Όταν οι εν λόγω αστυνομικοί ανέφεραν στον Κατηγορούμενο ότι του έκαναν σήμα να σταματήσει και δεν σταμάτησε εκείνος τους απάντησε ότι δεν είδε κανένα αστυνομικό στο δρόμο. Ακόμη, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ανέφερε στους εν λόγω αστυνομικούς ότι θα τους κατάγγελλε ένεκα αδικαιολόγητης καταδίωξης, όπως και αργότερα έπραξε. Με το κλείσιμο της υπόθεσης για την υπεράσπιση ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Ο κ. Κωνσταντίνου, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, ανέφερε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία των μαρτύρων Κατηγορούσας Αρχής ένεκα αντιφάσεων που παρατηρούνται και οι οποίες οδηγούν στο αποτέλεσμα του χαρακτηρισμού της εν λόγω μαρτυρίας ως αναξιόπιστης. Στον αντίποδα, η κα Θεμιστοκλέους ισχυρίστηκε ότι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής πρέπει να γίνουν πιστευτοί και ότι αντιφάσεις παρουσιάζονται στη μαρτυρία της υπεράσπισης και όχι της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτές τις αντιφάσεις που υποδείχθηκαν από τις δύο πλευρές, εφόσον αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, εκτενέστερα τις σχολιάζω πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614.) Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους ο αυθορμητισμός και η ειλικρίνεια ήταν στοιχεία υπαρκτά στις απαντήσεις τους. Το σύνολο της φυσικής τους παρουσίας στο Δικαστήριο όπως και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, έδωσε την εντύπωση μαρτύρων που μοναδικό μέλημά τους ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας. Τούτο χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω τις μικροαντιφάσεις που παρατηρούνται σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας τους, ως υποδείχθηκαν από τον κ. Κωνσταντίνου. Σημειώνω εδώ ότι ο ΜΚ1 έδειξε στο Δικαστήριο ότι το σήμα που έκανε στο όχημα για να σταματήσει ήταν με το δεξιό του χέρι, ενώ ο ΜΚ2 όταν του ζητήθηκε να δείξει το σήμα που έκανε ο ΜΚ1, διενήργησε τούτο με το αριστερό του χέρι. Ακόμη, ο ΜΚ2 δεν ήταν βέβαιος για το σημείο όπου ευρισκόταν ο ΜΚ1 όταν διενεργούσε το σήμα που ανέφερε, δηλαδή κατά πόσο βρισκόταν στη μέση του δρόμου ή στην άκρια. Αρκεί πιστεύω να αναφέρω εδώ ότι επ΄ αυτών των δύο σημείων, αποδέχομαι τη θέση του ΜΚ1 αντί του ΜΚ2, εφόσον ο τελευταίος χωρίς περιστροφές ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει και δεν ήταν βέβαιος για το σημείο όπου ευρισκόταν ο ΜΚ1. Εν πάση όμως περιπτώσει και οι δύο μάρτυρες ήταν θετικοί ότι ο ΜΚ1 προέβη σε διενέργεια σήματος ακινητοποίησης του παρανομούντος οχήματος. Αυτά τα σημεία της μαρτυρίας, εν αντιθέσει με όσα ο κ. Κωνσταντίνου ανέφερε, κρίνω ότι ενισχύουν τη μαρτυρία των εν λόγω προσώπων εφόσον αποδεικνύουν πως τούτη δεν ήταν προσχεδιασμένη, ενώ ακόμη, πιστεύω ότι πρόκειται για ασήμαντες λεπτομέρειες οι οποίες ουδόλως δύνανται να παραγκωνίσουν τα προαναφερόμενα θετικά στοιχεία της μαρτυρίας τους (βλ. Ξυδιάς κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 227). Μεταξύ άλλων, ο κ. Κωνσταντίνου υπέδειξε ως αντίφαση και την αναφορά των μαρτύρων στην τροχαία κίνηση (μέτρια-αραιή). Κατ΄ αρχάς, ας σημειωθεί ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός είναι υποκειμενικός. Περαιτέρω, παρατηρώ εδώ ότι και οι δύο μάρτυρες αποδέχθηκαν πως τόσο κατά τον εντοπισμό, όσο και προ της ανακοπής του οχήματος, κάποιος αριθμός οχημάτων ήταν υπαρκτός στον εν λόγω χώρο. Ο ΜΚ1 χαρακτήρισε τους όρους αραιή κίνηση και μέτρια κίνηση ως το ίδιο πράγμα αλλά διαφορετικό από την πολύ αυξημένη κίνηση, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε σχετικά ότι δεν υπήρχε αυξημένος όγκος τροχαίας και ότι θεώρησε την παρουσία 5 έως 6 οχημάτων ως μέτρια κίνηση. Προκύπτει λοιπόν πως ούτε σε αυτό το σημείο υπάρχει ουσιαστική απόκλιση μεταξύ των θέσεων των δύο μαρτύρων και πώς αντιλαμβάνονται τους υπό κρίση όρους. Ας σημειωθεί βεβαίως ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση τέτοιων μικροαντιφάσεων. Το σύνολο της παρουσίας του μάρτυρα όπως και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, αποτελούν περαιτέρω σημαντικές συνιστώσες διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση η αξιοπιστία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 κρίνω ότι σε κανένα στάδιο της υπόθεσης δεν λαβώθηκε. Ό,τι υπέχει σημασίας είναι η θέση των δύο μαρτύρων πως ανέκοψαν το όχημα που παρανόμησε και τούτο παρά τη θέση της υπεράσπισης ότι έχασαν οπτική επαφή (θέση που ο ΜΚ1 αποδέχθηκε για το σύνολο ενός έως τριών δευτερολέπτων). Παρότι ο ΜΚ2 επέμεινε στη θέση του ότι δεν έχασε οπτική επαφή, ούτως ή άλλως κρίνω πως η έλλειψη οπτικής επαφής για ένα έως τρία δευτερόλεπτα δεν αλλοιώνει την όλη θέση των μαρτύρων και ιδιαίτερα ότι ανέκοψαν το όχημα που παρανόμησε. Ο Κατηγορούμενος και η μάρτυράς του με εξέπληξαν αρνητικά. Το πέρασμα τους από το εδώλιο του μάρτυρα άφησε αρνητικές μόνο εντυπώσεις, ένεκα τόσο των μεταξύ τους αντιφάσεων όσο και της εγγενούς της μαρτυρίας τους αναξιοπιστίας. Θετικών εντυπώσεων υπολείπεται και η φυσική τους παρουσία εφόσον η αμεσότητα, ο αυθορμητισμός και η σταθερότητα στις απαντήσεις, ήταν στοιχεία που δεν ανεφύησαν κατά την εξιστόρηση των γεγονότων από τους ίδιους. Πρώτα εξετάζω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Κατ΄ αρχάς, επισημαίνω ότι οι αναφορές του Κατηγορουμένου σε ό,τι κατ΄ ισχυρισμό ο ΜΚ1 και ο ΜΚ2 δήλωσαν στην διαδικασία της πειθαρχικής εναντίον του και πως εκείνες οι δηλώσεις διαφέρουν από την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες. Αυτή η παράλειψη δεν συνάδει βεβαίως με ειλικρινή προσπάθεια αναδίφησης των περασμένων, εφόσον αυτές καθαυτές οι θέσεις του Κατηγορουμένου δεν υπερπήδησαν τη σκόπελο της αντεξέτασης. Ό,τι προσπάθησαν να επιτύχουν είναι την εξασφάλιση του αναντίλεκτου τούτων. Εφόσον η παράθεση αυτών των στοιχείων από τον Κατηγορούμενο (δηλαδή η μεταφορά των όσων κατ΄ ισχυρισμό οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής είπαν κατά τη διαδικασία της πειθαρχικής) επιχειρήθηκε τεχνηέντως, δεν αποδέχομαι τούτη. Κρίνω πως αυτή η θέση του Κατηγορουμένου είναι τρωτή και υποκείμενη σε απόρριψη εφόσον πρωτοεμφανίστηκε κατά τη μαρτυρία του ίδιου και το Δικαστήριο δεν είχε την ευχέρεια εξέτασης της ακρίβειας και της ειλικρίνειάς της, από τις απαντήσεις που θα ελάμβανε εάν τούτη ετίθετο στους ΜΚ1 και ΜΚ2. Περαιτέρω, το στάδιο έγερσης αυτού του θέματος εγείρει αμφιβολίες εφόσον διερωτάται κανείς, εάν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ό,τι διημείφθη κατά την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, ήταν της άποψης ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ψεύστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί δεν υπέβαλε τούτο στους μάρτυρες τόσο απλά και χωρίς περιστροφές. Το αναπάντητο αυτού του συλλογισμού προστίθεται στην εγγενή ασάφεια και αναξιοπιστία της εν λόγω αναφοράς και υποστηρίζει την απόρριψη τούτης (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc. Πολ. Έφ. 8266 και 8530, ημερ. 10.10.02 και Ευγένιος Παναγιώτου κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 199). Πέραν των πιο πάνω, βρίσκω ότι η μαρτυρία του Κατηγορουμένου βρίθει ουσιαστικών αντιφάσεων, τόσο συγκρινόμενη με τη μαρτυρία της μάρτυρός του όσο και μεταξύ κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης. Για ό,τι αφορά τις αντιφάσεις της μαρτυρίας του από τη μαρτυρία της ΜΥ1 παρατηρώ ότι ο μεν Κατηγορούμενος ανέφερε πως σταμάτησαν στο Κέντρο Πανόραμα, ενώ η σύζυγος του στο κέντρο Καμάρες. Περαιτέρω, ενώ ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του είπε ότι το μόνο που ανέφερε στη σύζυγό του μετά την ανακοπή ήταν πως οι αστυνομικοί προσπάθησαν να ανακόψουν ένα αυτοκίνητο που δεν σταμάτησε, η σύζυγός του ανέφερε στο Δικαστήριο πως ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα κατάγγελλε τους αστυνομικούς για απρεπή συμπεριφορά και ότι οι αστυνομικοί ανέφεραν στον ίδιο πως έκαναν σήμα στο όχημά τους για να σταματήσουν και εκείνοι δεν σταμάτησαν και τότε η ΜΥ1 του απάντησε πως δεν είδε κάτι τέτοιο. Ουσιαστική απόκλιση μεταξύ των θέσεων του Κατηγορουμένου και της ΜΥ1 παρατηρείται και στο κρισιμότερο σημείο της μαρτυρίας τους. Ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως προ της ανακοπής ένιωσε ότι κινδύνευε και ανέπτυξε ταχύτητα, η ΜΥ1 ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν ένιωσε να κινδυνεύει και ότι όταν το άλλο όχημα άναψε τους φάρους, ο σύζυγός της της είπε ότι πιθανότατα να ήταν κάποιοι αστυνομικοί που τον ξέρουν. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η μαρτυρία τόσο του Κατηγορουμένου όσο και της ΜΥ1 όχι μόνο δεν συμπλέει, είναι και αντίθετη. Οι ίδιες βέβαια αντιφάσεις που πιο πάνω υποδείχθηκαν για τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου εν συγκρίσει με τη μαρτυρία της ΜΥ1, ισχύουν και για την τελευταία. Αυτή η παρατήρηση είναι ικανή για να κριθεί η μαρτυρία της ΜΥ1 ως αναξιόπιστη. Ενόψει λοιπόν αυτών των αντιφάσεων, τη μαρτυρία της ΜΥ1 δεν την αποδέχομαι. Τέλος, αντίφαση προκύπτει και μεταξύ κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης του Κατηγορουμένου. Ενώ αρχικά ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ο λόγος που κατήγγειλε τους ΜΚ1 και ΜΚ2 ήταν επειδή του ανέφεραν ότι οδήγησαν το περιπολικό της αστυνομίας με ταχύτητα 190 km, πράγμα που κατά τον Κατηγορούμενο αντίκειται οδηγιών του Αρχηγού της Αστυνομίας, σε κατοπινό στάδιο στην αντεξέταση δήλωσε ότι τους κατήγγειλε επειδή διέτρεξε κίνδυνο τόσο η ζωή του όσο και της οικογένειας του. Κρίνω ότι η ουσία της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου και της συζύγου του δεν είναι μόνο ανακριβής ένεκα των μεταξύ τους αντιφάσεων, αλλά και αόριστη και ασαφής ένεκα στοιχείων που τούτη υπολείπεται για να θεμελιώσουν το εύλογο και πιθανό της ύπαρξης αυτής της υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός, μόνο από τον Κατηγορούμενο και όχι από τη μάρτυρά του, ότι κινδύνευσε η ζωή τους, δεν συνάδει με καταγγελία εναντίον των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι παραβίασαν οδηγίες του αρχηγού, όπως ούτε και με την εντύπωση του Κατηγορουμένου ότι πιθανότατα να επρόκειτο για συναδέλφους του που αναγνώρισαν το όχημά του. Ως εκ των πιο πάνω, ούτε τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Στη βάση λοιπόν της αξιόπιστης και αποδεχτής μαρτυρίας, συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων, βρίσκω ότι το όχημα που ο ΜΚ2 εντόπισε στις 20.01.06 στο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού παρά τη Σκαρίνου, να κινείται με ταχύτητα 145 km αντί 100 km, που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο στο εν λόγω σημείο, είναι το AAV 382 και οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 φορώντας φωσφορούχο σακάκι και πηλήκιο, μπήκε στη μέση του εν λόγω δρόμου μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της ίδιας κατεύθυνσης και κρατώντας στο χέρι του ηλεκτρικό φακό διενήργησε σήμα στο όχημα ΑΑV 382 για να σταματήσει. Ο οδηγός του οχήματος παρέλειψε να συμμορφωθεί με την εν λόγω υπόδειξη του ΜΚ1. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 επιβιβάστηκαν στο περιπολικό της αστυνομίας και δίχως να χάσουν οπτική επαφή ακολούθησαν το προαναφερόμενο όχημα. Ακολούθως, ανέκοψαν το εν λόγω όχημα και οδηγός τούτου ήταν ο Κατηγορούμενος. Σημειώνω εδώ πως η θέση του Κατηγορουμένου ως τούτη προκύπτει από το τεκμήριο 3, ότι δηλαδή οχήματα ΑΑV του ίδιου τύπου με το δικό του υπάρχουν πολλά, δεν αλλοιώνει το αποτέλεσμα των προαναφερόμενων ευρημάτων, εφόσον οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχασαν οπτική επαφή με το υπό κρίση όχημα, το οποίο όταν τελικά ανέκοψαν οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Υποκείμενη σε απόρριψη είναι και η θέση του Κατηγορουμένου για ότι αφορά τη χρήση του ταχυμέτρου από το ΜΚ2. Η ορθότητα της χρήσης του ταχυμέτρου από το ΜΚ2, δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η χωρίς προβλήματα λειτουργία του αποτέλεσε αντικείμενο παραδεχτού γεγονότος. Για τους ίδιους λοιπόν λόγους που απορρίφθηκαν οι αναφορές του Κατηγορουμένου σε ό,τι κατ΄ ισχυρισμό δήλωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 στην πειθαρχική διαδικασία, απορρίπτονται και οι αμφισβητήσεις του Κατηγορουμένου για την ορθότητα της σκόπευσης του ταχυμέτρου. Τέλος, αβάσιμη κρίνω και την εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είχαν κίνητρο καταγγελίας του Κατηγορουμένου, εφόσον ο ίδιος προέβη σε καταγγελία εναντίον τους, όχι μόνο γιατί τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε σχετικά με τη δική του καταγγελία κρίθηκαν αναξιόπιστα, αλλά και επειδή οι μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν ότι προχώρησαν στην εν λόγω καταγγελία εφόσον έλαβαν οδηγίες από τον Υπαστυνόμο Χαρίτου. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο κατηγορίες. .............. Λ. Α. Παντελή, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.