← Κύπρος

Αστυνομία ν. Alexander Zoin, Αρ. Υποθέσεως: 6909/06, 16.03.2007

Αστυνομία ν. Alexander Zoin, Αρ. Υποθέσεως: 6909/06, 16.03.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 6909/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Alexander Zoin Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.03.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κυπριανού Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρόνο που η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο από το νόμο όριο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν. 174/86και άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 20.10.05 στο δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας, στη Σκαρίνου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΑ 306 καθ΄ ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή ήταν 78mg αντί 39mg που κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν το επιτρεπτό. Η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή περιορίστηκε σε τρεις μάρτυρες. Τούτοι ήταν ο Αστ. 2871 Ε. Παναγιώτου (ΜΚ1), ο Αστ. 4577 Α. Ψαθάς (ΜΚ2) και ο Αστ. 2329 Ν. Πολυκάρπου (ΜΚ3). Συνοπτικά η εν λόγω μαρτυρία έχει ως ακολούθως. Στις 20.10.05 και ενόσω ο ΜΚ2 ευρισκόταν σε περιπολία, εντόπισε το όχημα που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος να κινείται ζικ-ζακ. Ενόψει τούτου, ανέκοψε το εν λόγω όχημα και προέβη σε εξέταση της αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του οδηγού του εν λόγω οχήματος. Εφόσον διαπίστωσε υπέρβαση του επιτρεπτού ορίου οδήγησε τον οδηγό του εν λόγω οχήματος, δηλαδή τον Κατηγορούμενο, σε αστυνομικό σταθμό όπου διενήργησε τελική εξέταση και έλαβε τη μέτρηση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο ΜΚ2 παρέδωσε τον Κατηγορούμενο στον Αστ. 1174 και αργότερα την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 τον κατηγόρησε γραπτώς για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Στη γραπτή κατηγορία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή (βλ. τεκμήριο 1(β)). Τέλος, ο ΜΚ3 επεξήγησε τη λειτουργία των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης. Παρότι κοινή σε διάφορα σημεία με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου διίσταται και πλήττει τις ως ανωτέρω θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής στον πυρήνα τούτων. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι κατά το χρόνο ως επίσης και χώρο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ευρισκόταν εντός του εν λόγω οχήματος και είχε ήδη καταναλώσει αλκοολούχα ποτά. Ήταν όμως η θέση του ότι ουδέποτε ανακόπηκε το όχημα του και πως όταν εντοπίστηκε από την αστυνομία ευρισκόταν σταθμευμένος στην αριστερή άκρη του δρόμου και κοιμόταν. Συγκεκριμένα, ήταν θέση του Κατηγορουμένου ότι ενώ επέστρεφε στη Λευκωσία από πάρτυ στο οποίο παρευρέθηκε στη Λεμεσό και κατανάλωσε αλκοόλ, ο συνοδηγός του του εισηγήθηκε όπως σταματήσουν στον αυτοκινητόδρομο και καταναλώσουν περαιτέρω αλκοόλ. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο σταμάτησαν, κατανάλωσαν αλκοόλ, μέθυσαν και τελικά αποκοιμήθηκαν στο χώρο όπου τους εντόπισε η αστυνομία. Περαιτέρω, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι η παραδοχή του στη γραπτή κατηγορία οφείλεται στο γεγονός ότι όταν ο ίδιος πληροφόρησε το ΜΚ1 πως είχαν τα γεγονότα, ο τελευταίος του απάντησε ότι είναι το ίδιο πράγμα (δηλαδή η τοιουτοτρόπως στάθμευση με την οδήγηση) και γι΄ αυτό έδωσε την απάντηση "συμφωνώ με την κατηγορία". Μετά τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου η υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεσή της και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο δε κ. Κυπριανού ανέφερε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ασαφής και αόριστη και βρίθει ανακριβειών και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και ο Κατηγορούμενος να αθωωθεί. Τις ανακρίβειες που υπέδειξε ο κ. Κυπριανού σχολιάζω πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Προτού προχωρήσω περαιτέρω κρίνω σημαντικό να τονίσω εδώ το εξής. Η υπεράσπιση του Κατηγορουμένου ουσιαστικά περιορίζεται στο ότι δεν οδηγούσε, ήταν σταθμευμένος και περαιτέρω, ότι η παραδοχή της γραπτής κατηγορίας οφείλεται στη διαβεβαίωση που έλαβε από το ΜΚ1 για την έννοια της οδήγησης. Ενόψει τούτων, η υπεράσπιση αυτή καθεαυτή δεν συμπίπτει και δεν συνταυτίζεται με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2. Θετική κρίση του αξιόπιστου μιας εκ των δύο θέσεων, αυτόματα αναιρεί την άλλη. Παρόλα ταύτα, ο Κατηγορούμενος καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν υπέβαλε στο ΜΚ1 ότι η παραδοχή του οφείλεται στην επεξήγηση που ο μάρτυρας προέβη σε σχέση με την έννοια της οδήγησης και μάλιστα, τούτο μετά που ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν σταθμευμένος. Το γεγονός αυτό, δηλαδή της παράλειψης υποβολής αυτής της θέσης της υπεράσπισης στο ΜΚ1, αφήνει την επί του προκειμένου μαρτυρία του τελευταίου αναμφισβήτητη. Περαιτέρω, η έγερση αυτής της υπεράσπισης για πρώτη φορά όταν ο Κατηγορούμενος έδιδε μαρτυρία, δεν συνάδει με το δικαιϊκό μας σύστημα, δηλαδή την αντιπαράθεση, όπου αυτοσκοπός είναι η εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων και όχι η τεχνηέντως και δια νομικίστικων και δικανικών μεθοδεύσεων απόκτηση πλεονεκτήματος. Η αποκάλυψη της αλήθειας επιτάσσει την αμφισβήτηση των αντιθέτων θέσεων δια της υποβολής των ουσιαστικών γεγονότων στους μάρτυρες της άλλης πλευράς (βλ. Phipson On Evidence, 16th edition, σελ. 332 και 333). Μόνο με αυτό τον τρόπο οι συνήγοροι, ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, βοηθούν το Δικαστήριο να καταλήξει στα πραγματικά γεγονότα. Προκύπτει λοιπόν ότι στη δοσμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να υποβάλει στο ΜΚ1 ότι υπέγραψε τη γραπτή κατηγορία επειδή ο ίδιος, δηλαδή ο ΜΚ1, του είπε ότι "ήταν το ίδιο πράγμα." Αυτή η παράλειψη επενεργεί αρνητικά στην υπόθεση του Κατηγορουμένου. Εν πρώτοις, αφήνει τις επί του προκειμένου θέσεις του ΜΚ1 αναμφισβήτητες (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, 1540 έως 1541 και Ευγένιος Παναγιώτου κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 200). Τούτο χωρίς να παραγνωρίζω ότι υποβλήθηκε στο μάρτυρα πως ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν σταθμευμένος, εφόσον κρίνω πως η εν λόγω υποβολή δεν επεξηγεί το λόγο που ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη γραπτή κατηγορία (βλ. τεκμήριο 1(β)) όπως ούτε και συνάδει με τη διαφορετική εντέλει γραμμή της υπεράσπισης. Περαιτέρω, αυτή η υπεράσπιση ως πρωτοεμφανιζόμενη στο στάδιο της ενόρκου καταθέσεως του Κατηγορούμενου δεν έχει τα εχέγγυα αντιπαραβολής, υπερίσχυσης και τεκμηρίωσης μέσα από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, παραμένει μετέωρη και ως εκ τούτου υποκείμενη σε απόρριψη. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω παρατηρήσεις επανέρχομαι στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Κρίνω ότι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Κατ΄ αρχάς, η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα άφησε θετικές μόνο εντυπώσεις. Η σταθερότητα τόσο στο ύφος όσο και στις θέσεις τους, καθώς επίσης οι άμεσες και χωρίς περιστροφές απαντήσεις τους, ήταν στοιχεία που καθοδήγησαν την επί του προκειμένου κρίση μου. Περαιτέρω, ούτε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 υπολείπεται θετικών εντυπώσεων. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο κ. Κυπριανού χαρακτήρισε τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως παντελώς αναξιόπιστη καθότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε στην κατάθεση του (βλ. τεκμήριο 2) ότι ο λόγος που ανέκοψε το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν επειδή οδηγείτο ζικ-ζακ. Ομολογουμένως αυτό το στοιχείο δεν αναφέρεται στο τεκμήριο 2, το οποίος ας σημειωθεί ότι ως προκύπτει από την όψη του πρόκειται για τυποποιημένο έντυπο κατάθεσης. Παρόλα ταύτα, δεν παραβλέπω ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί μέρος μόνο της ένορκης μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ2 ήταν τόσο σταθερός όσο και θετικός ότι ανέκοψε το όχημα του Κατηγορουμένου επειδή οδηγείτο ζικ-ζακ. Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων δεν κρίνεται μόνο αυτοτελώς αλλά ως έχω προαναφέρει επεκτείνεται στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού και φυσικά δεν εξαντλείται στην αναζήτηση παραλείψεων μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου. Άλλωστε, το τεκμήριο 2 αποτελεί μέρος μόνο της μαρτυρίας του ΜΚ2 και όχι το σύνολο τούτης. Επί του προκειμένου αυτή η θέση του μάρτυρα συνάδει και με την παραδοχή του Κατηγορουμένου στη γραπτή κατηγορία. Κρίνω λοιπόν ότι η παράλειψη αναφοράς αυτού του γεγονότος στο τεκμήριο 2 δεν καθιστά τον εν λόγω μάρτυρα αναξιόπιστο εφόσον τόσο η φυσική του παρουσία όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του εξετάστηκαν υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας και ικανοποίησαν για την αλήθεια και ακρίβεια τους. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη θέση του ΜΚ2, δηλαδή ότι διενήργησε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης στον Κατηγορούμενο αμέσως μετά που ανέκοψε το όχημά του. Και πάλιν κρίνω ότι η εν λόγω θέση η οποία αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, παρέμεινε ακέραια καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ΜΚ2 και συνάδει με τη γραμμή της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ακολούθησε τους αστυφύλακες στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Επαναλαμβάνω ότι η μεταφορά του Κατηγορουμένου στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου δεν αμφισβητήθηκε. Ο κ. Κυπριανού ανέφερε ότι η απάντηση του Κατηγορουμένου στη γραπτή κατηγορία πάσχει εφόσον ο ΜΚ1 δεν ανέφερε πόσο καλά γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα. Ισχύουν βέβαια και σε αυτή την περίπτωση όλα όσα ανέφερα πιο πάνω σχετικά με την παράλειψη αντεξέτασης. Αρκεί να σημειώσω ότι ο μάρτυρας ανέφερε πως κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο στη ρωσική γλώσσα και αργότερα μετέφρασε την κατηγορία και την απάντηση που δόθηκε. Τόσο το έντυπο στη ρωσική όσο και το έντυπο στα ελληνικά, είναι ενώπιον μου (βλ. τεκμήρια 1(α) και 1(β)). Τίποτα από τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου εκλαμβάνω τις σχετικές γνώσεις του ΜΚ1 ως ικανοποιητικές και απορρίπτω την εν λόγω εισήγηση του κ. Κυπριανού. Περαιτέρω, ο κ. Κυπριανού εισηγήθηκε ότι η απάντηση του Κατηγορουμένου στη γραπτή κατηγορία δεν είναι ξεκάθαρη. Επαναλαμβάνω ότι η γραπτή κατηγορία είναι ενώπιον μου. Έχω εξετάσει τούτη και δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Η απάντηση του Κατηγορουμένου είναι "συμφωνώ με την κατηγορία". Η κατηγορία είναι ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος στο κατηγορητήριο της παρούσης. Ως εκ τούτου, τίποτα δεν κρίνεται ως αόριστο και εμποτισμένο με ανακρίβεια. Τουναντίον, η απάντηση που δόθηκε, παρά τη λιτότητα του λόγου, είναι πλήρως διευκρινιστική. Τέλος, ο ΜΚ2 έτυχε αμφισβήτησης και για τη λειτουργία της μηχανής τελικής εξέτασης. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που οδήγησε την Κατηγορούσα Αρχή στην παρουσίαση της μαρτυρίας του ΜΚ
  2. Σημειώνω εδώ ότι τον εν λόγω μάρτυρα αποδέχομαι ως πραγματογνώμονα ένεκα της σχετικής εμπειρίας του με την επιδιόρθωση και λειτουργία τόσο των συσκευών προκαταρκτικής εξέτασης όσο και τελικής εξέτασης (βλ. θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 534) Προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του ΜΚ2 όσο και του ΜΚ3 ότι η μηχανή τελικής εξέτασης δεν δίδει αποτέλεσμα εάν αντιμετωπίζει οιονδήποτε πρόβλημα. Στη δοσμένη περίπτωση οι ΜΚ2 και ΜΚ3 επεξήγησαν τη λειτουργία της μηχανής τελικού ελέγχου χωρίς οιεσδήποτε αντιφάσεις, ενώ ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου ευρίσκεται το τεκμήριο 5, δηλαδή το έντυπο αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης του Κατηγορουμένου. Στη βάση αυτής της μαρτυρίας (ΜΚ2 και ΜΚ3) δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι κατά την τελική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο Κατηγορούμενος η εν λόγω μηχανή λειτουργούσε χωρίς οιονδήποτε πρόβλημα. Ό,τι παραμένει είναι η κρίση επί της αξιοπιστίας του Κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω παρατηρήσεων περί παράλειψης υποβολής της θέσης της υπεράσπισης κρίνω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου ως ευφάνταστη, ασαφή, ανυπόστατη και ως εκ τούτων αναξιόπιστη. Ομολογουμένως η παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Ο Κατηγορούμενος δεν κόμπιαζε και απαντούσε χωρίς περιστροφές. Παρόλα ταύτα, η όλη θέση του Κατηγορουμένου ότι ενώ οδηγούσε προς Λευκωσία στάθμευσαν στην άκρη του δρόμου, κατανάλωσαν αλκοόλ, μέθυσαν και τελικά αποκοιμήθηκαν, δεν πείθει για την ειλικρίνεια της. Περαιτέρω, παρότι ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο ΜΚ2 και πάλι τούτο δεν επεξηγεί γιατί ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε να ακολουθήσει τους αστυφύλακες στον αστυνομικό σταθμό και τελικά να παραμείνει και υπό κράτηση. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι ο Κατηγορούμενος αμφισβητεί τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης στο σημείο όπου ευρίσκετο το όχημα του. Ποιος ήταν τότε ο λόγος που ο Κατηγορούμενος ερευνήθηκε από τους αστυφύλακες και εν συνεχεία ακολούθησε τούτους στο σταθμό και παρέμεινε υπό κράτηση; Σίγουρα στο εν λόγω ερώτημα δεν απαντά η θέση του Κατηγορουμένου ότι οι αστυφύλακες αντιλήφθηκαν πως ήταν μεθυσμένοι. Η απόρριψη αυτής της θέσης προκύπτει όχι μόνο από τα πιο πάνω, αλλά και επειδή ανεξήγητη παρέμεινε και η απάντηση του Κατηγορουμένου στη γραπτή κατηγορία και ιδιαίτερα ως τούτη συμπλέκεται με και επεξηγεί το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Για όλους του πιο πάνω λόγους κρίνω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου αναληθή και αναξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν την αποδέχομαι. Από την αξιόπιστη μαρτυρία και το σύνολο των τεκμηρίων ενώπιον μου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος στις 20.10.05 στο δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας, παρά τη Σκαρίνου, οδηγούσε το όχημα ΕΤΑ 306 κατά τρόπο ζικ-ζακ. Ενόψει τούτου ανεκόπη από το ΜΚ2 ο οποίος προέβη σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης και διαπίστωσε στην εκπνοή του Κατηγορουμένου αλκοόλ ποσότητας 73mg αντί 39mg. Ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου όπου κατόπιν τελικής εξέτασης διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα αλκοόλ στην εκπνοή του ανερχόταν σε 78mg αντί 39mg. Τέλος, προκύπτει ότι η μηχανή τόσο προκαταρκτικής όσο και τελικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση της αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου λειτουργούσε δεόντως. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.