Αστυνομία ν. Μάριος Χριστοφίδης, Αρ. Υποθέσεως: 9971/06, 21.03.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 9971/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Μάριος Χριστοφίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.03.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην εν λόγω υπόθεση ο Κατηγορούμενος βρέθηκε αντιμέτωπος με τρεις κατηγορίες. Παρόλα ταύτα, η αμφισβήτηση της αθωότητας του Κατηγορουμένου αφορά μόνο την πρώτη κατηγορία, εφόσον προ των τελικών αγορεύσεων στην παρούσα διαδικασία, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν αιτήματος και άδειας του Δικαστηρίου, προέβη σε αλλαγή απάντησης στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία, δηλαδή παραδέχθηκε τούτες. Η κατηγορία που παρέμεινε υπό αμφισβήτηση είναι η πρώτη και αφορά αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 23.02.06 στη Λεωφ. Λάρνακας στα Πυργά της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KΑΗ377 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Εφόσον ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες δύο και τρία, σημασία αποκτούν και οι λεπτομέρειες των εκεί αδικημάτων, ως τούτες συμπλέκονται με τις λεπτομέρειες και τα γεγονότα της κατηγορίας που αμφισβητείται. Οι λεπτομέρειες αδικήματος των υπό αναφορά κατηγοριών έχουν ως ακολούθως. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα ΚΑΗ337 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 60km αντί 30km (δεύτερη κατηγορία) και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, ήτοι προσπέρασε άλλο όχημα σε σημείο όπου ο δρόμος ήταν χαραγμένος με άσπρη συνεχή γραμμή (τρίτη κατηγορία). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Τούτοι ήταν ο Αστ. 89 Λ. Εγγλέζου (ΜΚ1) και ο Χαράλαμπος Κουλουμής (ΜΚ2). Συνοπτικά η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων έχει ως ακολούθως. Στις 23.02.06 ο ΜΚ2 οδήγησε το όχημα ΝΝ595 από την οδό Ι. Παρασκευαίδη στη Λεωφ. Λάρνακας. Αφότου εισήλθε στη Λεωφ. Λάρνακας έθεσε το δεξιό δείκτη του οχήματός του σε λειτουργία υποδεικνύοντας στροφή δεξιά. Όταν ο ΜΚ2 επιχείρησε στροφή δεξιά, όχημα που ακολουθούσε και επιχειρούσε τη δεδομένη στιγμή προσπέρασμα συγκρούστηκε με το όχημα του μάρτυρα. Το εν λόγω όχημα, ισχυρίζεται ο ΜΚ2, είναι το ΚΑΗ377 και οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Επί του προκειμένου, σχετική είναι η κατάθεση του ΜΚ2 τεκμήριο 6, την οποία ο τελευταίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ένεκα του δυστυχήματος την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 μετέβη στο σημείο σύγκρουσης όπου ετοίμασε σχεδιαγράφημα σκηνής. Το εν λόγω σχεδιαγράφημα κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 και επεξηγήθηκε από το ΜΚ1. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 εξέτασε τα ενεχόμενα οχήματα και κατέγραψε τις ζημίες τούτων τις οποίες μετέφερε στο Δικαστήριο μέσω της γραπτής κατάθεσής του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (βλ. τεκμήριο 1). Ο ΜΚ1 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Κατηγορούμενο την οποία επίσης παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 4). Τέλος, ο μάρτυρας κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο γραπτώς σε τρεις κατηγορίες και έλαβε την απάντηση "παραδέχομαι τις κατηγορίες" (βλ. τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος, αφότου κλήθηκε σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ό,τι ανέφερε ήταν "Υιοθετώ την κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία και δεν παραδέχομαι ότι ήμουν αμελής". Εν συνεχεία, οι συνήγοροι προέβηκαν σε αγορεύσεις. Η μεν κα Πίπη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία αποδεικνύει τη διάπραξη του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο δε κ. Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε ότι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής περιέπεσαν σε αντιφάσεις και ότι η μαρτυρία τους δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Τέλος, εφόσον η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου συνίσταται σε υιοθέτηση της κατάθεσής του, κατά την αξιολόγηση τούτης δεν διέλαθε την προσοχή μου η θεμελιωμένη αρχή ότι κάθε μέρος που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται αλλά το Δικαστήριο μπορεί να δώσει διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, 192). Κατά τη διερεύνηση του αληθούς των ισχυρισμών που προκύπτουν από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, χρησιμοποίησα ως αντιστάθμισμα την πραγματική μαρτυρία. Η εγγενής αξία τούτης, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού η οποία επιτρέπει την εξέταση των υπό κρίση ισχυρισμών κάτω από το πρίσμα σταθερών δεδομένων, είναι ανεκτίμητη. Η σημασία τέτοιας μαρτυρίας έχει επεξηγηθεί ούκ ολίγες φορές (βλ. Derek Knell n. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς, τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της Λεωφ. Λάρνακας ως τούτα επεξηγήθηκαν από το ΜΚ1 και προκύπτουν από τα σχέδια σκηνής, δηλαδή πρόχειρο και τελικό, τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα (βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 117). Η Λεωφ. Λάρνακας είναι αμφίδρομης κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας διακρίνονται μεταξύ τους με συνεχή άσπρη γραμμή. Το συνολικό πλάτος τούτης είναι 5,5μ. ενώ η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Κόρνο, έχει πλάτος 2,85μ. και η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας 2,65μ. Περαιτέρω, αριστερά και δεξιά της Λεωφ. Λάρνακας υπάρχει πεζοδρόμιο το οποίο στη δεξιά άκρη του δρόμου, με κατεύθυνση προς Κόρνο, διακόπτεται και δημιουργεί είσοδο σε ανοικτό χώρο. Ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και τις ζημίες των δύο εμπλεκομένων οχημάτων. Το ΚΑΗ377 υπέστη ζημία στο μπροστινό καπό, μπροστινό αριστερό φτερό, φανάρι, πόρτα συνοδηγού, ενώ ακόμη έσκασε το μπροστινό αριστερό ελαστικό. Οι ζημίες του οχήματος ΝΝ595, εντοπίζονται στο μπροστινό δεξιό φτερό, μπροστινό δεξιό φανάρι, προφυλακτήρα και μπροστινό δεξιό ελαστικό. Εις επίμετρον, αποδέχομαι και την τελική θέση του οχήματος ΝΝ595 ως τούτη παρουσιάζεται στο τεκμήριο 3, δηλαδή στο μέσο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το κέντρο του χωριού. Ακόμη, πραγματική μαρτυρία κρίνω και τα ίχνη μαυρίσματος επί της ασφάλτου τα οποία καταλήγουν στο δεξιό μπροστινό και δεξιό πισινό τροχό του οχήματος ΝΝ595 και στο τεκμήριο 3 υποδεικνύονται με το γράμμα Β3 και Β4, αντίστοιχα. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του οι απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν ενείχαν το στοιχείο του αυθορμητισμού και ήταν χωρίς περιστροφές. Γενικά το σύνολο της φυσικής του παρουσίας ενώπιον του Δικαστηρίου άφησε θετικές εντυπώσεις. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ουσιαστικά αποτελεί μεταφορά στο Δικαστήριο των μετρήσεων που έλαβε στη σκηνή. Πλείστες τόσες μετρήσεις αποτελούν πραγματική μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ό,τι αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση είναι η επιλογή του ΜΚ1 να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο. Και πάλιν ο μάρτυρας ευθαρσώς απάντησε ό,τι κατά τη γνώμη του προσδιορίζει την αμέλεια του Κατηγορουμένου, δηλαδή η διενέργεια προσπεράσματος κατά παράβαση συνεχούς άσπρης γραμμής και η συν τω χρόνω ταχύτητα των 60km. Δεν παραλείπω εδώ τις επισημάνσεις του κ. Κωνσταντίνου, περί ελλειπούς μεταφοράς στο Δικαστήριο διαφόρων μετρήσεων της σκηνής του δυστυχήματος. Ομολογουμένως, οι μετρήσεις του μάρτυρα διενεργήθηκαν από τη νοητή γραμμή, προέκταση του σταθερού σημείου Ο. Το εν λόγω σημείο δεν εφάπτεται με το πεζοδρόμιο ή την άκρη της λεωφόρου, ενώ ακόμη δεν υπάρχει μέτρηση της απόστασης των σημείων που προανέφερα από την εν λόγω νοητή γραμμή. Εν πάση περιπτώσει, για ότι αφορά τόσο το σημείο σύγκρουσης όσο και τα ίχνη μαυρίσματος, είναι αποδεκτό τόσο από την Κατηγορούσα Αρχή όσο και από την Υπεράσπιση (δεν έχει αμφισβητηθεί), ότι ευρίσκονται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τον Κόρνο. Καταλήγω λοιπόν ότι η επάρκεια και η ευρύτερη ικανότητα του ΜΚ1 αναφορικά με την ετοιμασία του τεκμηρίου 3, δεν αποτελούν τροχοπέδη για θετική αξιολόγηση του, τουναντίον δίδουν, πιστεύω, το δικαίωμα για χαρακτηρισμό της μαρτυρίας του ως ανεπιτήδευτης. Ως εκ τούτου, την εν λόγω μαρτυρία αποδέχομαι. Παρότι εκ του περισσού, επεξηγώ ότι δεν δεσμεύομαι βεβαίως από την κρίση του μάρτυρα για ό,τι αφορά την τυχόν αμέλεια του Κατηγορουμένου. Επίσης, δεν αποδέχομαι ούτε την αναφορά του μάρτυρα σε τροχαία κίνηση, εφόσον ο ίδιος προσδιόρισε την επί του προκειμένου γνώση του στο χρόνο της άφιξης του στη σκηνή του δυστυχήματος. Άγνωστη παραμένει για το ΜΚ1 η τροχαία κίνηση αμέσως προ και κατά τη σύγκρουση. Τέλος, από τη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αποδέχομαι ούτε τον υποκειμενικό χαρακτηρισμό του αναφορικά με την εγγύτητα του σχολείου στο σημείο σύγκρουσης, δηλαδή τη δήλωση του μάρτυρα ότι το δυστύχημα έγινε πολύ κοντά σε δημοτικό σχολείο. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι αυτή η απόσταση δεν έχει μετρηθεί επακριβώς, αλλά είναι μεγαλύτερη από 36μ. Θέση του ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέτασή του (βλ. τεκμήριο 6), ήταν ότι εισήλθε στη Λεωφ. Λάρνακας από την οδό Ι. Παρασκευαίδη, διένυσε λίγα μέτρα, έθεσε σε λειτουργία το δείκτη του οχήματός του για να στρίψει δεξιά και κοίταξε το καθρεφτάκι του και αφού δεν είδε οτιδήποτε επιχείρησε στροφή. Τότε, κτύπησε με το όχημα του Κατηγορουμένου. Μέσα από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο μάρτυρας, προκύπτει διάσταση από την αρχική του θέση, αμφιβολία και υπερβολή. Κατ΄ αρχάς η υπερβολή. Ενώ ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μετά το δυστύχημα προχώρησε και σταμάτησε λίγα μέτρα πιο κάτω, κατά την αντεξέτασή του, προφανώς για να τονίσει την υπερβολή του ορίου ταχύτητας από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση πήγε 80μ. για να σταματήσει. Παρουσιάζεται έτσι η υπερβολή στο λόγο του ΜΚ
- Περαιτέρω, αμφιβολία προκύπτει από τη θέση του Κατηγορουμένου ότι έλεγξε το καθρεφτάκι του οχήματός του. Εν πρώτοις, ενώ στην κυρίως εξέταση ήταν βέβαιος ότι έπραξε τούτο, κατά την αντεξέταση, όταν η εν λόγω ερώτηση συνδέθηκε με την υποχρέωση του μάρτυρα να ακινητοποιήσει το όχημά του και να ελέγξει το δρόμο, ο ΜΚ2 σε δύο περιπτώσεις απέφυγε να απαντήσει για την τροχαία κίνηση από πίσω του και δήλωσε "αφού δεν έρχονταν αυτοκίνητα από μπροστά μου" και "´ήταν καθαρός ο δρόμος από μπροστά μου έτσι έστριψα." Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε εξειδικευμένα εάν έλεγξε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, παρότι απάντησε καταφατικά συμπλήρωσε ότι "τα αυτοκίνητα ήταν πολύ μακριά, ήταν αδιανόητο να έρθει τόσο γρήγορα αυτοκίνητο για να έρθει να κτυπήσει δίπλα στα δεξιά μου να με προσπεράσει". Είμαι της γνώμης ότι αυτές οι απαντήσεις του μάρτυρα, παρά τη θετική επί του προκειμένου θέση του κατά την κυρίως εξέτασή του, εγείρουν αμφιβολία ως προς το αληθές του ισχυρισμού. Εις επίμετρον, δεν είναι μόνο η υποβόσκουσα αμφιβολία κατά πόσο ο μάρτυρας έλεγξε το καθρεφτάκι του, αλλά και ο χρόνος που έπραξε τούτο. Στο τεκμήριο 6 ανέφερε ότι διένυσε λίγα μέτρα και συνέδεσε τούτη την ενέργεια με το χρόνο που έθεσε σε λειτουργία το δείκτη του, δηλαδή αμέσως μετά το κύρτωμα. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η θέση του μάρτυρα ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο επειδή ήταν ακριβώς δίπλα του. Η απόσταση από το κύρτωμα στο σημείο σύγκρουσης είναι 36μ. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι ασάφεια εμπεριέχεται στη θέση του μάρτυρα τόσο για τον έλεγχο από το καθρεφτάκι του όσο και για τη χρησιμοποίηση του δεξιού δείκτη του οχήματός του. Κρίνω ότι η χρονική διασύνδεση στην οποία προέβη ο μάρτυρας, δηλαδή ελέγχου από το καθρεφτάκι και λειτουργία δεξιού δείκτη, εφόσον διαπιστώνεται ασάφεια για μια εκ των δύο θέσεων, τούτη συμπαρασύρει και την άλλη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 εφόσον δεν παρέχει σταθερό και ακλόνητο υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων. Ας σημειωθεί εδώ ότι πέραν του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΚ2 εντυπωσιακή δεν ήταν ούτε και η παρουσία του στο εδώλιο. Η σταθερότητα, η σαφήνεια και ο αυθορμητισμός, είναι στοιχεία τα οποία δεν αναφύησαν από τη μαρτυρία του. Στην δοσμένη περίπτωση είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα 60km αντί 30km και κατά τον ίδιο χρόνο επιχειρούσε προσπέρασμα παραβιάζοντας την άσπρη συνεχή γραμμή. Είναι όμως τούτο αρκετό για να κριθεί ο Κατηγορούμενος ένοχος στην 1η κατηγορία; Είναι η ταπεινή μου γνώμη πως όχι. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μου η απόφαση Δημητρίου ν. Ζήνωνος, Πολ. Έφ. 12217, ημερ. 21.06.06, εκεί όμως το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη η οδηγός του προπορεύομενου οχήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία ούτως ή άλλως απερρρίφθη ένεκα των εγγενών αυτής αδυναμιών, δεν παρείχε τέτοιες πληροφορίες. Περαιτέρω, από την αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Κόρνο, δηλαδή στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Για ότι αφορά το σημείο σύγκρουσης σχετικές είναι τόσο οι ζημιές των δύο οχημάτων όσο και τα ίχνη μαυρίσματος που διαπίστωσε ο ΜΚ
- Κρίνω ορθό να σημειώσω εδώ ότι πέραν της δεδομένης ευθύνης του Κατηγορουμένου δυνάμει των κατηγοριών δυο και τρία που παραδέχθηκε, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως όταν ο ΜΚ2 επιχείρησε στροφή δεξιά και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα, δηλαδή στο αντίθετο από το δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και εκείνος παραβίασε σήμα που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή την ίδια άσπρη γραμμή για την οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε την τρίτη κατηγορία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και το τεκμήριο 3, η εν λόγω συνεχής γραμμή δεν διακόπτεται στο σημείο σύγκρουσης. Δυνάμει των πιο πάνω ευρημάτων πιστεύω ότι καθοδηγητική για την αντιμετώπιση των ενεργειών των δύο οδηγών ως επίσης και της τυχόν αμέλειας που προκύπτει, είναι η απόφαση Ζαχαρίας ν. Καραολή
(2004)1 ΑΑΔ 72 και ιδιαίτερα το ακόλουθο απόσπασμα στη σελ. 78: "Η αμέλεια του εφεσείοντα, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, στοιχειοθετείται από το γεγονός ότι επιχείρησε κλίση προς τα δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην παρακείμενη πάροδο χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής η ενέργεια του και χωρίς να εκδηλώσει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόθεση ή/και να βεβαιωθεί κατά πόσο η πρόθεση του αυτή έγινε αντιληπτή από τους οδηγούς οχημάτων που ακολουθούσαν. Ο εφεσείων είχε υποχρέωση να ελέγχει συνεχώς το δρόμο αφότου θα άρχιζε τη διαδικασία της στροφής δεξιά, πράγμα που δεν έπραξε όπως ο ίδιος ομολόγησε και αυτό, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση αυτοκίνητο το οποίο είδε νωρίτερα. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, το δικαστήριο ορθά αποφάσισε πως το καθήκον επιμέλειας της εφεσίβλητης δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επεκταθεί έναντι δυνητικού κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει από την αμέλεια άλλων οδηγών πριν την ύπαρξη ορατών σημείων εκδήλωσης ενός τέτοιου κινδύνου. Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών. Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 642, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164. Η εφεσίβλητη κάτω από τις δοσμένες συνθήκες εύλογα θα μπορούσε να αναμένει ότι ο εφεσείων θα εκπλήρωνε, όπως είχε υποχρέωση, το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του ιδίου και των άλλων οδηγών. Ωστόσο, η συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν υπό τις περιστάσεις εντελώς απρόβλεπτη." Στην απόφαση Ζαχαρία (πιο πάνω) ο οδηγός που ακολουθούσε κρίθηκε ότι δεν έφερε καμιά ευθύνη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι οι κατά τα άλλα άνομες πράξεις του Κατηγορουμένου, δεν αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και ότι τούτο δύνατο να αποφευχθεί εάν ο ΜΚ2 προτού διενεργούσε στροφή δεξιά έλεγχε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε. Ως εκ τούτου, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς η κατηγορία απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο