← Κύπρος

Αστυνομία ν. Στέφανος Ζυμπουλάκης, Αρ. Υποθέσεως: 12183/06, 13.04.2007

Αστυνομία ν. Στέφανος Ζυμπουλάκης, Αρ. Υποθέσεως: 12183/06, 13.04.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 12183/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Στέφανος Ζυμπουλάκης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.04.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Τούτες έχουν ως ακολούθως: 1η κατηγορία: Επίτρεψη οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση ικανότητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7, 8, 53 και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν.94(Ι)/01, 2Η κατηγορία: Επίτρεψη οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8, 15 και 49

(1)(γ) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν.94(Ι)/01και 3η κατηγορία: Επίτρεψη χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(β)
(4)(α), 38 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου Ν.96(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ανωτέρω κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος στις 05.02.06 στην οδό Θουκιδίδου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, επέτρεψε στον Α. Χ"Μιχαήλ να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧ926 ενώ είχε αποστερηθεί του δικαιώματος κατοχής ή αποκτήσεως άδειας οδηγού από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 02.02.06 για περίοδο 2 μηνών στην ποινική υπόθεση με αρ. 17919/
  2. Κατά τον ίδιο τρόπο, την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος επέτρεψε στο ίδιο πρόσωπο να οδηγήσει το ίδιο όχημα χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης. Τέλος, η εν λόγω οδήγηση από τον Α. Χ"Μιχαήλ έλαβε χώραν χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Σημειώνω εδώ ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές προέβησαν σε παραδεκτό γεγονός. Τούτο έχει ως ακολούθως. Ο Α. Χ"Μιχαήλ είχε αποστερηθεί του δικαιώματος κατοχής ή αποκτήσεως άδειας οδηγού υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 02.02.06 για περίοδο 2 μηνών στην ποινική υπόθεση με αρ. 17919/
  3. Την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ξεδίπλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες Δημήτρης Κουρσάρης (ΜΚ1) και Αστ. 2060 Ο. Παπακώστας (ΜΚ2). Για την Υπεράσπιση, εκτός από τον Κατηγορούμενο μαρτυρία έδωσαν άλλα δύο πρόσωπα τα οποία είναι ο Α. Χ"Μιχαήλ (ΜΥ1) και η Σοφία Μηνά (ΜΥ2). Ενόψει και του παραδεκτού γεγονότος, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την όλη υπόθεση είναι κοινά μεταξύ της Υπεράσπισης και της Κατηγορούσας Αρχής. Εν ολίγοις, είναι κοινός τόπος μεταξύ των μερών ότι το όχημα ΧΧ926 οδηγείτο στις 05.02.06 στην οδό Θουκιδίδου στη Λάρνακα. Εντός του οχήματος επέβαιναν ο Κατηγορούμενος, ο ΜΥ1 και η ΜΥ
  4. Κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο το όχημα ΧΧ926 ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με το όχημα ΕΧΖ829, το οποίο οδηγείτο από το ΜΚ
  5. Στο όχημα ΕΧΖ829 επέβαινε ακόμη ένα άτομο. Είναι επίσης αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι μετά τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και αφότου οι επιβαίνοντες εξήλθαν τούτων, ο ΜΥ1 προσέγγισε το ΜΚ1 και το άλλο πρόσωπο και δήλωσε σε τούτους ότι είχε στερηθεί της άδειας οδηγήσεως του μόλις προ ολίγων ημερών. Διαφωνία επί των πραγματικών γεγονότων μεταξύ των δύο μερών, εντοπίζεται στο ποιος οδηγούσε το όχημα ΧΧ926, δηλαδή κατά πόσο οδηγός τούτου ήταν ο Κατηγορούμενος ή ο ΜΥ
  6. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Υπεράσπιση οι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Ήταν η θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν πρέπει να γίνει πιστευτή ένεκα αντιφάσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επικέντρωσε τα πυρά του στη μαρτυρία του ΜΚ
  7. Σχολιάζω αυτές τις θέσεις εκτενέστερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στον αντίποδα η κα Πίπη υποστήριξε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και ότι δεν εμπεριέχει αντιφάσεις. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η φυσική παρουσία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα άφησε θετικές εντυπώσεις. Η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από συνοχή λόγου, αυθορμητισμό, επεξηγηματικότητα και παραστατικότητα. Οι επικρίσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης για τη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι δηλαδή περιέπεσε σε αντιφάσεις, δεν ανταποκρίνονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Ήταν σταθερή θέση του μάρτυρα καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι είδε τον Κατηγορούμενο και το ΜΥ1 στις θέσεις που ευρίσκονταν εντός του οχήματος ΧΧ926 και περαιτέρω ότι ο ΜΥ1 τον παρακάλεσε να μην αναφέρουν στην αστυνομία ότι οδηγός ήταν ο ίδιος, επειδή ήταν στερημένος της άδειας οδηγήσεώς του. Ως εκ τούτου, οι περί αντιφάσεων επικρίσεις της Υπεράσπισης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Παρά την ως ανωτέρω κατάληξη για ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ1, δεν τελματώνεται εδώ η εξέταση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Κομβικό σημείο για την εν λόγω αξιολόγηση είναι βεβαίως η εξακρίβωση του οδηγού του οχήματος ΧΧ
  1. Αποδοχή της θέσης του ΜΚ1, αυτόματα αναιρεί το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου και των ΜΥ1 και ΜΥ2 και αντίστροφα. Για ότι αφορά το ΜΚ2 πρέπει να σημειώσω εδώ ότι τον εν λόγω μάρτυρα κρίνω ως ανεξάρτητο. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τούτον σε προσωπικό επίπεδο, παρά μόνο για τα όσα του δηλώθηκαν και τα στοιχεία που περισυνέλεξε τόσο στο χώρο του δυστυχήματος όσο και αργότερα. Σημειώνω εδώ ότι ο ΜΚ2 παρότι στο χώρο του δυστυχήματος έλαβε τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι ο Α. Χ"Μιχαήλ ήταν εκείνος που οδηγούσε το όχημα και ήταν στερημένος της άδειας οδηγήσεώς του, αργότερα κατηγόρησε το ΜΚ1 για αμελή οδήγηση, άλλωστε στο τεκμήριο 1 προέβη σε επίστηση της προσοχής του ΜΚ1 στο νόμο και στη συνέχεια, αφότου οι έρευνες στις οποίες προέβη απέδειξαν ότι ο Α. Χ"Μιχαήλ είχε όντως στερηθεί της άδειας οδηγήσεώς του και δεν είχε άδεια την ημερομηνία διάπραξης του δυστυχήματος, τότε και μόνο τότε κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 3). Αυτές οι ενέργειες του ΜΚ2 αποδεικνύουν την ανεξαρτησία του στην όλη υπόθεση και την απόσταση που κράτησε από τις θέσεις των δύο πλευρών, δηλαδή ΜΚ1 και Κατηγορουμένου. Ως εκ των πιο πάνω, σε συνδιασμό και με την παρουσίαση της μαρτυρίας του ΜΚ2 στο Δικαστήριο, δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε την αλήθεια και συνεπώς τη μαρτυρία του την αποδέχομαι πλήρως. Προτού προχωρήσω σε θεώρηση της αντικειμενικής υπόστασης των υπό κρίση ισχυρισμών, αξίζει να αναφέρω ότι εν αντιθέσει με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και οι μάρτυρες του (ΜΥ1 και ΜΥ2), δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο όχι με φυσικότητα και αυθορμητισμό αλλά μονολεκτικοί στις απαντήσεις τους και δογματικοί στις θέσεις τους. Η επεξηγηματικότητα λογικού ερείσματος της θέσης τους, ήταν στοιχείο που απουσίαζε από τη μαρτυρία τους. Ο ΜΚ1 συνέδεσε τη δήλωση του Α. Χ"Μιχαήλ (ΜΥ1), ότι δηλαδή είχε στερηθεί της άδειας οδηγήσεώς του λίγες ημέρες προ του δυστυχήματος, με την παράκληση του τελευταίου όπως αποκρύψουν από την αστυνομία ποιος πραγματικά οδηγούσε το όχημα. Στην άλλη πλευρά, ο Κατηγορούμενος παρέμεινε απόλυτος στη θέση του ότι εκείνος ήταν που οδηγούσε το όχημα, ενώ ο ΜΥ1 επεξήγησε τη δήλωση του ως παρεμφερές μέρος συζήτησης, δηλαδή ότι πάλιν θα έτρεχαν στο Δικαστήριο, εφόσον ερωτήθηκε γιατί. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε στο ΜΚ1 πως είτε ο ίδιος, είτε ο συνοδηγός του στην παρουσία του, ρώτησαν το ΜΥ1 ό,τι ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέτασή του, δηλαδή πως η δήλωσή του ότι στερήθηκε της άδειας οδηγήσεώς του ήταν αποτέλεσμα ερώτησης του ΜΚ1 και /ή του συνοδηγού του. Η υποβολή της Υπεράσπισης ότι ο Α. Χ"Μιχαήλ είπε "πάλι θα βουρούμε Δικαστήρια", δεν είναι μόνο ημιτελής ως θέση της Υπεράσπισης, αλλά και παραπλανητική εφόσον δεν αποδίδει με ευκρίνεια και ευθύτητα τη θέση που αργότερα προβλήθηκε από το ΜΥ
  2. Πέραν τούτου, η επεξήγηση της δήλωσης του ΜΥ1 είναι ελλειπής και δεν υπερπηδά τη σκόπελο που θέτουν λογικά και απλά ερωτήματα. Κατ΄ αρχάς, σημειώνω ότι ο ΜΥ1 ανέφερε πως ερωτήθηκε "για ποιο λόγο". Δηλαδή για ποιο λόγο θα τρέχουν στα Δικαστήρια και όχι για ποιο λόγο θα τρέχουν πάλιν στα Δικαστήρια. Άλλωστε το επίρρημα "πάλιν" αφορούσε μόνο τον ίδιο και όχι οποιοδήποτε άλλο από τους παρευρισκομένους. Περαιτέρω, ούτε η αναφορά σε πληθυντικό γένος, δηλαδή ότι όλοι θα έτρεχαν στα Δικαστήρια, βρίσκει αντίκρισμα στην κοινή λογική. Γιατί δηλαδή ο ΜΥ1, ως συνοδηγός σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, θα χρειαζόταν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο; Περαιτέρω, τούτη η θέση εξέλαβε ως δεδομένο πως οι παρευρισκόμενοι ιδιοκτήτες διαφώνησαν σε τυχόν εξώδικη διευθέτηση. Μαρτυρία για τέτοια διαφωνία δεν υπάρχει. Κρίνω λοιπόν ότι θέση του ΜΥ1, ως επεξήγηση του λόγου που προέβη στη δήλωση ότι είχε στερηθεί της άδειας οδηγήσεώς του δεν ανταποκρίνεται στη λογική όπως ούτε στα γεγονότα της παρούσης. Η εν λόγω δήλωση βρίσκει ανταπόκριση στον ισχυρισμό του ΜΚ1, δηλαδή ότι ο λόγος που ειπώθηκε ήταν επειδή οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο ΜΥ1 ο οποίος δεν είχε άδεια οδήγησης ένεκα στέρησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Πρέπει να αναφέρω εδώ ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή μου πως ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος "αρχικά ο ΜΚ1 δεν έφερε ένσταση για το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε ως οδηγός του ΧΧ926" και ότι ο ΜΚ1 επιβεβαίωσε πως οδηγός του ΧΧ926 ήταν ο Α. Χ"Μιχαήλ αφότου ανέφερε τούτο ο πατέρας του. Αυτά τα γεγονότα κρίνω ότι ενισχύουν το αξιόπιστο της μαρτυρίας του ΜΚ1 και δεν το αμαυρώνουν. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2 ότι του είπε ο ΜΚ1, ο τελευταίος αρχικά δεν δήλωσε ποιος ήταν ο οδηγός του άλλου οχήματος επειδή τον λυπήθηκε. Παρόλα ταύτα, προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ούτε τον Κατηγορούμενο υπέδειξε ως οδηγό. Το μόνο που έπραξε ήταν να συγκατανεύσει στην επί του προκειμένου δήλωση του Κατηγορουμένου δια της σιωπής του. Προκύπτει ακόμη ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου στην κυρίως εξέτασή του πως ο ΜΚ1 είπε στην αστυνομία ότι οδηγός του οχήματος ΧΧ926 ήταν ο Κατηγορούμενος, δεν ευσταθεί εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην αξιόπιστη και ανεξάρτητη μαρτυρία του ΜΚ
  3. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου και του ΜΥ1 την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι και η απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΥ2 εφόσον συστρατεύτηκε με την αναξιόπιστη μαρτυρία της Υπεράσπισης αλλά και επειδή τίποτα άλλο που να ενισχύει τον ισχυρισμό της πέραν της δογματικής θέσης ότι το όχημα οδηγούσε ο φίλος της Στέφανος Ζυμπουλάκης, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω μάρτυρας δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί της υποψίας που προκύπτει ένεκα της φιλίας της με τον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, ούτε τη ΜΥ2 αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Η εν λόγω κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στις 05.02.06, οδηγός του οχήματος ΧΧ926, στην οδό Θουκιδίδου στη Λάρνακα ήταν ο Α. Χ"Μιχαήλ, ο οποίος δεν είχε άδεια οδήγησης ένεκα στέρησης που του επιβλήθηκε για χρονική περίοδο 2 μηνών, στις 02.02.06 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση 17919/
  4. Εφόσον διαπίστωσα ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο ΜΥ1, ο οποίος κατά τον εν λόγω χρόνο δεν είχε άδεια οδηγήσεως, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο η αξιόπιστη μαρτυρία αποδεικνύει τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία είναι άξιο προσοχής και ίσως πρέπει να προβληματίσει τους αρμόδιους, ότι δεν υπάρχει αδίκημα το οποίο αφεαυτού να ποινικοποιεί την πράξη της επίτρεψης οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση. Ανάλογες διατάξεις, δηλαδή πρόκλησης ή επίτρεψης χρησιμοποίησης δεν είναι άγνωστες σε αυτή τη πτυχή του δικαίου και ιδιαίτερα στα αδικήματα αντικείμενο των κατηγοριών δύο και τρία του εν λόγω κατηγορητηρίου. Εν πάση περιπτώσει, από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ξεκάθαρα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ως συνεργός και όχι ως αυτουργός. Δηλαδή, η στέρηση δεν αφορούσε τον Κατηγορούμενο αλλά τρίτο πρόσωπο στο οποίο ο Κατηγορούμενος επέτρεψε να χρησιμοποιήσει το όχημά του. Η πρόσαψη τέτοιας κατηγορίας, παρά τις προειρημένες παρατηρήσεις μου, καθίσταται εφικτή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Διαπιστώνω βεβαίως ότι το εν λόγω άρθρο πουθενά δεν εμφανίζεται στην έκθεση του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Παρόλα ταύτα, έχοντας υπόψη μου πως τέτοια παράλειψη δεν συνιστά ουσιώδη παρατυπία και εφόσον ο Κατηγορούμενος έλαβε κάθε σχετική πληροφόρηση από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κρίνω πως δεν τίθεται θέμα απόρριψης της κατηγορίας γι΄ αυτό το λόγο (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225). Ό,τι χρήζει απόδειξης σε σχέση με κατηγορία η οποία εδράζεται στο αδίκημα της παροχής βοήθειας, έχει επεξηγηθεί στην απόφαση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 όπου στη σελ. 267 αναφέρθηκε ότι: "Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")." Στη δοσμένη περίπτωση ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο, τόσο στην προφορική μαρτυρία του όσο και στην κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 1) ότι ο Α. Χ"Μιχαήλ τον πληροφόρησε ότι δεν είχε άδεια οδηγήσεως ένεκα στέρησης. Πουθενά δεν εξάγεται ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως ο ΜΥ1 είχε στερηθεί της άδειας οδηγήσεώς του από το Δικαστήριο. Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος στην ένορκο μαρτυρία του ανέφερε ότι ο ΜΥ1, με τον οποίο είναι φίλοι, του ζήτησε το διάστημα που δεν είχε άδεια να το μεταφέρει. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος, εις απάντηση σε υποβολή ότι επέτρεψε στο ΜΥ1 να οδηγήσει το όχημά του ενώ ήταν στερημένος της άδειας οδηγήσεώς του, ανέφερε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να δώσει το αυτοκίνητό του να το οδηγήσει άτομο χωρίς άδεια και ασφάλεια. Από όλα τα πιο πάνω, πουθενά δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο Α. Χ"Μιχαήλ είχε στερηθεί της άδειας οδηγήσεώς του, έστω και αν γνώριζε ότι δεν είχε άδεια. Ποιος ο λόγος και κατά πόσο ο Κατηγορούμενος γνώριζε το λόγο που ο φίλος του, δηλαδή ο ΜΥ1 δεν είχε άδεια, δεν απέδειχθη. Έλλειψη αποδείξεως τέτοιας γνώσης από τον Κατηγορούμενο, τελματώνει την εξέτασή της εν λόγω κατηγορίας εφόσον συστατικό στοιχείο τούτης είναι όπως η οδήγηση λάβει χώραν ενόσω διαρκεί επιβληθείσα από το Δικαστήριο στέρηση ικανότητας. Το αναπόδεικτο στενότερης από τον Κατηγορούμενο γνώσης τέτοιας στέρησης, αποκλείει βεβαίως την παροχή συνδρομής για τη διάπραξη του αδικήματος. Ενόψει τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 1. Παρόλα ταύτα, κρίνω πως δεν ισχύουν τα ίδια και για τις κατηγορίες δύο και τρία. Τα πιο πάνω αποσπάσματα από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, αποδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως κατά τον εν λόγω χρόνο ο Α. Χ"Mιχαήλ δεν είχε άδεια οδήγησης, όπως ούτε και ασφάλεια. Η ανυπαρξία τέτοιας άδειας και ασφάλειας προκύπτει και από τις έρευνες του ΜΚ2, δηλαδή τη μαρτυρία του. Επί του προκειμένου, εξάγεται από το σύγγραμμα Willkinson's and Traffic Offences, 10th edition, σελ. 55, ότι αυτή η γνώση, σε συνδιασμό με το γεγονός ότι ο A. X"Μιχαήλ χρησιμοποίησε το εν λόγω όχημα και μάλιστα στην παρουσία του Κατηγορουμένου, είναι ικανοποιητικό στοιχείο για απόδειξη της πρόκλησης ή επίτρεψης χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (βλ. Pope n. Minton
(1954)Crim L.R 711). Περαιτέρω, αναφορικά με το πιστοποιητικό ασφάλειας σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΚ2 ότι ήλεγξε τούτο και διαπίστωσε ότι ο ΜΥ1 δεν καλύπτετο, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Εις επίμετρον, σχετικός είναι βεβαίως και ο λόγος της απόφασης Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη
(1994)2 ΑΑΔ 206, 211, δηλαδή ότι η απόδειξη κατοχής πιστοποιητικού βαρύνει τον Κατηγορούμενο σαν θέμα που ο ίδιος ήταν σε ιδιαίτερα καλή θέση να γνωρίζει. Ως εκ των πιο πάνω, για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εναντίον του Κατηγορουμένου τις κατηγορίες υπ΄ αριθμό 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς, κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο τόσο στη δεύτερη όσο και στην τρίτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.