← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί, Αρ. Υπόθεσης: 4659/06, 16 Απριλίου, 2007

Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί, Αρ. Υπόθεσης: 4659/06, 16 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:4 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4659/06 Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2007. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Η. Στεφάνου με κα Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Μυλωνάς με κ. G. Cadri. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σοβαρότατης μορφής: απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 248 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του πιο πάνω κώδικα και φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203

(1)
(2)και 204 του ίδιου νομοθετήματος. Τα δύο πρώτα εγκλήματα, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, έλαβαν χώρα τις πρωινές ώρες της 17.8.06 στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου και το τρίτον στην επαρχία Λευκωσίας. Θύμα ήταν η Jana Kovacova από τη Σλοβακία, η οποία εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κύπρο ως υπάλληλος ξενοδοχείου. Στο στάδιο της μαρτυρίας του ενδέκατου Μάρτυρα Κατηγορίας, Ανώτερου Υπαστυνόμου Γ. Οικονόμου, επικεφαλής των ανακρίσεων, ηγέρθηκε ένσταση από την υπεράσπιση στην παρουσίαση της κατάθεσης του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 4.9.06 και μεταξύ των ωρών 23:10-23:
  1. Οι συνήγοροι του επικαλέστηκαν λήψη της κάτω από συνθήκες απειλών, άσκησης ψυχολογικής και σωματικής βίας και παροχής υποσχέσεων εκ μέρους των αστυνομικών. Εξειδικεύοντας τους λόγους ένστασης ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος υπέστη κακοποίηση από αριθμό μελών του Αστυνομικού σώματος σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις: Το βράδυ της 4.9.06 και μερικές μέρες πριν. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντα κατά την υπεράσπιση, οδηγήθηκε σε ερημική περιοχή όπου ξυλοκοπήθηκε με γροθιές και κλωτσιές, του έβαλαν κουκούλα στο κεφάλι και οι αστυνομικοί που τον ξυλοκοπούσαν πυροβολούσαν στον αέρα για εκφοβισμό του. Επιπρόσθετα στις 4.9.06 του χορήγησαν, ενδομυϊκά, άγνωστο σκεύασμα και του έγινε εμφύσηση άγνωστης ουσίας στα γεννητικά του όργανα, προκαλώντας του αφόρητους πόνους. Από την κακοποίηση ο κατηγορούμενος αιμορροούσε και τα αίματα ήταν εμφανή και μπορούσαν να τα δουν οι αστυνομικοί. Επίσης σε κάθε ανάκριση οι ανακριτές τον εκφόβιζαν αναφέροντας του διάφορα ως προς το τι τον ανέμενε αν δεν προέβαινε σε παραδοχή και του επιδείκνυαν περίστροφο, υπονοώντας ότι θα το χρησιμοποιήσουν. Πέραν τούτων σε κάθε περίπτωση του έδιναν διάφορες υποσχέσεις ότι θα τύγχανε καλής μεταχείρισης από την Αστυνομία και ότι το Δικαστήριο θα του επιδείκνυε μεγάλη επιείκεια εάν παραδεχόταν ο ίδιος τη διάπραξη του εγκλήματος ή εάν έδινε κατάθεση με την οποία να επιρρίπτει την ευθύνη σε δεύτερο ύποπτο, κάποιο Βούλγαρο συνάδελφο του, ο οποίος επίσης ήταν υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Τις υποσχέσεις και παραινέσεις έδιναν όλοι οι αστυνομικοί που τον ανέκριναν και επιπρόσθετα άνθρωποι της ΚΥΠ που ήταν παρόντες, μεταξύ των οποίων και κάποιος Λοχίας, ο Κώστας Μιαμηλιώτης. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ήταν, κατά την υπεράσπιση, να καταστεί η κατάθεση ως μη προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου Το Δικαστήριο προχώρησε στη νενομισμένη διαδικασία και κήρυξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποφασιστεί η θεληματικότητα ή μη της κατάθεσης, σημειώνοντας, για σκοπούς της υπό αναφορά διαδικασίας, το Ελληνικό κείμενο της ως Τεκμήριο Ω και το κείμενο στην Τουρκική γλώσσα ως Τεκμήριο Ω
  2. Το ευρύ φάσμα των θέσεων που αποτέλεσε τη βάση στήριξης της ένστασης της υπεράσπισης και η συνακόλουθη ανάγκη που προέκυψε να παρουσιαστεί η μαρτυρία μεγάλου αριθμού μαρτύρων, οδήγησε στην παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου εκτεταμένης μαρτυρίας. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας έντεκα μέλη του Αστυνομικού Σώματος, τους Ιατροδικαστές Σοφοκλή Σοφοκλέους και Πανίκο Σταυριανό και τον Γενετιστή Μάριο Καριόλου. Η υπεράσπιση περιορίστηκε στην παράθεση της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου. Χάριν συντομίας του λόγου θα επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε την ουσία της δοθείσας από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας, παραθέτοντας την κοινή συνισταμένη των βασικών της σημείων. Το απόγευμα της 20.8.06 το ΤΑΕ Αμμοχώστου πληροφορήθηκε για υπόθεση εξαφάνισης κοπέλας η οποία διέμενε στην Αγία Νάπα. Ο υπεύθυνος του τμήματος, Ανώτερος Υπαστυνόμος Κωστάκης Παναγιώτου (Μ.10 στη διαδικασία δίκης εντός δίκης), όρισε ως υπεύθυνους ανακρίσεων τους Αστυφύλακες 2214 Ανδρέα Χ" Κακού (Μ.9) και 2531 Γ. Ιωάννου (Μ.5) Αργότερα, την 28.8.06, όρισε ως υπεύθυνο ανακρίσεων τον βοηθό υπεύθυνο του ΤΑΕ Αμμοχώστου, Ανώτερο Υπαστυνόμο Γιώργο Οικονόμου (Μ.3). Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε σε σχέση με την πιο πάνω εξαφάνιση στις 22.8.
  3. Η σύλληψη έλαβε χώρα στο χωριό που διέμενε, την Ποταμιά. Η θέση του, από την πρώτη στιγμή, ήταν ότι δεν γνώριζε τίποτε για την εξεταζόμενη υπόθεση. Παρέμεινε υπό κράτηση στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου μέχρι το απόγευμα της 4.9.06 και ακολούθως μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Κατά τη διάρκεια κράτησης του ανακρίθηκε επανειλημμένα. Συγκεκριμένα στις 24.8.06, μεταξύ των ωρών 14:35-23:58, στις 25.8.06, μεταξύ των ωρών 19:10-22:50, στις 28.8.06, μεταξύ των ωρών 11:05-14:05 και στις 30.8.06 μεταξύ των ωρών 12:10-13:
  4. Σταθερή του θέση κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ανακρίσεων ήταν ότι ο ίδιος δεν είχε διαπράξει οτιδήποτε. Κατά τις ανακρίσεις που έλαβαν χώρα τις 25.8.06 και 28.8.06 παρών ήταν και ο Λοχίας 4591 Κώστας Μιαμηλιώτης (Μ.6), ο οποίος υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ). Το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας συγκλίνει στο ότι οι σχέσεις του κατηγορούμενου με τον Μιαμηλιώτη, τόσο επαγγελματικά όσο και σε προσωπικό επίπεδο, ήταν στενές. Ο ίδιος ο Μιαμηλιώτης τις χαρακτήρισε ως σχέσεις πατέρα παιδιού ή μεγαλύτερου αδελφού με μικρότερου. Μέσα από τη μαρτυρία του τέθηκε η πορεία αυτών των σχέσεων. Σύμφωνα μ΄ αυτή το 1993 και ενώ ο κατηγορούμενος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στον Τουρκικό στρατό, στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, αυτομόλησε και κατέφυγε στις ελεύθερες περιοχές. Από τις αρχές του 1994 γνωρίστηκαν και άρχισε μεταξύ τους "κάποια υπηρεσιακή συνεργασία", η οποία σταμάτησε με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το
  5. Είχαν όμως εν τω μεταξύ συνδεθεί φιλικά. Ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Μιαμηλιώτη. Σε σημείο μάλιστα που τον εμπιστευόταν για τη μεταφορά των θυγατέρων του κατά τις βραδινές τους εξόδους. Όταν προ ετών ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για αδίκημα που διέπραξε, ο Μιαμηλιώτης τον επισκεπτόταν στις Κεντρικές Φυλακές και τον στήριζε. Γενικά του παρείχε βοήθεια σε όποια προβλήματα αντιμετώπιζε όλα αυτά τα χρόνια. Στις 23.8.06 ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Αμμοχώστου, Κωστάκης Παναγιώτου (Μ.10), τηλεφώνησε στον Μιαμηλιώτη και του είπε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον δει. Τον πληροφόρησε περαιτέρω ότι βρισκόταν υπό κράτηση σχετικά με εξαφάνιση μίας κοπέλας. Γύρω στο μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Μιαμηλιώτης συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε γραφείο του ΤΑΕ Αρχηγείου. Τον ρώτησε τι συνέβαινε και ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση και δεν γνώριζε τίποτε για το συμβάν. Ο Μιαμηλιώτης του ανέφερε ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάται εφόσον δεν έκανε τίποτε. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας κατέφθασε στο ίδιο γραφείο και ακόμα ένα μέλος της ΚΥΠ, ο Αναπληρωτής Λοχίας 70, Γιάννης Παπουτές. Τον γνώριζε και αυτόν πολύ καλά ο κατηγορούμενος. Διατηρούσε και μ΄ αυτόν αρκετά καλές φιλικές σχέσεις. Και ο Παπουτές καθησύχασε τον κατηγορούμενο λέγοντας του ότι "αφού δεν εμπλέκεσαι μην φοβάσαι". Κατά την ανάκριση της 25.8.06, η οποία έλαβε χώρα στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου, ο Μιαμηλιώτης ήταν παρών. Είχε ενημερωθεί σχετικά με την ανάκριση αυτή από τον Αστυνομικό Διευθυντή Τμήματος Γ Αρχηγείου Αστυνομίας, Ανώτερο Αστυνόμο Α. Κρόκο, στον οποίο είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως για να ρωτήσει σχετικά με τον κατηγορούμενο. Ο Μιαμηλιώτης απέδωσε την παρουσία του στην εκτίμηση και αγάπη που είχε για τον κατηγορούμενο και στην επιθυμία που είχε να είναι παρών για να ακούει τι θα λεχθεί. Παρόντες κατά την ανάκριση ήταν επίσης οι Κρόκος, Παναγιώτου και Υπαστυνόμος Θ. Αρναούτης (Μ.4). Την ανάκριση την έκανε ο Κρόκος. Ο Μιαμηλιώτης απλώς παρακολουθούσε και σε κάποιες στιγμές μιλούσε με τον κατηγορούμενο σε φιλικό κλίμα. Προς το τέλος της ανάκρισης ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να μείνει μόνος του με τον Μιαμηλιώτη. Ο τελευταίος ζήτησε από τον Κρόκο να ικανοποιηθεί αυτό το αίτημα. Έτσι και έγινε. Μόλις βγήκαν οι υπόλοιποι έξω ο κατηγορούμενος άρχισε να κλαίει και να μιλά στον Μιαμηλιώτη για κάποιο πρόβλημα που είχε με το μωρό του, το οποίο η εν διαστάση σύζυγος του μετέφερε στο εξωτερικό. Ο Μιαμηλιώτης τον ρώτησε τι γνωρίζει για την υπόθεση της εξαφάνισης της κοπέλας και ο κατηγορούμενος του άφησε υπονοούμενα ότι σ΄ αυτήν εμπλέκεται ένας Βούλγαρος συνάδελφος του, ο οποίος τελούσε επίσης υπό κράτηση για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο Μιαμηλιώτης του ανέφερε "γιατί θέλεις να αναλάβεις όλη την ευθύνη και να αθωώσεις τον άλλο, εφόσον λέγεις ότι έχει κάποια σχέση και ποιος ο λόγος να πάρεις το βάρος όλο πάνω σου;" Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν θέλει να του πει οτιδήποτε άλλο εκείνη το βράδυ και ότι ένιωθε πολύ κουρασμένος. Του ζήτησε δε να ξαναέρθει την Δευτέρα, 28.8.06, για να του μιλήσει. Ο Μιαμηλιώτης βγήκε από το γραφείο και ανέφερε όλα τα σχετικά στον Κρόκο. Ακολούθως παρήγγειλαν σουβλάκια και έφαγαν όλοι μαζί, συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου. Πράγματι στις 28.8.06 διευθετήθηκε νέα συνάντηση και ανάκριση του κατηγορούμενου. Παρόντες ήταν οι Κρόκος, Παναγιώτου, Οικονόμου και Μιαμηλιώτης. Όπως είχε συμφωνηθεί ο Μιαμηλιώτης έμεινε μόνος του για δέκα λεπτά περίπου με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για την υπόθεση και ο Μιαμηλιώτης τον ρώτησε "γιατί με έφερες αφού δεν ξέρεις τίποτα;" Ακολούθησε ανάκριση από τον Κρόκο στην παρουσία των υπολοίπων. Μετά το τέλος της ανάκρισης ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου όπου κρατείτο και ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από τα γραφεία του ΤΑΕ. Τον συνόδευσε ο Μιαμηλιώτης, ο οποίος, αποχαιρετώντας τον, του ανέφερε: "Mακάρι να έχεις δίκαιο. Καλές επιτυχίες. Σε παρακαλώ μην τους πεις να μου ξανατηλεφωνήσουν". Η ανάκριση της 30.8.06 κατέστη αναγκαία λόγω των επιστημονικών αποτελεσμάτων σε τεκμήρια που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ταυτίστηκε γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τα τεκμήρια αυτά με το γενετικό υλικό της εξαφανισθείσας κοπέλας - θύματος. Ο κατηγορούμενος και σ΄ αυτήν την ανάκριση δήλωνε άγνοια. Παρουσίαζε τον εαυτό του να μην έχει καμία σχέση με τη διερευνώμενη υπόθεση. Τα γεγονότα που οδήγησαν στη λήψη της κατάθεσης, Τεκμήρια Ω και Ω1, η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της διαδικασίας δίκης εντός δίκης, περιγράφονται ουσιαστικά μέσα από τη μαρτυρία του Ανώτερου Υπαστυνόμου Γιώργου Οικονόμου, οι δε περιστάσεις λήψης της από τη μαρτυρία τόσο του πιο πάνω μάρτυρα, όσο και του Αστυνόμου Β΄, Κώστα Σωτηρίου (Μ.7). Σύμφωνα με τον μάρτυρα Οικονόμου στις 4.9.06 και μεταξύ των ωρών 07:30-08:05 λήφθηκε κατάθεση, Τεκμήριο Ω13, από πρόσωπο το οποίο ήταν συγκρατούμενος του κατηγορούμενου στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου. Σύμφωνα με τα λεχθέντα από αυτόν ο κατηγορούμενος τις πρωινές ώρες της 28.8.06 του εκμυστηρεύτηκε, έμμεσα, ότι είχε σκοτώσει το θύμα. Του ανέφερε μεταξύ άλλων "τζιαμέ που την έβαλα εν θα την έβρει κανένας". Κρίθηκε απαραίτητο μετά απ΄ αυτήν τη μαρτυρία να ανακριθεί και πάλι ο κατηγορούμενος. Επειδή οι ανακριτές ήταν απασχολημένοι την ίδια μέρα με διερεύνηση ακόμα μίας σοβαρής υπόθεσης και προς το σκοπό αυτό ήταν απαραίτητη η παρουσία τους στο Δικαστήριο για έκδοση εντάλματος προφυλάκισης, ήταν αδύνατο να γίνει ανάκριση πριν τις βραδινές ώρες της 4.9.
  6. Παρεμβάλλουμε ότι εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε μεταφερθεί το απόγευμα της ίδιας μέρας και ώρα 17:55 στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας. Η μεταφορά του κρίθηκε αναγκαία καθ΄ ότι λήφθηκε πληροφορία από την Αστυνομία ότι αυτός σκόπευε να αποδράσει. Επειδή τα κρατητήρια Παραλιμνίου δεν παρείχαν επαρκή ασφάλεια και δεδομένου ότι είχαν λάβει χώρα άλλες αποδράσεις σε προηγούμενο χρόνο απ΄ αυτόν το χώρο και λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα η Αστυνομίας ότι ο χώρος αυτός κράτησης γειτνιάζει με τις κατεχόμενες περιοχές, κρίθηκε επιβεβλημένο όπως ο κατηγορούμενος μεταφερθεί στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας. Ο χώρος κράτησης υπόπτων στην Αγία Νάπα είχε αδειάσει την ίδια μέρα λόγω παραπομπής άλλου προσώπου που κρατείτο στο Κακουργιοδικείο και μεταφοράς του στις Κεντρικές Φυλακές. Έτσι ο κατηγορούμενος παραλήφθηκε η ώρα 17:46 από τα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου και η ώρα 17:55 εισήχθη στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας. Γύρω στις 22:00 - και όταν πλέον οι ανακριτές είχαν διεκπεραιώσει τις υποχρεώσεις που είχαν με την άλλη, επίσης σοβαρή, υπόθεση που διερευνούσαν - ο Οικονόμου έδωσε οδηγίες σε τρία μέλη του ΤΑΕ Αμμοχώστου, τους Αστυνομικούς 2449, 1192 Στέλιο Ανδρέου (Μ.13) και 2531 Γιάννο Ιωάννου (Μ.5), να μεταβούν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου για ανάκριση. Σύμφωνα πάντα με τη σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, οι πιο πάνω παρέλαβαν η ώρα 22:10 τον κατηγορούμενο από τα κρατητήρια της Αγίας Νάπας και τον μετέφεραν, η ώρα 22:20, στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Εκεί τον ανέμενε ο Οικονόμου. Βρισκόταν στο γραφείο του υπεύθυνου του ΤΑΕ Ανώτερου Υπαστυνόμου Κ. Παναγιώτου. Οι υπόλοιποι αστυνομικοί βγήκαν από το χώρο του γραφείου αυτού και ο Οικονόμου παρέμεινε μόνος του με τον κατηγορούμενο. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμου του παρέθεσε τη μαρτυρία που είχε στα χέρια του και η οποία τον ενέπλεκε. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην ταύτιση του γενετικού υλικού του θύματος με τα ανευρεθέντα στο αυτοκίνητο του και στη γραπτή μαρτυρία που εξασφαλίστηκε την ίδια μέρα από τον συγκρατούμενο του. Τότε ο κατηγορούμενος "έσκυψε κάτω για λίγα λεπτά" και ακολούθως γυρνώντας προς το μέρος του ανακριτή του είπε "Κύριε Γιώργο εγώ την σκότωσα". Ο Οικονόμου του επέστησε ξανά την προσοχή στο Νόμο και ο κατηγορούμενος του είπε "θέλω να σου πω όλη την αλήθεια". Ήταν "φυσιολογικός και ατάραχος". Τότε ο Οικονόμου φώναξε κάποιο αστυνομικό να βρίσκεται μαζί με τον κατηγορούμενο και ο ίδιος μετέβηκε σε διπλανό γραφείο, απ΄ όπου ενημέρωσε τηλεφωνικά για τις εξελίξεις τον υπεύθυνο του ΤΑΕ, Κ. Παναγιώτου, ο οποίος κατά το χρόνο αυτό βρισκόταν στο σπίτι του στη Λάρνακα. Ο Παναγιώτου του ανέφερε ότι ξεκινούσε για να έρθει και ότι μαζί του θα ερχόταν και ο Σωτηρίου, τον οποίο, καθηκόντως, ενημέρωσε σχετικά και ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά και την Τουρκική γλώσσα. Μισή περίπου ώρα αργότερα κατέφθασαν στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Ο κατηγορούμενος στην παρουσία τους επανέλαβε και πάλιν ότι ο ίδιος απήγαγε, βίασε και στη συνέχεια σκότωσε το θύμα. Του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο Νόμο και ανέφερε "σας είπα την αλήθεια, θέλω να την γράψετε". Τότε ο Οικονόμου μαζί με τον Σωτηρίου οδήγησαν τον κατηγορούμενο σε ένα άλλο γραφείο. Του επιστήθηκε γραπτώς η προσοχή του στο Νόμο και στις δύο γλώσσες και αφού του ανέγνωσαν τις επιστήσεις τις υπέγραψε. Ο κατηγορούμενος μιλώντας στην Ελληνική γλώσσα, την οποία γνώριζε πολύ καλά, εξιστόρησε τα γεγονότα. Τα όσα ανέφερε κατέγραφαν ταυτόχρονα οι Οικονόμου και Σωτηρίου. Ο πρώτος στην Ελληνική γλώσσα και ο δεύτερος στην Τουρκική. Ακολούθως του διάβασαν τα όσα κατέγραψαν τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Τουρκική γλώσσα και του είπαν ότι μπορεί να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι τα αναγραφέντα ήταν ορθά και υπόγραψε στην παρουσία τους. Επειδή δεν γνώριζε να γράφει Ελληνικά τη σχετική πιστοποίηση στο ελληνικό κείμενο την έγραψε ο Οικονόμου και την υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Την ανάλογη πιστοποίηση στην κατάθεση που λήφθηκε στην Τουρκική γλώσσα την έγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και υπέγραψε. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν φυσιολογική. Ένιωθε άνετα και του προσφέρθηκε καφές και τσιγάρο. Αμέσως μετά οργανώθηκε επιχείρηση και ο κατηγορούμενος οδήγησε την Αστυνομία σε περιοχή όπου υπέδειξε το χώρο που είχε θάψει το θύμα. Την ίδια μέρα, 5.9.06, έλαβε χώρα έρευνα στο διαμέρισμα του, στη Λευκωσία, απ΄ όπου παραλήφθησαν διάφορα τεκμήρια μεταξύ των οποίων νιψομαντιλιές, ττόροι και σεντόνια. Σύμφωνα με τον Μ.14, Γενετιστή Μ. Καριόλου, στα τεκμήρια αυτά εντοπίστηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του θύματος. Η Κατηγορούσα Αρχή πρόσφερε επίσης αναλυτική μαρτυρία γύρω από τις διακινήσεις του κατηγορούμενου ενώ αυτός τελούσε υπό κράτηση, την ταυτότητα των προσώπων που λάμβαναν μέρος στις διακινήσεις αυτές και τους λόγους που τις καθιστούσαν αναγκαίες. Ήταν επίσης κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας όλων των εμπλεκομένων αστυνομικών οργάνων ότι η συμπεριφορά τους απέναντι στον κατηγορούμενο σε όλα τα στάδια της κράτησης του, συμπεριλαμβανομένων και των ανακρίσεων, ήταν άψογη. Ουδέποτε άσκησαν οποιαδήποτε βία εναντίον του, ούτε τον απείλησαν με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε τον εκφόβισαν και ούτε του έδωσαν καμία υπόσχεση, οποιασδήποτε μορφής. Προς τεκμηρίωση της θέσης των αστυνομικών ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε κακοποιήθηκε παρουσιάστηκε η μαρτυρία δύο ιατροδικαστών. Των Σ. Σοφοκλέους (Μ.1) και Π. Σταυριανού (Μ.12). Ο Σοφοκλέους εξέτασε τον κατηγορούμενο σε δύο περιπτώσεις. Στις 23.8.06 και στις 5.9.
  7. Κατά την πρώτη εξέταση διαπίστωσε μικροεκδορές στην ωμοπλατιαία χώρα, στα χέρια και στη δεξιά κνήμη. Ήταν τραύματα που έφεραν εφελκίδες και τα οποία δεν ήταν πρόσφατα, δεδομένου ότι η εφελκίδα χρειάζεται πέραν των 24 ωρών για να δημιουργηθεί. Η εξέταση της 5.9.06 έλαβε χώρα αργά το απόγευμα στο ΤΑΕ Αρχηγείου και ήταν αποτέλεσμα γραπτού παραπόνου που εξέφρασε ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου (Τεκμήριο Ω9), το οποίο στάληκε και παραλήφθηκε την ίδια ημερομηνία. Σύμφωνα με το παράπονο αυτό ο κατηγορούμενος "είχε κακοποιηθεί και βασανιστεί βάναυσα από τα Αστυνομικά όργανα κατά τη διάρκεια της κράτησης του". Ο ιατροδικαστής ανέφερε στον κατηγορούμενο το σχετικό παράπονο του δικηγόρου του και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν είχε μιλήσει σχετικά με το δικηγόρο του, ούτε και είχε κακοποιηθεί από την Αστυνομία. Ο ιατροδικαστής, μετά από τη λήψη σχετικής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο Ω2), προχώρησε σε ενδελεχή και εξειδικευμένη εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο κακοποιήθηκε ή όχι. Ως αποτέλεσμα κατάληξε ότι ο κατηγορούμενος "δεν φαινόταν με τίποτα κακοποιημένος". Εντόπισε μόνο μικροεκδορές στο στήθος του, συνολικής διάστασης 3 Χ 1 εκατοστών, τις οποίες δεν απέδωσε σε κακοποίηση. Παρά την κατάληξη του ρώτησε σχετικά με τις εκδορές αυτές τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι προήλθαν από πάλη μεταξύ του και ενός συγκρατούμενου του στα κελιά Παραλιμνίου. Αναφερόμενος στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την εξέταση την χαρακτήρισε ως φυσιολογική. Δεν έδειχνε κακοποιημένος, ούτε να έχει κάποιο πρόβλημα. Πρόσθεσε επίσης ότι η εξέταση λάμβανε χώρα στην παρουσία αστυνομικών, οι οποίοι απλώς παρακολουθούσαν και δεν τον εμπόδιζαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ένας από αυτούς λάμβανε φωτογραφίες του κατηγορούμενου μετά από οδηγίες και σχετικές υποδείξεις του ιατροδικαστή. Οι φωτογραφίες αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Ω
  8. Ο ιατροδικαστής Σταυριανός εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 12.9.06, ενεργώντας κατόπιν οδηγιών που έλαβε από το δικηγόρο του μερικές μέρες προηγουμένως. Η καθυστέρηση στην εξέταση οφειλόταν αφενός σε φόρτο εργασίας του ιατροδικαστή και αφετέρου σε ζήτημα που προέκυψε σχετικά με την αμοιβή του. Η εξέταση έλαβε χώρα στον Αστυνομικό Σταθμό της Αγίας Νάπας και παρόντες σ΄ αυτήν ήταν ο Οικονόμου και ένας φωτογράφος της Αστυνομίας (Μ.2), ο οποίος και λάμβανε φωτογραφίες (Τεκμήριο Ω6) καθ΄ υπόδειξη του ιατροδικαστή. Ο ιατροδικαστής προχώρησε στην εξέταση αφού έλαβε τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο Ω5). Το μόνο που εντόπισε στο σώμα του ήταν μία παλιά ουλή, η οποία δεν είχε καμία σχέση με τα γεγονότα και κάποια σημάδια στους καρπούς των χεριών του. Τα σημάδια αυτά ο κατηγορούμενος τα απέδωσε στις χειροπέδες που φορούσε και ο ιατροδικαστής συμφώνησε ότι συνάδουν μ΄ αυτήν την εκδοχή. Δεν εντόπισε οτιδήποτε που να συνάδει με ισχυρισμό για κακοποίηση, ούτε του παραπονέθηκε σχετικά ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας, έδωσε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή απ΄ αυτή των μαρτύρων κατηγορίας. Ήταν η βασική του θέση ότι οι μάρτυρες αυτοί ψεύδονται και ότι κακοποιήθηκε με διάφορους τρόπους και κατ΄ επανάληψη από αστυνομικά όργανα ενώ βρισκόταν υπό κράτηση. Πρόσθεσε ακόμα ότι βρισκόταν συνεχώς κάτω από απειλές και ότι οι ανακριτές, συμπεριλαμβανομένου του Μιαμηλιώτη, του έδιναν υποσχέσεις για ευνοϊκή μεταχείριση του αν παραδεχόταν ή εάν έδινε κατάθεση εναντίον του Βούλγαρου συνάδελφου του. Μεγάλο μέρος της κατάθεσης του περιστράφηκε γύρω από τις σχέσεις του με τον Μιαμηλιώτη και τις συνθήκες γνωριμίας τους. Τις απέδωσε στη λιποταξία του από τον Τουρκικό στρατό και στην προσέγγιση του Μιαμηλιώτη που ακολούθησε. Του ζήτησε - και ο κατηγορούμενος δέχθηκε - να προβαίνει σε πράξεις κατασκοπίας στα κατεχόμενα, προς όφελος της Υπηρεσίας στην οποία εργαζόταν ο Μιαμηλιώτης. Η μεταξύ τους σχέση ήταν στενή, αλλά, πάντα σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτό που τους ένωνε ήταν "τα λεφτά" και "οι δουλειές" που έκαναν μαζί. Κατέθεσε περαιτέρω ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στον Μιαμηλιώτη, ότι αυτός ήταν εναντίον του και ότι τον "πούλησε". Αναφερόμενος στις υποσχέσεις που πήρε, κατέθεσε ότι τόσο ο Μιαμηλιώτης όσο και ο Παπουτές του είπαν κατά την πρώτη συνάντηση τους "να παραδεχτώ και θα με φκάλουν πελλό για να μεν πάω φυλακή". Του υποσχέθηκαν περαιτέρω διάφοροι ανακριτές ότι θα τον άφηναν ελεύθερο, λέγοντας του "αν δεν είσαι εσύ και είναι ο Βούλγαρος, δώσε μας μία κατάθεση ότι είναι ο Βούλγαρος". Περιέγραψε με λεπτομέρεια ισχυριζόμενο βάναυσο ξυλοδαρμό του από αστυνομικά όργανα που έθεσε να είχε λάβει χώρα το βράδυ της 4.9.06 και προτού υπογράψει τα Τεκμήρια Ω και Ω
  9. Ανέφερε ότι οι αστυνομικοί αφού του φόρεσαν μάλλινη κουκούλα και χειροπέδες τον μετέφεραν από τα κελιά της Αγίας Νάπας σε ερημική περιοχή και εκεί τον γρονθοκόπησαν και τον κλώτσησαν κατ΄ επανάληψη σε διάφορα μέρη του σώματος του, τον απείλησαν και πυροβόλησαν επανειλημμένα στον αέρα για εκφοβισμό του. Ο άγριος ξυλοδαρμός που περιέγραψε ξεκίνησε από τη στιγμή που τον έβαλαν σε αυτοκίνητο να τον μεταφέρουν στην ερημική περιοχή και εντάθηκε όταν τον κατέβασαν από το αυτοκίνητο στην περιοχή αυτή. Πέραν των κτυπημάτων του χορήγησαν ένεση στα οπίσθια και του έκαναν spray στα γεννητικά του όργανα. Ως αποτέλεσμα είχε τρομερούς πόνους. Τον πίεζαν μ΄ αυτόν τον τρόπο να υπογράψει αυτά που του έλεγαν. Κάποιος από τους βασανιστές του φώναζε "όλα τέλειωσαν. Θα παραδεχτείς, αλλιώς θα πεθάνεις" και "θα υπογράψεις ή θα σε κάτσουμε πάνω στο παλλούτζι" Κάποια στιγμή του έβαλαν πιστόλι στο λαιμό και κάποιος είπε "θα υπογράψεις και όλα θα τελειώσουν. Σου υπόσχομαι θα σε καλοκρατούμε απ΄ εδώ και πέρα και θα φας λιγότερη φυλακή". Μετά τον ξυλοδαρμό αυτό τον μετέφεραν ξανά στο κελί στην Αγία Νάπα. Λίγο αργότερα ήρθαν αστυνομικοί και του φώναξαν να προχωρήσει προς την πόρτα του κελιού. Τους ανέφερε ότι δεν μπορούσε να σηκωστεί από το κρεβάτι γιατί πονούσε και ήταν μουδιασμένα τα πόδια του. Οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα και του είπαν να σηκωστεί να πάει για ανάκριση. Τότε ο κατηγορούμενος άλλαξε τα ρούχα του, που ήταν λερωμένα και ματωμένα, και φόρεσε άλλα που είχε μαζί του. Τον μετέφεραν σε ένα δωμάτιο στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Εκεί βρισκόντουσαν οι Κρόκος, Παναγιώτου, Οικονόμου, Σωτηρίου, Μιαμηλιώτης και ακόμα 10 αστυνομικοί. Μόλις κάθισε ο Σωτηρίου του είπε "θα υπογράψεις ρε πουστοπεζέβεγκε" και ταυτόχρονα του έδωσε μία κλωτσιά στο στήθος. Ο Παναγιώτου κρατώντας ένα περίστροφο του είπε "θα υπογράψεις ή θα πάεις πίσω εκεί που ήρθες και αυτήν τη φορά θα πεθάνεις." Ο κατηγορούμενος φοβήθηκε και υπέγραψε ένα κείμενο, το οποίο ήταν ήδη έτοιμο. Έγραψε επίσης κάτι σε ένα κενό σημείο του κειμένου που του υπέδειξε ο Σωτηρίου. Δεν διάβασε τι υπέγραψε. Όπου του έδειχνε ο Σωτηρίου υπέγραφε. Ακολούθως με τη συνοδεία αστυνομικών μεταφέρθηκε σε τοποθεσία εκτός Λάρνακας, όπου ο Κρόκος του ζήτησε να δείξει σε κάποιο σημείο που του υπεδείκνυε. Ο κατηγορούμενος αρχικά έδειξε αλλού, αλλά αστυνομικός, με τον οποίο ήταν δεμένα τα χέρια τους, του τράβηξε το χέρι και τον ανάγκασε να δείξει εκεί όπου του είχε υποδείξει ο Κρόκος. Αμέσως μετά του ανέφεραν ότι στο σημείο αυτό βρισκόταν "η φίλη σου". Ο ίδιος δεν ήξερε ότι υπάρχει πτώμα εκεί. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνομιλία με συγκρατούμενο του μέσω της οποίας παραδέχθηκε έμμεσα ότι διέπραξε το έγκλημα. Επέμενε περαιτέρω ότι παραπονέθηκε στο δικηγόρο του για κακοποίηση και πως ανέφερε και στον Οικονόμου ότι πονούσε τη μέση του. Ο τελευταίος του είπε "είσαι λόκατζης αντέχεις". Πρόσθεσε ότι στους ιατροδικαστές δεν ανέφερε ότι κακοποιήθηκε και δεν τους έκανε σχετικό παράπονο, καθότι φοβόταν την αντίδραση αστυνομικών από τους οποίους είχε απειληθεί. Συγκεκριμένα στις 5.9.06 κάποιος Υπαστυνόμος Πέττης και στις 12.9.06 ο Οικονόμου, τον απείλησαν ότι αν πει οτιδήποτε θα σκηνοθετούσαν απόδραση του και θα τον σκότωναν. Συμπλήρωσε μάλιστα ο κατηγορούμενος ότι ρώτησε τον Πέττη πως θα δικαιολογούσε τα σημάδια που είχε πάνω του και αυτός του απάντησε. "εγώ θα το κανονίσω". Η εξέταση του ιατροδικαστή Σοφοκλέους ήταν, πάντα κατά τον κατηγορούμενο, στιγμιαία. Όταν δε είδε τις εκδορές που είχε στο στήθος τον ρώτησε από πού προήλθαν και αυτός του είπε "κάμνω boxing μέσα στο κελί". Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι ο Μιαμηλιώτης όχι μόνο ήταν εναντίον του στην εξεταζόμενη υπόθεση, αλλά και του "έσκαψε τον λάκκο". Τον απειλούσε συνέχεια, γεγονός που, όπως το έθεσε ο κατηγορούμενος, "φαίνεται που 300 μίλια". Πρόσθεσε περαιτέρω ότι του υποσχέθηκε ότι αν παραδεχθεί θα "σε φκάλουμε πελλό να μην πάεις φυλακή". Κατέληξε σχετικά καταθέτοντας ότι ο Μιαμηλιώτης μαζί με το ΤΑΕ Αμμοχώστου "έστησαν" την εναντίον του υπόθεση, αφού αρνήθηκε προτροπή τους να ενοχοποιήσει κάποιο άλλο υποπτο, τον Βούλγαρο. Εξειδικεύοντας τη βασική υπόσχεση που, κατά τη θέση του, του έδωσε ο Μιαμηλιώτης, κατέθεσε ότι του είπε "ή είσαι εσύ ή είναι ο Βούλγαρος, όμως επειδή σε γνωρίζω δεν είσαι εσύ γι΄ αυτό δώσε μας μία κατάθεση για τον Βούλγαρο να απελευθερωθείς". Αρνήθηκε περαιτέρω ότι μίλησε με οποιοδήποτε συγκρατούμενο του σχετικά με τους λόγους κράτησης του, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν γνώριζε καν ποια κοπέλα είχε εξαφανιστεί μέχρι τη στιγμή που του υποδείχθηκε η φωτογραφία του θύματος. Η άγνοια του οφειλόταν στο ότι, όπως είπε, γνώριζε το θύμα με το όνομα "Άννα" και όχι "Jana". Έθεσε ότι για πρώτη φορά είδε τη φωτογραφία του θύματος μετά τις 4.9.
  10. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερή η θέση του ως προς τους βασικούς του ισχυρισμούς περί κακοποίησης του, προσθέτοντας ότι το βράδυ της 4.9.06 δέχθηκε πάρα πολλά κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλής του. Διευκρίνισε δε ότι λόγω των κτυπημάτων έφερε σημάδια στην πλάτη, στον ώμο, στο αριστερό μάτι και είχε αίμα στο κεφάλι και στην πλάτη. Επέμενε επίσης ότι οι συνθήκες λήψης της επίδικης κατάθεσης ήταν όπως τις είχε θέσει κατά την κυρίως εξέταση του. Ως προς τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά το χρόνο λήψης της, ενώ αρχικά ανέφερε ότι μεταξύ άλλων ήταν και οι Κρόκος και Μιαμηλιώτης στη συνέχεια διευκρίνισε ότι τα δύο αυτά πρόσωπα δεν ήταν παρόντα. Εξήγησε ότι υπέγραψε χρησιμοποιώντας ολόκληρο το όνομα του και όχι μονογράφοντας, καθότι βρισκόταν υπό πίεση και κατέφυγε σ΄ αυτόν τον τρόπο υπογραφής για να αποφύγει να υπογράψει όπως υπογράφει συνήθως, δηλαδή με μονογραφή. Το απέδωσε σε "πονηριά" του, επειδή υπέγραφε κάτι παρά τη θέληση του. Επέμενε περαιτέρω ότι ο λόγος που δεν έκανε σε κανένα παράπονο για κακοποίηση του, συμπεριλαμβανομένων των ιατροδικαστών και του Δικαστηρίου όταν παρουσιαζόταν για σκοπούς ανανέωσης της κράτησης του, ήταν διότι βρισκόταν κάτω από συνεχείς απειλές της Αστυνομίας καθ΄ όλη τη διάρκεια της κράτησης του στους Αστυνομικούς Σταθμούς Παραλιμνίου και Αγίας Νάπας. Συμπλήρωσε ότι όταν ο Υπαστυνόμος Πέττης του είπε, απειλώντας τον, να μην αναφέρει οτιδήποτε στον ιατροδικαστή Σοφοκλέους, αυτός (ο κατηγορούμενος) του είπε "είμαι γεμάτος σημάδια πώς θα τα κρύψουμε;". Πρόσθεσε δε ότι όντως ο Σοφοκλέους τον ρώτησε από πού προήλθαν οι εκδορές στο στήθος του και ο ίδιος αναφέρθηκε σε πυγμαχία του (boxing) με συγκρατούμενο του. Ως προς τα ισχυριζόμενα παράπονα για κακοποίηση του στον τότε δικηγόρο του, διευκρίνισε ότι τα έκανε προτού δώσει την κατάθεση, Τεκμήρια Ω και Ω
  11. Δέχθηκε, τέλος, ότι καταλαβαίνει και μιλά Ελληνικά, αλλά όχι πολύ καλά. Πρόσθεσε ότι μόνο Τούρκικα διαβάζει και γράφει. Ο κ. Στεφάνου αγορεύοντας και αφού αναφέρθηκε στα πλαίσια της ένστασης που οδήγησε στην παρούσα διαδικασία, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και στις νομικές αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί στην ολότητα της τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και να απορρίψει ως αναξιόπιστες και αντιφατικές της περί αντιθέτου θέσεις της υπεράσπισης. Εισηγήθηκε ότι με βάση τη μαρτυρία που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η επίδικη κατάθεση ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου. Πρόσθεσε επίσης ότι το σύνολο των περιστάσεων καταδεικνύει ότι η κατάθεση είναι θεληματική και λήφθηκε νομότυπα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν, βεβαίως, η θέση του κ. Κατρή, ο οποίος αγόρευσε εκ μέρους της υπεράσπισης. Εισηγήθηκε ότι τα πραγματικά γεγονότα αντικατοπτρίζονται μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία κάλεσε το Δικαστήριο και να αποδεχθεί, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ως προκατασκευασμένη την όλη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι συνάδουν με την εκδοχή του κατηγορούμενου και δεν είναι τυχαία τα γεγονότα της μεταφοράς του, την 4.9.06, από τον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου σ΄ αυτόν της Αγίας Νάπας και η λήψη της επίδικης κατάθεσης αργά το βράδυ της ίδιας μέρας. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε μία ομολογία και το αυτόβουλο της κρίνονται πάντοτε υπό το φως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε υπόθεσης. Στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται το αληθές της κατάθεσης, αλλά το κατά πόσο θα γίνει αυτή αποδεκτή. Προτού επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ως στοιχείο μαρτυρίας, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι αυτή ήταν θεληματική. Με την έννοια βεβαίως ότι είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και ότι αυτή δεν φέρει το μίασμα του φόβου για δυσμενείς επιπτώσεις ή της ελπίδας για όφελος, που προκλήθηκε ή χορηγήθηκε από πρόσωπο εξουσίας. Ούτε ότι είναι αποτέλεσμα καταπίεσης, μεταχείρισης δηλαδή η οποία να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα να υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του κατηγορούμενου. Το τελευταίο βεβαίως περιλαμβάνει, κατά μείζονα λόγο, και την κακοποίηση. Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, στο ίδιο πάλιν βαθμό, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους δικαστικούς κανόνες. Αναφορικά με την τελευταία αυτή πτυχή το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία δεν επέδρασε όμως επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση (Imbrahim v. R. [1914] A.C.599, 609, Psaras a.o. v. R. [1987] 2 CLR 132). Στην υπόθεση Fournides ν. R.
(1986)2 ΑΑΔ, 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην πιο πάνω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανών ύποπτων συνθηκών λήψης μιας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Εκτός από τη θεληματικότητα εξετάζονται οι γενικότερες περιστάσεις που ενδεχόμενα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου (Petri ν. The Police [1968] 2 ΑΑΔ, 40). Ακόμα και αν μία κατάθεση είναι θεληματική το Δικαστήριο έχει πάντοτε τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μία ομολογία προς το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης, αν είναι της γνώμης ότι αυτή έχει ληφθεί υπό περιστάσεις ύποπτες ή τέτοιες που αφήνουν πολλά ερωτηματικά σε σχέση με την όλη διαδικασία (Ioannides ν. R. [1968] 2 ΑΑΔ 169, 185). Καταλήγοντας ως προς τη νομική πλευρά, αναφέρουμε, την επίσης γενική αρχή, ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της δίκης εντός δίκης πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικό θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα αυτής του κατηγορούμενου. Η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται βέβαια τη διατύπωση ευρήματος ή, συχνότερα, αριθμού ευρημάτων. Είναι όμως επιτακτική ανάγκη να περιορίζεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε όσο το δυνατό στενότερα όρια, δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθησαν στη δίκη εντός δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία και έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Θα διατυπώσουμε μόνο τα άκρως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν την παρούσα διαδικασία. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται από αστυνομικά όργανα. Εξετάσαμε αυτήν τη μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο όποιος ζήλος τους να παραποίησε την πραγματικότητα ή, έστω, να την επηρέασε σε βαθμό απαράδεκτο. ΄Εχουμε με μεγάλη προσοχή διεξέλθει το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι τα ουσιαστικά για το υπό κρίση θέμα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν. Αντίθετα η εκδοχή του κατηγορούμενου, σε όλες τις σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα πτυχές της, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου δόθηκε κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Γιώργος Οικονόμου και οι υπόλοιποι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι εύρημα μας ότι κανένας εκφοβισμός ή απειλή, ή καταπίεση, ή υπόσχεση, ή άσκηση οποιασδήποτε μορφής σωματικής ή ψυχολογικής βίας εμφιλοχώρησαν σε κανένα στάδιο πριν τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Η όλη συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων απέναντι στον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και οι όλες συνθήκες που οδήγησαν στη λήψη της κατάθεσης ήταν αψεγάδιαστες. Τέτοιες που δεν επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό τη θεληματικότητα της. Τα όσα αναφέρονται σ΄ αυτήν δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του κατηγορούμενου και αποτέλεσμα των διεργασιών της δικής του συνείδησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ της σύλληψης του και της αποτύπωσης τους στη γραπτή κατάθεση του. Πιο συγκεκριμένα στην κατάληξη αυτή οδηγήθηκε το Δικαστήριο αναλογιζόμενο και κάνοντας αποδεκτή τη σταθερή, λεπτομερή και χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις μαρτυρία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, γύρω από τις συνθήκες κράτησης και όλης αντιμετώπισης του κατηγορούμενου και της πορείας λήψης της κατάθεσης του. Το σύνολο της μαρτυρίας αυτής όχι μόνο καλύπτεται από συνοχή και φυσικότητα, αλλά και επιβεβαιώνεται περαιτέρω, σε σημαντικά σημεία της, από άλλη μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης μαρτυρίας ανεξάρτητων μαρτύρων. Θα επεξηγήσουμε την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου αφού παρεμβάλουμε πρώτα τα εξής: Είναι γεγονός ότι το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας διευρύνθηκε και κάλυψε λόγους άλλους πέραν των όσων έθεσαν οι συνήγοροι του κατηγορούμενου στο στάδιο της εξειδίκευσης και οριοθέτησης των λόγων ένστασης. Μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε επεκτάθηκαν τα πλαίσια της διαδικασίας στο νομότυπο και στις συνθήκες λήψης της επίδικης κατάθεσης. Διαφάνηκε στην πορεία της διαδικασίας ότι ενώ δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος τις υπογραφές του στην κατάθεση, ισχυρισμός του είναι ότι αυτές τέθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες και σε κείμενο που έγραψαν οι αστυνομικοί, του οποίου ο ίδιος δεν γνώριζε το περιεχόμενο. Μια αναφορά που βρίσκεται σε ουσιαστική διάσταση με ό,τι καλύπτουν οι λόγοι ένστασης που οδήγησαν στην ενεργοποίηση αυτής της διαδικασίας. Έχοντας κατά νουν τη γενική θέση της υπεράσπισης για ύπαρξη υπόπτων συνθηκών, αλλά και το γεγονός ότι και η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή προσέφερε μαρτυρία που κάλυπτε όλες τις πιο πάνω πτυχές, θα εξετάσουμε το σύνολο των τελικών εισηγήσεων της υπεράσπισης. Προσθέτουμε απλώς ότι η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης επιβάλλεται ακόμη και στις περιπτώσεις που κατηγορούμενος αρνείται ότι προέβη στην αναφορά των όσων αναφέρονται σε γραπτή κατάθεση, αποδέχεται όμως ότι το κείμενο φέρει τις δικές του υπογραφές. (Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α., Νομικό Ερώτημα 308,
(1996)2 ΑΑΔ, 126, 140-141). Επανερχόμαστε στην τεκμηρίωση της κατάληξης του Δικαστηρίου για αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αναλύοντας, πρώτα, τον ακρογωνιαίο λίθο επί του οποίου εδράζεται ουσιαστικά η ένσταση της υπεράσπισης. Τη θέση της δηλαδή περί βάναυσης κακοποίησης του κατηγορούμενου, αποτέλεσμα της οποίας, πάντα κατά την υπεράσπιση, ήταν η διάβρωση της ελεύθερης βούλησης του και η υπογραφή των Τεκμηρίων Ω και Ω
  1. Εξειδικεύοντας η υπεράσπιση το λόγο ένστασης που καλύπτεται από την, τεθείσα, κακοποίηση του κατηγορούμενου, ξεκάθαρα διευκρίνισε ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις κατέστη θύμα βάναυσης, σχεδόν πανομοιότυπης, σωματικής βίας. Προσδιορίζεται ως χρόνος το βράδυ της 4.9.06 και δύο-τρεις μέρες προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι μόνο μία φορά, το βράδυ της 4.9.06, κακοποιήθηκε σε ερημική περιοχή και υπό τις συνθήκες που καλύπτουν τα πλαίσια της ένστασης. Η διάσταση μεταξύ των δύο αναφορών είναι πασίδηλη. Αφορά δε ένα σημαντικό, ακραίας μορφής, γεγονός, στο οποίο θα ήταν αναμενόμενο να υπήρχε ταυτόσημη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω όμως δεν είναι ο ουσιαστικός λόγος απόρριψης του ισχυρισμού του κατηγορούμενου για κακοποίηση του. Περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τις συνθήκες μεταφοράς του σε ερημική περιοχή το βράδυ της 4.9.06 και, ακόμη πιο παραστατικά, τον άγριο ξυλοδαρμό, που, κατά τον ίδιο, υπέστη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεχόταν ανηλεή κτυπήματα σε όλο του το σώμα, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλής. Κτυπήματα που του προκάλεσαν τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος. Αιμορραγούσε δε σε σημείο που λέρωσε και την μπλούζα που φορούσε. Ήταν τόσο φανερά τα σημάδια της κακοποίησης του, που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος - πάντα κατά τη θέση του - διερωτάτο απευθυνόμενος προς τον Υπαστυνόμο Πέττη την επομένη πώς θα τα απέκρυβε από τον Ιατροδικαστή Σοφοκλέους. Η ιατροδικαστική όμως εξέταση της 5.9.06 εκθεμελιώνει τους περί κακοποίησης ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Η εξέταση αυτή έλαβε χώρα λίγες μόνο ώρες μετά τον υποτιθέμενο βάναυσο βασανισμό και αμέσως μετά από παράπονο του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Σκοπό είχε τον εντοπισμό στοιχείων κακοποίησης. Αφορούσε δηλαδή εξειδικευμένη εξέταση. Διαπιστώθηκε ως αποτέλεσμα της ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ήταν εντελώς αβάσιμοι. Η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του Σοφοκλέους, παρουσιάζοντας τον ως συνεργάτη της Αστυνομίας και συμμέτοχο στις παράνομες ενέργειες της. Δεν είναι μόνο η ίδια η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ο Ιατροδικαστής Σοφοκλέους που καταρρίπτει τις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης. Είναι, περαιτέρω, τα ίδια τα γεγονότα που συνδέονται με την εξέταση, αλλά και συγκεκριμένες αναφορές του κατηγορούμενου. Επεξηγούμε: παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι ο κατηγορούμενος, κατόπιν οδηγιών του Ιατροδικαστή, φωτογραφήθηκε κατά την πορεία εξέτασης του. Οι φωτογραφίες του κατατέθηκαν ενώπιον μας ως Τεκμήριο Ω
  2. Δεν δείχνουν κανένα σημάδι κακοποίησης του. Παρέμεινε δε μετέωρος ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο τρόπος λήψης των φωτογραφιών είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη των κτυπημάτων. Φωτογραφίες αποτυπώνουν με κάθε λεπτομέρεια και την παραμικρή πτυχή του κορμιού του κατηγορουμένου. Πέραν τούτου σ΄ αυτές φαίνονται οι μικρές εκδορές που είχε στο στήθος του. Ως εκ τούτου και φυσικό και αναμενόμενο θα ήταν να έδειχναν και οποιαδήποτε άλλα σημάδια που αυτός θα έφερε. Σημάδια κακοποίησης με τα οποία, κατά τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ήταν "γεμάτο" το σώμα του. Όπως προαναφέραμε ακόμα και συγκεκριμένες αναφορές του κατηγορούμενου αντιστρατεύονται τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί ύποπτης συνεργασίας του Ιατροδικαστή Σοφοκλέους με την Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι ο Υπαστυνόμος Πέττης τον απειλούσε να μην παραπονεθεί στον Ιατροδικαστή για κακοποίηση. Μάλιστα, όπως ήδη εκθέσαμε, ο κατηγορούμενος διερωτάτο πως θα απέκρυβε τα σημάδια του. Γεννάται το, φυσιολογικό, ερώτημα: εάν ο Ιατροδικαστής ήταν συνεργάτης της Αστυνομίας στην παρανομία, τότε γιατί να απειλεί - πάντα κατά τον κατηγορούμενο - ο Πέττης; Ακόμη μία αναφορά του κατηγορούμενου τον αυτοαναιρεί. Δέχθηκε, σε πλήρη ταύτιση με τον Σοφοκλέους, ότι ο τελευταίος, εντοπίζοντας τις εκδορές στο στήθος, τον ρώτησε από πού προήλθαν. Δεν θα είχε νόημα και λογική αυτή η κοινή αναφορά αν υπήρχαν και άλλα τραύματα και τα απέκρυβε ο Ιατροδικαστής. Για ποιο λόγο δηλαδή να ενδιαφερόταν να μάθει για το συγκεκριμένο τραύμα και όχι για τα υπόλοιπα; Είναι από μόνο του ένα περαιτέρω στοιχείο που καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και τον επαγγελματισμό με τον οποίο ενήργησε ο Σοφοκλέους. Διαπιστώνοντας δηλαδή τραύμα ενδιαφέρθηκε να ακούσει την εκδοχή του κατηγορούμενου και να εξετάσει έτσι, σφαιρικά, το όλο ζήτημα, στα πλαίσια της αυτοψίας που διενεργούσε. Το αποτέλεσμα της ιατροδικαστικής εξέτασης της 12.9.06 καταρρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου για βάναυση κακοποίηση του. Την διενήργησε ο Ιατροδικαστής Σταυριανός, ενεργώντας κατόπιν εντολών του δικηγόρου του ίδιου του κατηγορούμενου. Παρά ταύτα, κατά την αντεξέταση του, τέθηκαν υποβολές που αντιστρατεύονται τόσο τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όσο και την κοινή λογική. Συγκεκριμένα, ότι ενεργούσε καθ΄ υποβολή της Αστυνομίας και ότι δεν είναι καν Ιατροδικαστής. Παρέβλεπαν οι συνήγοροι υπεράσπισης ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ενεπλάκη στην υπόθεση μετά από παράκληση του προηγούμενου δικηγόρου του κατηγορούμενου, ακριβώς λόγω της ιδιότητας του ως Ιατροδικαστής. Επεξήγησε ο Σταυριανός γιατί καθυστέρησε να εξετάσει τον κατηγορούμενο, όπως και επεξήγησε επίσης ότι η παρέλευση κάποιων ημερών θα είχε σημασία για την αδυναμία εντοπισμού μικροτραυμάτων και μόνο. Να υπενθυμίσουμε όμως ότι τα τραύματα που έθετε ο κατηγορούμενος ότι υπέστη ήταν εκτεταμένα και κάλυπταν σχεδόν όλο του το σώμα. Αναμενόμενο λοιπόν θα ήταν να παρέμεναν, τουλάχιστον, απομεινάρια τους έστω και λίγες μέρες μετά. Παρά ταύτα τίποτε δεν κατέδειξε ούτε και η εξέταση του της 12.9.
  3. Προσθέτουμε και υιοθετούμε, προς ολοκλήρωση του ζητήματος της ανεξαρτησίας και αυτού του μάρτυρα, το αντιφατικό της θέσης του κατηγορούμενου σε σχέση με τις απειλές που δέχθηκε από τον Οικονόμου, όπως το έχουμε επεξηγήσει κατά την ανάλυση της μαρτυρίας του Ιατροδικαστή Σοφοκλέους. Ένα άλλο στοιχείο που συνδέεται με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις και καταρρίπτει τις θέσεις του κατηγορούμενου περί κακοποίησης του είναι το παραδεκτό γεγονός ότι ουδέποτε παραπονέθηκε στους ιατροδικαστές σχετικά. Αντίθετα ανέφερε και στους δύο ότι δεν είχε κανένα παράπονο και ότι δεν κακοποιήθηκε. Περαιτέρω ένιωθε ενοχλημένος από την επανειλημμένη παρουσία των ιατροδικαστών και συναίνεσε να εξεταστεί στις 12.9.06 αφού προηγουμένως ανέφερε ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα το έπραττε. Συμπληρώνουμε τονίζοντας ότι στον Ιατροδικαστή Σταυριανό ανέφερε περαιτέρω πως όχι μόνο δεν τον κακομεταχειρίζεται η Αστυνομία, αλλά, αντιθέτως, μέλη της τον στήριζαν και ψυχολογικά. Ιδιαίτερα ο επικεφαλής των ανακρίσεων Οικονόμου, στον οποίο και αναφέρθηκε ονομαστικά. Με ουσιαστικά αποδεκτό το πιο πάνω πλαίσιο γεγονότων, η υπεράσπιση, μέσω της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, έθετε ότι η απουσία παραπόνων τόσο στους ιατροδικαστές όσο και στο Δικαστήριο, κατά τις επανειλημμένες παρουσίες του κατηγορούμενου για ανανέωση των διαταγμάτων προφυλάκισης του, οφειλόταν στο ότι αυτός δεχόταν σοβαρής μορφής απειλές από μέλη της Αστυνομίας προκειμένου να μην καταγγείλει οτιδήποτε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι ενόσω βρισκόταν στα χέρια της Αστυνομίας σε Αστυνομικούς Σταθμούς της επαρχίας Αμμοχώστου, δεν τολμούσε να πει οτιδήποτε. Ως αποσυναρτημένες με τη λογική, αφύσικες, εκ των υστέρων σκέψεις και ασύμβατες με αδιαμφισβήτητα γεγονότα, απορρίπτονται οι αιτιολογήσεις του κατηγορούμενου. Διαφεύγει της υπεράσπισης ότι ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου είχε προβεί σε γραπτή καταγγελία περί βάναυσης κακοποίησης από τις 5.9.06 (Τεκμήριο Ω9). Απευθυνόταν η καταγγελία αυτή τόσο στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όσο και στον Αρχηγό Αστυνομίας. Έδωσε μάλιστα και εντολή σε ιατροδικαστή, τον Σταυριανό, να εξετάσει τον κατηγορούμενο σχετικά. Συνεπώς είναι αφύσικο και παράλογο να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι κινδύνευε εάν αποκάλυπτε οτιδήποτε, δεδομένου ότι ήδη γραπτή καταγγελία είχε γίνει από το δικηγόρο του και είχε διαβιβαστεί στο ανώτατο επίπεδο. Περαιτέρω η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν άβουλο ον στα χέρια της Αστυνομίας ενόσω αυτός βρισκόταν υπό κράτηση στην επαρχία Αμμοχώστου καταρρίπτεται από ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: ο κατηγορούμενος την 22.9.06 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας κατηγορήθηκε γραπτώς και δεν παραδέχθηκε τις εναντίον του κατηγορίες. Τον κατηγόρησε μάλιστα ο επικεφαλής ανακρίσεων Οικονόμου. Το πρόσωπο δηλαδή που ο κατηγορούμενος φέρει να είναι ο κύριος μοχλός πίεσης και εκφοβισμού του. Η άρνηση των κατηγοριών κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν συνάδει με τα όσα επικαλείται ο κατηγορούμενος και τα όσα αποδίδει στα αστυνομικά όργανα και δη στον Οικονόμου. Τέλος, αφύσικο είναι ο κατηγορούμενος όχι μόνο να μην κάνει κανένα παράπονο κακοποίησης του, αλλά, αντίθετα, να αναφέρει στον Ιατροδικαστή Σταυριανό ότι τα αστυνομικά όργανα και ιδίως ο Οικονόμου τον στηρίζουν ψυχολογικά. Υπό το φως των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, δεν εξηγείται λογικά γιατί αυτός να προχωρεί και στην επιπρόσθετη αυτή αναφορά, αν όντως απειλείτο από τους αστυνομικούς να μην παραπονεθεί. Θα ήταν αρκετό να μην έκανε καταγγελία και όχι να εγκωμιάζει τους φερόμενους ως βασανιστές του. Εισηγήθηκε η υπεράσπιση ότι η μεταφορά του κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας στις 4.9.06 και η λήψη της επίδικης κατάθεσης αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, είναι στοιχεία που συνάδουν με την εκδοχή της για κακοποίηση και συνιστούν, ούτως ή άλλως, ύποπτες συνθήκες λήψης της κατάθεσης αυτής. Δεν συμμεριζόμαστε αυτή την προσέγγιση. Η κατηγορούσα αρχή προσέφερε αναλυτική μαρτυρία μέσα από την οποία δίνονται πειστικές εξηγήσεις για τα διαδραματισθέντα την 4.9.
  4. Επεξηγήθηκαν λεπτομερώς τόσο οι λόγοι μεταφοράς του κατηγορούμενου από τον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας, όσο και η ανάγκη που προέκυψε για ανάκριση του την ημέρα αυτή και η διενέργεια της τις βραδινές ώρες. Συγκεκριμένα, παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η αστυνομία είχε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος θα επιχειρούσε να αποδράσει από τον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου, ο οποίος γειτνιάζει με τα κατεχόμενα. Αναντίλεκτο παραμένει επίσης πως από το σταθμό αυτό υπήρξαν προηγουμένως κρούσματα αποδράσεων. Δόθηκαν ακόμη λεπτομερή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το μοναδικό κελί στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας άδειασε στις 4.9.06, λόγω μεταφοράς ΄Αγγλου κρατούμενου στις κεντρικές φυλακές. Περαιτέρω ο αστυνομικός αυτός σταθμός στελεχώνεται από περισσότερους αστυνομικούς. Τα πιο πάνω δικαιολογούσαν τη μεταφορά του κατηγορούμενου τη συγκεκριμένη ημέρα από τον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας. Περαιτέρω κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ω 13 κατάθεση προσώπου σύμφωνα με την οποία στα κρατητήρια Παραλιμνίου ο κατηγορούμενος του εκμυστηρεύθηκε, έμμεσα, τα ξημερώματα της 28.8.06, ότι σκότωσε τη γυναίκα που είχε εξαφανιστεί. Του είπε συγκεκριμένα «Τζιαμέ που την έβαλα εν θα την έβρει κανένας». Προσέφερε επίσης μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο που έδωσε την πιο πάνω κατάθεση ήταν όντως συγκρατούμενος του κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου την 28.8.
  5. Η μαρτυρία που κατείχε στα χέρια της η αστυνομία και η οποία λήφθηκε όπως προαναφέραμε στις 4.9.06, δικαιολογούσε την περαιτέρω ανάκριση του κατηγορούμενου. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι ισχυρισμός του κατηγορούμενου ήταν πως ουδέποτε μίλησε σε συγκρατούμενο του σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Επιχειρώντας να πείσει γι΄ αυτήν του τη θέση παρέπεμψε στο ότι δεν θα ήταν δυνατόν να αναφέρει οτιδήποτε εφόσον εκείνο το χρονικό διάστημα δεν γνώριζε καν ποια κοπέλα είχε εξαφανιστεί. Αξιολογώντας αυτή του την προσέγγιση - και προσπαθώντας να περιοριστούμε κατά το δυνατόν στα όσα είναι αναγκαία για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας - τονίζουμε ότι ο μάρτυρας 5, αστυφύλακας 2531 Γιάννος Ιωάννου, έδωσε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία είχε λάβει κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 24.8.06 και του είχε δείξει φωτογραφία της εξαφανισθείσας (τεκμήριο Ω 12) την οποία και επισύναψε ως τελευταία σελίδα της κατάθεσης αυτής. Πρόσθεσε δε ότι επέδειξε τη φωτογραφία «για μελλοντική αναγνώριση» και τον ρώτησε κατά πόσο είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτή την κοπέλα. Στα πιο πάνω ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Συνεπώς η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε την ταυτότητα της εξαφανισθείσας και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είχε μιλήσει με κανένα για την όλη υπόθεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Πειστικές επίσης εξηγήσεις δόθησαν από την κατηγορούσα αρχή ως προς την ώρα που έλαβε χώρα η ανάκριση και λήφθηκε η επίδικη κατάθεση. Κατέθεσαν σχετικά μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής - και δεν αμφισβητήθηκαν - ότι οι ανακριτές του ΤΑΕ Αμμοχώστου ήταν απασχολημένοι μέχρι αργά το απόγευμα με τη διερεύνηση άλλης σοβαρής υπόθεσης, για την οποία και δόθησαν λεπτομέρειες. Επέστρεψαν στα γραφεία του ΤΑΕ, αφού ξεκουράστηκαν μερικές μόνο ώρες, το βράδυ της 4.9.06 και αμέσως προχώρησαν στη μεταφορά του κατηγορούμενου από τον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας στα πιο πάνω γραφεία για ανάκριση. Το σύνολο του πιο πάνω μαρτυρικού υλικού, το οποίο έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, καταρρίπτει τους ανάλογους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και είναι αρκετό για να καταδείξει ότι τίποτα το ύποπτο δεν υπήρξε στις όλες διαδικασίες που έλαβαν χώρα κατά τους κρίσιμους χρόνους της 4.9.
  6. Διάτρητη είναι επίσης η ένσταση της υπεράσπισης ότι αστυνομικά όργανα υπόσχονταν στον κατηγορούμενο εύνοια εάν παραδεχόταν τη διάπραξη του εγκλήματος ή εάν έδινε μαρτυρία εναντίον άλλου υπόπτου. Η όλη αυτή προσέγγιση κινήθηκε έχοντας ως κεντρικό άξονα αναφοράς την εμπλοκή του Κώστα Μιαμηλιώτη. ΄Εχουμε ήδη δεχθεί ότι τα πραγματικά γεγονότα αντικατοπτρίζονται μέσα από τη σχετική μαρτυρία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής. Κρίνουμε όμως σκόπιμο να επισημάνουμε σ΄ αυτό το στάδιο την αοριστία που κάλυπτε τις αναφορές του κατηγορούμενου ως προς το είδος των υποσχέσεων που κατ΄ ισχυρισμό του δέχθηκε. Τονίζουμε επίσης ότι η μόνη, ουσιαστικά, θέση που προβάλλει μέσα από την όλη μαρτυρία του είναι ότι οδηγήθηκε στην παρά τη θέληση του υπογραφή της κατάθεσης του όχι ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε υπόσχεσης, αλλά λόγω βασανιστηρίων που υπέστη και φόβου επανάληψης τους ή θανάτωσης του. Είναι η ίδια θέση που εντοπίζεται ήδη από της ημερομηνίας αποστολής της καταγγελίας για βάναυση κακοποίηση, 5.9.06 (Τεκμήριο Ω9). Αναφέρεται συγκεκριμένα "έχει περιέλθει στην προσοχή μου ότι ο πελάτης μου έχει κακοποιηθεί και βασανιστεί βάναυσα από τα αστυνομικά όργανα κατά τη διάρκεια της κράτησης του και ως εκ τούτου προέβηκε σε απαράδεκτες παραδοχές". Παρά ταύτα και παρά το ότι δεν τέθηκε, ούτε εντοπίζεται, πως επέδρασε οποιαδήποτε τυχόν υπόσχεση στην παροχή της επίδικης κατάθεσης, καταγράφουμε ότι ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας, ανέτρεψε, ουσιαστικά, τη θέση περί παροχής υποσχέσεων εκ μέρους του Μιαμηλιώτη. Υποσχέσεων βεβαίως τέτοιας μορφής και υπό συνθήκες τέτοιες που επέδρασαν στην ελεύθερη βούληση του και οδήγησαν στην παροχή της επίδικης κατάθεσης. Κατέθεσε, με τον πιο έντονο τρόπο, ότι όχι μόνο δεν ανέμενε τίποτα από τον Μιαμηλιώτη, αλλά, αντιθέτως, δεν του είχε καμία εμπιστοσύνη. Του απέδιδε δε ρόλο προσώπου που τον ενέπλεξε στην υπόθεση, που του "την έστησε" και που τον απειλούσε. Όλα τα πιο πάνω δεν συνάδουν με ισχυρισμό ότι δόθηκαν υποσχέσεις στον κατηγορούμενο, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να οδηγηθεί στην παροχή της κατάθεσης η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Επίρρωση στην κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου δίδει και το εξής: ο Μιαμηλιώτης κατέθεσε - και δεν αντεξετάστηκε σχετικά, ούτε αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία - ότι είδε για τελευταία φορά τον κατηγορούμενο στις 28.8.
  7. Τον αποχαιρέτησε δε λέγοντάς του "Μακάρι να έχεις δίκαιο. Καλές επιτυχίες. Σε παρακαλώ μην τους πεις να μου ξανατηλεφωνήσουν". Έκτοτε δεν είχαν άλλη επαφή. Συνεπώς η οποιαδήποτε εμπλοκή του Μιαμηλιώτη είχε ήδη παύσει. Όπως είχε εξανεμιστεί και η οποιαδήποτε δυνατότητα υλοποίησης εκ μέρους του οιασδήποτε τυχόν υπόσχεσης του. Κατά συνέπεια και αυτό το στοιχείο καταδεικνύει ότι έστω και αν δόθηκε οποιαδήποτε υπόσχεση - που ήταν εύρημα μας, ως αποτέλεσμα της αποδοχής της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, ότι δεν δόθηκε - αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να επιδρούσε πλέον ως λόγος παροχής της επίδικης κατάθεσης. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει οι αρχικοί λόγοι ένστασης δεν κάλυπταν ζητήματα νομότυπου της κατάθεσης, ούτε ισχυρισμούς περί υπογραφής εκ μέρους του κατηγορούμενου έτοιμου κειμένου γεγονότων. Τα ζητήματα αυτά τέθησαν για πρώτη φορά από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και επεκτάθηκαν κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι και ως προς τα θέματα αυτά τα πραγματικά γεγονότα αντικατοπτρίζονται μέσα από τα όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Οι ανάλογες θέσεις του κατηγορούμενου είναι αντιφατικές και αναξιόπιστες. Αιτιολογούμε την προσέγγιση μας αυτή: Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι του παρουσιάστηκε από αστυνομικούς έτοιμο κείμενο το οποίο και υπόγραψε βρισκόμενος υπό το κράτος απειλών. ΄Εθεσε δε ότι επειδή έπραττε κάτι παρά τη θέληση του χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα, μια «πονηριά», όπως την χαρακτήρισε. Να υπογράψει δηλαδή αναγράφοντας ολόκληρο το όνομα του και όχι μονογράφοντας, όπως συνήθιζε να θέτει την υπογραφή του μέχρι τότε. Προχώρησε δε λέγοντας ότι οποτεδήποτε βρισκόταν πλέον υπό πίεση να υπογράψει κάτι παρά τη θέληση του, χρησιμοποιούσε αυτό το τέχνασμα. Αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα, αλλά και μαρτυρία που έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο, επιμαρτυρά το αναληθές των ισχυρισμών του. Στις 22.9.06 υπόγραψε, χρησιμοποιώντας ως υπογραφή ολόκληρο το όνομα του, την απάντηση του στο ελληνικό και τούρκικο κείμενο των γραπτών του κατηγοριών [Τεκμήρια Ω 11(α) και (β)]. Δεδομένου ότι η απάντηση του ήταν άρνηση στις κατηγορίες, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι δεν βρισκόταν κάτω από οποιαδήποτε πίεση. Συνεπώς η αναφορά του περί χρησιμοποίησης του τεχνάσματος κάτω από συνθήκες πίεσης δεν ευσταθεί. Περαιτέρω καταρρίπτεται η αναφορά του περί υπογραφής ολογράφως για πρώτη φορά στις 4.9.06, δεδομένου ότι στο Τεκμήριο Ω 12, την φωτογραφία δηλαδή του θύματος, εντοπίζεται παρόμοια υπογραφή. ΄Οπως έχουμε προαναφέρει το τεκμήριο αυτό επισυνάπτεται σε κατάθεση του που έδωσε στις 24.8.06, πολλές δηλαδή μέρες πριν από την επίδικη κατάθεση του. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος, συναισθανόμενος προφανώς την αντιφατικότητα των θέσεων του, επιχείρησε να θέσει κατά τη μαρτυρία του ότι ο Μ5 του έδειξε την πιο πάνω φωτογραφία μετά τις 4.9.
  8. Θέση η οποία δεν έχουμε αμφιβολία ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη του και δεν γίνεται αποδεχτή, καθότι, όπως προαναφέραμε, καμία αντεξέταση δεν υπέστη επί των ανάλογων ισχυρισμών του ο πιο πάνω μάρτυρας. Υπάρχουν όμως και περαιτέρω λόγοι οι οποίοι πλήττουν τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί έτοιμου κειμένου. Το τεκμήριο Ω, το ελληνικό κείμενο της κατάθεσης, μετά την προειδοποίηση φέρει την ολόγραφη υπογραφή του. Ακολουθεί, ακριβώς μετά από την υπογραφή αυτή, η παράθεση της κατάθεσης. Η υπογραφή καλύπτει πλήρως το χώρο μεταξύ προειδοποίησης και κατάθεσης και βρίσκεται σε αρμονική διάταξη με το μέρος αυτό του κειμένου. Εάν όντως είχαν βάση τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος είναι άξιο απορίας πώς οι ανακριτές γνώριζαν πόσο ακριβώς χώρο θα άφηναν ελεύθερο για υπογραφή και πώς θα υπόγραφε ολογράφως ο κατηγορούμενος, ούτως ώστε να άφηναν και ανάλογο χώρο. Αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της κατάθεσης είναι από μόνο του αρκετό για να διαψεύσει τον κατηγορούμενο. Το προσεγγίζουμε για σκοπούς και μόνο της εξέτασης του εγερθέντος θέματος του έτοιμου κειμένου και μόνο, έχοντας πάντα κατά νου ότι στην παρούσα διαδικασία δεν κρίνεται η αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης, αλλά η αποδεχτότητα της. Δίνονται μέσα στην κατάθεση λεπτομέρειες της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το πτώμα προτού ταφεί. Γίνεται αναφορά σε μαύρη νάιλον σακούλα στο κεφάλι και μαύρο κολάνι στο λαιμό. ΄Ετσι, όπως παραμένει αναντίλεκτο, εντοπίστηκε η σωρός κατά την εκταφή. Αντιλαμβανόμενη η υπεράσπιση το συντριπτικό αυτό στοιχείο έθετε ότι η αστυνομία γνώριζε για την ύπαρξη του πτώματος σε χρόνο προηγούμενο της 4.9.
  9. Πέραν του ότι στερείται λογικής αυτή η θέση, παρέμεινε και μετέωρη. ΄Οχι μόνο δεν τέθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο πώς γνώριζε αυτό το γεγονός η αστυνομία, αλλά και για να έχει βάση η εξεταζόμενη θέση της υπεράσπισης θα πρέπει να εκληφθεί ως δεδομένο ότι όχι απλώς γνώριζε πού ήταν ο τάφος, αλλά είτε έθαψε (η αστυνομία) το πτώμα στο συγκεκριμένο χώρο ή προχώρησε σε προηγούμενη εκταφή του, αυτοψία του και ξανά σε ταφή του και έτσι είχε αντίληψη της κατάστασης που βρισκόταν και έθεσε σχετικές λεπτομέρειες σε έτοιμο κείμενο κατάθεσης. Δεν δόθηκε ίχνος λογικής εξήγησης γιατί να έπραττε κάτι τέτοιο η αστυνομία. Κατά συνέπεια ως ασύμβατα με τη λογική απορρίπτονται τα σχετικά επιχειρήματα της υπεράσπισης. Το νομότυπο της λήψης της κατάθεσης επιχειρήθηκε να τρωθεί από την υπεράσπιση με αναφορές της για τη γλώσσα γραφής της και την παράλειψη των ανακριτών να πληροφορήσουν τον κατηγορούμενο ότι έχει δικαίωμα να τη γράψει ο ίδιος. Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε βάση στις πιο πάνω θέσεις. Ο Κανόνας ΙV των Δικαστικών Κανόνων διέπει τον τρόπο λήψης καταθέσεων. Σκοπός του είναι να αποφεύγεται η υπερβολική ανάμειξη της αστυνομίας και να διατηρείται το αυθεντικό, κατά το δυνατόν, του κειμένου της κατάθεσης. Όντως, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του πιο πάνω Κανόνα, θα πρέπει να ερωτάται το πρόσωπο που θέλει να δώσει κατάθεση κατά πόσο επιθυμεί να καταγράψει ο ίδιος αυτά που θέλει να πει. Αστυνομικό όργανο μπορεί να προσφερθεί να τα καταγράψει για λογαριασμό του πιο πάνω προσώπου εφόσον το πρόσωπο αυτό εκδηλώσει την επιθυμία να γραφτούν από άλλον αυτά που έχει να πει. Εφόσον εκφράσει τέτοια επιθυμία υπογράφει σχετική δήλωση. Από το ίδιο το κείμενο, Τεκμήριο Ω, διαπιστώνεται ότι η πιο πάνω διαδικασία έχει τηρηθεί. Τη σχετική δε βεβαίωση υπογράφει ο κατηγορούμενος. Ακόμη όμως και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρξε παράβαση, τότε αυτή, υπό το φως όλων των δεδομένων λήψης της κατάθεσης, θα ήταν τυπικής και μόνο μορφής, ανίκανη να οδηγήσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να απορρίψει την κατάθεση. Αυτό καθότι δεν εντοπίζουμε να ενείχε οποιαδήποτε επίπτωση, άμεσα ή έμμεσα, στο εκούσιο της κατάθεσης, το οποίο συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της. ΄Οπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας η κατάθεση και εκούσια ήταν και διαβάστηκε στον κατηγορούμενο, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί πως αντικατοπτρίζει τα όσα ήθελε να πει και μόνο. ΄Οσον αφορά τη γλώσσα είναι η κατάληξη μας ότι όχι μόνο δεν επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο ο κατηγορούμενος, αλλά, αντιθέτως, οι ανακριτές του εξασφάλισαν, σε υπέρτατο βαθμό, τα δικαιώματα του. Σειρά μαρτύρων κατέθεσαν και δεν αντεξετάστηκαν ότι καθόλον το διάστημα κράτησης του κατηγορούμενου η μεταξύ τους συνεννόηση λάμβανε χώρα στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο κατηγορούμενος χειρίζεται πολύ καλά. Παρεμβάλουμε ότι την ίδια γλώσσα χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος καταθέτοντας για ώρες ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να παρουσιάζεται οποιοδήποτε πρόβλημα. Ακόμα και κατά την παράθεση της επίδικης κατάθεσης ο κατηγορούμενος μιλούσε στα ελληνικά. Παρά ταύτα έγινε ταυτόχρονη καταγραφή των όσων ανέφερε τόσο στην ελληνική όσο και στην τούρκικη γλώσσα (τεκμήρια Ω και Ω1). Και τα δύο κείμενα του διαβάστηκαν και ακολούθως, ως ορθά, τα υπέγραψε. Ο ίδιος μάλιστα, γνωρίζοντας να γράφει μόνο τούρκικα, κατέγραψε τη σχετική διαβεβαίωση στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου Ω
  10. Το σύνολο των πιο πάνω δεν αφήνει κανένα περιθώριο επίκλησης οποιασδήποτε παρατυπίας ή επηρεασμού του κατηγορούμενου συνεπεία γλώσσας. Η αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής και η απόρριψη των σχετικών θέσεων του κατηγορούμενου έχει ήδη σφραγίσει και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση και με τους λόγους ένστασης. Τόσο όπως αυτοί εξειδικεύτηκαν από τους συνήγορους υπεράσπισης στο αρχικό στάδιο - και οι οποίοι κινήθηκαν γύρω από ισχυριζόμενες απειλές, άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας και παροχής υποσχέσεων - όσο και σχετικά με το νομότυπο και τις όλες περιστάσεις λήψης της επίδικης κατάθεσης, στοιχεία που τέθηκαν στην πορεία της δίκης εντός δίκης. Απλά συμπληρώνουμε ότι με γνώμονα τη φύση της παρούσας διαδικασίας περιοριστήκαμε στα άκρως απαραίτητα και αποφύγαμε να επεκταθούμε αναλυτικά σε διάφορες λεπτομέρειες αντιφατικής τοποθέτησης του κατηγορούμενου που θα μπορούσαμε να επισημάνουμε. Κατ΄ ακολουθία ούτε και θα σχολιάσουμε θέσεις του κατηγορούμενου που τέθηκαν πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του, όπως για παράδειγμα ισχυριζόμενες αναφορές αστυνομικών οργάνων, επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε κανένας προηγούμενος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής. Έχοντας υπόψη μας το σύνολο των πιο πάνω δεν διατηρούμε καμιά αμφιβολία ότι δεν υπήρξαν συνθήκες άσκησης οποιασδήποτε μορφής βίας ή καταπίεσης ή απειλών ή εκφοβισμού ή παροχής υποσχέσεων ή, γενικότερα, ύποπτες συνθήκες ή περιστάσεις, στη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος με το οποίο βαρύνεται, να αποδείξει δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική και λήφθηκε νομότυπα. Ως εκ τούτου η επίδικη κατάθεση μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία και η σχετική ένσταση για τη δεκτότητα της απορρίπτεται. (Υπ.) .................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.