Αστυνομία ν. Σωφρόνιος Μαλέκος, Αρ. Υποθέσεως: 17121/06, 20.04.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 17121/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Σωφρόνιος Μαλέκος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.04.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Τούτες έχουν ως ακολούθως: 1η Κατηγορία: Υπέρβαση Ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ πιστοποιητικού καταλληλότητας κατά παράβαση των Καν. 65 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ66/84 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών ο Κατηγορούμενος στις 07.02.06 στο νέο δρόμο Λευκωσίας - Λάρνακας στην Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΗ609 με ταχύτητα 163km αντί 100km που ήταν το ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας. Περαιτέρω, η αναφερόμενη οδήγηση έλαβε χώραν χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας για το εν λόγω όχημα. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Αστ. 2660 Π. Ερωτοκρίτου (ΜΚ1) και ο Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο Κατηγορούμενος, αφότου κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως. Άλλη μαρτυρία για την Υπεράσπιση δεν παρουσιάστηκε. Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε την παρουσία του στο συγκεκριμένο χώρο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, όπως ούτε το ανώτατο όριο ταχύτητας. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημά του δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ό,τι αμφισβήτησε άπτεται της αξιοπιστίας του ΜΚ1 όχι μόνο σε σχέση με την ταχύτητα που ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι τον εντόπισε να οδηγά το εν λόγω όχημα όπως και την ορθή από μέρους του ΜΚ1 χρήση του ταχυμέτρου, αλλά και διάφορα άλλα γεγονότα που ακολούθησαν της ανακοπής του Κατηγορουμένου από το ΜΚ
- Όλα τα εγειρόμενα θέματα, τόσο αναφορικά με το ΜΚ1 όσο και με το ΜΚ2 σχολιάζονται εκτενέστερα πιο κάτω. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Η παρουσίαση της μαρτυρίας τους χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, αυθορμητισμό, και επεξηγηματικότητα, ενώ δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις τόσο μεταξύ τους όσο και κατά τη μαρτυρία τους, δηλαδή από κυρίως εξέταση σε αντεξέταση. Τούτα σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο ο οποίος μου άφησε πολύ άσχημη εντύπωση. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ΜΚ1 μειδιούσε και ουσιαστικά χλεύαζε το μάρτυρα. Κάτι αντίστοιχο έπραξε και ενόσω η Κατηγορούσα Αρχή συνεννοείτο με το μάρτυρά της, δηλαδή το ΜΚ2, για την αντεξέταση του Κατηγορούμενου. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου είναι πλούσια σε αντιφάσεις και υπερβολές οι οποίες αφαίρσεσαν από τα κατ΄ ισχυρισμό αληθή γεγονότα την όποια λογική αλληλουχία, πειστικότητα και σοβαρότητα. Κατ΄ αρχάς ότι αφορά το ΜΚ2. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τον εν λόγω μάρτυρα ως πραγματογνώμονα, ειδικό για ό,τι αφορά τη λειτουργία και συντήρηση των ταχυμέτρων τύπου Laser. Αυτός είναι ο τύπος ταχυμέτρου που ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε στην προκείμενη περίπτωση. Τόσο η πείρα του μάρτυρα (εργάζεται στο Τμήμα Δ Επιστημονικής και Τεχνικής Υποστήριξης από το 1997) όσο και η εκπαίδευση της οποίας έτυχε από την κατασκευάστρια εταιρεία (τόσο το 2000 όσο και το 2005), επιτρέπουν όπως αντιμετωπιστεί ως ειδικός (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1ΑΑΔ 534). Ως εκ των πιο πάνω, τον εν λόγω μάρτυρα αποδέχομαι ως πραγματογνώμονα. Περαιτέρω, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο αλλά έχει υιοθετηθεί κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ως έρεισμα διαφόρων επιχειρημάτων. Ενόψει τόσο του αναντίλεκτου όσο και του αναμφισβήτητου τούτης, ως επίσης και της παρουσίασής της, για την οποία έχω ήδη κάνει αναφορά, την εν λόγω μαρτυρία αποδέχομαι στην ολότητά της. Ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι τη συγκεκριμένη ημέρα καθυστέρησε να φύγει από την εργασία του επειδή έβρεχε ασταμάτητα. Οι εν λόγω καιρικές συνθήκες είναι ένα από τα σημεία διαφωνίας του με το ΜΚ
- Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι επικρατούσε ηλιοφάνεια και το οδόστρωμα ήταν στεγνό. Ενόψει αυτών των καιρικών συνθηκών ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα 82km, εφόσον το πλάτος των ελαστικών που έχει στο όχημά του είναι τέτοιο που καθίσταται, ως ανάφερε, "αδύνατο και άκρως επικίνδυνο να ταξιδεύσει με πάνω από 80km σε βρεγμένο οδόστρωμα". Εν πρώτοις, σημειώνω ότι ο ΜΚ1 ουδέποτε ερωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο ποιο ήταν το μέγεθος των ελαστικών του οχήματος του τελευταίου. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παρά την αντίδρασή του για την ανακοπή του οχήματός του από το ΜΚ1, αντίδραση την οποία σχολιάζω πιο κάτω, σε κανένα σημείο δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με το μέγεθος των ελαστικών του. Ακόμη, όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε εφόσον ταχύτητα άνω των 80 χιλιομέτρων είναι επικίνδυνη γιατί εκείνος οδηγούσε με ταχύτητα 82km, ευθύς, χωρίς δεύτερη σκέψη, επαύξησε το εν λόγω επικίνδυνο όριο ταχύτητας σε ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων. Τέλος, ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Κατηγορούμενος άφησε να νοηθεί ότι ο λόγος που ήταν βέβαιος για την ταχύτητα που οδηγούσε την εν λόγω ημέρα, δηλαδή ότι ταξίδευε με 82km, ήταν το πλάτος των ελαστικών σε συνάρτηση με τις καιρικές συνθήκες, κατά την αντεξέτασή του και πάλιν διαφοροποιήθηκε και σε ερώτηση πόσες φορές κοίταξε το ταχύμετρο του αυτοκινήτου του, ανέφερε ότι "αυτό μου έχει γίνει complex να το πούμε και κοιτάζω κάθε πέντε λεπτά, κάθε στροφή, οποτεδήποτε κοιτάζω το ταχύμετρό μου γιατί γνωρίζω ότι κάποιοι αστυνομικοί έχουν βάλει ένα κίτρινο όχημα στο μάτι και όποτε το δουν στο δρόμο το καταγγέλλουν". Πρόβαλε δηλαδή ο Κατηγορούμενος ένα νέο λόγο ήτοι, συνεχιζόμενη καταδίωξη του από την αστυνομία. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι αυτό τον ισχυρισμό, όπως και τη διασύνδεση του με παράδειγμα πρόσφατης καταγγελίας που του έγινε, ο Κατηγορούμενος δεν τα υπέβαλε στο ΜΚ1, παρά μόνο ανέμενε να τα αναφέρει όταν ο ίδιος υποβαλλόταν σε αντεξέταση. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ακόμη ότι η ταχύτητα του οχήματός του ρυθμίζεται από ειδικό σύστημα και όταν ξεπεράσει την επιλεγόμενη ταχύτητα, στην προκείμενη περίπτωση τα 82km, τον ειδοποιεί ηχητικά. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε τούτο μόλις στην αντεξέταση του, δεν δίστασε να δώσει ως δικαιολογία ότι εκείνη τη στιγμή το είχε ενθυμηθεί. Κάτι ανάλογο απάντησε και όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε το περιστατικό με τους αστυνομικούς που τον παρενοχλούν, κατά την κυρίως εξέτασή του, λέγοντας ότι αναμένει να του δοθεί χρόνος μετά την αντεξέταση για να αναφέρει και άλλα. Θα ανέμενε βέβαια κανείς ότι τα τυχόν αλλότρια κίνητρα καταγγελίας του Κατηγορουμένου, είτε από το ΜΚ1, είτε από μερίδα της αστυνομίας, να αποτελούσαν την πρώτη γραμμή της κατά τα άλλα μακράς αντεξέτασης του ΜΚ1 από τον Κατηγορούμενο και όχι να προκύψουν με τέτοια επιπολαιότητα. Το ίδιο προκύπτει και για το σύστημα που ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου, ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον σύμφωνα με τον υπό κρίση ισχυρισμό το εν λόγω σύστημα μπορούσε να αποδείξει μέρος της θέσης του Κατηγορουμένου σε σχέση με την ταχύτητα του. Ανυπόστατος παραμένει και ο ισχυρισμός για τις καιρικές συνθήκες εφόσον τούτος αυτοαναιρείται από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, δηλαδή το λόγο που οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα 82km. Ποιος ήταν τελικά ο λόγος τέτοιας οδήγησης, οι καιρικές συνθήκες ή ο κατατρεγμός του Κατηγορουμένου από την αστυνομία; Τελικά τίποτα δεν επεξηγήθηκε και σε καμία από τις προαναφερόμενες θέσεις ο Κατηγορούμενος παρέμεινε συνεπής και σταθερός. Ο Κατηγορούμενος δεν περιόρισε τα παράπονά του μόνο στην ανακοπή του οχήματός του από το ΜΚ
- Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος αφούτου καταγγέλθηκε από το ΜΚ1, ακολούθησε τον τελευταίο για περίπου σαράντα πέντε λεπτά. Το εν λόγω γεγονός επιβεβαιώνει και ο ΜΚ1 ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι τούτος ήταν και ο λόγος που ενημέρωσε για τη σχετική παρακολούθηση τον υπεύθυνο του (Λοχία), ο οποίος τελικά ανέκοψε εκ νέου το όχημα του Κατηγορουμένου. Και σε αυτή την περίπτωση παράπονο του Κατηγορουμένου ήταν πως ο ΜΚ1 δεν του έλαβε γραπτή κατάθεση. Παρότι ήταν η θέση του Κατηγορουμένου πως ο ΜΚ1 προέβη σε παραδοχές ενώπιον του Λοχία, κάτι τέτοιο δεν το υπέβαλε στο ΜΚ
- Περαιτέρω, ούτε ο Λοχίας κλητεύθηκε ως μάρτυρας Υπεράσπισης. Τέλος, το παράπονο του Κατηγορουμένου εξανεμίστηκε χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και παρότι τελικά δεν του λήφθηκε κατάθεση. Επισημαίνω μάλιστα ότι ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην μεταβεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό, όπως ο ΜΚ1 του πρότεινε, για να δώσει κατάθεση παρότι ούτε ο Λοχίας ικανοποίησε την επί του προκειμένου απαίτηση του. Η απάντηση του Κατηγορουμένου για γραπτή κατάθεση δεν επηρεάζει βεβαίως την τυχόν ποινική του ευθύνη. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα παράπονα ο Κατηγορούμενος εξαπέλυσε εναντίον του ΜΚ
- Πέραν των πιο πάνω, ένεκα του τρόπου που ηγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο ο ισχυρισμός ότι δεν του λήφθηκε κατάθεση, και επειδή παρέμεινε ανυπόστατος, δεν τον αποδέχομαι. Τέλος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η ταχύτητα του οχήματος του ΜΚ1 πριν την ανακοπή ήταν υπερβολική και γι΄ αυτό το λόγο σταμάτησε το όχημα της αστυνομίας ένα χιλιόμετρο πιο μακριά από το δικό του και τελικά τον προσέγγισε με όπισθεν ταχύτητα. Οι εν λόγω αναφορές κρίνω ότι αντιφάσκουν της υπόλοιπης μαρτυρίας του. Εάν ο ΜΚ1 στάθμευσε το όχημά του ένα χιλιόμετρο μακριά από το όχημα του Κατηγορουμένου, πώς τούτο συνάδει με την εντέλει ακινητοποίηση του οχήματος από τον Κατηγορούμενο. Επί του προκειμένου, ο Κατηγορούμενος στην αντεξέταση του ανέφερε ότι: "Α. Όπως ανέφερα ήταν το όχημα του συγκεκριμένου αστυνομικού πίσω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δηλαδή εκείνη την ώρα ήταν μια στροφή μόλις φάνηκε όχημα στη στροφή σε κλάσματα δευτερολέπτου πέρασε από δίπλα μου και είχα προλάβει να δω μια φορά τα flash του οχήματός του. Ε. Και κατάλαβες ότι έπρεπε να σταματήσεις όταν έκανε αυτό το σήμα; Α. Είχε κτυπήσει και μια φορά την κόρνα όταν πέρασε από δίπλα μου και όταν με πέρασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον είδα ότι άλλαξε πήγε στην αριστερή και σταμάτησε. Ε. Και εσύ τι έκανες τότε σταμάτησες; Α. Σταμάτησα " Προκύπτει λοιπόν ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ευσταθεί, ενώ ακόμη παρουσιάζει την από μέρους του υπερβολή και αναλήθεια σε μια προσπάθεια απόδοσης στο ΜΚ1 αλλότρια κίνητρα και παράτυπες ενέργειες. Εάν το όχημα του ΜΚ1 σταμάτησε 1 χιλιόμετρο μακριά, πώς τότε ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι αφορούσε εκείνον και γιατί τελικά σταμάτησε; Τέτοια εύλογα ερωτήματα, ως αναφύονται μέσα από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, παραμένουν αναπάντητα. Τόσο ο τρόπος και ο χρόνος παρουσίασης των προαναφερομένων ισχυρισμών, όσο και η προβαλλόμενη δικαιολογία, ως προς το λόγο που δεν προβλήθηκαν ενωρίτερα, εκμηδενίζουν την όποια εγγενή αξία τούτων, αφαιρούν το απαιτούμενο υπόβαθρο πειστικότητας, ενώ ακόμη προβάλλουν την επιπολαιότητα και ασάφεια με την οποία ο Κατηγορούμενος ήγειρε τούτους. Εις επίμετρον, οι αναφορές του Κατηγορουμένου για τη στάση των διωκτικών αρχών εναντίον του, με το ύφος και το τόνο που αυτές παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, το μόνο που αποδεικνύουν είναι την από μέρους του εμπάθεια και καχυποψία εναντίον της αστυνομίας. Οι ως ανωτέρω ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου κρίνονται ανάξιοι οποιασδήποτε πειστικότητας και κατ΄ επέκταση θετικής από το Δικαστήριο αξιολόγησης. Τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, εκτός όπου δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ1, δεν την αποδέχομαι. Στα πιο πάνω θέματα απαντήσεις εντοπίζονται στην αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο μάρτυρας δεν προέβη σε υπεκφυγές ενώ αυθόρμητα παραδέχθηκε ότι δεν υπέδειξε το ταχύμετρό του στον Κατηγορούμενο εφόσον δεν υποχρεούται να πράξει τούτο. Το ίδιο φυσική ήταν και η απάντηση του ΜΚ1 για τη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ευθαρσώς παραδέχθηκε ότι δεν έλαβε κατάθεση ενώ εισηγήθηκε στον Κατηγορούμενο όπως μεταβεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό για να πράξει τούτο. Στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας και συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων διαπιστώνω ότι στις 07.02.06, στο νέο δρόμο Λευκωσίας-Λάρνακας, παρά τη Κόσιη, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ΚΕΗ609 με ταχύτητα 163km αντί 100km που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας. Ο ΜΚ1 προτού χρησιμοποιήσει το ταχύμετρο με το οποίο εντόπισε το εν λόγω όχημα να κινείται με ταχύτητα 163km, προέβη σε τρεις ελέγχους και διαπίστωσε ότι τούτο λειτουργούσε δεόντως. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ΚΕΗ609 χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο ΜΚ1 δεν υπέδειξε το ταχύμετρό του στον Κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει και παρά το ότι είναι προτιμότερο όπως το ταχύμετρο επιδεικνύεται στον κατ΄ ισχυρισμό παρανομούντα οδηγό, πρακτική η οποία επαυξάνει το κύρος της όλης διαδικασίας, παράλειψη επίδειξης τούτου δεν έχει αφεαυτού οιεσδήποτε επιπτώσεις (βλ. Πετράκη ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 455). Ως εκ των πιο πάνω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη κατηγορία. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο