ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, Αρ.Υπ.: 224/07, 20 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. Αρ.Υπ.: 224/07 ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Απριλίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Μισός Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21/6/06 ο παραπονούμενος John White κατέληξε στο Νοσοκομείο Λάρνακας μετά από δάγκωμα στο χέρι του. Για το επεισόδιο αυτό κατηγορείται ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος John White ως μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ενώ μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία έδωσε ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα και κάλεσε επίσης ως μάρτυρα υπεράσπισης τον πατέρα του Μιχάλη Πέτρου, ΜΥ
- Από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας διεφάνηκε ότι τα πλείστα γεγονότα είναι παραδεκτά από τις δύο πλευρές όπως και παραδεκτό είναι το γεγονός ότι ήταν ο κατηγορούμενος που δάγκωσε το χέρι του παραπονούμενου. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου εξ αρχής ήταν η αυτοάμυνα. Πολύ συνοπτικά ήταν η θέση του παραπονουμένου ότι στις 21/6/06 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με συνεπιβάτιδα την σύζυγο του στην λεωφ. Μακαρίου προς Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Η ταχύτητα του ήταν ελάχιστη αφού τα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινα. Ακολούθως τα φώτα τροχαίας έγιναν πράσινα και ένα μαύρο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο βρισκόταν πίσω του μπήκε ξαφνικά μπροστά του και ο ίδιος αναγκάστηκε να στρίψει για να το αποφύγει, φώναξε στον οδηγό «τι νομίζεις ότι κάνεις;», αυτός απλώς γέλασε. Ακολούθως συνέχισε μια πορεία όπου το διπλοκάμπινο τον ακολουθούσε από πολύ κοντά και κόρναρε συνεχώς και έκανε χειρονομίες με το μεσαίο του δάχτυλο. Η διαδρομή συνέχισε προς την παραλία των Φοινικούδων όπου τον προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα καθώς χειρονομούσε και γελούσε. Ο ίδιος αποφάσισε να ακολουθήσει το διπλοκάμπινο όσπου αυτό σταμάτησε σε μια πάροδο της τουρκοκυπριακής συνοικίας στην Λάρνακα, άφησε το αυτοκίνητο του με αναμμένη τη μηχανή και προσπάθησε να διαφύγει φωνάζοντας σαν τρελός. Διάφοροι άνθρωποι βγήκαν έξω από τα σπίτια τους οι οποίοι όπως κατάλαβε αργότερα ήταν συγγενείς και γείτονες του κατηγορούμενου οι οποίοι έτρεξαν προς το μέρος του και προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν. Ο κατηγορούμενος μόλις είδε τους συγγενείς του να πλησιάζουν, κατά τον παραπονούμενο, πήρε θάρρος και άρχισε να τον χτυπά. Ο ίδιος δέχθηκε ότι ήταν πολύ θυμωμένος και προσπάθησε να αμυνθεί. Οι παριστάμενοι του έλεγαν να ηρεμήσει και να απομακρυνθεί αναφέροντας του ότι ο κατηγορούμενος είναι τρελός. Σε κάποια φάση ενώ τον ίδιο κρατούσαν οι διάφοροι παριστάμενοι, βρήκε ευκαιρία ο κατηγορούμενος και του δάγκωσε το χέρι. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο στην λεωφ. Μακαρίου ήταν υπερβολικά χαμηλή, είπε ότι δεν θυμάται κατά πόσο χειρονόμησε και ο ίδιος με το μεσαίο του δάχτυλο κατά του κατηγορούμενου την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος κόρναρε λόγω ακριβώς της χαμηλής ταχύτητας με την οποία εκινείτο, δέχτηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος τελικά σταμάτησε στην περιοχή που όπως διεφάνη αργότερα ήταν το σπίτι του, ο ίδιος όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ήταν πολύ θυμωμένος, εξαγριωμένος και ήταν ο ίδιος που πήγε προς το μέρος του κατηγορουμένου ενώ ο κατηγορούμενος έτρεχε να φύγει από αυτόν, ενώ δέχτηκε ότι τα χέρια του την ώρα που τον δάγκωσε ο κατηγορούμενος μπορεί να ήταν γύρω από τον λαιμό του κατηγορουμένου για να δεχτεί αργότερα ότι κρατούσε τον κατηγορούμενο από τον λαιμό. Ο κατηγορούμενος, σημειώνω ότι πρόκειται για άτομο με κάποιες ιδιαιτερότητες όπως διεφάνηκε από τον τρόπο που έδινε την μαρτυρία του χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να μπορεί να λεχθεί ότι δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία του όρκου ή τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την συγκεκριμένη ημερομηνία τα οποία μάλιστα θυμόταν και πολύ καλά, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος κινείτο πολύ αργά στον δρόμο, του έπαιξε πουρού για να προχωρήσει γρήγορα και ο παραπονούμενος του έβαλε καβλί, ενώ όταν ξαναέπαιξε πουρού του έβαλε δύο καβλιά, ήταν πολύ θυμωμένος και τον βουρούσε από πίσω μέχρι που έφτασε στο σπίτι του στην τουρκική συνοικία και εκεί σταμάτησε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, τον έτρεχε, τον έπιασε πολύ σφικτά από τον λαιμό και του χτυπούσε το κεφάλι. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αναπνεύσει, άρχισε να ζαλίζεται γι' αυτό τον δάγκωσε. Ο κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι την δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο σπίτι του, άκουσε τον γιο του να φωνάζει, βγήκε έξω και είδε τον εγγλέζο να κρατά τον γιο του από τον λαιμό και να τον χτυπά στο κεφάλι. Άλλοι γείτονες που άκουσαν τις φωνές βγήκαν έξω και τους χώρισαν και είδε τον εγγλέζο που κρατούσε το χέρι του αιματωμένο. Ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν την μαρτυρία τους στο Δικαστήριο και βρίσκω ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο παραπονούμενος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, και κυρίως κατά την αντεξέταση του όπου δεν αρνήθηκε ούτε τη νοητική κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν οδηγούσε το αυτοκίνητο του ακολουθώντας τον κατηγορούμενο και όταν κατέβηκε από αυτό όπως και το ότι δέχτηκε ότι κρατούσε τον κατηγορούμενο από τον λαιμό όταν αυτός τον δάγκωσε. Ο κατηγορούμενος είπε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Ήταν ειλικρινής και απέδωσε το όλο επεισόδιο με τον απλοϊκό και αθώο τρόπο που το βίωσε. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτά που ανέφερε ήταν η αλήθεια. Το ίδιο ισχύει και για τον ΜΥ
- Θεωρώ επίσης ορθό να αναφέρω ότι σημασία στην παρούσα υπόθεση έχουν η σωματική διάπλαση του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος είναι ψηλός και εύσωμος άντρας σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο ο οποίος είναι ιδιαίτερα χαμηλού αναστήματος και αδύνατος. Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτήριζε κάποιος τα δύο αυτά πρόσωπα ως Δαυίδ και Γολιάθ. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο και έχει αναφερθεί σε πάμπολλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σοματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για την γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Α. Τοκκαλού, Ποιν. ΄Εφεση 6981, ημερ. 27/2/
- Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτεται η σοβαρότητα με την οποία τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τα εγκλήματα βίας. ΄Οπως έχει αναφερθεί στην παρούσα υπόθεση ουσιαστικά το μόνο θέμα που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι δηλαδή βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας. Από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω μέσα και από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτει σαφώς ότι ο παραπονούμενος ακολούθησε με το αυτοκίνητο του το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μέχρι το σπίτι του κυριευμένος από αισθήματα οργής και θυμού. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και έτρεξε ο ίδιος προς το μέρος του κατηγορούμενου ο οποίος και φοβήθηκε όταν τον είδε εξ ου και τράπηκε σε φυγή. Επίσης προκύπτει ότι ο παραπονούμενος κρατούσε τον κατηγορούμενο σφικτά από τον λαιμό. Τονίζω στο σημείο αυτό την διαφορά στην σωματική διάπλαση των δύο αντρών όπως την έχει αντιληφθεί και το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου έδωσαν μαρτυρία και οι δύο, την παραδοχή του παραπονούμενου ότι τα χέρια του βρίσκονταν γύρω από τον λαιμό του κατηγορουμένου καθώς και τον απλοϊκό τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «με κρατούσε σφικτά από τον λαιμό, έν ανάπνεα, εζαλίστηκα τζιαι εδάκκασα τον για να με ξαπολίσει». Αδιαμφισβήτητο βεβαίως είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δάγκωσε τον παραπονούμενο στο χέρι και του προξένησε αρκετή βλάβη όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες τεκμήρια 2 και
- Το θέμα της αυτοάμυνας σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από την στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην κατηγορούσα αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παραπέμπω στις υποθέσεις Miliotis v. Police
(1971)2 CLR 292, Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. 9 και στις Ποινικές Εφέσεις 7785 και 7786, Οριάνα Γιάλλουρου v. Αστυνομίας και Χριστόδουλος Γιάλλουρος v. Αστυνομίας, ημερ. 16/5/
- Στην υπόθεση Ιωάννης Δ. Μαραγκός v. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση 6459, ημερ. 21/9/98 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορουμένου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην R. v. Wheeler [1967] 3 All E. R. 829, 830 έχει σχετικά λεχθεί ότι: "Where a Judge does slip into the error or quasi-error of referring to such explanations as defences, it is particularly important that he should use language which suffice to make it clear to the jury that they are not defences in respect of which any onus rests on the accused, but are matters which the prosecution must disprove as an essential part of the prosecution case before a verdict of guilty is justified." Για το ίδιο ζήτημα μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην Lobell [1957] 1 Q.B.D. 547.» Περαιτέρω αναφέρω ότι το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθιστά συγχωρητέα την χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται. Παραπέμπω σχετικά στην Ποιν. ΄Εφεση 7417, Δήμος Πετρόπουλος v. Αστυνομίας, ημερ. 12/12/
- Με βάση τις αρχές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος όντως τελούσε σε κατάσταση αυτοάμυνας και ότι υπό τις περιστάσεις η βία που είχε χρησιμοποιήσει όντως έγινε προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού, ήταν εύλογη και σε καμία περίπτωση δυσανάλογη προς το κακό το οποίο προσπάθησε να αποτρέψει που δεν ήταν άλλο από την ίδια του την ζωή αφού ο τρόπος με τον οποίο είχε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του ο παραπονούμενος δεν του επέτρεπε να αναπνέει. Ως εκ των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αν υπάρχουν έξοδα της κατηγορούσας αρχής αυτά να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ................................................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο