Αστυνομία ν. Ευάγγελος Ιωνά, Αρ. Υποθέσεως: 13400/06, 25.04.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 13400/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Ευάγγελος Ιωνά Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.04.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κουμής μαζί με κ. Παπαλοίζου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 13.12.05 στη λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗD720, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η στοιχειοθέτηση της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου επιχειρήθηκε με δύο μάρτυρες. Οι εν λόγω μάρτυρες είναι ο Αστ. 2060 Ο. Παπακώστας (ΜΚ1) και ο Χριστοφής Φελλά (ΜΚ2). Για την Υπεράσπιση και αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, ένορκο μαρτυρία έδωσε μόνο ο Κατηγορούμενος. Από τις θέσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι στις 13.12.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα KHD720 στη λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη από το γήπεδο της Νέας Σαλαμίνας προς τα φώτα της πυροσβεστικής. Κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο ο ΜΚ2 διασταύρωνε τη λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Διάσταση στις θέσεις των δύο πλευρών εντοπίζεται στο ακριβές σημείο που ο ΜΚ2 επιχείρησε τέτοια διασταύρωση (δηλαδή κατά πόσο τούτο ευρίσκεται εντός ή εκτός της διάβασης πεζών), το ακριβές σημείο σύγκρουσης και πόση απόσταση χώριζε τον πεζό από το όχημα του Κατηγορουμένου όταν ο πρώτος επιχείρησε να διασταυρώσει. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω, καθοριστικό ρόλο για την αξιοπιστία των μαρτύρων και την τυχόν αποσπασματική αποδοχή ή απόρριψη της μαρτυρίας τους, διαδραμάτισε και η πραγματική μαρτυρία. Την απόδοση τέτοιου ρόλου επιτρέπει το αμετάβλητο και το αναλλοίωτο της φύσης της αναφερομένης μαρτυρίας, ως επεξηγείται στην απόφαση Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51,
- Στη δοσμένη περίπτωση ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της λεωφόρου Γ. Κρανιδιώτη. Πρόκειται για δρόμο αμφίδρομης κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,20μ. Σε εκείνο το τμήμα της λεωφόρου που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες οι οποίοι όμως δεν λειτουργούσαν κατά τον επίδικο χρόνο. Οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται από νησίδα. Μετά τους φωτεινούς σηματοδότες, με αντίθετη από το γήπεδο της Νέας Σαλαμίνας κατεύθυνσης, η εν λόγω νησίδα είναι πλάτους 2,20μ. Περαιτέρω, στο τέρμα της υπό αναφορά νησίδας, δηλαδή επί της συμβολής της λεωφόρου Γ. Κρανιδιώτη με την οδό Αγρινίου, ευρίσκεται διάβαση πεζών η οποία ενώνει τα δύο άκρα της λεωφόρου. Τέλος, η λεωφόρος Γ. Κρανιδιώτη περιβάλλεται από πεζοδρόμιο το οποίο, με κατεύθυνση προς γήπεδο Νέας Σαλαμίνας έχεις πλάτος 2,20μ., ενώ στο αντίθετο άκρο έχει πλάτος 2,00μ. Πραγματική μαρτυρία είναι και η τελική θέση του οχήματος ΚΗD720, δηλαδή ως τούτο παρουσιάζεται στο τεκμήριο
- Το εν λόγω όχημα, με κατεύθυνση προς φώτα πυροσβεστικής, ευρίσκεται στη δεξιά δηλαδή εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας και απέχει από τη νησίδα, το δεξιό μπροστινό μέρος του 0,60μ. και το δεξιό πισινό μέρος του 0,50μ. Από το σταθερό σημείο Ο το όχημα απέχει 13,50μ. και 17μ., πισινό και μπροστινό μέρος αντίστοιχα. Στο σημείο Γ, ως τούτο παρουσιάζεται στο τεκμήριο 3, δηλαδή σε απόσταση 2,10μ. από τη νησίδα, εντοπίζονται νερά που τοποθετήθηκαν στο ΜΚ
- Το σημείο Γ απέχει από το σταθερό σημείο Ο 3,60μ. Τέλος, ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω ότι στο όχημα KHD720 βρέθηκε σκούπισμα σε όλο το πίσω αριστερό φτερό και στο γυαλί, ενώ το πίσω αριστερό φτερό παρουσιάζει βούλωμα. Ο ΜΚ1 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η παρουσίαση της μαρτυρίας του συνοδεύτηκε από αυθορμητισμό, φυσικότητα και επεξηγηματικότητα. Περαιτέρω, η ανεξαρτησία και αποστασιοποίηση του μάρτυρα από τις θέσεις των δύο πλευρών προβάλλεται και στοιχειοθετείται και από τη μη υιοθέτηση των σημείων σύγκρουσης που του υποδείχθηκαν, εφόσον ο ίδιος δεν συμφώνησε. Εις επίμετρον, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ενώ ακόμη η μαρτυρία του συνίσταται στο μεταφορά στο Δικαστήριο των παρατηρήσεων και μετρήσεων που περισυνέλεξε στη σκηνή του δυστυχήματος. Τη μαρτυρία του ΜΚ1 τη δέχομαι στην ολότητά της. Ο ΜΚ2 επίσης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αυθόρμητος και φυσικός, χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Τον εν λόγω μάρτυρα κρίνω αξιόπιστο εφόσον κανένα στοιχείο, από το σύνολο της μαρτυρίας του, δεν αφήνει να νοηθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας εμφανιζόμενος στο Δικαστήριο είχε πρόθεση να ψευσθεί (βλ. Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 100/06, ημερ. 23.01.2007). Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Κατηγορούμενος ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τόσο αυθόρμητος όσο και πρόθυμος να αναφέρει την αλήθεια. Η ως ανωτέρω κατάληξη για ότι αφορά την αξιοπιστία του ΜΚ2 δεν κρίνει και την τύχη του συνόλου της μαρτυρίας του. Τουναντίον, προκύπτει ότι μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 ευρίσκεται σε διάσταση με την πραγματική μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Από τη μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αποδέχομαι ούτε το σημείο σύγκρουσης επί της λεωφόρου, όπως ούτε το σημείο επαφής με το όχημα KHD
- Η θέση του ΜΚ2 ότι κτυπήθηκε από το δεξιό μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου ενόσω ευρισκόταν στη διάβαση πεζών και μόλις 0,50μ. μακριά από τη νησίδα, δεν βρίσει έρεισμα στην πραγματική μαρτυρία. Όπως ήδη ανέφερα το όχημα KHD720 φέρει ζημίες και ενδείξεις επαφής στο πισινό αριστερό φτερό. Περαιτέρω, σχετικά με το πέσιμο του πεζού, ένεκα της σύγκρουσης με το όχημα, ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση ανέφερε στο Δικαστήριο ότι: "Ε. Και θέλεις να μας πεις ότι εκτύπησε σου το αυτοκίνητο μες τη διάβαση τζαι έππεσες χαμέ μες τη διάβαση; Α. Ναι μες τη διάβαση, επήενα να βκω έξω, εκτύπησε μου τζαι έγειρα τζαι έππεσα τζιαμέ τζαι ήρτε η άμπουλα να με πιάσει." Η πιο πάνω θέση του ΜΚ2 έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το σημείο όπου εντοπίστηκαν τα νερά στο έδαφος, στοιχείο που υποδηλώνει το σημείο πτώσης του πεζού. Ως προανέφερα αυτό το σημείο υποδεικνύεται στο τεκμήριο 3 με το στοιχείο Γ και απέχει από το σημείο που ο ΜΚ2 υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης περί τα 4,60μ. Ακόμη, αυτό το σημείο, δηλαδή το σημείο Γ, απέχει από την άκρη της νησίδας 2,10μ. Εφόσον λοιπόν η θέση του ΜΚ2 είναι ότι έπεσε στο σημείο της σύγκρουσης ή τουλάχιστον πολύ κοντά και πιο μπροστά από το σημείο σύγκρουσης, ενόψει της πραγματικής μαρτυρίας, δηλαδή τα νερά που ευρίσκονταν στο δρόμο, προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στο σημείο Γ ή πολύ λίγο πιο επάνω προς τη διακεκομμένη γραμμή και όχι εντός της διάβασης πεζών. Αυτοί εν ολίγοις είναι και οι λόγοι που δεν αποδέχομαι αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ
- Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ΜΚ2 ότι όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορουμένου τούτο ήταν περίπου 300 με 400 μέτρα μακριά και ότι σε δευτερόλεπτα βρέθηκε κοντά του επειδή έτρεχε. Κατ' αρχάς, ίχνη τροχοπέδησης που να αποδεικνύουν την τυχόν μεγάλη ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν ανευρέθηκαν. Περαιτέρω, αρκεί να αναφέρω ότι η τελική θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου απέχει από το σημείο πτώσης του ΜΚ2 μόλις 9,90μ. Τέλος, σύμφωνα με τις εξετάσεις του ΜΚ1 η ορατότητα των ενεχομένων στο δυστύχημα ανέρχεται σε περίπου 100μ. Καθίσταται λοιπόν αδύνατη η θέση του Μκ2 ότι είδε το όχημα του Κατηγορουμένου στα 300μ. και ενόψει της διασύνδεσης αυτής της τοποθέτησης του οχήματος με την ταχύτητα δεν αποδέχομαι αυτή τη θέση, ως ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη. Για τους ίδιους λόγους που απέρριψα το σημείο σύγκρουσης που υποδείχθηκε από το ΜΚ2, απορρίπτω και το σημείο σύγκρουσης που υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος απέχει από το σημείο πτώσης μόλις 0,10μ. Ιδιαίτερα, σημειώνω εδώ ότι αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου πως ο ΜΚ2 σταμάτησε στη μέση του δρόμου, δηλαδή στη διαχωριστική άσπρη γραμμή και κοίταξε προς το μέρος του. Αυτός ο ισχυρισμός συνάδει και με την κατάθεση του ΜΚ2 (τεκμήριο 8) όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι "Εγώ επειδή πέρασα ήδη την αριστερή λωρίδα κοίταξα δεξιά για να προχωρήσω. Δεν ερχόταν κανένας στη δεξιά λωρίδα και ξεκίνησα για να διασταυρώσω." Προκύπτει από αυτό το απόσπασμα ότι ο ΜΚ2 σε κάποιο στάδιο μετά την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σταμάτησε. Τούτο εξάγεται όχι μόνο από το σύνολο του αποσπάσματος αλλά και από τη χρησιμοποίηση του ρήματος "ξεκίνησα", ρήμα το οποίο υποδηλώνει προηγούμενη της ενέργειας στάση. Ό,τι δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου είναι τη θέση πως ο λόγος που δεν ακινητοποίησε το όχημά του όταν ο πεζός ευρισκόταν στη μέση του δρόμου, είναι γιατί θεώρησε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει τόσο απότομα και επειδή η απόσταση ήταν πολύ μικρή από το σημείο που τον αντιλήφθηκε μέχρι το σημείο που ξεκίνησε να διασταυρώνει και σταμάτησε μέσα στη μέση του δρόμου. Αυτή η θέση του Κατηγορουμένου όχι μόνο δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του, αλλά αντικρούει τούτη. Η συνολική θέση του Κατηγορουμένου εστιάζεται στο γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή που είδε τον πεζό, δηλαδή όταν ακόμη ευρισκόταν στο πεζοδρόμιο, ελάττωσε την ταχύτητά του. Όταν ο πεζός ξεκίνησε να διασταυρώνει τη λεωφόρο, ο Κατηγορούμενος, ως αναφέρει στο τεκμήριο 4 "εγώ τότε ελάττωσα και άλλο την ταχύτητά μου." Αυτές οι αναφορές του Κατηγορουμένου για συνεχιζόμενη μείωση της ταχύτητας του, ως επίσης η αναφορά του στο Δικαστήριο "προχώρησα με χαμηλή ταχύτητα", υποδηλώνουν το περιορισμένο αυτής της ταχύτητας. Εφόσον λοιπόν ο Κατηγορούμενος κινείτο με τέτοια χαμηλή ταχύτητα, καθίσταται πρόδηλο, με βάση την κοινή λογική, ότι και τα τυχόν οχήματα που ακολουθούσαν τον Κατηγορούμενο περί αδυναμίας ακινητοποίησης του οχήματός του ένεκα της τροχαίας κίνησης που τον ακολουθούσε και απότομης ακινητοποίησης, είναι ασύμβατη με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και συνεπώς απορριπτέα. Από το σύνολο της αξιόπιστης και αποδεχτής μαρτυρίας προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος στις 13.12.05 οδηγούσε το όχημα ΚΗD720 στη λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη. Ενόσω ευρισκόταν στην πρώτη γραμμή των φώτων τροχαίας, ο ΜΚ2 επιχείρησε να διασταυρώσει τη λεωφόρο σε σημείο άλλο από τη διάβαση πεζών και μετά τα φώτα, ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Όταν ο Κατηγορούμενος ευρισκόταν μεταξύ των φώτων τροχαίας ο πεζός ευρισκόταν ακίνητος στη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και κοίταξε το δρόμο προς την κατεύθυνση του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του με πολύ χαμηλή ταχύτητα και όταν το μπροστινό αριστερό φτερό του οχήματός του βρισκόταν μπροστά από το ΜΚ2, ο τελευταίος κινήθηκε κάθετα προς το όχημα του Κατηγορουμένου και συγκρούστηκε με το αριστερό πισινό φτερό του οχήματος. Το σημείο σύγκρουσης επί της ασφάλτου εντοπίζεται μεταξύ της διαχωριστικής γραμμής και του σημείου πτώσεως του πεζού, δηλαδή απέχει από τη νησίδα που χωρίζει τις αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, τουλάχιστον 2,10μ. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων είμαι της γνώμης ότι απόλυτη εφαρμογή έχει η απόφαση Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378 όπου στη σελ. 380 λέχθηκε ότι: "Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει. Στην παρούσα περίπτωση ο εφεσείων αντιλήφθηκε το θύμα από απόσταση 20-25 μέτρων να εισέρχεται στο δρόμο για να διασταυρώσει. Η παράλειψη εκ μέρους του να μειώσει ταχύτητα ή να ακινητοποιήσει το όχημα του ισοδυναμούσε με αμέλεια και τούτο γιατί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια." Στη δοσμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο πεζός διενεργούσε μετάβαση από το ένα άκρο της λεωφόρου στο άλλο. Άλλωστε ο πεζός ευρισκόταν στη μέση της λεωφόρου όταν ο Κατηγορούμενος ελάττωσε περισσότερο τη ταχύτητά του. Το γεγονός ότι ο ΜΚ2 κοίταξε προς την κατεύθυνση την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου, δηλαδή προς φώτα πυροσβεστικής, τούτο δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο της όποιας δικής του υποχρέωσης. Ήταν εύλογα επιτρεπτό για τον Κατηγορούμενο και εν πάση περιπτώσει για το μέσο συνετό οδηγό να συμπεράνει ότι ο πεζός ο οποίος ευρισκόταν ήδη στο μέσο της λεωφόρου θα συνέχιζε για να ολοκληρώσει τη διασταύρωση που επιχειρούσε. Όσο παραπλανητική και αν ήταν η συμπεριφορά του ΜΚ2, κοιτάζοντας δηλαδή προς την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου, ο οδηγός του οχήματος όφειλε να λάβει μέτρα αποσόβησης τυχόν κινδύνου που πιθανόν να προέκυπτε από την παρουσία του πεζού στο μέσο της λεωφόρου. Τέτοιος κίνδυνος δεν ήταν απόμακρος αλλά εύλογος και ορατός. Τα μέτρα που ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει είναι εκείνα της πλήρους ακινητοποίησης του οχήματός του ή ακόμη του κορναρίσματος και της διαπίστωσης αντίληψης από μέρους του πεζού της παρουσίας και εγγύτητας του οχήματος του. Ως εκ των πιο πάνω, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανταποκρίθηκε σε όσα το κριτήριο του μέσου συνετού οδηγού επιτάσσει και ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο