Αστυνομία ν. Δημήτρης Παμπουλλής, Αρ. Υποθέσεως: 15340/06, 30.04.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 15340/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Δημήτρης Παμπουλλής Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.04.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα Τ. Νικολάου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 14.05.06 στην λεωφόρο 1ης Απριλίου στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής YU579, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τους μάρτυρες Αστ. 2737 Μ. Χριστοφή (ΜΚ1) και Χαράλαμπο Αντρέου (ΜΚ2). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος, αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και προέβη σε ένορκο μαρτυρία. Άλλη μαρτυρία εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν υπήρξε. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προκύπτει ως αποδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος στις 14.05.06 οδηγούσε το όχημα YU579 στη λεωφόρο 1ης Απριλίου. Ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην εν λόγω λεωφόρο από πάροδο, αφότου κινήθηκε αριστερά. Περαιτέρω, ενώ το όχημα του Κατηγορουμένου ευρισκόταν στην εν λόγω λεωφόρο, οδήγησε τούτο διαγώνια δεξιά, με πρόθεση να σταθμεύσει έξω και μπροστά από το καφενείο κάποιου επ' ονόματι Οροκλινιώτη. Το εν λόγω καφενείο ευρισκόταν δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Έξω από το εν λόγω καφενείο, δηλαδή εντός της λεωφόρου 1ης Απριλίου, βάδιζε ο ΜΚ2 με κατεύθυνση ως ο Κατηγορούμενος. Σε κάποιο στάδιο, ο ΜΚ2 σωριάστηκε στο έδαφος της περί ου ο λόγος λεωφόρου. Διελκυστίνδα μεταξύ των δύο πλευρών αποτέλεσε ο λόγος που ο ΜΚ2 βρέθηκε στο έδαφος, ως επίσης το ακριβές σημείο όπου περπατούσε προ της πτώσης του. Οι εκατέρωθεν θέσεις αναιρούν η μια την άλλη. Η μεν Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να σταθμεύσει το όχημά του κτύπησε το ΜΚ2, η δε Υπεράσπιση αντέτεινε ότι η πτώση του ΜΚ2 οφείλετο σε πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και επηρέαζε την ισορροπία του. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων έκαστος των συνηγόρων υποστήριξε το αξιόπιστο της μαρτυρίας που κάλεσε στο Δικαστήριο, υποδεικνύοντας συνάμα τις αδυναμίες και αντιφάσεις της άλλης πλευράς. Τις εκατέρωθεν θέσεις σχολιάζω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, ως σταθερό και αναλλοίωτο μέτρο κρίσης της αξιοπιστίας τούτου, χρησιμοποίησα την πραγματική μαρτυρία. Η απόδοση τέτοιου ρόλου στην πραγματική μαρτυρία δικαιολογείται από το αμετάβλητο της φύσης της, ως τούτη επεξηγείται στην απόφαση Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56. Στη δοσμένη περίπτωση ό,τι εκλαμβάνω ως πραγματική μαρτυρία είναι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της λεωφόρου 1ης Απριλίου. Πρόκειται για δρόμο αμφίδρομης κατεύθυνσης, πλάτους 7,40μ. του οποίου οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν διαχωρίζονται με άσπρη γραμμή. Περαιτέρω, νοητή γραμμή που ενώνει διαγώνια δύο σταθερά σημεία (πασσάλους ΑΤΗΚ) από ένα άκρο της λεωφόρου σε άλλο, έχει συνολικό μήκος 7,30μ. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι στην παρούσα υπόθεση το έργο του Δικαστηρίου για την αναδίφηση των ενεργειών των ενεχομένων μερών, ως τούτες προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας καθίσταται ακόμη πιο επίπονο εφόσον η πραγματική μαρτυρία δεν είναι πλούσια σε λεπτομέρειες. Εις επίμετρον, ούτε η μαρτυρία του ΜΚ1 αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης που του υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο είναι βοηθητική. Επί του προκειμένου, κρίνω ορθή την αναφορά της κας Νικολάου ότι η μέτρηση που έλαβε ο ΜΚ1 δεν είναι καθοδηγητική. Η ορθότητα της θέσης προκύπτει εφόσον τα δύο σταθερά σημεία Ο (ως υποδεικνύονται στο τεκμήριο 3), συνδέονται διαγώνια και η μέτρηση της μεταξύ τους απόστασης δεν συναρτάται με το πλάτος της λεωφόρου 1ης Απριλίου. Ως εκ τούτου, άγνωστη παραμένει η απόσταση του κατ' ισχυρισμό σημείου σύγκρουσης που υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο στο ΜΚ1, είτε από το ένα άκρο της λεωφόρου είτε από το άλλο, καθιστώντας έτσι δυσχερέστερη την επίλυση της αμφισβήτησης ως προς τη θέση που ευρίσκονταν τα ενεχόμενα μέρη κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο. Κατά τα λοιπά, η πραγματική μαρτυρία δεν αμφισβητείται. Ενόψει όλων των πάνω, η αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά και του Κατηγορουμένου, συνίσταται στην παρακολούθηση τους κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και στη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 παρά την ελλειπή μεταφορά στο Δικαστήριο σχετικών της σύγκρουσης στοιχείων, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η παρουσίαση της μαρτυρίας του ήταν αυθόρμητη και χωρίς περιστροφές στα ερωτήματα που του τέθηκαν. Άλλωστε, ο ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 με εντυπωσίασε θετικά. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, αυθόρμητος και πάνω απ' όλα απλός. Η μαρτυρία του χαρακτηρίστηκε από μια λαϊκή αφέλεια η οποία προσέδωσε στις απαντήσεις του έντονο στοιχείο ειλικρίνειας. Η αντεξέταση, παρότι επιμελημένη και συγκεκριμένη, δεν κατόρθωσε να πλήξει τη μαρτυρία του. Οι εν λόγω παρατηρήσεις σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου η οποία δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Για λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, κρίνω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου αντιφατική και εμποτισμένη με υπερβολές, ως επίσης αναληθή. Ουσιαστικά, ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του και ότι τούτη επηρέασε τη βάδισή του σε συνάρτηση με την κατηφορική κλίση της λεωφόρου 1ης Απριλίου, τη θέση όπου ευρισκόταν αμέσως προ του δυστυχήματος και τη συζήτηση που είχε με τον Κατηγορούμενο μετά το δυστύχημα. Αναφορικά με την κατάσταση υγείας του ΜΚ2 σημειώνω ότι ο μάρτυρας δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε. Άλλωστε, στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 6 ενώπιον του Δικαστηρίου) ο ίδιος ήταν που ανέφερε ότι την εν λόγω ημέρα χρησιμοποιούσε μπαστούνι. Περαιτέρω, όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε για την κατάσταση της υγείας του, δεν δίστασε να απαντήσει ότι έπαθε εγκεφαλικό. Παρόλα ταύτα, ερωτηθείς ανέφερε ότι μπορούσε να βαδίσει χωρίς μπαστούνι, εννοείται μετά το εγκεφαλικό, αλλά πάντα χρησιμοποιούσε για ασφάλεια. Ο ίδιος αυθορμητισμός και ειλικρίνεια χαρακτήρισε και τις σχετικές της κλίσης της λεωφόρου απαντήσεις. Η κατηφορική κλίση του επίδικου σημείου της λεωφόρου αναφέρθηκε από το ΜΚ2 στο τεκμήριο 6, δηλαδή προ της οποιασδήποτε αντεξέτασης. Συνεπώς, ο μάρτυρας δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τις απαντήσεις που έδωσε στις υποβολές που του τέθηκαν ότι ένεκα της κατάστασης υγείας του και σε άλλες περιπτώσεις προ του δυστυχήματος έχασε την ισορροπία του. Οι εν λόγω υποβολές δεν πλαισιώθηκαν από μαρτυρία και παρέμειναν τόσο αόριστες και ασαφείς όσο και ατεκμηρίωτες. Εν πάση περιπτώσει και επί τούτου ο ΜΚ2 απάντησε χωρίς περιστροφές απορρίπτοντας τις σχετικές υποβολές. Αξίζει να λεχθεί εδώ ότι η υπερβολή, η ασάφεια και η προσπάθεια του Κατηγορουμένου να αποποιηθεί τυχόν ευθυνών του, προκύπτει από την αιτιολόγηση της πτώσης του μάρτυρα. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ2, είτε έχασε την ισορροπία του, είτε το μπαστούνι που κρατούσε μπλέκτηκε στον τροχό του οχήματός του. Ειρήσθω εν παρόδω, αναφέρω εδώ ότι δεν αποδέχομαι τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής πως ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε στον αστυνομικό, ως διαζευκτικό λόγο πτώσης του ΜΚ2, ότι μπλέκτηκε το μπαστούνι του τελευταίου στον τροχό του οχήματός του. Όντως η κατάθεση του Κατηγορουμένου (τεκμήριο 4) δεν αναφέρει κάτι τέτοιο, αλλά ο ΜΚ1 στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 1) αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος έδωσε αυτή τη δικαιολογία προφορικά. Ως εκ τούτου, η επί του προκειμένου εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Επανερχόμενος στη διαζευκτική αιτιολόγηση από τον Κατηγορούμενο, σημειώνω ότι κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε πως δεν είδε το ΜΚ2, είτε να χάνει την ισορροπία του, είτε να μπλέκεται το μπαστούνι του στον τροχό του οχήματός του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στο τεκμήριο 4 πως δεν θυμάται σε ποιο χέρι ο ΜΚ2 κρατούσε μπαστούνι. Ακόμη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στο ίδιο τεκμήριο ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ο ΜΚ2 ευρισκόταν "μπροστά από το αριστερό φανάρι". Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εις θέση να επεξηγήσει το λόγο που ο ΜΚ2 βρέθηκε στο έδαφος. Τούτο, όχι μόνο επειδή δεν γνώριζε ουσιώδεις λεπτομέρειες, όπως το χέρι με το οποίο ο ΜΚ2 κρατούσε μπαστούνι, που fσύμφωνα με τον τελευταίο ήταν στο αριστερό χέρι, δηλαδή αντίθετη του οχήματος πλευρά, αλλά και επειδή ο ίδιος δεν είδε τον πεζό είτε να χάνει την ισορροπία του είτε άλλως πως. Εντούτοις, παρουσιάστηκε ο Κατηγορούμενος πρόθυμος να δώσει ασαφή και διαζευκτική επεξήγηση εδραζόμενη σε εικασίες. Τέτοια αντίδραση δεν συνδράμει στην πραγματική και ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας, αλλά στην προσπάθεια εξασφάλισης προσωπικού οφέλους. Περαιτέρω, αντιφατική και υπερβολική κρίνω και την άλλη θέση του Κατηγορουμένου πως αν κτυπούσε του ΜΚ2, ο τελευταίος θα "πάθαινε πολλή ζημιά." Πέραν της ασάφειας του ισχυρισμού, εφόσον ο τραυματισμός του ΜΚ2 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με οιανδήποτε επιστημονική μαρτυρία και συνεπώς τίποτα δεν υπάρχει επί του προκειμένου ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδεικνύει ότι ο ΜΚ2 δεν έπαθε πολλή ζημιά, δεν κατανοώ τη λογική του ισχυρισμού, εφόσον σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο οδηγούσε το όχημά του με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Η κοινή λογική επιτάσσει ότι οι ζημιές είναι ανάλογες της σύγκρουσης (βλ. Γιωργαλλή ν. Αστυνομία
(2004)2 ΑΑΔ 21, 24). Η εν λόγω αναφορά ως υποδεικνύουσα τη συνεχή προσπάθεια του Κατηγορουμένου για απαλλαγή των ευθυνών του και όχι ως κατάληξη αναφορικά με τον τραυματισμό του ΜΚ2, εφόσον επαναλαμβάνω ότι τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον μου ως επιστημονική μαρτυρία η οποία να ενισχύει ή να αναιρεί τέτοια κατάληξη. Ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε και επί του ότι ο Κατηγορούμενος εξερχόμενος του οχήματός του, του ανέφερε "συγνώμη δεν σε είδα". Παρά την ομολογουμένως πειστική παρουσίαση της μαρτυρίας του ΜΚ2, ενισχυτική είναι και η επί του προκειμένου αντίφαση που παρατηρείται στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ενώ στο τεκμήριο 4 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ".... ήρθαν κάποιοι πελάτες του καφενείου που κάθονταν έξω τζαι τον εσήκωσαν. Εκατέβηκα τζαι εγώ κάτω τζαι τον ερωτήσαμε αν εκτύπησε.." στην αντεξέταση της οποίας έτυχε ανέφερε ότι: "Ε. Επίσης σου υποβάλλω ότι μετά που κατέβηκες κάτω από το αυτοκίνητο του είπες "συγνώμη δεν σε είδα". Α. Όχι ψεύδεστε σε αυτό. Ούτε εσύντυχα μαζί του. Ε. Τι έκαμες όταν κατέβηκες από το αυτοκίνητο; Α. Τι έκαμα; Κατέβηκα για να εισπράξω τις εφημερίδες. Ε. Δεν πήγες να δεις τον πεζό; Α. Είδα, περίμενα να έρθει η ambulance, τον εφόρτωσαν στην ambulance μετά πήγα και είσπραξα τις εφημερίδες και μετά πήγα στην αστυνομία. Ε. Και δεν μίλησες καθόλου με τον πεζό; Α. Τι να του πω; Ε. Δεν τον ερώτησες αν κτύπησε, γιατί κατέβηκες τότε; Α. Να δω, όπως εβούρησαν οι θαμώνες του καφενείου, τον έπιασαν οι θαμώνες που ήταν δυνάμενοι. Εγώ μπορούσα να σηκώσω τούτο τον άνθρωπο;" Οι πιο πάνω απαντήσεις του Κατηγορουμένου παρουσιάζουν την προσπάθεια απομάκρυνσης του από τη σκηνή του δυστυχήματος μετά τη πτώση του πεζού. Αυτή η απομάκρυνση αντιτίθεται στην αναφορά του τεκμηρίου 4 που έχω ήδη υποδείξει και παρουσιάζει συνάμα την ανειλικρίνεια του Κατηγορουμένου. Θέλοντας δηλαδή ο Κατηγορούμενος να ενισχύσει τη θέση ότι δεν απολογήθηκε στο ΜΚ2, περιέπεσε στις πιο πάνω αντιφάσεις αρνούμενος ότι μίλησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τον πεζό, δηλαδή ούτε και εάν τραυματίστηκε, και τούτο παρά την αναφορά του τεκμηρίου 4. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω τον Κατηγορούμενο αναξιόπιστο και ανειλικρινή και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η απόρριψη του συνόλου της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου εδράζεται όχι μόνο στην αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2, αλλά και επειδή οι αντιφάσεις και υπερβολές που υποδείχθηκαν είναι τέτοιας θεμελιακής φύσης που καθιστούν ανασφαλές για το Δικαστήριο την αποδοχή οποιουδήποτε μέρους τούτης (βλ. Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 100/06, ημερ. 23.01.07). Ακόμη ένα σημείο που χρήζει εξέτασης είναι η θέση στην οποία ευρισκόταν ο πεζός προ του δυστυχήματος. Βεβαίως προκύπτει από την αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία του ΜΚ2 ότι ευρισκόταν στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας τη θέση της Υπεράσπισης υπό το φως της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι η θέση του ΜΚ2 προ του δυστυχήματος δεν υπέχει ιδιαίτερης σημασίας. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι, είτε ο πεζός (ΜΚ2) ξεπρόβαλε στο δρόμο ξαφνικά και πολύ κοντά στο όχημα, είτε ότι ενώ ευρισκόταν στο δρόμο κοντά στο όχημα, μετακινήθηκε και κτύπησε ο ίδιος στο όχημα. Σταθερή θέση της Υπεράσπισης ήταν η ανυπαρξία σύγκρουσης παρά τη μεταξύ τους εγγύτητα. Εφόσον η παρουσία του πεζού εντός του δρόμου δεν αμφισβητήθηκε, σε οποιοδήποτε σημείο και αν ευρισκόταν, ένεκα του πολύ κοντινού της μεταξύ τους απόστασης, ο Κατηγορούμενος όφειλε όχι μόνο να αντιληφθεί τούτον αλλά, εφόσον τυχόν κίνδυνος ήταν πιθανός και ορατός να λάβει και μέτρα αποσόβησης τούτου. Προκύπτει δηλαδή ότι ούτε στη βάση της γραμμής της Υπεράσπισης έχει οιανδήποτε σημασία η θέση στην οποία ευρισκόταν ο πεζός. Ενδεικτικά, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε στο τεκμήριο 4 πως ήταν τόσο κοντά στο ΜΚ2, που ο τελευταίος πιθανόν να θεώρησε ότι θα του κτυπούσε και έχασε το βηματισμό του. Τέτοια θέση υποδηλώνει ορατή για τον οδηγό εγγύτητα μετά του πεζού και ως εκ τούτου επιτάσσει την απόσειση καθήκοντος προσοχής έναντι του τελευταίου (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομία
(2002)2 ΑΑΔ 378, 380). Συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων μου καταλήγω ότι ενόσω ο πεζός, βάδιζε στη λεωφόρο 1ης Απριλίου με κατεύθυνση ως του οχήματος YU597 και ενώ ευρισκόταν στη δεξιά άκρη του δρόμου μπροστά από το καφενείο του Οροκλινιώτη, το όχημα YU579 συγκρούστηκε με τον πεζό. Οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος ο οποίος μετά τη σύγκρουση ανέφερε στον πεζό "συγνώμη δεν σε είδα". Ως είχε η κατεύθυνση του οχήματος αμέσως πριν το σημείο σύγκρουσης, τίποτα δεν εμπόδιζε την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Από όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την παραδοχή το Κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αντιληφθεί τον πεζό ο οποίος ήταν καθόλα ευδιάκριτος (βλ. Phipson on Evidence, Statements In the Presence 21-02). Σύμφωνα με την απόφαση Nikolaides v. Economides
(1963)1 CLR 78, 81, "Failure to see what is plainly visible is negligence". Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν τήρησε το καθήκον δέουσας παρατηρητικότητας, καθήκον υπαρκτό και ούτως ή άλλως συναρτημένο με κάθε χρονικό στάδιο οδήγησης (βλ. Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151, 158). Για όλους τους λόγους που προανέφερα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο