Αστυνομία ν. Ανδρέας Ορφανός, Αρ. Υποθέσεως: 18971/06, 15.05.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 18971/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Ανδρέας Ορφανός Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15.05.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι οι δύο κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η πρώτη κατηγορία ανάγεται χρονικά στις 14.07.06 και προσδιορίζεται στο δρόμο Αερολιμένα, παρά τη Δρομολαξιά, όπου ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΥ834 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 140km αντί 65km. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παράλειψη του Κατηγορουμένου, ως οδηγού του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΜΥ834, να ακινητοποιήσει το όχημά του, ενώ κλήθηκε από αστυνομικό εν στολή να πράξει τούτο. Από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η τεκμηρίωση των δύο κατηγοριών εναντίον του Κατηγορουμένου επιχειρήθηκε μέσω της παρουσίασης στο Δικαστήριο της μαρτυρίας των Αστ. 402 Α. Γερασίμου (ΜΚ1) και Αστ. 1766 Κ. Μουττάς (ΜΚ2). Για την Υπεράσπιση ένορκο μαρτυρία έδωσε μόνο ο Κατηγορούμενος και τούτο αφότου κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία. Η παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου καθορίζεται και από το παραδεχτό γεγονός που δηλώθηκε από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Τούτο έχει ως ακολούθως: "Στις 14.07.06 ο Αστ. 402 Α. Γερασίμου προβαίνοντας σε έλεγχο ταχύτητας στο δρόμο Αερολιμένα στην περιοχή Δρομολαξιάς της επαρχίας Λάρνακας, εντόπισε όχημα το οποίο κινείτο με ταχύτητα 140km αντί 65km και περαιτέρω το ταχύμετρο που χρησιμοποίησε ο Αστ. 402 Α. Γερασίμου λειτουργούσε σωστά και χρησιμοποιήθηκε από το μάρτυρα κατάλληλα." Πέραν του παραδεχτού γεγονότος, δηλωτικό βεβαίως των προθέσεων των δύο πλευρών περί μη αμφισβήτησης της ταχύτητας και της μεθοδολογίας εντοπισμού τούτης από το ΜΚ1, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αναλώθηκε τόσο στις ενέργειες τους μετά τη διαπίστωση της διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, όσο και στην ακρίβεια των παρατηρήσεων τους στη σκηνή της διάπραξης των αδικημάτων. Γι΄ αυτή την τελευταία πτυχή της μαρτυρίας τους οι δύο μάρτυρες (ΜΚ1 και ΜΚ2), οι οποίοι ας σημειωθεί ότι δεν ακολούθησαν το όχημα που εντόπισαν να οδηγείται με ταχύτητα 140km αντί 65km και δεν ανέκοψαν τούτο, παρότι δεν ήταν εις θέση να αναγνωρίσουν τον Κατηγορούμενο ως οδηγό του εν λόγω οχήματος, ήταν η θέση τους ότι ο αριθμός εγγραφής τούτου ήταν ΗΜΥ834. Στη συνέχεια, οι έρευνες που διενήργησε ο ΜΚ1 κατέδειξαν ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος είναι ο Κατηγορούμενος. Στον αντίποδα, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι το βράδυ στις 13.07.06 σχόλασε από την εργασία του στη Λευκωσία η ώρα 23:55. Χρησιμοποιώντας μοτοποδήλατο έφυγε από την εργασία του και μετέβη στην οικία του στη Λακατάμια όπου η ώρα 00:40 της επομένης, δηλαδή στις 14.07.06, πήγε για ύπνο. Το εν λόγω όχημα δεν μετακινήθηκε. Ό,τι προκύπτει από το σύνολο του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού ως επίσης και από το παραδεχτό γεγονός, είναι πως σε επίδικα θέματα ανάγονται τόσο η παρουσία του οχήματος ΗΜΥ834 κατά το χρόνο και τόπο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες των δύο κατηγοριών, όσο και η κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδήγηση τούτου από τον Κατηγορούμενο. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Κρίνω τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ειλικρινείς και αξιόπιστους. Για την εν λόγω κατάληξη ασφαλές έρεισμα παρέχει η παρουσίαση της μαρτυρίας τους στο Δικαστήριο η οποία ήταν αυθόρμητη, χωρίς υπεκφυγές και επεξηγηματική. Ούτε όμως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους υπολείπεται θετικών εντυπώσεων, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η απουσία αντιφάσεων. Δεν παραγνωρίζω ότι ουσιαστικά η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων, στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της, είναι μαρτυρία αναγνώρισης. Εν πάση όμως περιπτώσει και παρά τη σθεναρή επί του προκειμένου αντεξέταση, κρίνω ότι πέραν της φυσικότητας των δύο μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου, λογικές και πειστικές ήταν και οι απαντήσεις που έδωσαν. Ανέφεραν οι μάρτυρες ότι στο εν λόγω σημείο προέβαιναν σε έλεγχο ταχύτητας. Οδικός φωτισμός υπήρχε και ήταν καλός. Περαιτέρω, παρότι το υπό αναφορά όχημα μείωσε την ταχύτητά του, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι θα σταματούσε, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 επικέντρωσαν την προσοχή τους στον αριθμό εγγραφής του οχήματος, κύριο μέλημά τους το οποίο έχουν σαν αρχή σε κάθε περίπτωση ελέγχου. Τέλος, όταν αργότερα διαπίστωσαν ότι παρατήρησαν τον ίδιο αριθμό εγγραφής, οι πληροφορίες που έλαβαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού ανταποκρίνονταν στο όχημα που εντόπισαν ενωρίτερα. Δηλαδή, ήταν χρώματος πράσινου και τύπου Toyota Celica. Έχοντας υπόψη μου τις αρχές της απόφασης R v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, 551 έως 552, καθοδηγητικές για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει μαρτυρία αναγνώρισης, η ορθότητα της παρατήρησης των έμπειρων για τέτοιες περιπτώσεις ΜΚ1 και ΜΚ2, ως επίσης η επιβεβαίωση του αριθμού εγγραφής διά των χαρακτηριστικών του οχήματος (χρώμα και τύπος), δεν μου αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι αξιόπιστοι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν λανθάνονται. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι πως το όχημα που οι ΜΚ1 και ΜΚ2 εντόπισαν να κινείται με ταχύτητα 140km στο δρόμο Αερολιμένα παρά τη Δρομολαξιά στην επαρχία Λάρνακας, έφερε αριθμό εγγραφής HMY
- Αξιόπιστο όμως κρίνω και τον Κατηγορούμενο. Σταθερός στη μαρτυρία του με συνοχή σκέψης και λόγου, μου έκανε καλή εντύπωση. Παρά την αντεξέταση της οποίας έτυχε, τίποτα δεν κατόρθωσε να πλήξει είτε τη σταθερότητα, είτε τη φυσικότητά του. Αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου ότι δεν χρησιμοποίησε το εν λόγω όχημα (ΗΜΥ834) ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των δύο κατηγοριών. Παρόλα ταύτα, από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου δεν αποδέχομαι ότι το εν λόγω όχημα δεν μετακινήθηκε όλο το βράδυ, μαρτυρία η οποία είναι αντίθετη με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν είναι εις θέση να είναι απόλυτα βέβαιος για κάτι τέτοιο. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ανέφερε η ώρα 00:40 πήγε για ύπνο. Τούτο το στοιχείο αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε φυσικό έλεγχο του οχήματος μετά από τις 00:
- Κρίνω πως η κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου δεν αναιρεί την κατάληξη για την αξιοπιστία των ΜΚ1 και ΜΚ
- Τούτο εφόσον από το σύνολο της αξιόπιστης και αποδεχτής μαρτυρίας προκύπτει πως το όχημα ΗΜΥ834, στις 14.07.06 η ώρα 01:05, ευρισκόταν στο δρόμο Αερολιμένα στην περιοχή Δρομολαξιάς και οδηγείτο με ταχύτητα 140km, ενώ από την επίσης αξιόπιστη μαρτυρία του Κατηγορουμένου προκύπτει πως εκείνος δεν οδηγούσε το όχημά του κατά τον επίδικο χρόνο. Άλλωστε, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του οχήματος ΗΜΥ
- Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η παρουσία του οχήματος ΗΜΥ834, στη σκηνή της διάπραξης των αδικημάτων, εφόσον είναι ιδιοκτησία του Κατηγορουμένου, είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει σε καταδίκη. Η απάντηση προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Ηλία ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 48 όπου στις σελίδες 50 έως 51 αναφέρει τα ακόλουθα: "Ενώ το Δικαστήριο παραθέτει ορθά το γνωστό δικαστικό αξίωμα πως η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εντούτοις δεν το εφάρμοσε ορθά στην υπόθεση. Το γεγονός, χωρίς άλλο ότι θεάθηκε το αυτοκίνητο, ιδιοκτησία του εφεσείοντα, να κινείται με αναμμένο προβολέα μέσα σε χωματόδρομους δε σημαίνει πως οδηγείτο από τον εφεσείοντα, και επιπλέον πως κατά την οδήγηση διαπράχθηκαν τα δύο πρώτα αδικήματα του κατηγορητηρίου." Η παρουσία βέβαια του οχήματος του Κατηγορουμένου αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη. Επιπρόσθετο στοιχείο αποτελεί και η αναφορά του Κατηγορουμένου στην κατάθεσή του, τεκμήριο 2, ότι το όχημά του οδηγείται αποκλειστικά από τον ίδιο, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις που επεξήγησε. Ακόμη και υπό το φως αυτών των στοιχείων κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε αποκλειστικό συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν περιστατική μαρτυρία και δεν πρέπει να συμβιβάζονται μόνο με την ενοχή του Κατηγορουμένου αλλά και να αποκλείουν συμβιβασμό με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα (βλ. Φανιέρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 104, 110 έως 111). Στη δοσμένη περίπτωση οι έρευνες της αστυνομίας ήταν μονοδιάστατες και ως προκύπτει ελλιπείς. Η θέση του ΜΚ1 ότι πείσθηκε για την ειλικρίνεια του Κατηγορουμένου, δηλαδή ότι το συγκεκριμένο βράδυ εργαζόταν μέχρι η ώρα 23:55 και ότι μόνο ο ίδιος οδηγά το εν λόγω όχημα και συνεπώς ότι είχε χρόνο να οδηγήσει τούτο στο σημείο όπου εντοπίστηκε, παραγνωρίζει μια άλλη εξίσου λογική προσέγγιση. Ο Κατηγορούμενος διαμένει με την οικογένεια του. Όταν επέστρεψε στο σπίτι από την εργασία του και μέχρι που πήγε για ύπνο, η ώρα 00:40, ο αδελφός του ήταν ξύπνιος. Μαρτυρία σε σχέση με τις ενέργειες των υπόλοιπων μελών της οικογένειας του Κατηγορουμένου δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν επιτρέπει την οδήγηση του οχήματος του εκτός σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν καταλήγει αυτόματα και δίχως περαιτέρω διερεύνηση σε συμπέρασμα πως το εν λόγω όχημα δεν οδηγήθηκε εν αγνοία και παρά τη θέληση του Κατηγορουμένου. Ως προς τούτο οι έρευνες της αστυνομίας είναι ελλιπείς εφόσον δεν κατόρθωσαν να αποκλείσουν τέτοια λογική πιθανότητα δια της προσκόμισης οιασδήποτε μαρτυρίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πως στις 14.07.06 το όχημα ΗΜΥ834 οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο όταν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 εντόπισαν τούτο να οδηγείται με ταχύτητα 140km αντί 65km. Η εν λόγω κατάληξη άπτεται συστατικού στοιχείου των δύο κατηγοριών που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και η απουσία τούτου οδηγεί σε ένα μόνο αποτέλεσμα, την αθώωση του Κατηγορουμένου. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οδηγός του υπό κρίση οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Κατηγορούμενος και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των δύο κατηγοριών. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο