Αστυνομία ν. Νικόλας Σταυρινόπουλλος, Αρ. Υποθέσεως: 18498/06, 18.05.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 18498/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Νικόλας Σταυρινόπουλλος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18.05.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Αντικείμενο τούτων είναι η μεταφορά ακάλυπτου φορτίου, η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και η χρήση μεταφορέα "A" χωρίς άδεια οδικής χρήσεως. Σύμφωνα με την 1η κατηγορία, αντικείμενο αναφοράς και των υπολοίπων κατηγοριών, o χρόνος διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων είναι η 17.03.
- Περαιτέρω, χώρος διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ο οποίος επίσης καθορίζεται στην 1η κατηγορία, είναι η πλατεία Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται στη μαρτυρία των μαρτύρων Αστ. 6259 Μ. Μάρκου (ΜΚ1) και Γιώργου Χριστοδούλου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος αφότου κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε για την Υπεράσπιση. Οι θέσεις των δύο πλευρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και άπτονται συστατικών στοιχείων των εν λόγω αδικημάτων αλλά και ουσιωδών πραγματικών γεγονότων. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι στις 17.03.06 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα MR
- Το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και κατόπιν έρευνας στην οποία προέβη διαπίστωσε τη διάπραξη των αδικημάτων που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο και ο τελευταίος απάντησε "είναι αδικία". Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι προέβη σε έρευνα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ.) όπου εργάζεται, τόσο για το όχημα MR608 όσο και για τον οδηγό Νικόλα Σταυρινόπουλλο και διαπίστωσε ότι το όχημα που αναγράφεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών δεν είχε τις άδειες και πιστοποιητικό αντικείμενα των κατηγοριών 2 μέχρι και
- Επίσης, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι στο όνομα Νικόλας Σταυρινόπουλλος, εντοπίζονται στο αρχείο του ΤΟΜ δύο διαφορετικοί αριθμοί ταυτότητας. Σταθερή θέση του Κατηγορουμένου καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ήταν ότι δεν είναι το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα MR608 την ημερομηνία που αναγράφεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών και ότι τούτο αποδεικνύεται από τη διαφοροποίηση που παρατηρείται στον αριθμό ταυτότητας του Κατηγορουμένου, αντίγραφο της οποίας παρουσίασε στο Δικαστήριο, με τον αριθμό ταυτότητας που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Τέλος, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου πως το όχημα MR608 είχε τις απαιτούμενες άδειες και πιστοποιητικά. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις είτε μεταξύ τους είτε στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους, ήταν αυθόρμητοι στις απαντήσεις τους και η φυσικότητα ήταν στοιχείο εμφανές καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Για τον Κατηγορούμενο σχημάτισα πολύ άσχημη εντύπωση. Για λόγους που εξηγώ στη συνέχεια είμαι πεπεισμένος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ένα μόνο λόγο. Τούτος δεν είναι άλλος από την εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων και την απαλλαγή του από τυχόν ποινική ευθύνη. Κρίνω τη μαρτυρία του κατασκευασμένη και ανάξια θετικής αξιολόγησης. Δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι ως επί το πλείστον μαρτυρία αναγνώρισης και ως εκ τούτου καθοδηγητικές είναι οι υποδείξεις της απόφασης R v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, 551 έως 552. Στη δοσμένη περίπτωση ο ΜΚ1 δεν αναγνώρισε απλώς το Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του οχήματος MR608, επισκέφτηκε τούτον στην οικία του στα Λειβάδια, ενώ ακόμη η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο μάρτυρας ανέδειξε την εγκυρότητα και ορθότητα της αναγνώρισης. Σημειώνω ότι ο μάρτυρας απάντησε σε ερωτήσεις του Κατηγορουμένου αναφορικά με διάφορα χαρακτηριστικά που του αναφέρθηκαν και παρέμεινε τόσο σταθερός όσο και πειστικός στη θέση του πως ο οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το πρόσωπο που ο ΜΚ1 εντόπισε να οδηγά το όχημα MR608 στις 17.03.06, είναι ο Κατηγορούμενος. Η υπεράσπιση του Κατηγορουμένου προωθήθηκε επί του ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν εκείνος ο οδηγός του οχήματος. Έκανε μάλιστα αναφορά σε άλλο άτομο και μίλησε για συνωνυμία. Ο Κατηγορούμενος στήριξε τούτη τη θέση του και επί του ότι τα δικά του στοιχεία, αντίγραφα των οποίων παρουσίασε και ως τεκμήρια στο Δικαστήριο (τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ)), φέρουν διαφορετικό αριθμό ταυτότητας από εκείνο που αναγράφει το κατηγορητήριο. Εφόσον ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι αντέγραψε τον αριθμό ταυτότητας του κατηγορητηρίου από τα στοιχεία του οδηγού που ανέκοψε, τότε σημαίνει πως δεν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο αλλά άλλο πρόσωπο. Εν πρώτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι επί του σημείου τούτου, δηλαδή του διαφορετικού αριθμού ταυτότητας, σχετική είναι και η μαρτυρία του ΜΚ2 η οποία τον παρουσιάζει με δύο διαφορετικούς αριθμούς ταυτότητας. Περαιτέρω, η εν λόγω θέση παραγνωρίζει τη φυσική αναγνώριση της οποίας έτυχε ο Κατηγορούμενος από το ΜΚ1, δηλαδή ως οδηγός του οχήματος MR608 την εν λόγω ημερομηνία. Πέραν τούτων, εάν η εν λόγω θέση του Κατηγορουμένου ιδωθεί υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς ότι ο Κατηγορούμενος σχετίζεται με το εν λόγω όχημα, εφόσον ανήκει στη σύζυγο του και σύμφωνα με τον ίδιο προ πενταετίας οδηγούσε τούτο. Ο Κατηγορούμενος κατέχει άδεια οδηγήσεως βαρέου οχήματος (βλ. τεκμήριο 3(α)) και σύμφωνα με όσα ανέφερε, στο παρελθόν ασκούσε τούτο το επάγγελμα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος διαμένει στα Λειβάδια και ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επισκέφθηκε τον οδηγό του οχήματος στο σπίτι του στα Λειβάδια. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε υπέβαλε στο ΜΚ1 είτε ότι το όχημα που ανέκοψε δεν ήταν το MR608, είτε ότι ο οδηγός τούτου δεν του απάντησε "είναι αδικία". Ακόμη, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε την επίσκεψη του ΜΚ1 στην οικία του. Όταν όμως κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου έγινε προσπάθεια από την Κατηγορούσα Αρχή να ερωτήσει σχετικά με το εν λόγω όχημα, δηλαδή που ευρίσκεται τούτο σήμερα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ούτε γνωρίζει και ούτε ερωτά για να μην δημιουργούνται προβλήματα με την οικογένεια του, ενώ όταν ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε αναφορικά με το επαγγελματικό του παρελθόν, δηλαδή πότε οδηγούσε το εν λόγω όχημα και για ποιο λόγο, επικαλέστηκε λήθη απαγορευτική οιασδήποτε επεξήγησης. Όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι η αναφορά του Κατηγορουμένου σε τρίτο πρόσωπο που επίσης διαμένει στα Λειβάδια, είτε της Λευκωσίας είτε της Λεμεσού και την ημέρα που αναφέρει ο ΜΚ1 εκείνος ήταν που οδηγούσε το όχημα MR608, είναι μυθοπλασίες για αποφυγή ποινικής ευθύνης. Κατασκευασμένες από τον Κατηγορούμενο ιστορίες που άλλοτε εδράζονται σε οικογενειακά προβλήματα για τα οποία ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει αλλά συνάμα επικαλέστηκε για να επεξηγήσει άγνοια περί της ύπαρξης του εν λόγω οχήματος σήμερα και άλλοτε εδράζονται στην απώλεια μνήμης. Επιλεκτικά ο Κατηγορούμενος τροφοδότησε το Δικαστήριο με γεγονότα τα οποία όσο και αν προσπαθήσει κανείς να συνδυάσει, δεν εκμηδενίζουν τη σχέση του Κατηγορουμένου με το όχημα, όπως ούτε εξηγούν την αναγνώριση του Κατηγορουμένου από το ΜΚ1 και την επίσκεψη του τελευταίου στην οικία του Κατηγορουμένου. Έκδηλη λοιπόν προκύπτει η αντίφαση στα λεγόμενα του Κατηγορουμένου, ενώ ακόμη οι εν λόγω θέσεις κρίνονται αδύνατες να υπερπηδήσουν και να ικανοποιήσουν τη βάσανο της λογικής. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ως αξιόπιστη διαπιστώνω ότι στις 17.03.06 ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος MR608 όταν ο ΜΚ1 ανέκοψε τούτο και ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα ενόσω το φορτίο το οποίο κουβαλούσε, δηλαδή φύκια, δεν ήταν καλυμμένο με προστατευτικό κάλυμμα. Επίσης, διαπιστώνω ότι για το όχημα MR608 δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας όπως ούτε άδεια οδικής χρήσης μεταφορέα Α. Ενόψει των εν λόγω διαπιστώσεων προχωρώ σε εξέταση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Εν σχέσει με την 1η κατηγορία προκύπτει από την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε ως φορτίο φύκια, τα οποία δεν ήταν καλυμμένα με προστατευτικό κάλυμμα. Η υποχρέωση για κάλυψη του φορτίου προκύπτει από το συνδυασμό των κανονισμών 50
(16)(ε) και 72. Η υποπαράγραφος (ε) αναφέρει συγκεκριμένα είδη φορτίων τα οποία πρέπει να μεταφέρονται καλυμμένα. Είναι κατανοητό ότι το φορτίο που ο Κατηγορούμενος μετέφερε δεν εμπίπτει σε αυτά που αναφέρονται ονομαστικά στην εν λόγω υποπαράγραφο. Ό,τι όμως αναφέρεται στην εν λόγω υποπαράγραφο είναι πως καλυμμένο με προστατευτικό κάλυμμα πρέπει να είναι και "οποιοδήποτε άλλο είδος που δύναται να διασκορπιστεί από φύσημα ανέμου ή τους κραδασμούς του οχήματος". Στη δοσμένη περίπτωση εξέτασα τη μαρτυρία και ιδιαίτερα τη μαρτυρία του ΜΚ1 υπό το φως αυτής της προϋπόθεσης. Προκύπτει ότι ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς αυτό το ενεχόμενο, δηλαδή της τυχόν διασκόρπισης του εν λόγω φορτίου. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε στην αναφορά μόνο του είδους του φορτίου, ήτοι φύκια. Κρίνω πως αυτή η αναφορά, εφόσον δεν συγκαταλέγεται σε ότι ο νομοθέτης ρητά επέλεξε να ενσωματώσει στον εν λόγω κανονισμό, δεν αποδεικνύει αυτόματα την κατηγορία. Είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι η μεταφορά του φορτίου χωρίς προστατευτικό κάλυμμα, δύνατο να διασκορπιστεί από φύσημα ανέμου ή κραδασμούς του οχήματος. Η απόδειξη βέβαια της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται (βλ. Λοϊζου ν. Ατυνομία
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365). Η παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας που να αποδεικνύει το στοιχείο της κατηγορίας που προανέφερα, πλήττει συθέμελα την 1η κατηγορία και οδηγεί στην αθώωση και απαλλαγή του Κατηγορουμένου από τούτη. Πέραν της έρευνας των ΜΚ1 και ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε άδεια κυκλοφορίας. Η κατοχή βέβαια τέτοιας άδειας είναι στοιχείο το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως οδηγός του οχήματος, ήταν εις θέση να γνωρίζει και θα μπορούσε εάν υπήρχε τέτοια άδεια να παρουσιάσει τούτην ακόμη και την υστάτη, δηλαδή στο Δικαστήριο (βλ. Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη
(1994)2 ΑΑΔ 206, 211 και Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 231). Η παράλειψη προσκόμισης τέτοιας άδειας σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της έρευνας των ΜΚ1 και ΜΚ2 οδηγεί σε ένα μόνο αποτέλεσμα, ήτοι την απόδειξη της 2ης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την καταδίκη του Κατηγορουμένου στη δεύτερη κατηγορία. Για ότι αφορά την τρίτη κατηγορία έχω ήδη διαπιστώσει παράλειψη έκδοσης πιστοποιητικού καταλληλότητας. Όπως στην περίπτωση της 2ης κατηγορίας έτσι και εδώ ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να αντικρούει τη θέση των ΜΚ1 και ΜΚ2. Παρόλα ταύτα, κρίνω πως τούτο δεν οδηγεί αυτόματα στην καταδίκη του Κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση ο Κατηγορούμενος είναι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος. Ιδιοκτήτης τούτου, σύμφωνα πάντα με την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου. Η πρώτη παράγραφος του κανονισμού 65 αναφέρει ότι όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα που είναι εγγεγραμμένα στο βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό έλεγχο. Στην πέμπτη παράγραφο του ιδίου κανονισμού προκύπτει ότι κατόπιν επιτυχούς επιθεώρησης εκδίδεται πιστοποιητικό στον ιδιοκτήτη ή τον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο. Πουθενά στον εν λόγω κανονισμό δεν προκύπτει ποινικοποίηση της παράλειψης επιθεώρησης και τούτο παρά τις πρόνοιες της παραγράφου 6 του ιδίου κανονισμού. Ερμηνεύοντας τον εν λόγω κανονισμό σε καμιά περίπτωση δεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο οδηγός του οχήματος υποχρεούται να διαπιστώσει προ της χρήσης, δηλαδή οδήγησης, την ύπαρξη τέτοιου πιστοποιητικού. Σημειώνω ότι ο κανονισμός 72 ο οποίος ανάγει σε κολάσιμη πράξη την παράβαση οποιουδήποτε από τους εν λόγω κανονισμούς, δεν δύνανται να αποβεί βοηθητικός. Καταλήγω σε τούτο εφόσον αναφορικά με την ερμηνεία ποινικών διατάξεων σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου
(1995)2 ΑΑΔ 128 όπου στη σελ. 133 έως 134 λέχθηκε ότι: "Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση στην αντίκρυση του στοιχείου (v) θα αντιστρατευόταν την καθιερωμένη αρχή ότι, προκειμένου περί της δημιουργίας ποινικής ευθύνης, οι διατάξεις ερμηνεύονται αυστηρά δίχως δυνατότητα για στήριξη έννοιας με υπονοούμενα και δίχως χώρο για ασάφεια. Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα. Πρόσφατη υπενθύμιση αυτής της αρχής αποτελεί η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους"." Πρέπει, πιστεύω, να εκληφθεί πως η αναφορά στον κανονισμό 72 "παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις των παρόντων κανονισμών" δεν ερμηνεύεται αυστηρά εννοώντας κάθε κανονισμό, αλλά μόνο κανονισμούς που δημιουργούν αδίκημα. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον μάλιστα αρκετοί κανονισμοί ή διατάξεις τούτων αφορούν είτε δικαιώματα είτε διαδικασία. Για παράδειγμα η παράγραφος 3 του κανονισμού 65 αναφέρεται σε διαδικασία, δηλαδή ποιος ενεργεί τον τεχνικό έλεγχο. Εάν δεν ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία και διενεργηθεί τεχνικός έλεγχος από μη επιθεωρητή, δεν σημαίνει ότι το πρόσωπο που διενεργεί τον έλεγχο υπόκειται σε τιμωρία σύμφωνα με τον κανονισμό 72 επειδή διενήργησε τέτοιο έλεγχο. Απλώς δεν θα ευρίσκεται σε ισχύ νομότυπος τεχνικός έλεγχος και δεν θα είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας. Κρίνω ότι ευχερέστερη γίνεται η αντίληψη της πρόθεσης του νομοθέτη αναφορικά με τον κανονισμό 65 αντιδιαστέλλοντας τούτον με τον κανονισμό 17
(1), αντικείμενο της 2ης κατηγορίας. Στον κανονισμό 65 διαπιστώνεται η απουσία ρητής απαγόρευσης αλλά και η απουσία ρητής απαγόρευσης για πρόσωπο άλλο από τον ιδιοκτήτη. Ο Κανονισμός 65 δεν επιβάλλει στον κάθε οδηγό του οχήματος γνώση σχετική της έκδοσης πιστοποιητικού καταλληλότητας. Ο Κανονισμός 17
(1)όμως ρητά απαγορεύει τόσο τη χρήση όσο και την οδήγηση, δηλαδή από τον οποιοδήποτε και όχι μόνο τον ιδιοκτήτη. Αν και στον κανονισμό 65 ο νομοθέτης επιθυμούσε ανάλογη απαγόρευση, είχε κάθε ευχέρεια να χρησιμοποιήσει την ίδια τακτική ως με τον κανονισμό 17
(1)και να δηλώσει τούτο ρητά και απερίφραστα. Περαιτέρω, ο κανονισμός 8
(1), σχετικός της εγγραφής οχήματος, αναφέρει ότι πιστοποιητικό εγγραφής λαμβάνει ο ιδιοκτήτης. Εμμέσως λοιπόν, από τον συνδυασμό των κανονισμών 8
(1), 65 και 72 προκύπτει ότι ο περιοδικός έλεγχος στον οποίο υπόκεινται εγγεγραμμένα οχήματα εάν επηρεάζει οιονδήποτε τούτος είναι ο ιδιοκτήτης και όχι άλλο πρόσωπο, εφόσον μάλιστα η εγγραφή και ύπαρξη οχήματος δεν είναι αυθύπαρκτη. Προκύπτει τούτη μέσω του ιδιοκτήτη. Καταλήγω λοιπόν ότι ο κανονισμός 65, τουλάχιστον για ότι αφορά τυχαίο οδηγό δεν δημιουργεί αδίκημα. Εν πάση όμως περιπτώσει, για σκοπούς προβληματισμού των αρμοδίων και μόνο, αναφέρω ότι αμφίβολη κρίνω και την ποινική ευθύνη ιδιοκτήτη. Στη δοσμένη περίπτωση, έχοντας καταλήξει ότι ο κανονισμός 65 δεν δημιουργεί αδίκημα εναντίον τυχαίου οδηγού ως ο Κατηγορούμενος, αποκλειστική ατραπός είναι εκείνη της απαλλαγής του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου, πιο πάνω). Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται στην 3η κατηγορία. Τέλος, στρέφομαι στην 4η κατηγορία. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, ως τούτες προέκυψαν από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αλλά και ένεκα της παράλειψης παρουσίασης οιασδήποτε άδειας από μέρους του Κατηγορουμένου (βλ. Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη (πιο πάνω) και Ζυπιτής ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)), καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δυνάμει όλων των πιο πάνω βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες 2 και 3 ενώ αθωώνω τούτο στην 1η κατηγορία και τον απαλλάσσω ποινικής ευθύνης από τη 2η κατηγορία. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο