Δημοκρατία ν. Κ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 2/07, 6 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:5 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2/07 Δημοκρατία ν. Κ. Κ. Κατηγορουμένου ------------------------------------------ Ημερομηνία: 6 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στεφάνου με κα Χ" Αθανασίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σαβεριάδης με κ. Χριστοδούλου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης με διαταγή του Δικαστηρίου) Ο κατηγορούμενος είναι πατέρας της παραπονούμενης (ΜΚ2), η οποία τον ερχόμενο Ιούλιο θα συμπληρώσει τα 14 της χρόνια. Η Κατηγορούσα Αρχή μέσα από τη μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, με προεξάρχουσα αυτήν της παραπονούμενης, επιχείρησε να τεκμηριώσει εναντίον του κατηγορούμενου μία σειρά από κατηγορίες σοβαρής μορφής. Συγκεκριμένα ότι αυτός σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 1998 και 2005 εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη κόρη του (1η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου), της επιτέθηκε άσεμνα (8η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) και ότι με την όλη συμπεριφορά του της προκάλεσε ψυχική (3η, 5η και 7η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου) και, επίσης, σεξουαλική βλάβη (4η και 6η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου). Μέσα από τη μαρτυρία προβάλλει μία σειρά γεγονότων που παραμένουν ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση. Κρίνουμε σκόπιμο να τα παρεμβάλουμε σε αυτό το στάδιο, ούτως ώστε να αποφευχθεί αφενός η παράθεση αχρείαστης μαρτυρίας και αφετέρου να καταστεί ευκολότερα κατανοητή η παρακολούθηση της απόφασης του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος ήταν νυμφευμένος με την ΜΚ5, μητέρα της παραπονούμενης. Από το γάμο τους απέκτησαν ακόμη τρία παιδιά, αγόρια. Τα δύο από αυτά (ΜΚ6 και ΜΥ2) είναι μεγαλύτερα από την παραπονούμενη και το τρίτον ένα περίπου χρόνο μικρότερο της. Oι μεταξύ των συζύγων σχέσεις δεν ήταν αρμονικές με αποτέλεσμα το ζεύγος να οδηγηθεί σε διάσταση, γεγονός που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του
- Τον επόμενο χρόνο εκδόθηκε το μεταξύ τους διαζύγιο. Από τον Ιούνιο του 1998 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο μεν κατηγορούμενος διέμενε στο σπίτι της οικογένειας, στο Παραλίμνι (θα αναφέρεται στη συνέχεια της απόφαση ως "το σπίτι"), η δε σύζυγος του μαζί με τα παιδιά τους στο σπίτι της μητέρας της το οποίο βρίσκεται σε άλλο χωριό της περιοχής. Με την έναρξη του σχολικού έτους, τον Σεπτέμβριο του 1998, ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σπίτι προκειμένου να επιστρέψουν σ΄ αυτό η σύζυγος και τα παιδιά τους. Από τότε διαμένει σε διαμέρισμα, στη Δερύνεια (θα αναφέρεται στη συνέχεια της απόφασης ως "το διαμέρισμα"). Με συμφωνία που έλαβε χώρα μεταξύ των συζύγων διευθετήθηκε όπως ο κατηγορούμενος επικοινωνεί με τα παιδιά μία φορά την εβδομάδα και κάθε δεύτερη Κυριακή του μήνα. Τις μέρες αυτές τα μετέφερνε στο διαμέρισμα. Η διευθέτηση αυτή λειτουργούσε, σε γενικές γραμμές, μέχρι και το έτος
- Μεταξύ των πρώην συζύγων παρέμεινε εκκρεμότητα σχετικά με τη διεκδίκηση του σπιτιού. Προς λύση της ο κατηγορούμενος καταχώρησε σχετική αίτηση σε αρμόδιο Δικαστήριο. Η αίτηση αυτή αποσύρθηκε σε κατοπινό στάδιο. Το διαμέρισμα βρίσκεται στο δεύτερον όροφο πολυκατοικίας και αποτελείται από σαλόνι-κουζίνα, χώρους υγιεινής και δύο υπνοδωμάτια. Τα υπνοδωμάτια αυτά βρίσκονται σε απόσταση μερικών μέτρων από το σαλόνι. Το ένα χρησιμοποιείται από τον κατηγορούμενο και το δεύτερο από τα παιδιά, όταν αυτά τον επισκεπτόντουσαν. Σ΄ αυτό υπάρχουν τέσσερα κρεβάτια, σε διάταξη δύο πάνω και δύο κάτω. Το κρεβάτι της παραπονούμενης ήταν ένα από τα κάτω. Στο υπνοδωμάτιο των παιδιών υπήρχαν επίσης δύο παράθυρα, ένα εκ των οποίων βρίσκεται πλησίον του κρεβατιού της παραπονούμενης. Καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους στο σαλόνι υπήρχε ηλεκτρονικό παιχνίδι τύπου Play station και στο υπνοδωμάτιο των παιδιών τηλεόραση και παιχνίδι τύπου Nintendo. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται στη θέση της ΜΚ2 σύμφωνα με την οποία σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων δεχόταν άσεμνες επιθέσεις, διαφόρων μορφών, από τον κατηγορούμενο. Καθορίζει δε ως πρώτη φορά εκδήλωσης αυτής της συμπεριφοράς κάποια μέρα του 1998 και ως χώρο το υπνοδωμάτιο των γονέων της στο σπίτι. Όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις τις θέτει να λαμβάνουν χώρα στο διαμέρισμα. Τις περισσότερες από τις φορές αυτές στο υπνοδωμάτιο των παιδιών και κάποιες άλλες στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση αρνείται το σύνολο των κατηγοριών. Θέση της είναι ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα γεγονότα όπως τα περιγράφει η παραπονούμενη. Αφήνει δε να αιωρείται ότι αυτή προέβηκε σε ψευδή καταγγελία εκδικητικά και παροτρυνόμενη από τη μητέρα της. Στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης θα θέσουμε αναλυτικά την προσέγγιση της υπεράσπισης και ανάλογα θα την εξετάσουμε. Η φύση της υπόθεσης και η αποκλειστική στήριξη των θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής στην αξιοπιστία και μόνο της ουσιωδέστερης μάρτυρας της, της παραπονούμενης, καθιστά επιτακτική την λεπτομερή καταγραφή της μαρτυρίας της. Θα την παραθέσουμε, με όλη την αναγκαία λεπτομέρεια, όπως αυτή προβλήθηκε αρχικά μέσα από την οπτικογραφημένη κατάθεση της στην Αστυνομία, η οποία εκ συμφώνου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 ενώπιον μας και στη συνέχεια μέσα από το υπόλοιπο μέρος της προφορικής της κατάθεσης στο Δικαστήριο. Θα καταγράψουμε ακολούθως τη μαρτυρία της όπως αυτή προβάλλει μέσα από την αντεξέταση. Παρεμβάλλουμε απλώς ότι η λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης λήφθηκε με βάση τον περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο, Ν.119(Ι)/00, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Ν.212(Ι)/04 και τον περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμο Ν.95(Ι)/
- Κατατέθηκε δε ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση τις σχετικές πρόνοιες των πιο πάνω Νόμων και με αποδεκτή τη θέση ότι τηρήθηκαν όλοι οι κανόνες λήψης της, καθώς επίσης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις παρουσίασης της στο Δικαστήριο ως μαρτυρίας. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση της η παραπονούμενη περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισε να της επιτίθεται άσεμνα ο κατηγορούμενος και δίνει λεπτομέρειες της όλης συμπεριφοράς του. Σύμφωνα με αυτήν το παράπονο της εναντίον του πατέρα της είναι ότι την ενοχλούσε σεξουαλικά. Καθόρισε ότι πριν πολλά χρόνια, κατά το χρονικό διάστημα που οι γονείς της ήταν σε διάσταση και ο πατέρας της διέμενε μόνος στο σπίτι, την έφερε η μητέρα της μαζί με τα άλλα της αδέλφια για να τον δουν. Ήταν τότε ηλικίας πέντε περίπου χρονών. Ανέβηκε μόνη της στο υπνοδωμάτιο των γονέων της και εκεί βρήκε γυμνό τον πατέρα της. Τότε "τζιαι τζιαμέ ας πούμε εκούντησε με τζιαι αγκάλιασε με τζιαι έτσι ας πούμε (παύση) προσπάθησε να τον φιλήσω τζιαι έτσι (παύση) αλλά εγώ εν εκαταλάμβαινα ότι ήταν κάτι κακό". Δίνοντας ακολούθως λεπτομέρειες του συγκεκριμένου συμβάντος κατέθεσε ότι ο πατέρας της ξάπλωνε στο κρεβάτι ανάσκελα χωρίς να είναι σκεπασμένος. Ήταν καλοκαίρι και η ίδια φορούσε κοντό παντελονάκι. Τον ρώτησε: "παπά γιατί είσαι έτσι;" αλλά αυτός αντί απάντησης την τράβηξε "να ρτω τζιαι εγώ πας το κρεβάτι". Η ίδια εκείνη τη στιγμή "εν εθεώρουν ότι εν κάτι κακό γιατί εν ήξερα". Αφού την τράβηξε πάνω στο κρεβάτι άρχισε να βάζει το χέρι του πάνω στο παντελόνι της, στο σημείο των γεννητικών της οργάνων. Όπως αντιλήφθηκε δεν την χάιδεψε αλλά "μόνο έτζιησε μου". Μετά από αυτό το περιστατικό ο πατέρας της συνέχισε να προβαίνει σε διάφορες άσεμνες πράξεις. Οι πράξεις αυτές λάμβαναν χώρα στο διαμέρισμα όταν η παραπονούμενη μαζί με τα αδέλφια της τον επισκεπτόντουσαν. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, τις περισσότερες φορές που τον επισκεπτόταν, μεταξύ των ετών 1999-2005, ο κατηγορούμενος πήγαινε στο υπνοδωμάτιο της, έκλεινε την πόρτα και ξάπλωνε στο κρεβάτι μαζί της. Στα πρώτα χρόνια την χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα και παίρνοντας της το χέρι την πίεζε να του χαϊδέψει "το πουλί του". Στη συνέχεια της ζητούσε να τον φιλήσει στο πέος του. Αυτό έγινε τρεις με τέσσερις φορές. Η ίδια δεν το έκανε παρά μόνο μία φορά όταν, παρά την προσπάθεια της να φύγει από το δωμάτιο, ο κατηγορούμενους "εκούντησε με τζιαι εφίλησα τον". Διευκρινίζοντας ανέφερε "ετράβησεν με πάνω του". Αυτή θύμωσε γιατί δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο κατηγορούμενος "εν εδέχετουν" και την τραβούσε. Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια προτού πάει γυμνάσιο, ο πατέρας της προσπάθησε κατ΄ επανάληψη να της βάλει "το γεννητικό του όργανο στον κώλο μου, στον ποπό". Η ίδια ένιωθε πόνο. Παρά τις προσπάθειες του όμως ο κατηγορούμενος δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει την πράξη του. Της έλεγε ότι δεν μπορούσε να μπει γιατί ακόμη είναι μικρή. Ο πατέρας της προτού επιχειρήσει τα πιο πάνω της έβγαζε κάποια από τα ρούχα. Σε κάποιες από τις περιπτώσεις παρόμοιες πράξεις λάμβαναν χώρα και στο δωμάτιο του κατηγορούμενου. Επεξηγώντας λεπτομερώς τα πιο πάνω η παραπονούμενη ανέφερε: "προσπάθαν να μου βάλει το πράμαν του στον ποπό μου αλλά εν τα κατάφερε γιατί εν έμπαινε". Διευκρίνισε δε ότι η ίδια κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος επιχειρούσε να το πράξει ήταν, συνήθως, ξαπλωμένη στο πλάι και τα χέρια του της άγγιζαν το στήθος. Κάποιες άλλες φορές "ελάλεν μου να γυρίσω μπρούμυτα τζιαι έπεφτεν που πάνω μου". Ότι της έλεγε έκανε "επειδή εφοούμουν γιατί μία φορά είπα του ότι εν θέλω τζιαι άλλο λλίον να με δέρει. Έσπρωξα τον για να φύω τζιαι εκούντησε με τζιαι εθύμωσεν". Μερικές φορές όταν την άγγιζε ή προσπαθούσε να μπει πίσω της "ανάσαινε έτσι, έτσι πολύ δυνατά τζιαι γλήορα". Όταν γινόντουσαν όλα αυτά, τα υπόλοιπα παιδιά βρισκόντουσαν στο σαλόνι όπου έπαιζαν "play station". Λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου η παραπονούμενη, πάντα σύμφωνα με την οπτικογραφημένη κατάθεση της, κάποιες φορές δεν ήθελε να πηγαίνει στο διαμέρισμα. Η μητέρα της όμως την παρότρυνε να πηγαίνει, καθ΄ ότι δεν γνώριζε "ήντα που εγινίσκετουν". Τα Χριστούγεννα του 2005 και ενώ η μητέρα της μαζί με τη θεία της και τη γιαγιά της συζητούσαν ένα θέμα σχετικά με άνδρες, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι "εν θέλω τον παπά μου". Η μητέρα της την ρώτησε για ποιο λόγο και αυτή της εξιστόρησε τι συνέβαινε. Λίγο αργότερα εκμυστηρεύτηκε σχετικά και στη δασκάλα του χορού της, με την οποία είχαν ιδιαίτερη σχέση. Το ανέφερε επίσης και σε ένα από τους αδελφούς της, τον ΜΥ
- Από τότε που το ανέφερε στη μητέρα της δεν ξαναπήγε στο διαμέρισμα. Μαζί με τη μητέρα της και τα αδέλφια της επισκέφτηκαν στη συνέχεια ψυχολόγο στον οποίο δυσκολευόταν να περιγράψει τι συνέβηκε καθ΄ ότι "εν ήξερα ίνταλως να το πω". Η παραπονούμενη κατέθεσε επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην έκταση βεβαίως που αυτό ήταν επιτρεπτό με δεδομένη την προηγηθείσα κατάθεση ως μαρτυρίας της οπτικογραφημένης κατάθεσης της και κατ΄ ακολουθία των περιορισμών του άρθρου 11(α) του Ν.95(Ι)/2001 και του άρθρου 13 του Ν.119(Ι)/
- Διευκρίνισε χρονικά πότε έλαβαν χώρα κάποια από τα περιστατικά που περιέγραψε. Σε σχέση με τα συμβάντα στο διαμέρισμα κατέθεσε ότι χρονικά αυτά άρχισαν να συμβαίνουν σχεδόν από τις πρώτες φορές που τον επισκεπτόταν. Όταν την ανάγκασε να του φιλήσει το πέος του η ίδια ήταν πέμπτη - έκτη τάξη του δημοτικού. Γυμνάσιο πήγε το
- Ως προς το πως ένιωθε η παραπονούμενη από την όλη κατάσταση απάντησε: "εν μου άρεσκεν ότι εγινήσκετουν, ένιωθα διαφορετική από τις άλλες συμμαθήτριες μου και μερικές φορές όταν ήμουν μέσα στο δωμάτιο μου έκλαια". Διευκρίνισε επίσης ότι όταν ο πατέρας της την έβαλλε να αγγίζει το πέος του "μου έπιανε το χέρι μου και το έβαζε στο πέος του και προσπάθαν να το πιέζω πάνω κάτω. Εκείνη την ώρα ανέσαινε βαθιά και απ΄ ότι άκουγα ήταν πιο γρήγορη η ανάσα του". Αρχές της πρώτης γυμνασίου, όπως εξήγησε ένα περίπου μήνα μετά που άρχισε να πηγαίνει γυμνάσιο, σταμάτησε να επισκέπτεται τον πατέρα της. Αντεξεταζόμενη γύρω από τις συνθήκες που αντίκρισε για πρώτη φορά γυμνό τον πατέρα της στο υπνοδωμάτιο των γονέων της, στο Παραλίμνι, ανέφερε ότι η ίδια ήταν ηλικίας πέντε χρονών τότε και διέμενε στη γιαγιά της καθότι οι γονείς της ήταν σε διάσταση. Επισκέφθηκε τον πατέρα της ο οποίος διέμενε στο σπίτι τους. Την είχε φέρει η μητέρα της μαζί με τα αδέλφια της για να τον δουν και η ίδια έφυγε για τη δουλειά της. Ψάχνοντας τον βρήκε στο δωμάτιο του. Ήταν γυμνός και προσπάθησε να την φιλήσει αγγίζοντας την ταυτόχρονα "στο πουλί μου". Σε υποβολή που ακολούθησε ότι λέγει ψέματα απάντησε: "εγώ το έζησα, εγώ το ξέρω. Εγώ σας λέγω τι είπα. Τι είδα." Περιέγραψε στη συνέχεια το διαμέρισμα στη Δερύνεια. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα δύο παράθυρα που έχει στο δωμάτιο της, ένα εκ των οποίων βρίσκεται λίγο πάνω από το κρεβάτι της. Το δεύτερο βρίσκεται απέναντι και "λίγο λοξά". Από αυτό το παράθυρο μπορείς να δεις τα παράθυρα μιας πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται σε απόσταση μερικών μέτρων. Δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο στα παράθυρα του υπνοδωματίου της υπήρχαν κουρτίνες. Στη θέση της υπεράσπισης ότι "αυτά τα παράθυρα όλο τον καιρό που πήγαινες στον πατέρα σου μέχρι που σταμάτησες να πηγαίνεις δεν είχε κουρτίνες;" η παραπονούμενη απάντησε: "μπορεί να μην είχε, αλλά όμως θέλω να σας πω επειδή είχε τέσσερα κρεβάτια, είχε δύο ενωμένα γραφεία πάνω στα κρεβάτια μαζί με βιβλιοθήκη στο δωμάτιο με ένα μικρό περιθώριο, μικρή πορτούλα, όχι πορτούλα ένα μικρό περιθώριο για να πας, ήταν πολύ πυκνωμένα." Επανέλαβε ότι ανέφερε στη μητέρα της σχετικά με τη συμπεριφορά του πατέρα της τα Χριστούγεννα του 2005, προσθέτοντας ότι απ΄ εκείνη την περίοδο και μετά μόνο μία φορά πήγε στο διαμέρισμα όταν της το ζήτησε ο μικρότερος αδελφός της για να παίξουν μαζί play station. Η ίδια συμφώνησε να πάει αφού τη διαβεβαίωσε ο αδελφός της ότι δεν θα την αφήσει μόνη της. Έτσι δεν θα έβρισκε ευκαιρία ο πατέρας της να την ενοχλήσει. Αντεξετάστηκε σε έκταση σε σχέση με συγκεκριμένες άσεμνες πράξεις που αποδίδει στον πατέρα της. Επανέλαβε ότι την πίεσε τρεις φορές να του φιλήσει το πέος, αλλά τελικά το φίλησε μόνο μία φορά. Επανέλαβε επίσης ότι ο πατέρας της προσπάθησε πολλές φορές, τις περισσότερες στο δωμάτιο της στο διαμέρισμα, να βάλει το πέος του "στον ποπό μου". Τελευταία φορά που έγινε αυτό ήταν το καλοκαίρι προτού πάει στην πρώτη τάξη του γυμνασίου. Διευκρίνισε επίσης ότι συνήθως γινόντουσαν τα ίδια πράγματα και ότι χρονικά διαρκούσαν 10 με 15 λεπτά κάθε φορά. Αρνούμενη υποβολή ότι τίποτε σχετικό δεν έλαβε χώρα απάντησε, κλαίοντας: "Εγώ ένη ξέρω; Εγώ το έζησα, δεν μπορεί κανένας να το αμφισβητήσει, μακάρι να μην εγινισκούνταν τούτα ούλλα τζιαι δεν θα έκαμνα τίποτε. Κανένα μωρό δεν θα έκαμνε έτσι. Τζιαι καλομαθημένη με είχαν, δεν είχα λόγο να πω ψέματα". Ρωτήθηκε στη συνέχεια, "Kαταρχήν τον πατέρα σου τον αγαπούσες;" και απάντησε "Ναι, γιατί είναι πατέρας μου. Είναι πατέρας μου αλλά έκαμνε ήντα που έκαμνε, είναι διάφορα τα συναισθήματα." Επεξηγώντας κάτω από ποιες συνθήκες βρισκόταν μόνη της στο δωμάτιο με τον πατέρα της, ανέφερε ότι αυτό γινόταν συνήθως όταν τα υπόλοιπα αδέλφια της έπαιζαν play station στο σαλόνι. Ήταν ένα παιχνίδι που τους άρεσε πολύ "και ήταν συνέχεια εκεί και έπαιζαν. Δεν σκέφτηκαν ότι κάτι θα συνέβαινε και να έρθουν". Το τελευταίο μάλιστα διάστημα οι παρενοχλήσεις του πατέρα της ήταν συχνότερες καθότι τα μεγαλύτερα αδέλφια της δεν πήγαιναν στο διαμέρισμα και έτσι "το έκανε πιο συχνά γιατί έβρισκε παραπάνω ευκαιρία". Θέση της παραπονούμενης ήταν ότι η επίσκεψη σε ψυχολόγο έλαβε χώρα μετά από απόφαση της μητέρας της. Στον ψυχολόγο ανέφερε σε γενικές γραμμές τα γεγονότα. Η δε καταγγελία στην Αστυνομία έγινε μετά από προτροπή του ψυχολόγου αυτού. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε ακριβώς επισκέφτηκαν τον ψυχολόγο, γεγονός που οδήγησε τον συνήγορο υπεράσπισης να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της και ως προς τα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα. Η παραπονούμενη απάντησε σχετικά: "Ναι, αυτά είναι τραυματικές εμπειρίες. Τις θυμάσαι. Σου μένουν. Αλλά για να πας ψυχολόγο δεν πιάνουμε λεπτομέρειες". Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ακόμη επτά μάρτυρες. Η Γυν. Λοχίας 333 (ΜΚ1), ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ3), ο Λοχίας 2355 (ΜΚ4), η μητέρα και ο μεγαλύτερος αδελφός της παραπονούμενης (ΜΚ5 και 6 αντίστοιχα) , ο παιδοψυχίατρος Νεόφυτος Παπανεοφύτου (ΜΚ7) και η δασκάλα χορού της παραπονουμένης (ΜΚ8). Καταγράφουμε, συνοπτικά, τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών. Σε κατάλληλο στάδιο της απόφασης θα επανέλθουμε παρεμβάλλοντας τα ουσιαστικά για την υπόθεση μέρη της και αξιολογώντας τα μέσα στο όλο πλέγμα των κατηγοριών και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η ΜΚ1 υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Είναι τοποθετημένη στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Πρόληψης - Καταπολέμησης της Βίας στην Οικογένεια. Την 26.4.06 έλαβε σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης. Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει οι συνθήκες και το νομότυπο λήψης της δεν αμφισβητήθηκαν και οδήγησαν στην από κοινού κατάθεση της ως μαρτυρίας, Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση της αμφισβητήθηκε ο τρόπος υποβολής εκ μέρους της ερωτήσεων προς την παραπονούμενη κατά την πορεία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας γνωρίζοντας τα γεγονότα από κατάθεση που έλαβε από τη μητέρα της παραπονούμενης, καθοδηγούσε την τελευταία προκειμένου να αποσπάσει απαντήσεις που θα βοηθούσαν στην τεκμηρίωση των κατηγοριών. Ο ΜΚ3 εξέτασε την παραπονούμενη στις 27.6.06, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο έφερε οποιεσδήποτε κακώσεις. Αποτέλεσμα της εξέτασης του ήταν το εύρημα του ότι η παραπονούμενη δεν έφερε οτιδήποτε το αφύσικο. Δεν βρήκε ούτε κάκωση στον πρωκτό, ούτε ρήξη του παρθενικού υμένα. Ο ΜΚ4 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Στις 20.4.06 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και στη συνέχεια στο Αρχηγείο Αστυνομίας από τη μητέρα της παραπονούμενης ότι ο σύζυγος της κακοποιούσε και παρενοχλούσε σεξουαλικά την παραπονούμενη. Στις 6.7.06 ανέκρινε τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9). Αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Στις 26.10.06 τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 10) και αυτός απάντησε "δεν παραδέχομαι". Η λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου καθυστέρησε λόγω παράκλησης της μητέρας της παραπονούμενης, η οποία ήθελε να τελειώσει πρώτα το σχολικό έτος για να μην επηρεαστεί η ανήλικη κόρη της. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο ενημερώθηκε από τη μητέρα της παραπονούμενης για τους λόγους καθυστέρησης υποβολής καταγγελίας. Απάντησε ότι αυτή του ανέφερε πως η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι υπέστη σοκ και χρειάστηκε χρόνο να το ξεπεράσει. Του ανέφερε επίσης ότι αναζήτησε βοήθεια και συμβουλή από ψυχολόγο και στη συνέχεια αποτάθηκε στην Αστυνομία. Η μητέρα της παραπονούμενης (ΜΚ5) κατέθεσε γύρω από τις σχέσεις της με τον πρώην σύζυγο της - κατηγορούμενο και την επικοινωνία που είχε αυτός με τα παιδιά τους μεταξύ των ετών 1998-
- Ανέφερε ότι η παραπονούμενη πολλές φορές "γκρίνιαζε" λέγοντας της ότι δεν ήθελε να πηγαίνει στον πατέρα της. Η ίδια την προέτρεπε να πηγαίνει. Η γκρίνια αυτή άρχισε από τότε που η παραπονούμενη ήταν έξι με επτά ετών και κράτησε, περίπου, μέχρι τον Οκτώβριο περίπου του 2005, οπόταν και σταμάτησε να πηγαίνει στον πατέρα της. Η παραπονούμενη της έδωσε ως δικαιολογητικό της άρνησης της να πηγαίνει στον πατέρα της ότι αυτός την βρίζει. Λίγο αργότερα, αμέσως πριν τα Χριστούγεννα του 2005, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ο πατέρας της την παρενοχλεί σεξουαλικά. Αυτό έγινε σε κάποια στιγμή που η μάρτυρας μαζί με την αδελφή της και τη μητέρα τους συζητούσαν, με αφορμή γεγονός που συνέβηκε σε γνωστή τους, γύρω από τις σχέσεις ανδρών - γυναικών. Όταν η παραπονούμενη αναφέρθηκε στις παρενοχλήσεις του πατέρα της ήταν συγχυσμένη και έκλαιε. Τόσο η μάρτυρας, όσο και η αδελφή της και μητέρα τους "σοκαρίστηκαν". Όπως κατέθεσε: "κλάψαμε όλες μαζί". Αρχικά δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε μπορούσε να αποφασίσει ποιο ήταν το σωστό ούτως ώστε να μην επηρεαστεί η παραπονούμενη και τα άλλα παιδιά της. Συζητώντας το όλο ζήτημα με την αδελφή της αποφάσισε να αποταθεί σε ψυχολόγο. Πήγε τον Απρίλιο του
- Μετά από συμβουλή του αποτάθηκαν σε ειδικό τμήμα της Αστυνομίας για να καταγγείλουν την όλη υπόθεση. Έτσι και έπραξε λίγες μέρες μετά, κατά την περίοδο των διακοπών του Πάσχα. Διευκρίνισε η μάρτυρας ότι η παραπονούμενη δεν έλεγε ούτε στην ίδια λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης παρενόχλησης της. Μόνο όταν ξεσπούσε της έλεγε κάποιες λεπτομέρειες. Για το λόγο αυτό, επειδή δηλαδή δεν μπορούσε να εκφραστεί και μετά από προτροπή του ψυχολόγου της, η παραπονούμενη έγραψε λεπτομέρειες σε σημείωμα - επιστολή που ετοίμασε (Τεκμήριο 15). Μετά την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία ένας από τους αδελφούς του κατηγορούμενου, ο ΜΥ1, με τον οποίο η μάρτυρας διατηρούσε ακόμη σχέσεις και μετά το διαζύγιο, τους επισκέφθηκε στο σπίτι μαζί με τη σύζυγο του για να πληροφορηθούν τι έγινε. Δεν πίστευε ότι ο αδελφός του έκανε οτιδήποτε. Κατά τη συνάντηση παρούσα σε κάποια στιγμή ήταν και η παραπονούμενη, η οποία όμως δεν μπορούσε να εκφραστεί και να δώσει λεπτομέρειες. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε σε έκταση στις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο και στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους και οι οποίες οδήγησαν στο χωρισμό τους. Έδωσε επίσης λεπτομέρειες γύρω από τις επισκέψεις της οικογένειας στο ψυχολόγο. Ως προς τη συχνότητα των επαφών που είχε η παραπονούμενη με τον πατέρα της, ήταν η θέση της ότι αυτή τον επισκέφθηκε μία φορά μόνο μετά τα Χριστούγεννα του
- Αιτιολογώντας τους λόγους καθυστέρησης καταγγελίας στην Αστυνομία, ανέφερε ότι φοβόταν να το πράξει γιατί δεν ήθελε να γίνει γνωστό το συμβάν και ως εκ τούτου θα έπρεπε να εξασφαλίσει ότι η καταγγελία θα καλυπτόταν από εχεμύθεια. Πρόσθεσε, σχετικά, ότι η παραπονούμενη της είχε αναφέρει: "δεν θέλω να το μάθουν οι φίλες μου". Ο ΜΚ6, γιος του κατηγορούμενου και αδελφός της παραπονούμενης, κατέθεσε ότι πληροφορήθηκε από τη μητέρα του τους ισχυρισμούς της αδελφής του. Μετά από αυτό όλη η οικογένεια άρχισε να επισκέπτεται ψυχολόγο στη Λάρνακα. Ο ίδιος προσπάθησε να μιλήσει στην αδελφή του αλλά η τελευταία δεν μπορούσε να του αναφέρει πολλά πράγματα. Έκλαιε και του είπε ότι ο πατέρας τους την παρενοχλούσε σεξουαλικά και την εξανάγκαζε να τον αγγίζει και να τον χαϊδεύει με το χέρι της στο πέος του. Πρόσθεσε ο μάρτυρας ότι τα τελευταία χρόνια σταμάτησε να πηγαίνει στον πατέρα του. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι σταμάτησε να πηγαίνει γιατί μεγάλωσε και γιατί τσακώθηκε σε κάποιο στάδιο με τον πατέρα του. Έδωσε λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση του υπνοδωματίου τους στο διαμέρισμα και επεξήγησε ότι εξαρτάται από τον τόπο που κάθεται κάποιος στο κρεβάτι της παραπονούμενης το πόσο καλά μπορεί να δει έξω από το παράθυρο. Διευκρίνισε επίσης ότι στα παράθυρα σε κάποιο χρονικό διάστημα τοποθετήθηκε πλαστικό, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει πότε ακριβώς έγινε αυτό. Κατέθεσε επίσης ότι όταν επισκεπτόταν μαζί με τα αδέλφια του τον πατέρα τους, τα αγόρια και ο πατέρας συνήθιζαν να παίζουν play station. Η παραπονούμενη σπάνια έπαιζε μαζί τους. Συνήθως ήταν στο δωμάτιο της και έβλεπε τηλεόραση. Κάποτε έβρισκε και τον πατέρα του εκεί να κάνει το ίδιο. Πρόσθεσε ο μάρτυρας ότι όταν ο πατέρας του βρισκόταν στο δωμάτιο αυτό "κάποτε η πόρτα είναι ανοικτή, κάποτε κλειστή, γιατί έχει και κλιματισμό και δεν μπορεί να μένει ανοικτή συνέχεια". Σε μία περίπτωση είδε ο μάρτυρας την παραπονούμενη να βγαίνει από το δωμάτιο του πατέρα τους και να του λέγει: "θα δεις τι θα σου κάνω και θα σε καταγγείλω στην Αστυνομία". Δέχθηκε τέλος αντεξεταζόμενος ότι η παραπονούμενη δεν του ανέφερε ότι ο πατέρας τους την έβαλε να φιλήσει το πέος του, ούτε ότι προσπάθησε να το βάλει στον πρωκτό της. Του ανέφερε μόνο σε γενικές γραμμές ότι "ο παπάς πειράζει με" και ότι μια μέρα στο κρεβάτι της έπεσε πίσω της και έβαλε το χέρι του στα γεννητικά της όργανα. Ο ΜΚ7 είναι νευρολόγος ψυχίατρος και παιδοψυχίατρος. Εξέτασε σε πολλές περιπτώσεις παιδιά θύματα σεξουαλικής βίας. Υπό την ειδικότητα του ως παιδοψυχίατρος παρακολουθούσε από τον Απρίλιο του 2006 την παραπονούμενη. Διαπίστωσε να παρουσιάζει συναισθηματική διαταραχή με κύρια χαρακτηριστικά ιδέες αναξιότητας, αυτομομφής, ενοχής και μελαγχολίας. Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων τού περιέγραψε συνεχή παρενόχληση από τον πατέρα της, από μικρής ηλικίας μέχρι και 12 ετών. Ο ίδιος συμβούλεψε τη μητέρα να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές και την έφερε σε επαφή με το αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας. Μετά από προτροπή του και λόγω της αδυναμίας της παραπονούμενης να εκφραστεί με λεπτομέρεια στη μητέρα της ως προς τα ισχυριζόμενα συμβάντα, η παραπονούμενη τα κατέγραψε σε επιστολή της προς τη μητέρα της (Τεκμήριο 15). Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι η συναισθηματική διαταραχή της παραπονούμενης είχε ως αιτία τις σκέψεις γύρω από τα περιστατικά της παρενόχλησης. Ένιωθε ενοχές για την κατάσταση, θεωρούσε ότι ήταν διαφορετική από άλλα κορίτσια της ηλικίας της, ότι είχε κάτι διαφορετικό πάνω της το οποίο οι άλλοι μπορούσαν να καταλάβουν. Ένιωθε επίσης ότι προκάλεσε μία στενοχωρία σε όλη την οικογένεια της και είχε έντονα αισθήματα ντροπής. Ήταν επιστημονική θέση του μάρτυρα ότι ίχνη των ψυχικών τραυμάτων της παραπονούμενης θα την ακολουθούν σε όλη της τη ζωή. Ήταν επίσης θέση του ότι ένα παιδί, θύμα τέτοιας βίας όπως αυτή που υπέστη η παραπονούμενη, έχει επιπτώσεις συνήθως όσον αφορά την εξέλιξη της ψυχικής υγείας και στη ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η παραπονούμενη του περιέγραψε τη σεξουαλική κακοποίηση της αποσπασματικά και χωρίς να την πιέζει ο ίδιος να του αναφέρει όλες τις λεπτομέρειες. Την άφηνε να μιλά όπως νιώθει και με αυτόν τον τρόπο κάθε φορά έβγαιναν κάποια στοιχεία. Σε κάποιο στάδιο ο μάρτυρας ήταν σε θέση να καταλάβει επ΄ ακριβώς τι έγινε και τότε ήταν που συμβούλεψε τη μητέρα να αποταθεί στην Αστυνομία. Διευκρίνισε ότι δεν είναι μέρος της διαγνωστικής αξιολόγησης του η επικοινωνία του και με τον θύτη και ότι ο ίδιος ενεργεί ως ψυχίατρος και όχι ως ανακριτής. Όπως διευκρίνισε επίσης ότι ο ίδιος δεν έδωσε σημασία ως προς τις λεπτομέρειες του χώρου που λάμβαναν χώρα τα γεγονότα, γιατί αυτό του ήταν αχρείαστο για σκοπούς της δικής του εξέτασης. Πρόσθεσε τέλος ότι μέσα από τις συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη διαπίστωσε "πόσο απογοητευμένη ήταν γιατί αγαπούσε τον πατέρα της και θα ήθελε ο πατέρας της να ήταν σε θέση να καταλάβει ότι έκανε λάθος, να αλλάξει και να μην επαναλάβει αυτά τα πράγματα και να είναι ο πατέρας της." Η ΜΚ8 είναι η δασκάλα χορού της παραπονούμενης. Την γνωρίζει τα τελευταία τέσσερα χρόνια και έχουν αναπτύξει μεταξύ τους σχέσεις εμπιστοσύνης. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου του 2006 η μάρτυρας αντιλήφθηκε την παραπονούμενη να είναι αναστατωμένη. Την ρώτησε τι συμβαίνει και αυτή της ανέφερε ότι ο πατέρας της την παρενοχλούσε σεξουαλικά στο διαμέρισμα του. Της είπε συγκεκριμένα ότι την άγγιζε σε διάφορα μέρη του σώματος της και την έβαζε "να τον γλείφει και να τον φιλά στο πέος του". Η μάρτυρας είχε διαπιστώσει ότι τον τελευταίο χρόνο η παραπονούμενη ήταν πολύ πιο ευαίσθητη, με αποκορύφωμα το διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου - Μαρτίου του 2006, οπόταν την αντιλήφθηκε να είναι πολύ αναστατωμένη. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι η παραπονούμενη της ανέφερε ότι η σεξουαλική παρενόχληση της λάμβανε χώρα στο διαμέρισμα στη Δερύνεια. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν της καθόρισε πόσες φορές την εξανάγκασε ο πατέρας της να φιλήσει το πέος του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα. Η υπεράσπιση πρόσφερε επίσης τη μαρτυρία δύο ακόμη προσώπων: ενός από τα αδέλφια του κατηγορούμενου και ενός από τα παιδιά του. Καταθέτοντας ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις μεταξύ του και της συζύγου του σχέσεις, τονίζοντας ότι τον Σεπτέμβριο του 1998 εγκατέλειψε οικειοθελώς το σπίτι προκειμένου να μην ταλαιπωρούνται τα παιδιά. Έκτοτε διαμένει στο διαμέρισμα. Ανέφερε περαιτέρω ότι η σχέση του με την ανήλικη κόρη του ήταν άριστη. Πρόσθεσε ότι της έχει ιδιαίτερη αδυναμία δεδομένου ότι είναι μοναχοκόρη. Χαρακτήρισε τα μεταξύ τους αισθήματα ως αμοιβαία. Είπε ότι μικροπροβλήματα είχε με όλα τα παιδιά του και δέχθηκε πως σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά πάντα σε λογικά πλαίσια σωφρονισμού, κτυπούσε τα παιδιά του συμπεριλαμβανομένης της κόρης του. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις η παραπονούμενη του έλεγε: "να δεις τι θα σου κάμω". Περιέγραψε με λεπτομέρεια το δωμάτιο των παιδιών στο διαμέρισμα και σημείωσε ιδιαίτερα ότι μόνο στο ένα από τα παράθυρα του δωματίου αυτού, το βόρειο, έβαλε σε κάποιο στάδιο αυτοκόλλητο. Στο άλλο, το δυτικό, από το οποίο μπορούσε κάποιος να δει παράθυρα και μπαλκόνι πολυκατοικίας που βρίσκεται απέναντι, δεν τοποθέτησε πλαστικό. Κατέθεσε ακόμη ότι από αυτό το παράθυρο "σίγουρα υπάρχει δυνατότητα αν κοιτούσε κάποιος από απέναντι να δει το κρεβάτι της κόρης του". Συμπλήρωσε περαιτέρω ότι τα δύο τελευταία χρόνια τοποθέτησε κουρτίνες και στα δύο παράθυρα. Παραδεχόμενος ότι επισκεπτόταν το δωμάτιο των παιδιών του και μάλιστα και σε περιπτώσεις που ήταν μόνη της η κόρη του σ΄ αυτό, χαρακτήρισε αυτή τη συμπεριφορά του ως πολύ φυσιολογική και στα πλαίσια των σχέσεων πατέρα - παιδιού. Ήταν σταθερή του θέση ότι ουδέποτε άγγιξε άσεμνα τη θυγατέρα του ή της είπε οτιδήποτε πονηρό ή κυκλοφόρησε γυμνός στο σπίτι ή στο διαμέρισμα. Μετά το Σεπτέμβριο του 2005 πρόσεξε μία αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονούμενης, την θεώρησε όμως φυσιολογική λόγω της εφηβείας της. Όταν πληροφορήθηκε, τον Ιούλιο του 2006 για την εναντίον του καταγγελία υπέστη σοκ. Επειδή ο ανακριτής της υπόθεσης του ανέφερε ότι είχε δικαίωμα να εξετάσει με δικό του ψυχολόγο την κόρη του, μίλησε σχετικά με την πρώην σύζυγο του η οποία όμως δεν δεχόταν να γίνει κάτι τέτοιο. Κατέθεσε επίσης ότι η κόρη του εξακολουθούσε να τον επισκέπτεται στο σπίτι μέχρι και τον Απρίλιο του
- Είπε συγκεκριμένα ότι μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2005 και Απριλίου του 2006 τον επισκέφθηκε έξι με οκτώ φορές. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι μετά τον Απρίλιο του 2006 η παραπονούμενη δεν ξαναήρθε στο διαμέρισμα, σε αντίθεση με τα δύο μικρότερα αγόρια του τα οποία τον επισκέφθηκαν τέσσερις με πέντε φορές. Διαφοροποίησε επίσης προηγούμενη του θέση διευκρινίζοντας ότι η κόρη του τον επισκέφθηκε έξι με οκτώ φορές μεταξύ Δεκεμβρίου του 2005 και Απριλίου του
- Όπως είπε: "ερχόταν πιο αραιά από τους άλλους, αλλά ερχόταν". Επέμενε περαιτέρω ότι την εναντίον του καταγγελία την πληροφορήθηκε από την Αστυνομία τον Ιούλιο του
- Όπως επίσης ότι μαζί με την κόρη του έκτοτε μίλησε τρεις με τέσσερις φορές τηλεφωνικά. Επανέλαβε ότι από τα παιδιά του καλύτερη σχέση είχε με την κόρη του. Αρνήθηκε όμως ότι έκανε σε αυτή περισσότερα δώρα. Αρνήθηκε τέλος υποβολές ότι κατ΄ επανάληψη επιτέθηκε άσεμνα στην παραπονούμενη, χαρακτηρίζοντας τις θέσεις αυτές ως "φαντασιώσεις". Ο αδελφός του κατηγορούμενου κατέθεσε ότι διατηρούσε ακόμα και μετά το διαζύγιο πολύ καλές σχέσεις με τη μητέρα της παραπονούμενης και τα παιδιά. Όταν πληροφορήθηκε για την καταγγελία ενδιαφέρθηκε άμεσα να πληροφορηθεί τα γεγονότα. Βασική έγνοια του ήταν να αποσυρθούν οι κατηγορίες και να μην προχωρήσει η όλη υπόθεση. Θεωρούσε ότι αυτό ήταν προς το συμφέρον των παιδιών και της οικογένειας γενικότερα. Ο ίδιος, γνωρίζοντας τον αδελφό του, πίστευε ότι ήταν αδύνατο να συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που του καταλόγιζε η παραπονούμενη. Του ήταν βολικό να επισκέπτεται τόσο τον κατηγορούμενο όσο και την πρώην νύφη του πολύ συχνά, σχεδόν κάθε βδομάδα, επειδή η κόρη του ήταν παντρεμένη και διέμενε κοντά στην οικογένεια του κατηγορούμενου. Ακόμα και όταν μετακόμισε η κόρη του, το 2002, εξακολουθούσε να επισκέπτεται τον κατηγορούμενο τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Κατά το διάστημα των πρώτων μηνών του 2006 διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη ήταν μαζί με τον πατέρα της τις Κυριακές. Την έβλεπε κάθε φορά που επισκεπτόταν τον αδελφό του στο διαμέρισμα. Από τον Ιανουάριο του 2007 σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε επαφή με την πρώην νύφη του και τα παιδιά. Θεωρούσε ότι αυτό είναι ορθότερο, δεδομένου ότι η υπόθεση είχε προχωρήσει πλέον δικαστικά. Κατά τη διάρκεια των επαφών του με τη μητέρα της παραπονούμενης γινόντουσαν μεταξύ τους συζητήσεις για απόσυρση της υπόθεσης. Η μητέρα όμως έθετε ως όρο να ζητήσει συγνώμη ο κατηγορούμενος από την οικογένεια του. Το μετέφερε στον κατηγορούμενο. Αυτός "ήταν δεκτός". Ήθελε μόνο "να μην μηδενιστεί απέναντι στην οικογένεια του σαν πατέρας". Συμπλήρωσε o μάρτυρας ότι την 16.7.06 και σε συνάντηση που είχε στο σπίτι της μητέρας της παραπονούμενης, ρώτησε την παραπονούμενη "τι παράπονο έχεις από τον πατέρα σου;" και αυτή απάντησε "δεν μου κάνει δώρα ούτε καμία φορά μου έδωσε £5 να κρατώ" Της ξαναείπε: "αυτό είναι το παράπονο σου; Μόνο αυτό;" Τότε, και καταγράφουμε αυτολεξεί τη μαρτυρία του: "και κάτι ήθελε να πει, κάτι άλλο, αλλά δεν μιλούσε το παράπονο που ήταν να πει κάτι άλλο". Αντεξεταζόμενος έθεσε ότι ο ίδιος αντιλαμβανόταν τη σχέση του αδελφού του με την παραπονούμενη ως σχέση πατέρα - παιδιού και δεν διαπίστωσε ποτέ να της είχε ξεχωριστή αγάπη σε σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά του. Χαρακτήρισε την πρώην νύφη του ως "πάρα πολύ καλή κοπέλα". Επέμενε ότι σε όλες τις επισκέψεις του στο διαμέρισμα το 2006 παρούσα ήταν η παραπονούμενη μαζί με τον μικρότερο αδελφό της. Κατέθεσε επίσης ότι ο ανακριτής της υπόθεσης τον ενημέρωσε ότι είχαν το δικαίωμα να έχουν τη γνώμη και δικού τους ψυχολόγου και προς το σκοπό αυτό ζήτησαν από τη μητέρα της παραπονούμενης να επιτρέψει την εξέτασή της. Αυτή όμως του απάντησε "ούτε να το σκεφτείς". Δεν τον πληροφόρησε για ποιο λόγο δεν δεχόταν. Αναφέρθηκε σε έκταση στην επίσκεψη του ημερ. 16.7.06 στο σπίτι της πρώην νύφης του. Το έπραξε όταν για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την εναντίον του αδελφού του καταγγελία. Ζήτησε από τα δύο μικρότερα παιδιά να πάνε στα δωμάτια τους γιατί θεωρούσε ότι δεν ήταν σωστό να ακούσουν την μεταξύ του και της μητέρας τους συζήτηση. Παρέμεινε μόνο το μεγαλύτερο από τα παιδιά, ο ΜΚ
- Ήταν η θέση του ότι η μητέρα δεν του ανέφερε χρονικά πότε έλαβαν χώρα τα ισχυριζόμενα γεγονότα. Επέμενε δε ότι από τα όσα του ανέφερε (η μητέρα) κατά τη συνάντηση αυτή ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι δεν είχε λάβει χώρα σεξουαλική παρενόχληση. Επέμενε επίσης ότι δεν του αναφέρθησαν λεπτομέρειες παρενόχλησης. Σε κάποια στιγμή της συζήτησης και όταν ο μάρτυρας ανέφερε "πως είναι δυνατό ένας πατέρας που δίνει τα πάντα για την οικογένεια να φτάσει σε τέτοια πράξη;" η παραπονούμενη κατέβηκε "διαμαρτυρόμενη" από το δωμάτιο της και κλαίοντας είπε: "ο πατέρας μου δεν είναι καλός και εμένα δεν μου έδωσε ποτέ £5" Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι από τα Χριστούγεννα του 2005 και μετά δεν είδε την παραπονούμενη στο διαμέρισμα. Ήταν σταθερή του θέση ότι το 2006 ήταν πιο συχνές οι επισκέψεις του στον αδελφό του και ουδέποτε διαπίστωσε να λείπει η παραπονούμενη. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο δεύτερος σε ηλικία γιος του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε στις επισκέψεις του μαζί με τα αδέλφια του στο διαμέρισμα. Κατέθεσε επίσης ότι γύρω στον Απρίλιο του 2006 και ενώ βρισκόταν στο σπίτι στο Παραλίμνι και συζητούσε με την αδελφή του την πρόσεξε να είναι "αντιδραστική" και να του αντιμιλά. Την ρώτησε γιατί του συμπεριφέρεται έτσι και μετά από δική του επιμονή αυτή του ανέφερε ότι ο πατέρας τους "την παρενοχλούσε σεξουαλικά" στο διαμέρισμα του. Περιέγραψε το δωμάτιο τους σ΄ αυτό το διαμέρισμα, συμπληρώνοντας ότι στα παράθυρα τοποθετήθηκε αυτοκόλλητο λίγο χρόνο μετά τη μετακόμιση εκεί του πατέρα του. Το αυτοκόλλητο αυτό παρεμποδίζει άλλους να βλέπουν μέσα στο διαμέρισμα. Καθορίζοντας το χρόνο που τοποθετήθηκε το αυτοκόλλητο ανέφερε "το έβαλε ένα - δύο χρόνια μετά που πήγε". Προχωρώντας ο μάρτυρας κατέθεσε ότι όταν επισκεπτόντουσαν τον πατέρα τους ο ίδιος μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του έπαιζαν play station. Η παραπονούμενη "συνήθως έπαιζε στο άλλο δωμάτιο nintendo". Ο μικρότερος αδελφός του κάποτε έπαιζε μαζί τους, κάποτε με την αδελφή τους. Κατέθεσε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη ήταν πιο αντιδραστική όταν την μάλωνε ο πατέρας τους και του έλεγε αρκετές φορές "εν να δεις τι θα σου κάνω". Πρόσθεσε ότι συνήθως τον απειλούσε "εν να σου δείξω" ή κάτι παρόμοιο. Θυμόταν ότι κάποιες φορές που η αδελφή του ήταν στο δωμάτιο της ο πατέρας τους την επισκεπτόταν. Δεν τον θυμόταν όμως σε καμία περίπτωση να κλείνει την πόρτα όταν βρισκόταν μόνος του με την παραπονούμενη στο δωμάτιο. Ο ίδιος έτυχε να μπει στο δωμάτιο όταν ήταν εκεί ο πατέρας του και η αδελφή του και συνήθως τους έβλεπε να παίζουν nintendo. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν πιο ανεκτικός με την αδελφή του στην οποία έκανε και πιο ακριβά δώρα. Πρόσθεσε επίσης ότι η αδελφή του δεν ξαναπήγε στο διαμέρισμα μετά τη μέρα που του εξομολογήθηκε τι συμβαίνει. Ο ίδιος το 2006 πήγαινε μία με δύο φορές την εβδομάδα στον πατέρα του και όλο αυτό το διάστημα είδε εκεί μία με δύο φορές τον θείο του. Του υποβλήθηκε ως τελευταία ερώτηση στην αντεξέταση: Ε. Όταν γνώριζες αυτά που έκανε ο πατέρας σου της Αναστασίας πήγες καμιά φορά, άλλη φορά μαζί με την Αναστασία, επισκέφθηκε η αδελφή σου τον πατέρα σου; Α. Μαζί με την αδελφή μου μετά που το έμαθα όχι. Εγώ πήγα λίγες φορές. Βασικά στις αρχές η αδελφή μου πριν να μου το εξομολογηθεί δεν ήθελε να πηγαίνει, μπορεί να πήγε 1-2 φορές γιατί εμείς την πιέζαμε. Επειδή δεν ξέραμε το λόγο που δεν ήθελε να πηγαίνει της λέγαμε «γιατί δεν πάεις; Ίντα που έχει τίποτε; Είναι παπάς σου» ας πούμε, δεν ξέραμε, μετά την ανακοίνωση της δεν ξαναπήγε." Επανεξεταζόμενος ως προς τον αριθμό των επισκέψεων της αδελφής του στο διαμέρισμα μετά τα Χριστούγεννα του 2005 ανέφερε "δεν θυμάμαι, το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι οι επισκέψεις αραίωναν νομίζω όσο φτάναμε στον καιρό όταν μου είπε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά." Ο συνήγορος του κατηγορούμενου επικέντρωσε, φυσιολογικά, την αγόρευση του στη μαρτυρία της ΜΚ2 - παραπονούμενης. Εισηγήθηκε ότι εντοπίζονται ουσιαστικές αντιφάσεις σ΄ αυτή, τέτοιες που πλήττουν την αξιοπιστία της ουσιωδέστερης μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Παρεμβάλλουμε ότι σε κατοπινό στάδιο θα θέσουμε πιο αναλυτικά τις, κατά την υπεράσπιση, αδυναμίες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ανάλογα θα τις εξετάσουμε. Πρόσθεσε περαιτέρω ο κ. Σαβεριάδης ότι τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη παραβιάστηκαν αφενός καθότι δεν είχε την ευχέρεια η υπεράσπιση να εξετάσει με δικό της ψυχίατρο την παραπονούμενη και αφετέρου για το λόγο ότι δεν είχε λάβει, εγκαίρως, από την Κατηγορούσα Αρχή γνώση για την ύπαρξη επιστολής της παραπονούμενης (Τεκμήριο 15) μέσα από την οποία περιγράφει τα γεγονότα που έζησε. Την ύπαρξη του τεκμηρίου αυτού πληροφορήθηκε η υπεράσπιση κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και αφού προηγουμένως είχε δώσει ήδη τη μαρτυρία της η παραπονούμενη. Ήταν τελική εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Αγορεύοντας ο κ. Στεφάνου για την Κατηγορούσα Αρχή, συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι ο ακρογωνιαίος λίθος στήριξης της προσπάθειας της πλευράς του για απόδειξη των κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου είναι η μαρτυρία της παραπονούμενης και η κρίση περί της αξιοπιστίας της. Σε αντίθεση με την υπεράσπιση όμως εισηγήθηκε ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση στη μαρτυρία της παραπονούμενης, ούτε ενυπάρχουν σ΄ αυτή αδυναμίες τέτοιες που να είναι ικανές να την μολύνουν και να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε απόρριψη της ως αναξιόπιστης. Είναι η θέση του συνήγορου για την Κατηγορούσα Αρχή ότι τυχόν μικροαντιφάσεις που είναι δυνατό να εντοπιστούν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ιδίως αυτής της παραπονούμενης, είναι απόλυτα φυσιολογικές, δεδομένης της ηλικίας της, της ευρύτητας των γεγονότων που αφορά και της χρονικής έκτασης που αυτά καλύπτουν. Πρόσθεσε ο κ. Στεφάνου ότι κανένα δικαίωμα του κατηγορούμενου έχει παραβιαστεί και κατέληξε τονίζοντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφερε έχει αποδείξει το σύνολο των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου "εντύπωση" περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του (Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ, 174, 180). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών προχωρούμε στην αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Με πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας του περιεχομένου των λεχθέντων από την παραπονούμενη, έχοντας πάντα κατά νουν το νεαρό της ηλικίας της, αλλά και την ίδια τη φύση των αδικημάτων - τα οποία είναι σεξουαλικής υφής - την παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε βήμα της παράθεσης της μαρτυρίας της ενώπιον μας. Κατά την πορεία εξιστόρησης των θέσεων της και ιδίως, στην όλη διάρκεια της αντεξέτασής της, διαπιστώσαμε ότι με σταθερότητα και παραστατικότητα έδινε λεπτομερείς απαντήσεις, περιγράφοντας ενώπιον μας το όλο φάσμα των όσων, κατά τη θέση της, διαδραματίστηκαν στην πορεία των ετών 1998-
- Θεωρούμε σκόπιμο προτού καταλήξουμε στην τελική μας κρίση ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης να εμπλέξουμε τις όλες θέσεις της και να τις εξετάσουμε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Θεωρούμε επίσης επιβεβλημένο να θέσουμε τις βασικές αναφορές της κάτω από το πρίσμα των όσων η υπεράσπιση επικαλέστηκε, στην προσπάθεια της να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της. Προέχει όμως η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας: Τα όσα κατέθεσε η ΜΚ1 σχετικά με τις συνθήκες λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης δεν αμφισβητήθηκαν. Ουσιαστικά καταχωρήθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Ό,τι αμφισβήτησε η υπεράσπιση είναι ο τρόπος υποβολής κάποιων ερωτήσεων από την μάρτυρα προς την παραπονούμενη στα πλαίσια της παροχής της οπτικογραφημένης κατάθεσης της. Είναι ορθότερο να επεκταθούμε επί του θέματος αυτού κατά την πορεία αξιολόγησης της μαρτυρίας της ίδιας της παραπονούμενης. Ο ΜΚ3, Ιατροδικαστής, δεν αντεξετάστηκε. Τα όσα τελικά κατέθεσε δεν επιδρούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στα υπό κρίση γεγονότα. Ο μη εντοπισμός εκ μέρους του κακώσεων στον πρωκτό και στον παρθενικό υμένα της παραπονούμενης δεν συνιστά ουσιαστικό δεδομένο λαμβάνοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό που καλύπτει την υπόθεση. Όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας συμφώνησε ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την εξέταση, αλλά, και ιδίως, η απουσία μαρτυρίας για είσοδο του πέους του κατηγορούμενου στον πρωκτό ή στα γεννητικά όργανα της παραπονούμενης, δικαιολογούν τα ευρήματά του. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε επίσης και η μαρτυρία των ΜΚ4, ανακριτή, όπως και αυτή της ΜΚ8, δασκάλας χορού της παραπονούμενης. Η ΜΚ5, μητέρα της παραπονούμενης, μας έκανε εξαιρετική εντύπωση σε όλη τη διάρκεια της μακράς μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε επί βασικών στοιχείων της μαρτυρίας της. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι η θυγατέρα της - παραπονούμενη της έκανε παράπονο τον Δεκέμβριο του 2005 κάτω από τις συνθήκες που κατέθεσε. Όπως δεν αντεξετάστηκε επίσης επί των ισχυρισμών της ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να πηγαίνει στον πατέρα της και ότι η ίδια την πίεζε να το πράττει. Περαιτέρω η μαρτυρία της περί αδυναμίας της παραπονούμενης να εκφραστεί για το όλο συμβάν επιβεβαιώθηκε τόσο από τον παιδοψυχολόγο, όσο και από τα παιδιά της, ΜΚ6 και ΜΥ
- Δεν υπήρξε επίσης ίχνος αντεξέτασης επί της βασικής της θέσης ότι προχώρησε στην καταγγελία μετά από παρότρυνση και οδηγίες του παιδοψυχολόγου, γεγονός που επίσης επιβεβαιώθηκε από τον ειδικό αυτό. Την ίδια εξαιρετική εντύπωση μας έκανε και ο ΜΚ6, ο μεγαλύτερος γιος του κατηγορούμενου. Μας έδωσε ξεκάθαρα την εικόνα ενός πληγωμένου παιδιού που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να θέσει το σύνολο των γεγονότων που υπέπεσαν στην αντίληψη του δίκαια και αντικειμενικά. Η όποια πικρία του για τον πατέρα του δεν επέδρασε στη μαρτυρία του και δεν τον οδήγησε στην παράθεση υπερβολών ή οποιωνδήποτε ανύπαρκτων ενοχοποιητικών στοιχείων ή λεπτομερειών εναντίον του. Αξιοσημείωτο δε είναι το ότι σε καμία περίπτωση δεν δίστασε να συμφωνήσει με την υπεράσπιση όταν του υποβαλλόντουσαν θέσεις ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ7, παιδοψυχολόγος, κατέθεσε ενώπιον μας ως ειδικός. Η ειδικότητα του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η επιστημονική του κατάρτιση, αλλά και ο τρόπος παροχής της μαρτυρίας του, συμπεριλαμβανομένων των εξηγήσεων του επί των επί μέρους θεμάτων, μας έκαναν άριστη εντύπωση. Οι προσεγγίσεις του επί των θεμάτων της ειδικότητας του ήταν όχι μόνο επιστημονικά τεκμηριωμένες, αλλά και σε πλήρη αρμονία με την ανθρώπινη ερμηνεία και λογική. Ολοκληρώνοντας με τον μάρτυρα αυτό θεωρούμε χρήσιμο να διευκρινίσουμε ότι η απάντηση του κατά την αντεξέταση περί της άποψης του για την αξιοπιστία της παραπονούμενης δεν θα μας απασχολήσει ούτε και θα τη λάβουμε υπόψη μας καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Για σκοπούς της κρίσης μας θα περιοριστούμε στην επιστημονική προσέγγιση του μάρτυρα σε σχέση με τα θέματα που καταγράφουμε στη συνέχεια της απόφασης μας. Άλλωστε είναι καλά νομολογημένο ότι η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου ανήκει στο Δικαστήριο. Δεν είναι ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση σ΄ αυτό το έργο (Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ, 390, 404) Κατ΄ ακολουθία του συνόλου της πιο πάνω αξιολόγησης η ουσιαστική για την υπόθεση μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επανερχόμαστε στη σφαιρική αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ2 - παραπονούμενης. Επιχείρησε η υπεράσπιση να πλήξει την αξιοπιστία της επικαλούμενη αντιφάσεις στη μαρτυρία της και διάστασή της με σημεία της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Η προσπάθεια της υπεράσπισης δεν περιορίστηκε στα πιο πάνω. Επεκτάθηκε και στη θέση που άφησε να πλανάται ότι η παραπονούμενη εκδικητικά ή με προτροπή της μητέρας της, προκειμένου να εξυπηρετήσει αλλότριο σκοπό, προχώρησε σε ανυπόστατη καταγγελία. Προχωρούμε στην αναλυτική παράθεση και εξέταση των πιο πάνω θέσεων της υπεράσπισης: Εντοπίστηκαν από την υπεράσπιση ως αντιφάσεις αναφορές της μάρτυρας στο Δικαστήριο οι οποίες δεν συνάδουν με τα όσα η ίδια κατέγραψε στην επιστολή της προς τη μητέρα της Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι στο Τεκμήριο 15 η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι άρχισε να παρενοχλείται σε χρόνο μεταγενέστερο από το χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο και ότι παρενοχλήσεις λάμβαναν χώρα και στον καναπέ του διαμερίσματος. Εισηγήθηκε περαιτέρω η υπεράσπιση ότι καταγράφονται στο Τεκμήριο 15 διαφορετικοί τρόποι παρενόχλησης. Συγκεκριμένα γίνεται ισχυρισμός για προσπάθεια του κατηγορούμενου να βάλει "την πουλλού του στο δικό μου" και ότι "έβαλλε το δάκτυλο του" μέσα στα γεννητικά της όργανα. Ως περαιτέρω αντιφάσεις αναφέρθηκαν διαφορετικές θέσεις της παραπονούμενης συγκριτικά με άλλους μάρτυρες σε σχέση με το πόσες φορές φίλησε το πέος του πατέρα της και πότε σταμάτησε να πηγαίνει στο διαμέρισμα. Εξετάσαμε με προσοχή τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Δεν συμφωνούμε με την προσέγγιση της υπεράσπισης ότι υπάρχουν αντιφάσεις τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να εμπίπτουν στα πλαίσια της νομικής έννοιας του όρου "αντίφαση". Τέτοιες δηλαδή που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που η αποδοχή της να καθίσταται άδικη ή επικίνδυνη. Ουσιαστικά αυτά στα οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, αντικριζόμενα υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας αλλά και των συνθηκών που καλύπτουν τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν συνιστούν αντιφάσεις ούτε κάτω από τη γραμματική έννοια της λέξης. Θεμελιώνοντας τη γνώμη του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα: Ο πυρήνας των θέσεων της παραπονούμενης παρέμεινε αναλλοίωτος σε όλες τις αναφορές που έκανε τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Οι περιγραφές της και η ανάκληση στη μνήμη της δεδομένων κάλυπταν μία μακρά χρονική περίοδο και αφορούσαν συνεχείς και επανειλημμένες σεξουαλικές παρενοχλήσεις της. Παρενοχλήσεις που λάμβαναν διάφορες μορφές. Όπως προέκυψε από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας η παραπονούμενη μιλούσε αποσπασματικά και συνήθως μετά από πίεση. Συμπεριφορά λογικά απόλυτα κατανοητή και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Σύμφωνα με τον παιδοψυχίατρο, κατά την αντεξέταση του μάλιστα, "μην ξεχνάτε ότι είναι ζητήματα που προκαλούν πολύ πόνο. Δεν είναι ευχάριστο για ένα παιδί να μιλά για τέτοια πράγματα." Προχωρώντας ο ειδικός αυτός και επεξηγώντας τις μικροδιαφορές στην περιγραφή των γεγονότων από την παραπονούμενη, διευκρίνισε ότι "πολλά πράγματα είναι που μπορεί την μία φορά να τα λέει, την άλλη όχι" και "έχουμε συχνά όπου όταν ένα παιδί προσπαθεί να θυμηθεί πολύ παλαιά γεγονότα μπορεί να μπερδέψει τους χώρους στους οποίους έγινε κάτι". Επεξήγησε ακόμη κάτω από ποιες συνθήκες ετοίμασε η παραπονούμενη την επιστολή - Τεκμήριο
- Έγινε για να μπορέσει να περιγράψει στη μητέρα της τα συμβάντα, καταγράφοντας ό,τι θεωρούσε αναγκαίο προς το σκοπό αυτό. Στη σύντομη αυτή επιστολή της ούτε λογικό θα ήταν, αλλά ούτε και αναμενόμενο, να δώσει πλήρη περιγραφή του συνόλου των λεπτομερειών που κάλυπταν τα γεγονότα. Ούτε, βεβαίως, διευκρινίσεις για την κάθε λέξη που έγραφε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν συμφωνούμε ότι τεκμηριώνεται η θέση της υπεράσπισης για ύπαρξη αντιφάσεων - και δη σημαντικής μορφής - με γνώμονα το Τεκμήριο
- Αντιφάσεις ως προς τις αναφορές της παραπονούμενης σε σχέση με τους άλλους μάρτυρες κατηγορίας επίσης δεν υπάρχουν. Η δασκάλα χορού της, ΜΚ8, μίλησε γενικά για τα λεχθέντα σε αυτήν από την παραπονούμενη, όπως η ίδια τα εξέλαβε και χωρίς να προσδιορίζει πόσες φορές της είπε ότι φίλησε το πέος του κατηγορούμενου. Επίσης όλη η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής συγκλίνει στο ότι η παραπονούμενη αραίωσε αρχικά, μετά τον Σεπτέμβριο του 2005, τις επισκέψεις της στον πατέρα της και ακολούθως, μετά τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, σταμάτησε ουσιαστικά να πηγαίνει. Ακόμη και ο ΜΥ2, αδελφός της, κατέθεσε ότι πράγματι οι επισκέψεις της περιορίστηκαν και μάλιστα ότι γινόντουσαν πλέον μετά από πίεση. Η μόνη διαφορετική μαρτυρία ως προς το ζήτημα της συχνότητας των επισκέψεων της παραπονούμενης στο διαμέρισμα προέρχεται από τον ΜΥ1, αδελφό του κατηγορούμενου. Η βασική θέση του ότι επισκεπτόταν συχνά τον αδελφό του το 2006 και έτσι είχε την ευκαιρία να βλέπει εκεί κάθε φορά που πήγαινε την παραπονούμενη, καταρρίπτεται από τη σχετική μαρτυρία του ΜΥ2, ανιψιού του. Κατέθεσε ο τελευταίος ότι πήγαινε μία με δύο φορές τη βδομάδα στον πατέρα του κατά το 2006 και ότι σε όλο αυτό το διάστημα ο θείος του τους επισκέφθηκε μία ή δύο φορές μόνο. Γενικά αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ1, σημειώνουμε ότι μας έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση πως αποκλειστικός σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν να εξυπηρετήσει την υπεράσπιση του κατηγορούμενου αδελφού του, αποκρύβοντας και αρνούμενος κάθε τι που πίστευε ότι θα συνιστούσε εναντίον του ενοχοποιητικό στοιχείο. Το γεγονός αυτό - συντριπτικό για την όλη αξιοπιστία του σε σχέση με τα βασικά για την υπόθεση μέρη της μαρτυρίας του - εύκολα τεκμηριώνεται από τις ουσιαστικές αντιφάσεις που καλύπτουν την προφορική του μαρτυρία σε σύγκριση με τα όσα κατέθεσε σε γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο
- Αρνήθηκε, συγκεκριμένα, αντεξεταζόμενος ότι η πρώην νύφη του του είπε πότε χρονικά άρχισε η σεξουαλική παρενόχληση της παραπονούμενης, όπως επέμενε επίσης πως δεν του ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα τον οδηγούσε να αντιληφθεί ότι κάτι επιλήψιμο κάλυπτε τη συμπεριφορά του αδελφού του. Στο Τεκμήριο 11 όμως ξεκάθαρα αναφέρει ότι τον πληροφόρησε η πρώην νύφη του πως παρενόχληση γινόταν "όταν ήταν μικρή η παραπονούμενη" και ότι του περιέγραψε επίσης "την ανάγκαζε να τον αγγίζει στα γεννητικά του όργανα". Σημειώνουμε, καταληκτικά, ότι μικροαντιφάσεις και μόνο υπήρξαν ως προς τα όσα ενώπιον μας κατέθεσαν στο σύνολο τους οι μάρτυρες κατηγορίας. Ήταν αναπόφευκτες υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και μέσα στην έκταση των πολλών λεπτομερειών που κάλυψαν. Αφορούσαν όμως οι αντιφάσεις αυτές περιθωριακά ζητήματα, επουσιώδη από τη φύση τους και σε συνάρτηση με τα σημαντικά γεγονότα της υπόθεσης. Δεν αποδυνάμωσαν σε καμία περίπτωση την κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Αντίθετα η ίδια η υφή τους ενδυναμώνει τις αναφορές των μαρτύρων κάτω από την έννοια που και η απόφαση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629 προσδιορίζει. Ήτοι δείχνει πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς τι θα κατέθεταν. Αφέθηκε επίσης να πλανάται από την υπεράσπιση ότι η παραπονούμενη προχώρησε σε ανυπόστατη καταγγελία εκδικητικά καθότι την κτυπούσε ο πατέρας της ή ωθούμενη από τη μητέρα της, ούτως ώστε να εγκαταλείψει ο κατηγορούμενος κάθε δικαίωμα που τυχόν είχε επί της ιδιοκτησίας του σπιτιού. Είναι διάτρητες αυτές οι θέσεις της υπεράσπισης. Τόσο τα ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα δεδομένα, όσο και η ίδια η γραμμή υπεράσπισης τις καταρρίπτουν. Επεξηγούμε: Ήταν σταθερή η θέση του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε άσκησε υπέρμετρη βία εναντίον της κόρης του. Όπως επίσης προέκυψε ως κοινή συνισταμένη ολόκληρης της μαρτυρίας ότι της είχε αδυναμία και ήταν πιο ανεκτικός μαζί της παρά με τα άλλα του παιδιά. Δεν υπάρχει γενικά ίχνος μαρτυρίας για βίαιη συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον της, τέτοιας μορφής που θα δικαιολογούσε προσφυγή της σε καταγγελία του ούτε καν για κακοποίησή της. Πόσο μάλλον για καταγγελία στηριζόμενη πάνω σε μία εντελώς ξεχωριστή βάση, ήτοι σεξουαλικής φύσης. Αφύσικο είναι, αλλά και παράλογο, ένα παιδί ηλικίας 12 ½ τότε ετών - το οποίο αγαπούσε τον πατέρα του, όπως αναλυτικά κατέθεσε ο παιδοψυχίατρος - με κίνητρο την εκδίκηση λόγω ξυλοδαρμού της από αυτόν, να τον καταγγείλει καταλογίζοντας του άλλου είδους συμπεριφορά και μάλιστα δίνοντας λεπτομέρειες της έκτασης που ήδη καταγράψαμε. Πιο λογικοφανής είναι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η όλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ήταν φτιαχτή και προϊόν κατάλληλης καθοδήγησης της παραπονούμενης από τη μητέρα της. Τέθηκε μέσα από κάποιες αναφορές της υπεράσπισης κατά τη διάρκεια της δίκης πως οι διαφορές που είχαν μεταξύ τους οι εν διαστάσει σύζυγοι αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της μητέρας. Ήταν προέκταση της εξεταζόμενης εισήγησης ότι ακόμη και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία είναι ύποπτο στοιχείο που σχέση έχει με την όλη εναντίον του κατηγορούμενου ραδιουργία. Μια τόσο σοβαρή όμως θέση της υπεράσπισης θα ήταν αναμενόμενο, και επιβεβλημένο, να τεθεί στη μητέρα κατά την αντεξέταση της. Όχι μόνο δεν τέθηκε αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε η μάρτυρας αυτή όταν κατέθετε γύρω από το παράπονο που της έκανε η κόρη της τον Δεκέμβριο του
- Όπως και δεν αντεξετάστηκε κανένας μάρτυρας στη βάση θέσης της υπεράσπισης ότι δεν του παραπονέθηκε η ΜΚ
- Ούτε και υποβλήθηκε σε οποιονδήποτε τέτοια εισήγηση. Αντίθετα ήταν και η θέση του ΜΥ2 ότι όντως του παραπονέθηκε η αδελφή του και μάλιστα μετά από πίεση του. Η γραμμή αυτή υπεράσπισης και η μη αμφισβήτηση ότι η μητέρα έλαβε γνώση των γεγονότων από την παραπονούμενη δεν συνάδει με ισχυρισμό περί επινοήσεων της μητέρας και εκ μέρους της ώθησης της κόρης της σε ψευδή καταγγελία. Ακόμη όμως ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός καταρρίπτει ως αφύσικους τους πιο πάνω ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Κατέθεσε ο παιδοψυχίατρος - και παρέμεινε αναντίλεκτο - ότι ο ίδιος συμβούλεψε και προέτρεψε τη μητέρα να καταγγείλει το όλο συμβάν στην Αστυνομία. Έκανε μάλιστα και σχετικές ενέργειες για υποβοήθηση της. Πάνω στην ίδια γραμμή κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας. Ούτε αυτοί αντεξετάστηκαν σχετικά. Τα χωρίς αμφισβήτηση γεγονότα αφαιρούν κάθε σκιά υποψίας λόγω της όποιας καθυστέρησης παρατηρήθηκε στην καταγγελία. Η μητέρα προβληματιζόταν ως προς τον τρόπο χειρισμού της όλης κατάστασης. Προβληματισμός απόλυτα φυσιολογικός. Βρισκόταν ενώπιον μιας ασύμβατης με τα όσα μπορούσε να χειριστεί κατάστασης. Το μητρικό της ένστικτο της επέβαλλε ως πρωταρχικό στόχο την προστασία της κόρης της. Η καταφυγή της στον παιδοψυχίατρο είχε ακριβώς το νόημα της περιφρούρησης του ψυχικού κόσμου των παιδιών της και ειδικότερα της παραπονούμενης. Η καταγγελία του πρώην συζύγου της δεν ήταν το ζητούμενο υπό τις συνθήκες που βίωνε. Το έπραξε τελικά μετά από προτροπή του παιδοψυχίατρου. Αν είχε βάση η εξεταζόμενη θέση της υπεράσπισης η μητέρα θα προέβαινε από μόνη της σε καταγγελία και δεν θα είχε κανένα λόγο να προχωρήσει στην πιο πάνω διαδικασία. Δεν τέθηκε από την υπεράσπιση, αλλά θεωρήσαμε σκόπιμο στα πλαίσια σφαιρικής ανάλυσης και εξέτασης της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, να ασχοληθούμε με την αργοπορημένη εκ μέρους της αποκάλυψη των όσων συνέβαιναν. Βίωνε κατά τη θέση της για χρόνια άσεμνες επιθέσεις. Παραπονέθηκε δε στη μητέρα της πέντε περίπου μήνες μετά το τελευταίο συμβάν. Με μέτρο κρίσης τα δεδομένα της εκδικαζόμενης υπόθεσης, κρίνουμε ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης δεν ενέχει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να σκιάσει την αλήθεια της μαρτυρίας της. Καθ΄ όλο το διάστημα που αυτή υφίστατο τα όσα κατέθεσε ήταν ένα μικρό παιδί, αδύναμο να αξιολογήσει σωστά την όλη διάσταση των γεγονότων. Κατονομάζει δε ως δράστη τον ίδιο της τον πατέρα. Ο παιδοψυχίατρος, προσεγγίζοντας επιστημονικά τον ψυχικό της κόσμο και τον τρόπο αντίδρασης της, τόνισε τον πόνο που προκαλούν αυτά τα γεγονότα και το πόσο δυσάρεστο είναι για ένα παιδί να μιλά γι΄ αυτά. Αναφέρθηκε επίσης στα αισθήματα αυτομομφής που είχε η παραπονούμενη, των ενοχών που ένιωθε και των έντονων συναισθημάτων ντροπής που βίωνε. Το σύνολο των πιο πάνω επιδρούσαν καταλυτικά, καθορίζοντας ανάλογα τη συμπεριφορά της παραπονούμενης και καθιστώντας απόλυτα φυσιολογική την αποκάλυψη των συμβάντων, κάτω από τις συνθήκες που αυτή έγινε, τον Δεκέμβριο του
- Τελικά οι βασικές θέσεις της παραπονούμενης όχι μόνο παρέμειναν άτρωτες αλλά και επιβεβαιώνονται σε σχετικά, ουσιαστικά, για την υπόθεση στοιχεία από μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη. Γεγονός που αναμφίβολα πιστοποιεί και την αλήθεια των λόγων της. Σε κάποια μάλιστα μέρη της η μαρτυρία αυτή προέρχεται από τους ίδιους τους μάρτυρες υπεράσπισης. Συγκεκριμένα του ΜΥ2, αδελφού της. Παρεμβάλλουμε ότι ο ΜΥ2, όπως και ο αδελφός του, ΜΚ6, παρουσιάστηκαν κάτω από, κατανοητά, τραγικές συνθήκες, για να δώσουν τη δική τους μαρτυρία. Παρακολουθώντας τον δεν έχουμε αμφιβολία ότι προσπάθησε να θέσει ενώπιον μας τα πραγματικά και μόνο γεγονότα όπως είχε την ευκαιρία να τα αντιληφθεί όλη την προηγούμενη περίοδο. Η μαρτυρία του σε ουσιαστικά για την υπόθεση σημεία - όπως το παράπονο που του έκανε η αδελφή του, η άρνηση της να επισκέπτεται τον πατέρα της και η ενασχόληση των αγοριών με το παιχνίδι play station - συνάδει με την όλη σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Σε κάποια άλλα σημεία - όπως η συχνότητα επισκέψεων της αδελφής του στο διαμέρισμα - με ειλικρίνεια απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Η μόνη διαφοροποίηση στη μαρτυρία του σε σχέση με τα όσα κατέθεσε ο αδελφός του, ΜΚ6, εντοπίζεται στη θέση του ότι ποτέ δεν θυμόταν τον πατέρα του να κλείνει την πόρτα του υπνοδωματίου τους όταν επισκεπτόταν την αδελφή τους. Στο σημείο αυτό δεχόμαστε τη θέση του ΜΚ6, ο οποίος μας έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι ήταν σε καλύτερη θέση να παρατηρήσει το συγκεκριμένο γεγονός. Δικαιολόγησε δε την αναφορά του λέγοντας ότι εκλάμβανε ως φυσιολογική την ενέργεια του πατέρα του καθότι υπήρχε στο δωμάτιο σύστημα κλιματισμού. Επανερχόμαστε στην επιβεβαίωση θέσεων της παραπονούμενης από την υπόλοιπη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Καταγράφουμε ότι οι θέσεις της ότι όταν άρχισε να μεγαλώνει και να αντιλαμβάνεται καλύτερα τις διαστάσεις των γεγονότων δεν επιθυμούσε να επισκέπτεται τον πατέρα της και ότι πήγαινε στο διαμέρισμα πιο αραιά και κατόπιν πιέσεων από τη μητέρα της και τα αδέλφια της, συνάδουν με τα όσα σχετικά κατάθεσε η μητέρα της, αλλά και ο αδελφός της, ΜΥ
- Επιβεβαιώθηκε επίσης από όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν σχετικά η ενασχόληση κατά κανόνα των αγοριών με το παιχνίδι play station το οποίο βρισκόταν στο σαλόνι του διαμερίσματος. Ήταν αυτή η ενασχόληση που έθετε η παραπονούμενη ως "ευκαιρία" για τον πατέρα της να βρίσκεται ανενόχλητος μαζί της, κυρίως στο δωμάτιο της ή κάποτε στο δικό του. Ακόμα επιβεβαιώθηκε από τον παιδοψυχίατρο ότι όντως η παραπονούμενη είχε δυσκολία στο να εκφραστεί ως προς την αναφορά των επίδικων γεγονότων, καθώς επίσης και το ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε μετά από δική του προτροπή. Όπως επιβεβαιώθηκε επίσης από τον μάρτυρα αυτό ότι η παραπονούμενη δεν του έδωσε πλήρεις λεπτομέρειες για τα συμβάντα αλλά του μιλούσε αποσπασματικά και σε γενικές γραμμές. Περαιτέρω, εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τη θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη καθοδηγήθηκε από την ΜΚ1 κατά την πορεία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσής της. Παρακολουθήσαμε και προς το σκοπό αυτό την από τηλεοράσεως παρουσίαση της μαρτυρίας. Εξετάσαμε επίσης τη γραπτή αποτύπωσή της, Τεκμήριο
- Δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε που να παρέχει βάθρο στήριξης της ανάλογης θέσης της υπεράσπισης. Αντίθετα διαπιστώσαμε ότι η ΜΚ1 χειρίστηκε άψογα την όλη διαδικασία λήψης κατάθεσης από την παραπονούμενη. Έχοντας ενώπιον της ένα παιδί κινήθηκε, αψεγάδιαστα θα λέγαμε, πετυχαίνοντας να εξασφαλίσει αφενός το κατάλληλο περιβάλλον ούτως ώστε να καταθέσει χωρίς πρόβλημα ένας μάρτυρας που χρειαζόταν βοήθεια για να το πράξει και αφετέρου ότι τα όσα η μάρτυρας θα έλεγε αποτυπώνουν τη δική της και μόνο αυθεντική θέση. Ολοκληρώνοντας τονίζουμε το αυτονόητο: εξετάσαμε βήμα προς βήμα το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Παρακολουθήσαμε δε με ιδιαίτερη προσοχή την όλη παρουσία σε αυτή της παραπονούμενης. Διαπιστώσαμε, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, ότι σε αυτή αποτυπώνεται η αλήθεια και μόνο, όπως αβίαστα και κατά τρόπο παραστατικό δόθηκε από την παραπονούμενη. Εξετάσαμε, καταληκτικά, τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι ήταν αδύνατο να λάμβαναν χώρα στο διαμέρισμα τα όσα επικαλείται η παραπονούμενη λόγω της παρουσίας των άλλων παιδιών στο χώρο και της δυνατότητας που πιθανόν να είχαν άτομα γειτονικών κτιρίων να αντιληφθούν τα συμβάντα βλέποντας από τα ακάλυπτα παράθυρα του υπνοδωματίου. Η ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία καταρρίπτει την πιο πάνω προσέγγιση. Εξήγησε η παραπονούμενη κάτω από ποιες συνθήκες την επισκεπτόταν ο πατέρας της και αναφέρθηκε στο μικρό χρονικό διάστημα που διαρκούσαν οι πράξεις. Η ενασχόληση των άλλων παιδιών με το παιχνίδι play station παρείχε την ευκαιρία στον κατηγορούμενο να προβαίνει στις απεχθείς του ενέργειες. Αναντίλεκτη δε μαρτυρία επιμαρτυρά ότι τοποθετήθηκε πλαστικό στα παράθυρα σε κάποιο προηγούμενο χρόνο. Ο ΜΥ2 μάλιστα κατέθεσε ότι αυτό κάλυπτε και τα δύο παράθυρα και διευκρίνισε ότι τοποθετήθηκε ένα με δύο χρόνια μετά την μετακόμιση εκεί του πατέρα του. Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας, ανέφερε ότι τα τελευταία δύο χρόνια έβαλε και κουρτίνες στα παράθυρα αυτά. Η όλη παρουσία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο μας έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Τίποτα δεν κλόνισε τη μαρτυρία της. Μαρτυρία πλήρης λεπτομερειών τέτοιας έκτασης και μορφής που δεν θα σκεφτόταν να πει εάν δεν βίωνε τα γεγονότα που περιέγραψε. Αναλύσαμε επίσης και αξιολογήσαμε τα όσα ενώπιον μας έθεσε σφαιρικά και σε συσχέτιση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σταθμίσαμε κάθε λεπτομέρεια και κάθε απάντηση της και χωρίς να κατατεμαχίζουμε τη μαρτυρία της εστιάσαμε την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που απετέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Διαπιστώσαμε, ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής ανάλυσης της μαρτυρίας της, ότι αυτή αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και την αποδεχόμαστε χωρίς κανένα ενδοιασμό ως αξιόπιστη. Έχουμε κατά νουν τη φύση των αδικημάτων, τα οποία εμπίπτουν σε αυτά που καλύπτονται από το στοιχείο της σεξουαλικής υφής και την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής αλλά πρακτικής. Είναι βεβαίως γνωστό ότι η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με τα συγκεκριμένα αδικήματα, μπορεί να ενεργήσει στηριζόμενο μόνο σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να βασιστεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία και να κριθεί η ενοχή του κατηγορούμενου χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας παραπονούμενου προσώπου. Έχοντας προειδοποιήσει τους εαυτούς μας ότι ενώπιον μας είχαμε ως παραπονούμενη και ουσιωδέστερη μάρτυρα ένα παιδί 14 περίπου ετών και έχοντας αναλογισθεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους που ελλοχεύουν λόγω της αποδοχής της μαρτυρίας αυτής - της σχετικής με σεξουαλικά αδικήματα - χωρίς ενίσχυση και κατόπιν συνεχών και έντονων αυτοπροειδοποιήσεων μας, καταλήξαμε ότι η ποιότητα, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τέτοια που μπορούμε, και έτσι αισθανόμαστε με βεβαιότητα και χωρίς κανένα δισταγμό, να βασιστούμε με απόλυτη ασφάλεια σ΄ αυτήν χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης. Ο κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως τη θέση του. Τον παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή καθοδηγούμενοι από τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, όπως τις καταγράψαμε σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Ό,τι χαρακτήριζε την εμφάνιση του σε όλη την πορεία της μαρτυρίας του ήταν η συνεχής προσπάθεια του να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης στηριζόμενος σε αφύσικες προσεγγίσεις και τοποθετήσεις. Μας έχει κάνει χείριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν αναξιόπιστη σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Τεκμηριώνουμε: Ενώ ο κατηγορούμενος παραδεχόταν ότι από τον Απρίλιο του 2006 η παραπονούμενη σταμάτησε να τον επισκέπτεται δεν έκανε καμία προσπάθεια να πληροφορηθεί το λόγο. Με δεδομένη την αδυναμία που, όπως κατέθεσε, έτρεφε στη μοναχοκόρη του, ήταν αφύσικο να μην διερωτηθεί γιατί δεν ερχόταν να τον επισκεφτεί για περίοδο τουλάχιστον τριών μηνών - μέχρι τον Ιούλιο του 2006 - οπόταν, πάντα κατά τη θέση του, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τις εναντίον του καταγγελίες. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι μετά από αυτήν την πληροφόρηση μίλησε τρεις-τέσσερις φορές τηλεφωνικά με την παραπονούμενη και ότι απλώς η μεταξύ τους συνομιλία περιοριζόταν σε τυπικά ζητήματα. Την ρωτούσε, συγκεκριμένα, πως πάει στο σχολείο. Φυσιολογικό θα ήταν εφόσον πληροφορήθηκε ήδη την καταγγελία και μάλιστα για ένα τόσο ακραίο γεγονός να επιχειρήσει, αν όντως έλαβαν χώρα μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες, να πληροφορηθεί τους λόγους που η κόρη του - παραπονούμενη τού απέδιδε συμπεριφορά τέτοιας αναίσχυντης μορφής. Ηγέρθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων από το συνήγορο υπεράσπισης ζήτημα παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Στηρίχθηκε αφενός στη θέση ότι η υπεράσπιση δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει με δικό της ψυχίατρο την παραπονούμενη και αφετέρου στην καθυστερημένη πληροφόρηση που είχε η υπεράσπιση περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου
- Εξετάζουμε τις εγερθείσες θέσεις: Το παράπονο του συνήγορου γύρω από την αδυναμία της υπεράσπισης να έχει άποψη παιδοψυχολόγου της επιλογής της μετά από εξέταση της παραπονούμενης και η θέση του ότι αυτό απολήγει σε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμα. Παρεμβάλλοντας ότι αίτημα αυτής της μορφής δεν ηγέρθηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, τονίζουμε ότι, ούτως ή άλλως, παρόμοιο ζήτημα τέθηκε και κρίθηκε στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω). Τονίστηκαν σχετικά τα ακόλουθα στη σελ. 406: "Έχουμε τη γνώμη πως η πιο πάνω εισήγηση βασίζεται σε νομική πλάνη. Η μάρτυρας-παραπονούμενη Στέλλα δεν ήταν τεκμήριο στην υπόθεση, για να παραδοθεί για εξέταση ή επισκόπηση από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία της κας Παραδεισιώτου περιεχόταν στην κατάθεση της στην Αστυνομία, αντίγραφο της οποίας δόθηκε στην υπεράσπιση. Το Δικαστήριο, και η κατηγορούσα αρχή, δεν είχαν καμιά εξουσία, θα λέγαμε καλύτερα δικαίωμα, το πρώτο να διατάξει και η δεύτερη να συναινέσει ώστε η Στέλλα, ή μάρτυρας σε δίκη γενικά, να υποβληθεί σε οποιοδήποτε είδος σωματικής ή ψυχολογικής εξέτασης. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος, του σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής (άρθρο 15 του Συντάγματος). Μήτε όμως και η αρχή της δίκαιης δίκης, που διασφαλίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος μας, δίδει στον κατηγορούμενο τέτοιο δικαίωμα, σαν αυτό που αξίωσε. Ειδικότερα, για το δικαίωμα κατηγορουμένου να καλεί και εξετάζει μάρτυρες, παραπέμπουμε στην έκδοση του Συμβουλίου της Ευρώπης με τον τίτλο «Article 6 of the European Convention of Human Rights. The right to a fair trial", όπου ο συγγραφέας Andrew Grotrian συνοψίζει τις αρχές, στη σελ. 55 όπως καθιερώθηκαν στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις οποίες γίνεται και παραπομπή. Στην ανάλυση των δικαιωμάτων αυτών, δεν περιλαμβάνεται αυτό που ζήτησε ο εφεσείων." Δεν μπορούμε επίσης να συμμεριστούμε ότι το γεγονός από μόνο του της λήψης γνώσης από την υπεράσπιση σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου 15, οδήγησε σε παραβίαση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της. Η Κατηγορούσα Αρχή, όπως παρέμεινε αναντίλεκτο, έθεσε στη διάθεση της υπεράσπισης το τεκμήριο αυτό μόλις και η ίδια έλαβε γνώση περί της ύπαρξης του. Η υπεράσπιση έχοντας γνώση του περιεχομένου του τεκμηρίου αντεξέτασε σχετικά τον ΜΚ7, τον παιδοψυχίατρο. Εάν θεωρούσε λοιπόν η υπεράσπιση ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 συνιστούσε στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να οδηγήσει σε περαιτέρω αντεξέταση της συντάκτριας του, της παραπονούμενης, θα έπρεπε να είχε θέσει σχετικό αίτημα στο Δικαστήριο για επανακλήτευση της στο κατάλληλο στάδιο. Τίποτε σχετικό έπραξε. Η επίκληση δε κατά το στάδιο πλέον των τελικών αγορεύσεων επηρεασμού των θέσεων της αόριστα και χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση, δεν είναι ικανή για να θεμελιώσει παραβίαση δικαιωμάτων στη βάση που έχει θέσει η υπεράσπιση. Πέραν από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και με βάση τη μαρτυρία που έχουμε αποδεκτεί και κρίνει ως αξιόπιστη και ιδίως αυτή της ΜΚ2, ανάλογα είναι και τα ευρήματά μας. Κατ΄ ακολουθία, είναι βασικό εύρημα μας ότι τα γεγονότα σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στην παραπονούμενη μεταξύ των ετών 1998 και 2005 και οι λεπτομέρειες που τα καλύπτουν, διαδραματίστηκαν όπως η παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η 1η κατηγορία, δηλαδή αυτή της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου, εδράζεται στο άρθρο 3 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου του 2000, Ν.3(Ι)/
- Πρόσωπο το οποίο δε συμπλήρωσε το 18ον έτος της ηλικίας του ορίζεται ως "ανήλικος" με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του πιο πάνω Νόμου. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω διατάξεων, "σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου" σημαίνει, μεταξύ άλλων, "την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό ανηλίκου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα". Ο βασικός σκοπός του Ν.3
(1)/00 είναι ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας κατά τρόπο που να καλύπτει και να αντιμετωπίζει τις νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σήμερα το φαινόμενο της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων. Η εμβέλεια του όμως καλύπτει και μεμονωμένες περιπτώσεις όπως η ενώπιον μας υπόθεσης (Μάμας Κυριάκου ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 141, 145 και Μ.Θ. ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ, 174). Η Κατηγορούσα Αρχή μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει προσφερθεί και με βάση την οποία συνακόλουθα ήταν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχει αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της πρώτης κατηγορίας. Η παρότρυνση και ο εξαναγκασμός του θύματος προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από την ίδια τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Αναντίλεκτα δε οι πράξεις που με σαφήνεια περιέγραψε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη εντάσσονται στα πλαίσια του όρου "σεξουαλική δραστηριότητα". Πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έχουν επίσης αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της 8ης κατηγορίας, δηλαδή της άσεμνης επίθεσης. Η ανυπαρξία συγκατάθεσης εκ μέρους της παραπονούμενης έχει τεκμηριωθεί. Συνίσταται στην πίεση που ασκούσε πάνω της ο πατέρας της μέσω επιθετικών ενεργειών του, ήτοι άσκησης σωματικής βίας και εκφοβισμού της. Θα προσθέταμε δε ότι η ίδια η τρυφερή ηλικία της παραπονούμενης εξαφάνιζε τα περιθώρια συναίνεσης της, με δεδομένη την απουσία ορθής, ή καθόλου, επίγνωσης της σεξουαλικής λειτουργίας. Το σύνολο των πράξεων του κατηγορούμενου, ήτοι τα χάδια του στα γεννητικά όργανα και σε άλλα σημεία του σώματος της παραπονούμενης και η προσπάθεια του να εισχωρήσει το πέος του στον πρωκτό της, συνιστούν παράνομη επίθεση εναντίον της παραπονούμενης γυναίκας, άσεμνης μορφής. Οι κατηγορίες 3 και 5 στηρίζονται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000, Ν.119(Ι)/00, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Ν.212(Ι)/
- Η μεν 3η κατηγορία στηρίζεται στο βασικό νόμο και καλύπτει την περίοδο έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού (21.7.00) μέχρι και της τροποποίησης του (2.7.04) από τον πιο πάνω Τροποποιητικό Νόμο, η δε 5η κατηγορία καλύπτει τη χρονική περίοδο από της ψήφισης του Τροποποιητικού Νόμου μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005, ημερομηνίας που έλαβε χώρα το τελευταίο συμβάν εναντίον της παραπονούμενης. Η κατηγορία 7 στηρίζεται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 1994, Ν.47(Ι)/94 και καλύπτει την περίοδο μεταξύ των ετών 1998 και 21.7.00, οπόταν ο πιο πάνω Νόμος καταργήθηκε δυνάμει του άρθρου 40 του Ν.119(Ι)/
- Το σύνολο των πιο πάνω τριών κατηγοριών αποδίδει στον κατηγορούμενο ότι με τη συμπεριφορά του και τις παράνομες πράξεις του προκάλεσε ψυχική βλάβη στην ανήλικη κόρη του. Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει η μόνη διαφοροποίηση που υπάρχει μεταξύ των τριών αυτών κατηγοριών είναι η χρονική περίοδος που καθορίζεται στην κάθε μία, σε αντιστοιχία δηλαδή με τους ανάλογους Νόμους στους οποίους έχουμε ήδη αναφερθεί. Τα συστατικά στοιχεία και αυτών των κατηγοριών έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης και του ΜΚ7, παιδοψυχίατρου. Η εκθεμελίωση του ψυχικού κόσμου της παραπονούμενης προκλήθηκε ως άμεσο αποτέλεσμα των παράνομων πράξεων του κατηγορούμενου - πατέρα της. Η συμπεριφορά του και τα επαναλαμβανόμενα από το 1998 τραυματικά γεγονότα ήταν η αιτία πρόκλησης των ψυχικών τραυμάτων της. Με τις κατηγορίες 4 και 6 αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι με τη συμπεριφορά του και τις παράνομες πράξεις του προκάλεσε σεξουαλική βλάβη στην ανήλικη κόρη του. Ως προς τους χρόνους και τα νομοθετήματα που τις καλύπτουν ισχύουν αντίστοιχα τα όσα αναφέραμε πιο πάνω εν σχέσει με τις κατηγορίες 3 και
- Ήταν θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι και οι κατηγορίες αυτές έχουν στοιχειοθετηθεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που πρόσφερε. Εισηγήθηκε ο κ. Στεφάνου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει τη γραμματική έννοια του όρου "βλάβη". Επεκτείνοντας τη θέση του έθεσε ότι η αναφορά της παραπονούμενης σε πόνο που ένιωθε στο μέρος του πρωκτού όταν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να εισχωρήσει εκεί το πέος του είναι αρκετή για να καλύψει την έννοια της "σεξουαλικής βλάβης". Πρόσθεσε δε ότι το γεγονός πως η βλάβη ήταν το αποτέλεσμα της επέμβασης του κατηγορούμενου στα γεννητικά όργανα και στην ερωτική συμπεριφορά γενικότερα του θύματος, είναι αρκετή για να την κατατάξει στα πλαίσια της έννοιας του πιο πάνω Νόμου. Δεν συμφωνούμε με αυτήν την προσέγγιση. Ο Ν.119(Ι)/00 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.212(Ι)/04 καθορίζει ως βία οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης. Περιλαμβάνει δε και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος. Είμαστε της γνώμης ότι η έννοια της "σεξουαλικής βλάβης" οριοθετείται στα πλαίσια βλάβης σχετικής με τη σεξουαλική συμπεριφορά του θύματος, όπως, για παράδειγμα, μετέπειτα σεξουαλική ψυχρότητα. Μαρτυρία ευθυγραμμισμένη με την πιο πάνω προσέγγιση μας δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προσθέταμε ότι με δεδομένη την ηλικία της παραπονούμενης δεν ήταν και η κατάλληλη περίπτωση εντοπισμού μαρτυρίας στην πιο πάνω βάση. Ως αποτέλεσμα οι κατηγορίες 4 και 6 δεν στοιχειοθετήθηκαν. Είναι με βάση τα πιο πάνω κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 8 τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τον βρίσκουμε ένοχο στις κατηγορίες αυτές. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4 και 6, για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.).................................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο