← Κύπρος

Αστυνομία ν. Μιχάλης Ψύλλας, Αρ. Υποθέσεως: 20479/06, 15.06.2007

Αστυνομία ν. Μιχάλης Ψύλλας, Αρ. Υποθέσεως: 20479/06, 15.06.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 20479/06 Α σ τ υ ν ο μ ί α Κατηγορούσας Αρχής ν. Μιχάλης Ψύλλας Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15.06.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 11.03.05 στον αυτοκινητόδρομο Αγίας Νάπας Ριζοελιάς, παρά την Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΧP219 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου, δηλαδή με ταχύτητα 135km αντί 100km. Η απόδειξη της κατηγορίας επιχειρήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή με την παρουσίαση στο Δικαστήριο δύο μαρτύρων. Τούτοι ήταν ο Αστ. 1417 Κ. Δράκος (ΜΚ1) και ο Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Σύμφωνα με το ΜΚ1 στις 11.03.05 διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο στην περιοχή Πύλας. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι εν σχέσει με τη λειτουργία του ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε την εν λόγω ημερομηνία, προέβη σε συγκεκριμένους ελέγχους εκ των οποίων διαπίστωσε την εγκυρότητα της λειτουργίας του. Κατά τη διάρκεια αυτού του ελέγχου ανέκοψε το όχημα ΕXP219 εφόσον ενωρίτερα εντόπισε τούτο να κινείται με ταχύτητα 135km αντί 100km που είναι το ανώτατο όριο ταχύτητας στο δρόμο εκείνο. Διαπίστωσε ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο Μιχάλης Ψύλλας. Αφότου επέστησε την προσοχή του οδηγού του οχήματος στο νόμο, ο τελευταίος δεν απάντησε και ο μάρτυρας προχώρησε και εξέδωσε εξώδικο για το ποσό των Λ.Κ.35 και 2 βαθμούς ποινής. Επόμενος μάρτυρας, ο ΜΚ2, επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο λειτουργίας του ταχυμέτρου, ως ο τύπος ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε ο ΜΚ
  2. Πέραν της λειτουργίας του ταχυμέτρου ο μάρτυρας ανέφερε κάθε τι σχετικό με την εγκυρότητα των διαπιστώσεών του. Η υπόθεση για την Υπεράσπιση περιορίστηκε στην ένορκο μαρτυρία του Κατηγορουμένου και τούτο αφότου ο τελευταίος κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι την εν λόγω ημερομηνία που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, οδηγούσε το όχημα EXP219 στο δρόμο Αγίας Νάπας - Ριζοελιάς εφόσον επέστρεφε από τον Άγιο Αμβρόσιο Κερύνειας. Συνοδηγός του ήταν η μητέρα του η οποία ασθενούσε. Η ασθένεια της μητέρας του Κατηγορουμένου ήταν και ο λόγος της πρόωρης επιστροφής τους από τον Άγιο Αμβρόσιο. Παρότι αντιμετώπιζαν τούτο το πρόβλημα, ο Κατηγορούμενος καθ' όλη τη διαδρομή οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα όχι πέραν των 120km. Με το κλείσιμο της υπόθεσης για την Υπεράσπιση οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η μεν κυρία Πίπη ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως τούτα αναφέρθηκαν από το ΜΚ1 και ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την ορθότητα της διαπίστωσης του ΜΚ1 αναφορικά με την ταχύτητα του οχήματος που ανέκοψε. Στην αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος αμφισβήτησε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε κάθε διάστασή της. Εν πρώτοις, ανέφερε ότι ο ΜΚ1 είναι αναξιόπιστος, ενώ περαιτέρω ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ2 δεν προκύπτει με σαφήνεια και αδιαμφισβήτητα πως το ταχύμετρο που χρησιμοποιήθηκε λειτουργούσε δεόντως. Εν τέλει, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε ότι ήγειρε και ως προδικαστική ένσταση, δηλαδή ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Κρίνω ορθό όπως ενόψει της ιδιαιτερότητας, της σοβαρότητας αλλά και των επιπτώσεων που δυνατόν να επιφέρει στην όλη διαδικασία η αποδοχή της θέση του Κατηγορουμένου για παραβίαση του εύλογου χρόνου διαπίστωσης της τυχόν ποινικής του ευθύνης, να εξετάσω πρώτα αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Κρίνω πως το θέμα τούτο δεν αποτελεί καινοτομία. Είμαι της γνώμης πως η πλειάδα των σχετικών με τούτο αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν εξαντλητικά επεξηγήσει κάθε πτυχή του (βλ. Κανκαρής ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Χασάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100, Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405, Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 11, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου
(2005)2 ΑΑΔ 653). Η διαπίστωση της τυχόν ποινικής ευθύνης Κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 30 του Συντάγματος αναφέρει ότι: "Έκαστος κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου." Στην υπόθεση Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068, 1078 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως "η διασφάλιση του διακιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου". Άλλωστε, στην απόφαση Ευσταθίου (πιο πάνω) επεξηγήθηκαν οι επιπτώσεις που δυνατό να επιφέρει η τυχόν καθυστέρηση. Σε εκείνη την υπόθεση η καθυστέρηση οδήγησε στην ακύρωση της καταδίκης καθώς και της διαδικασίας στο σύνολό της ένεκα παράβασης του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Ανάλογη ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127 σε παράλληλη όμως διάσταση της διαδικασίας. Στην τελευταία υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεδομένου του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος, αλλά και του αναγκαίου χρόνου για διεξαγωγή νέας δίκης, η τυχόν διαταγή επανεκδίκασης της υπόθεσης θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Λεβέντης (πιο πάνω). Στη σελίδα 635 ανέφερε το Δικαστήριο ότι "Δεν θα συμφωνήσουμε πως η αργοπορία στην εκδίκαση ποινικής υπόθεσης οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή του κατηγορούμενου. Το ζήτημα της πιθανής παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος κατηγορουμένου, ή διάδικου κατά τη δίκη, και οι πιθανές επιπτώσεις και θεραπείες που προσφέρονται, αποτέλεσαν αντικείμενο της νομολογίας μας, (δες: Αστυνομία ν. Φάντη και Άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Alan Ford και Άλλων (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, και Παναγιώτη Χαραλάμπους Ρούσου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471.) Εδώ δεν επηρεάστηκε κανένα δικαίωμα του εφεσείοντος και, προφανώς, η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ελήφθη υπόψη στο ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε, κάτι που σχολιάζουμε παρακάτω." Εξάγεται βέβαια το συμπέρασμα ότι η αναφορά του Δικαστηρίου σε "κανένα δικαίωμα που επηρεάστηκε" εννοεί το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το εύλογο του χρόνου που παρήλθε, εφόσον ως επεξηγείται στην απόφαση Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) "Για να θεμελιωθεί παραβίαση του άρθρου 6
(1)της Σύμβασης λόγω υπερβολικής διαδικαστικής καθυστέρησης δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς στην ετοιμασία ή παρουσίαση της υπεράσπισής του." Επισημαίνεται μάλιστα ότι επί του προκειμένου η αγγλική νομολογία διαφέρει και ότι η κυπριακή νομολογία, ως έχει οριοθετηθεί στην Ευσταθίου (πιο πάνω), είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Βεβαίως η τυχόν κατάληξη ότι το υπό αναφορά δικαίωμα παραβιάστηκε, δεν προκύπτει αβασάνιστα αλλά εξάγεται κατόπιν εξέτασης νολογημένων κριτηρίων. Τούτα τα κριτήρια έχουν επεξηγηθεί στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) όπου στη σελ. 228 αναφέρθηκε ότι: "Δεν είναι όμως αυτά που υποστηρίζει η δική μας νομολογία, (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203) μήτε και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Σπεύδω τώρα να εφαρμόσω τα προαναφερόμενα κριτήρια στα γεγονότα της παρούσης. Κατ' αρχάς η σημασία για τον αιτητή. Είναι βέβαια αντιληπτό ότι η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι περιορισμένης σοβαρότητας. Τούτο εφόσον με βάση την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σταθερός δείκτης της σοβαρότητας ενός αδικήματος είναι η ανώτατη από το νόμο προβλεπόμενη ποινή. Στη δοσμένη περίπτωση η ποινή ανέρχεται σε 1 έτος φυλάκιση και /ή Λ.Κ.1000 πρόστιμο. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος αναφύεται και από τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξή του. Δεδομένης της υφιστάμενης νομολογίας εν σχέσει με ποινές που επιβάλλονται γι' αυτού του είδους το αδίκημα, καθίσταται αντιληπτό ότι το υπό αναφορά αδίκημα είναι ήσσονος σοβαρότητας. Δεν παύει βέβαια η εν λόγω υπόθεση να είναι ποινική υπόθεση η οποία, ως τέτοια, επιζητεί την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Μέχρι της αποπερατώσεώς της ελλοχεύει ο κίνδυνος καταδίκης του Κατηγορουμένου. Αναφορικά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης είναι ηλίου φαεινότερο ότι πρόκειται για μια πολύ απλή υπόθεση. Επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, το όχημα του Κατηγορουμένου εντοπίστηκε να κινείται με την ταχύτητα που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ανεκόπη και την ίδια ημέρα εκδόθηκε εναντίον του σχετικό εξώδικο. Η παρουσία του ΜΚ2 στο Δικαστήριο ήταν τυπική εφόσον αφορούσε τη λειτουργία του ταχυμέτρου και τίποτα άλλο. Προκύπτει λοιπόν ότι η παρούσα υπόθεση δεν ταλαιπωρήθηκε μέσω ερευνών και πολυσέλιδων καταθέσεων. Τόσο η διαπίστωση του αδικήματος όσο και η αποπεράτωση του έργου της αστυνομίας, διενεργήθηκε αυθημερόν. Η σχετική μέχρι σήμερα στάση του Κατηγορουμένου έχει ως ακολούθως. Ο Κατηγορούμενος στις 05.02.07, ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και προτού απαντήσει στην κατηγορία ανέφερε ότι πρόθεση του ήταν να υποβάλει αίτημα autrefoi acquit. Ένεκα ασθένειας του δικαστή στη δικαιοδοσία του οποίου ενέπιπτε η παρούσα, ο δικαστής ο οποίος εκτάκτως επιλήφθηκε τούτης όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό στις 13.02.
  1. Εκείνη την ημέρα ένεκα απουσίας του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο ορίστηκε για έλεγχο στις 14.03.
  2. Το ένταλμα εκτελέστηκε στις 23.02.07 και το Δικαστήριο άφησε την υπόθεση ορισμένη για τις 14.03.
  3. Ό,τι διαφοροποίησε ήταν το λόγο ορισμού της, δηλαδή αντί για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Την εν λόγω ημερομηνία το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και αυθημερόν εξέδωσε απόφαση διά της οποίας απέρριψε το αίτημα και κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απάντηση. Αφότου κατηγορήθηκε και απάντησε μη παραδοχή η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 03.05.
  4. Στις 03.05.07 ο Κατηγορούμενος ζήτησε αναβολή της υπόθεσης εφόσον την ίδια ημέρα αντιμετώπιζε κατηγορία ενώπιον άλλου δικαστηρίου, δηλαδή στην υπόθεση 337/06 η οποία ήταν ορισμένη για συνέχισης της ακρόασης. Το Δικαστήριο ενόψει αυτού του λόγου αλλά και επειδή το ίδιο είχε ορισμένη για ακρόαση την υπόθεση 19421/06 η οποία προηγείτο, ανέβαλε την υπόθεση για τις 10.05.07 και πάλι για ακρόαση. Την τελευταία ημερομηνία η υπόθεση ξεκίνησε για να αναβληθεί όταν η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την υπόθεσή της. Η αναβολή της υπόθεσης προέκυψε κατόπιν αιτήματος του Κατηγορουμένου για να του παρασχεθεί ο χρόνος να κλητεύσει μάρτυρες και ένεκα του προχωρημένου της ώρας. Η συνέχιση της ακρόασης ορίστηκε στις 23.05.07, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση αποπερατώθηκε και επιφυλάχθηκε η απόφαση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 23.05.07 ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και σε αντίθεση με το αίτημά του στις 10.05.07 δεν παρουσίασε οιουσδήποτε μάρτυρες. Η απόφαση επιφυλάχθηκε για τις 15.06.
  5. Αυτή η πορεία της υπόθεσης και παρά τις δύο αναβολές που δόθηκαν (13.02.07 και 10.05.07), είμαι της γνώμης ότι ουδόλως κρίνεται ως μακρά. Σημειώνω μάλιστα ότι παρά την απουσία του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο σε μια περίπτωση, η υπόθεση δεν κωλυσιέργησε αδικαιολόγητα ούτε και καθυστέρησε μέχρι την ολοκλήρωσή της. Περαιτέρω, η υποβολή αιτήματος autrefoi acquit δεν καθυστέρησε την όλη διαδικασία. Εν πάση όμως περιπτώσει, η υποβολή τέτοιου αιτήματος αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα Κατηγορουμένου (βλ. άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) και ως εκ τούτου η έγερση τούτου και ο αναγκαίος χρόνος που δαπανήθηκε κρίνω ότι δεν δύναται να προσμετρήσει επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο. Παρόλα ταύτα, το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών και δέκα ημερών, διάστημα που δαπανήθηκε για την ολική αποπεράτωση της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν υποστηρίζει ισχυρισμό για καθυστέρηση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Τελευταίο κριτήριο που εξετάζεται είναι η στάση των αρχών. Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά το αίτημά του για autrefoi acquit, ζήτησε την απόρριψη της υπόθεσης ένεκα του μακρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, σύμφωνα πάντα με τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής. Το ίδιο αίτημα ο Κατηγορούμενος υπέβαλε και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος συνέδεσε τούτο το αίτημα του και με το ότι η μητέρα του, η οποία ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, απεβίωσε. Η εν λόγω σύνδεση επί του ότι ο Κατηγορούμενος στερήθηκε της ευχέρειας να παρουσιάσει μάρτυρα εφόσον τούτος απεβίωσε στο μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε το οποίο να επεξηγεί ή έστω να τείνει να επεξηγήσει τούτο το χρονικό διάστημα. Προκύπτει βεβαίως ότι αυτό το χρονικό διάστημα ανέρχεται στους 21 μήνες. Κανείς από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν έδωσε οποιαδήποτε επεξήγηση. Η κα Πίπη ρητά ερωτήθηκε από το Δικαστήριο έστω να σχολιάσει αυτή τη θέση του Κατηγορουμένου και δεν ανέφερε οτιδήποτε. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και συνοψίζοντας τούτα σε λίγες γραμμές, εξάγεται το συμπέρασμα ότι για μία πολύ απλή ποινική υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή, για λόγο που δεν αφορά τον Κατηγορούμενο, καταχώρησε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης, δηλαδή το εναρκτήριο λάκτισμα της ποινικής διαδικασίας, 21 μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Θα ανέμενε κανείς ότι ενόψει αυτής της καθυστέρησης, καθυστέρηση η οποία είναι οφθαλμοφανής και έκδηλη, η Κατηγορούσα Αρχή θα προσπαθούσε τουλάχιστον να προωθήσει τυχόν επεξήγηση τούτης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ανεξήγητη παρέμεινε η παρέλευση τούτου του χρονικού διαστήματος. Εξ αντικειμένου, ενόψει της παρέλευσης τέτοιου χρόνου αλλά και του ανεξήγητου τούτης, η παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Κατηγορουμένου κρίνεται δεδομένη. Ανάλογη ήταν και η κατάληξη στην υπόθεση Ευσταθίου (πιο πάνω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο. Καταλήγω λοιπόν ότι και στη δοσμένη περίπτωση έχοντας συνεκτιμήσει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και διαπιστώνοντας μέσω τούτων την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκη εντός εύλογου χρόνου, ό,τι απομένει είναι η διακοπή της διαδικασίας και η απαλλαγή του Κατηγορουμένου. Ενόψει των πιο πάνω, δηλαδή της αποδεδειγμένης παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, άρθρο που εξασφαλίζει στον Κατηγορούμενο το δικαίωμα για διαπίστωση της τυχόν ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.