← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχάλη Ψύλλα, Αρ. Υποθέσεως: 16466/06, 26.06.2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχάλη Ψύλλα, Αρ. Υποθέσεως: 16466/06, 26.06.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 16466/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Μιχάλη Ψύλλα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.06.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κο Σ. Δράκος Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου δίκυκλου χωρίς τη χρήση προστατευτικού κράνους κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59

(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ66/84, ως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 26.04.06 στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμό εγγραφής CBA328, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Τούτο έχει ως ακολούθως: "Στις 26.04.06 στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το δίκυκλο όχημα με αρ. εγγραφής CBA 328 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Περαιτέρω, την ίδια μέρα εκδόθηκε εξώδικο και παραδόθηκε στον κατηγορούμενο για το ποσό των Λ.Κ.50 και 1 βαθμό ποινής, το οποίο εξώδικο δεν αποπληρώθηκε στον καθορισμένο από το νόμο χρόνο." Περαιτέρω, οι δύο συνήγοροι εκ συμφώνου κατέθεσαν ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα. Τεκμήριο 1, επιστολή κατηγορουμένου προς έφορο μηχανοκινήτων οχημάτων ημερ. 09.06.06, τεκμήριο 2, απαντητική επιστολή εφόρου μηχανοκινήτων οχημάτων προς κατηγορούμενο ημερ. 25.07.06, τεκμήριο 3, πιστοποιητικό εξαίρεσης από την υποχρέωση χρήσης ζώνης ασφαλείας προς όφελος του κατηγορουμένου και τεκμήρια 4 και 5 ιατρικό πιστοποιητικό και ιατρική συνταγή αντίστοιχα επ' ονόματι του κατηγορουμένου τα οποία εκδόθηκαν από τον ιατρό Κυριάκο Βερεσιέ. Μετά την έγκριση του παραδεκτού γεγονότος και την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Παρότι δεν υποβλήθηκε αίτημα για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το δικαστήριο έλεγξε το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό και κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ούτε από μέρους του κατηγορουμένου προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Η μεν κατηγορούσα αρχή υποστήριξε ότι δυνάμει των παραδεκτών γεγονότων έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο, ενώ ο κος Δράκος υπέβαλε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εφόσον ο κανονισμός 59
(2)δυνάμει του οποίου κατηγορείται είναι αντισυνταγματικός. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κου Δράκου ο εν λόγω κανονισμός παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η παραβίαση έγκειται στο γεγονός ότι ενώ το άρθρο 16
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν.174/86παρέχει δυνατότητα εξαίρεσης της κατά τα άλλα υποχρεωτικής χρήσης ζώνης ασφαλείας, ο υπό κρίση κανονισμός δεν παρέχει τέτοια ευχέρεια. Τούτη η ρύθμιση, ανέφερε ο κος Δράκος, δημιουργεί ανισότητα εφόσον πρόκειται για παρόμοιες περιπτώσεις. Τόσο η ζώνη ασφαλείας όσο και το προστατευτικό κράνος αποβλέπουν, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, στον ίδιο σκοπό, δηλαδή την ασφάλεια του οδηγού. Η εν λόγω ανισότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη παρά μόνο παράλειψη του νομοθέτη και ως εκ τούτου ο υπό κρίση κανονισμός πρέπει να κηρυχθεί αντισυνταγματικός. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατηγορούσα αρχή ήταν φειδωλή στην αγόρευσή της και τούτο παρότι γνώριζε εκ των προτέρων πως μοναδικό επίδικο θέμα ήταν η συνταγματικότητα του εν λόγω κανονισμού. Προτού προχωρήσω σε οτιδήποτε περαιτέρω, κρίνω ορθό να παραθέσω εδώ αυτούσιο τόσο το άρθρο 28.1 του Συντάγματος όσο και τον κανονισμό 59
(2). Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα ακόλουθα: "Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και προστασίας. " Ο υπό κρίση κανονισμός αναφέρει ότι: "59
(2)Ο οδηγός μοτοσυκλέτας ή μοτοποδηλάτου, καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω στη μοτοσυκλέτα ή μοτοποδήλατο, όταν ταξιδεύουν σε οποιοδήποτε δρόμο, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο, σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση να φέρουν κράνος ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο μοτοσυκλέτας ή μοτοποδηλάτου όταν τα οχήματα αυτά είναι εξοπλισμένα κατά το χρόνο της εγγραφής τους (
  1. i)με κουβούκλιο ασφαλείας που είναι δοκιμασμένο υπό συνθήκες σύγκρουσης ώστε να παρέχει ασφάλεια στον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο, και (
  2. ii)με ειδικό σύστημα πρόσδευσης, και (iii) με ειδικό σύστημα ασφαλείας το οποίο δεν επιτρέπει τη κίνηση της μοτοσυκλέτας ή του μοτοποδηλάτου εκτός εάν ο οδηγός και το μεταφερόμενο πρόσωπο είναι προσδεδεμένοι, και (
  3. iv)με ειδικό κάθισμα το οποίο προστατεύει τον οδηγό και το μεταφερόμενο πρόσωπο σε περίπτωση πλάγιας πτώσης της μοτοσυκλέτας ή του μοτοποδηλάτου." Οι αρχές εξέτασης συνταγματικότητας νόμου έχουν τεθεί στην υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Επισημαίνω εδώ ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν προσδιόρισε, ως είχε υποχρέωση, με ακρίβεια, ποια κατά τη γνώμη του διάταξη του άρθρου 28 του Συντάγματος παραβιάζει ο κανονισμός 59
(2). Τέτοια ασάφεια δεν είναι επιτρεπτή σε αυτό το πεδίο του δικαίου εφόσον, ως ήδη έχω αναφέρει, εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται αντισυνταγματικότητα επωμίζεται την απόδειξη τούτης και μάλιστα στον υπέρτατο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τέτοιος βαθμός απόδειξης δεν συμβιβάζεται με ασάφεια και απροσδιοριστία. Είναι αυτός ο λόγος ικανός να οδηγήσει τον εν λόγω ισχυρισμό σε απόρριψη. Άλλος ανεξάρτητος λόγος και πάλι ικανός να οδηγήσει σε απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, είναι η αντινομία η οποία προκύπτει από τον τρόπο που ηγέρθηκε ο ισχυρισμός. Η μεθοδολογία που ακολουθείται από το δικαστήριο κατά τον κατασταλτικό έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου που αμφισβητείται, έχει αναφερθεί πιο πάνω. Βασική τούτης παράμετρος, είναι πως η εν λόγω ενασχόληση του δικαστηρίου περιορίζεται στην υπό κρίση διάταξη και τούτο, μόνο εφόσον η επίλυση του εγειρόμενου ισχυρισμού είναι απολύτως απαραίτητη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στη δοσμένη περίπτωση ο κος Δράκος έδρασε το αίτημά του σε ό,τι κατά τη γνώμη του προκύπτει από την αντιδιαστολή του κανονισμού 59
(2)με το άρθρο 16
(1)του περί Οδικής Ασφάλισης Νόμου. Τέτοια ενέργεια, δηλαδή η αντιδιαστολή των δύο διατάξεων, δεν βρίσκει νομικό έρεισμα εφόσον επιβάλλει στο δικαστήριο την ενασχόληση τόσο με τον κανονισμό 59
(2)όσο και με το άρθρο 16
(1). Η εξέταση του ισχυρισμού, ως τούτος προβάλλεται, δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό του άρθρου 16
(1)αντί του υπό κρίση κανονισμού. Τέτοιο ενδεχόμενο καθιστά την τοιουτοτρόπο έγερση του ισχυρισμού αντινομική, ως αντιβαίνουσα της νομολογημένης μεθοδολογίας εξέτασης, εξέταση η οποία επιτάσσει τη διερεύνηση των απολύτως απαραίτητων. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, παρατηρήσεις οι οποίες είναι ικανές να οδηγήσουν τον ισχυρισμό σε απόρριψη, ένεκα της σοβαρότητας τούτου, αντιπαρέρχομαι τις ανωτέρω επισημάνσεις και προβαίνω σε εξέτασή του επί της ουσίας. Εκλαμβάνω ως δεδομένο ότι ο υπό κρίση ισχυρισμός αφορά μόνο την πρώτη παράγραφο του άρθρου 28 του Συντάγματος και όχι οποιαδήποτε άλλη, εφόσον οι λοιπές του άρθρου διατάξεις άπτονται θεμάτων άσχετων με τα γεγονότα της παρούσης. Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει απασχολήσει τα κυπριακά δικαστήρια ουκ ολίγες φορές. Στην απόφαση Γιασεμίδου ν. Δημοτικού Συμβουλίου
(1996)3 ΑΑΔ 491, στη σελ. 500 παρατείθεται η ακόλουθη ερμηνεία: "Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας. Ο όρος "ίσοι ενώπιον του Νόμου" στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 R.S.C.C. 125). Στη υπόθεση Δημοκρατία ν. Αρακιάν κ.ά.
(1972)3 Α.Α.Δ. 294 είχαν υιοθετηθεί οι πιο κάτω αρχές της ελληνικής νομολογίας:
(1)Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (Υπόθεση 1273/65 του Στ.Ε.).
(2)Το άρθρο 3 του Ελληνικού Συντάγματος του 1952 - το οποίο αντιστοιχεί με το πιο πάνω άρθρο 28.1 - "αποκλείει μόνον την υπό του νομοθέτου θέσπισιν διακρίσεων αυθαιρέτων και όλως αδικαιολόγητων" (Υποθέσεις 1247/67 και 1870/67 του Στ.Ε.).
(3)"Ευλόγως προκύπτει παραβίασις της αρχής της ισότητος και ως εκ τούτου ακυρότης των προσβαλλόμενων πράξεων, εφ' όσον πρόκειται περί ρυθμίσεων σχέσεων τελουσών υπό διαφόρους πραγματικάς συνθήκας, αίτινες δεν αποκλείουν ανομοιομορφίας εν τω διακανονισμοί) αυτών" (Υπόθεση 2063/68 του Στ.Ε.).
(4)Η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται "επί περιπτώσεων τελουσών υπό τας αυτάς εν γένει συνθήκας " (Υπόθεση 1215/69 του Στ.Ε.)". Εν πρώτοις, προκύπτει ότι ο κανονισμός 59
(2)δεν δημιουργεί πλείονες της μιας κατηγορίας. Μοναδική ρύθμιση είναι η χρήση προστατευτικού κράνους για τους οδηγούς μοτοσυκλέτας ή μοτοποδηλάτου. Συνάγεται λοιπόν ότι ενόψει αυτής της κατάληξης, δηλαδή περί δημιουργίας μιας μόνο κατηγορίας, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει ανισότητα είναι αβάσιμος και ανυπόστατος. Ένεκα της μίας κατηγορίας που δημιουργείται δεν τίθεται θέμα άνισου διαχωρισμού και διαφοροποίησης. Παρόλα ταύτα, ακόμη και η αδικαιολόγητη αντιδιαστολή του κανονισμού 59
(2)με το άρθρο 16
(1)δεν περισώζει τον ισχυρισμό, εφόσον η εν λόγω διαδικασία παραγνωρίζει ότι δεν αποδείχθηκε κατά πόσο οι εν λόγω ρυθμίσεις αφορούν όμοιες περιπτώσεις. Στην απόφαση Σεργίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 119 στη σελ. 130 αναφέρθηκε ότι: "Η ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων ή της θέσης ή της κατάστασης ατόμων για σκοπούς ίσης μεταχείρισης δεν προσδιορίζεται μικροσκοπικά ή σχολαστικά αλλά με γνώμονα την ουσιαστική συνάφεια μεταξύ τους. Όταν η ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων, της θέσεως ή των περιστάσεων ατόμων είναι τόσο μεγάλη ώστε να συνθέτουν ομάδα ατόμων ή υποκειμένων με βάση κοινό παρονομαστή ομοιογένειας ο νομοθέτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να ταξινομήσει τα πράγματα ή τα υποκείμενα του δικαίου σε ξεχωριστή κατηγορία και να προβεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις διάφορες από εκείνες που ισχύουν για άλλες συγγενικές αλλά όχι ομοιογενείς κατηγορίες προσώπων ή πραγμάτων. Τόσο η συμπερίληψη πραγμάτων ή ατόμων σε ομοιογενή κατηγορία όσο και οι διακρίσεις που γίνονται στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ατόμων πρέπει να έχουν, όπως ορίζει η νομολογία, λογικό έρεισμα το οποίο να πηγάζει από την ομοιότητα ή διαφορές μεταξύ των πραγμάτων ή των φορέων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων." Επί του προκειμένου, ο ισχυρισμός παραγνωρίζει πως στη μεν περίπτωση του κανονισμού 59
(2)η ρύθμιση αφορά συγκεκριμένη ομάδα οδηγών και συνεπιβατών τούτων, δηλαδή μοτοποδηλάτες και μοτοσυκλετιστές, ενώ στην άλλη περίπτωση υποκείμενο του νόμου είναι οι οδηγοί μηχανοκίνητων οχημάτων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός παραγνωρίζει ότι αντικείμενο του κανονισμού 59
(2)είναι η χρήση προστατευτικού κράνους ενώ αντικείμενο του άρθρου 16
(1)είναι η απαλλαγή από τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Όλες οι προαναφερόμενες κατηγορίες δεν απασχόλησαν το συνήγορο του κατηγορουμένου κατά την αγόρευσή του περί αντισυνταγματικότητας του κανονισμού 59
(2). Σε κανένα όμως στάδιο δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο να υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες που υποδείχθηκαν, είτε ότι είναι όμοιες είτε ότι διαφέρουν. Είναι όμως υποχρέωση εκείνου που προσβάλλει τη συνταγματικότητα συγκεκριμένης διάταξης να αποδείξει τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενόψει τούτου, εφόσον ο ισχυρισμός εδράζεται σε διαφορετική ρύθμιση επί ομοιογενούς συνόλου, υποχρέωση του κατηγορουμένου είναι και η απόδειξη της ομοιότητας ή ανομοιότητας μεταξύ των κατηγοριών, ως επίσης και του αντικειμένου της ρύθμισης. Η αναφορά και μόνο του κου Δράκου ότι τόσο η χρήση προστατευτικού κράνους όσο και η χρήση ζώνης ασφαλείας εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την ασφάλεια του οδηγού, δεν οδηγεί αυτόματα στην εξομοίωση των δύο μέσων προστασίας αλλά ούτε και επεξηγεί ή υποστηρίζει κατά πόσο οι οδηγοί μοτοσυκλέτας και μοτοποδηλάτου ανήκουν στην κατηγορία των οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων. Καταλήγω λοιπόν, και επί της ουσίας, ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η παραβίαση του άρθρου 28.1 του Συντάγματος από τον κανονισμό 59
(2). Ενόψει αυτής της κατάληξης ό,τι απομένει ενώπιον του δικαστηρίου είναι το παραδεκτό γεγονός πως ο κατηγορούμενος στις 26.04.06 στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα, οδήγησε το δίκυκλο με αριθμό εγγραφής CBA328 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Αυτό το παραδεχτό γεγονός είναι ικανό να οδηγήσει τον κατηγορούμενο σε καταδίκη. Ενώπιον του δικαστηρίου παραμένουν βέβαια και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Σε καμιά όμως περίπτωση τούτα τα τεκμήρια είναι ικανά να αναιρέσουν την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.