← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Sarath Jayakody Arachchige, Αρ. Υποθέσεως: 17316/06, 28.06.2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Sarath Jayakody Arachchige, Αρ. Υποθέσεως: 17316/06, 28.06.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 17316/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Sarath Jayakody Arachchige Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.06.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Π. Κυριάκου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 23.09.06 στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής LY243, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο τους μάρτυρες αστ. 1731 Άγγελο Μιχαηλά (ΜΚ1) και Παναγιώτη Θεοδώρου (ΜΚ2). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και προέβη σε ένορκο μαρτυρία. Για την υπεράσπιση, εκτός από τον κατηγορούμενο, ένορκο μαρτυρία έδωσαν άλλα δύο πρόσωπα τα οποία είναι ο αστ. 458 Γιώργος Κακουλλής (ΜΥ1) και ο Voicu George (ΜΥ2). Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προκύπτει ως θέση της κατηγορούσας αρχής πως ο κατηγορούμενος, οδηγός του οχήματος LY243, ευρισκόμενος στα φώτα τροχαίας, δηλαδή σε θέση απέναντι από την πορεία που ακολουθούσε το όχημα του ΜΚ2, οδηγός του οχήματος ΕΜΥ062, κινήθηκε δεξιότερα ως η πορεία του και ένεκα τούτου ανέκοψε την πορεία του οχήματος του ΜΚ
  2. Τούτη ήταν και η θέση του εν λόγω μάρτυρα (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 επεξήγησε στο δικαστήριο τόσο τις διάφορες μετρήσεις που έλαβε ως επίσης τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της εν λόγω διασταύρωσης. Σύμφωνα με το μάρτυρα πρόκειται για τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης μεταξύ της λεωφόρου Γιάννου Κρανιδιώτη και των οδών Ολύμπου και Χαμίτ Μπέη. Τέλος, ο ΜΚ1 έκανε αναφορά και στις ζημίες που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα οχήματα. Στον αντίποδα θέση της υπεράσπισης είναι πως ο κατηγορούμενος δεν ανέκοψε την πορεία του οχήματος του ΜΚ και τούτο παρότι κινήθηκε δεξιότερα ως η πορεία του, εφόσον αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημά του. Προς απόδειξη τούτου η υπεράσπιση κάλεσε στο δικαστήριο τον αστ. 458 Γ. Κακουλλή (ΜΥ1). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων και ειδικός στον εντοπισμό ταχύτητας. Επίσης ανέφερε στο δικαστήριο τη μεθοδολογία που ακολούθησε στη δοσμένη περίπτωση και ότι αναφορικά με το όχημα του ΜΚ2 κατέληξε πως αμέσως πριν το δυστύχημα τούτο κινείτο με ταχύτητα όχι κατώτερη των 77,38km. Τέλος, ο ΜΥ2 ανέφερε πως τη συγκεκριμένη ημέρα επέβαινε στο φορτηγό όχημα (LY243), ως συνοδηγός και επεξήγησε στο δικαστήριο όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι μοναδικό επίδικο θέμα είναι κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορουμένου προκάλεσε ανακοπή του οχήματός του ΜΚ2 και ως εκ τούτου συνιστά αμέλεια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την υπεράσπιση οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Τόσο ο κος Κυριάκου, εκ μέρους του κατηγορουμένου, όσο και η κα Πίπη, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, υποστήριξαν το αξιόπιστο της μαρτυρίας που προσκόμισαν, ενώ ο μεν πρώτος εισηγήθηκε την αθώωση του κατηγορουμένου και η δε δεύτερη την καταδίκη τούτου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω σημειώνω πως την κρίση μου για ότι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων καθοδήγησε και η πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, η εγγενής αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης των μαρτύρων, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 51, 56). Σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς τα εξωτερικά γνωρίσματα της υπό αναφορά διασταύρωσης. Στα φώτα τροχαίας τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών της λεωφόρου Γιάννου Κρανιδιώτη, δηλαδή η κατεύθυνση που είχε το όχημα του ΜΚ2 και του κατηγορουμένου αντίστοιχα, αποτελούνται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στη δεξιά πλευρά το πλάτος κάθε λωρίδας κυκλοφορίας έχει ως ακολούθως. Η εσωτερική λωρίδα, δηλαδή εκείνη που εφάπτεται του κιγκλιδώματος έχει πλάτος 3,00μ. Η ενδιάμεση λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 2,90μ. και η εξωτερική 3,30μ. Στην αντίθετη κατεύθυνση η εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,15μ., η ενδιάμεση λωρίδα κυκλοφορίας 3,05μ. και η εξωτερική 3,10μ. Ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ίχνη τροχοπέδησης που καταλήγουν στους μπροστινούς τροχούς του οχήματος ΕΜΥ
  1. Τούτα τα ίχνη έχουν συνολικό μήκος 39,65μ. Περαιτέρω, τα εν λόγω ίχνη παρουσιάζονται να απέχουν κατά την έναρξή τους 4,00μ. από το δεξιό κιγκλίδωμα, ως η κατεύθυνσή τους, ενώ από την προέκταση τούτου εκεί όπου διακόπτονται απέχουν 2,80μ. Το μπροστινό μέρος του ΕΜΥ062 απέχει από τη νοητή προέκταση του σταθερού σημείο Ο 4,70μ., ενώ το πίσω μέρος τούτου απέχει 4,65μ. Από την προέκταση του ίδιου σταθερού σημείου το μπροστινό μέρος του οχήματος LY243 απέχει 4,80μ., το δε πίσω μέρος του απέχει 6,30μ. Τέλος, ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω και τις ζημίες που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα οχήματα. Για μεν το όχημα LY243 τούτες έχουν ως ακολούθως. Υπέστη γδάρσιμο στον μπροστινό προφυλακτήρα και έσπασε το μπροστινό αριστερό φανάρι. Εν σχέσει με το όχημα ΕΜΥ062, υπέστη βούλωμα στα δύο μπροστινά φτερά, βούλωσε το καπό, έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας και έσπασαν τα μπροστινά φανάρια και οι σηματοδότες. Πιο κάτω προβαίνω σε αξιολόγηση των προσώπων που παρήλασαν ενώπιον του δικαστηρίου, όχι με τη σειρά που εμφανίστηκαν αλλά ως εγώ κρίνω ευχερέστερο. Πρώτα ό,τι αφορά το ΜΥ
  2. Η υπεράσπιση παρουσίασε τούτο το μάρτυρα ως ειδικό στον εντοπισμό ταχυτήτων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκπαιδεύτηκε σχετικά στην αστυνομική ακαδημία και επεξήγησε στο δικαστήριο τη μεθοδολογία που τον οδήγησε στα συμπεράσματά του. Τούτο το μάρτυρα τον αποδέχομαι ως πραγματογνώμονα (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534). Περαιτέρω, πέραν της σταθερότητας, επεξηγηματικότητας και αυθορμητισμού του μάρτυρα, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ένεκα λοιπόν τόσο της μη αντεξέτασης όσο και των εγγενών της μαρτυρίας του στοιχείων, κρίνω το μάρτυρα αξιόπιστο. Εφόσον ο μάρτυρας επεξήγησε στο δικαστήριο την επιστημονική μεθοδολογία που ακολούθησε, δίδοντας έτσι την ευχέρεια ελέγχου τούτης, σε συνδιασμό και με τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις, αποδέχομαι τα σχετικά της μαρτυρίας του συμπεράσματα. Ο ΜΥ2, επίσης παρουσιάστηκε στο δικαστήριο θετικός, αυθόρμητος και ειλικρινής. Παρόλα ταύτα, κρίνω τη μαρτυρία του ανίκανη να συνδράμει θετικά στα ευρήματα του δικαστηρίου. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός πως κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ2 παραδέχθηκε πως δεν μίλησε καθόλου με τον οδηγό για το δυστύχημα και πως ότι ανέφερε στο δικαστήριο είναι την προσωπική του εντύπωση. Για τις αμέσως πριν το δυστύχημα ενέργειες του φορτηγού, αξίζει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης. Ενόψει τούτου, θεωρώ τη μαρτυρία του ως άσχετη με το επίδικο θέμα. Θετική εντύπωση απεκόμισα και από το ΜΚ1. Ο μάρτυρας δεν παρουσιάστηκε απλώς αυθόρμητος και επεξηγηματικός. Πέραν της μεταφοράς στο δικαστήριο των διαφόρων μετρήσεων της πραγματικής μαρτυρίας, ο ΜΚ1 άφησε την εντύπωση ανεξάρτητου μάρτυρα. Δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει και να επεξηγήσει γιατί προέβη σε εισήγηση για μη ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Τη μαρτυρία του ΜΚ1 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Παρόλα ταύτα, από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν αποδέχομαι τις απαντήσεις που ο μάρτυρας έδωσε σε ερωτήσεις του κου Κυριάκου αναφορικά με την απόσταση σκέψης. Προκύπτει από την απόφαση Οδυσσέως ν. Χατζηλούκα
(2000)1 ΑΑΔ 185, 189 ότι συμπεράσματα επί τη βάση τέτοιας μαρτυρίας χωρίς την ύπαρξη επεξήγησης από εμπειρογνώμονα, είναι ανεπίτρεπτα. Στη δοσμένη περίπτωση ο ΜΚ1 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με τέτοια εμπειρογνωμοσύνη. Ενόψει τούτου αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του δεν την αποδέχομαι. Στρέφομαι τώρα τόσο στο ΜΚ2 όσο και στον κατηγορούμενο. Πρέπει να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση στη μαρτυρία τους. Και οι δύο αποδέχονται ότι ο μεν ΜΚ2 οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ανωτάτου ορίου και ότι ο δε κατηγορούμενος ενόσω ευρισκόταν στα φώτα τροχαίας κινήθηκε δεξιότερα ως η κατεύθυνσή του. Και οι δύο μάρτυρες καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου εμφανίστηκαν αυθόρμητοι και ειλικρινείς. Οι θέσεις τους υποστηρίζονται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Δεν έχω καμία αμφιβολία τόσο για το αξιόπιστο του ΜΚ2 όσο και του κατηγορουμένου. Συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων καταλήγω ότι στις 23.09.06 ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα ΕΜΥ062 με ταχύτητα 77,38km. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στη λεωφόρο Γιάννου Κρανιδιώτη είναι 50km. Ενόσω ο ΜΚ2 ευρίσκετο με το όχημά του σε απόσταση πέραν των 39,65μ. ο κατηγορούμενος, ο οποίος ευρισκόταν ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας στην αντίθετη κατεύθυνση του ΜΚ2, οδήγησε το όχημά του ελαφρώς δεξιότερα ως η κατεύθυνσή του. Ο ΜΚ2 έκανε χρήση των φρένων του και το όχημα του κινήθηκε ευθεία και κτύπησε μετωπικά με το όχημα του κατηγορουμένου. Το όχημα του ΜΚ2 άφησε ίχνη τροχοπέδησης 39,65μ. Επί του σημείου σύγκρουσης η εν λόγω διασταύρωση παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα. Η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο το όχημα του ΜΚ2 δεν οδηγεί σε ευθεία κατεύθυνση αλλά έχει ελαφριά αριστερή κλίση. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η εν λόγω διασταύρωση να μην είναι ευθυγραμμισμένη και οι πορείες των αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας, δηλαδή της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου και της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ2, να συγχέονται ελαφρώς. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1, το σημείο σύγκρουσης δεν ευρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ2, ως τούτη η λωρίδα κυκλοφορίας έχει επεξηγηθεί, ενώ το όχημα του κατηγορουμένου στην τελική του θέση δεν διήλθε τη νοητή προέκταση του κιγκλιδώματος της πορείας του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ1 "περνά (δηλαδή το κιγκλίδωμα) πολύ κοντά στη δεξιά μπροστινή γωνία του φορτηγού". Σημειώνω ακόμη ότι το όχημα του ΜΚ2 αμέσως πριν τη σύγκρουση κινήθηκε, παρότι σε ευθεία γραμμή, με δεξιά κλίση τουλάχιστον 1,20μ. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα ότι η μετακίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου δεν επενέβη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην πορεία της ιδιόμορφης λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ2, εφόσον ουσιαστικά τούτη η λωρίδα κυκλοφορίας έχει αριστερή ως η πορεία της κλίση, δεν διαπιστώνω ενέργεια η οποία να συνιστά ανακοπή. Άξιο επισήμανσης είναι και το γεγονός πως η περιορισμένη κίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου δεν διενεργήθηκε ενόσω το όχημα του ΜΚ2 ήταν σε πολύ κοντινή από αυτό απόσταση και τούτο προκύπτει από τα 39,65μ. ίχνη τροχοπέδησης που το εν λόγω όχημα άφησε στην άσφαλτο και τη θέση του ΜΚ2 ότι αντιλαμβανόμενος την κίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του. Ενόψει αυτής της κατάληξης, εν σχέσει τόσο με τη διασταύρωση όσο και με τις ενέργειες των ενεχομένων οδηγών, δεν διαπιστώνω ενέργεια από μέρους του κατηγορούμενου η οποία να συνιστά ανακοπή. Παρόλα ταύτα, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο και το γεγονός ότι ακόμη και αν η ενέργεια του κατηγορουμένου, δηλαδή η περιορισμένη μετακίνηση του οχήματός του, δύνατο να εκληφθεί ως ανακοπή, και πάλι η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια. Σχετικό είναι το απόσπασμα στην απόφαση Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν. Νίκης Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439 όπου λέχθηκε ότι: "Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R.
  1. Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο, και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. ....... Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος." Ο λόγος της πιο πάνω απόφασης σε συνδιασμό με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι εάν ο ΜΚ2 κινείτο με ταχύτητα 50km το όχημά του θα σταματούσε σε 16,53μ., καθίσταται αντιληπτό ότι η μετακίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου δεν είναι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Σε αυτή την περίπτωση λόγος πρόκλησης του δυστυχήματος δεν είναι άλλος από την υπερβολική ταχύτητα του ΜΚ
  2. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει οιανδήποτε ενέργεια από μέρος του κατηγορουμένου η οποία να συνιστά αμελή οδήγηση. Ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου απορρίπτεται ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.