Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Έλενα Δημητρίου, Αρ. Υποθέσεως: 18500/06, 09.07.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 18500/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Έλενα Δημητρίου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 09.07.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Πίπη Για την κατηγορουμένη: κος Δημητρίου Κατηγορουμένη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο κος Δημητρίου, εκ μέρους της κατηγορουμένης, ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδάς του. Το αίτημα του συνηγόρου της κατηγορουμένης εδράστηκε στο άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Θέση του κου Δημητρίου ήταν ότι το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει, από αυτό το στάδιο της διαδικασίας, τη μαρτυρία του παραπονουμένου (ΜΚ2), ένεκα αντιφάσεων που παρατηρούνται και οι οποίες δίδουν το δικαίωμα όπως τούτη η μαρτυρία χαρακτηριστεί ως αντινομική. Τις εν λόγω υποδείξεις σχολιάζω εκτενέστερα πιο κάτω. Περαιτέρω, ο κος Δημητρίου ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε ούτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι, αμελή πράξη. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, η κατηγορουμένη στις 20.06.06 στην οδό Ψηλορείτη στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΖ092, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα του κου Δημητρίου είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις προϋποθέσεις, η παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το Δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annser). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο Δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η προσκόμιση τέτοιας κατάθεσης στο δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας, δεν συνιστά την αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντος και όχι κατ' επιλογή. Στη βάση των προειρημένων αρχών εξέτασα και το υπό κρίση αίτημα. Προκύπτει από τούτες ότι και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Στη δοσμένη περίπτωση σύνοψη τούτου του μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο δύο μάρτυρες, ενώ ακόμη κατέθεσε σειρά τεκμηρίων. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο αστ. 3024 Μ. Καβαλιέρου (ΜΚ1). Ο μάρτυρας υιοθετώντας το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε στο δικαστήριο ότι την 20.06.06 επισκέφτηκε σκηνή οδικού τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα στη συμβολή της οδού Ψηλορείτη με την οδό Αντιόπης. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα της κατηγορουμένης με αριθμό εγγραφής ΗΜΖ092, το μοτοποδήλατο VX234 που οδηγούσε ο Δημήτρης Κωνσταντίνου και το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΑΑF085 . Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήρια δύο σχέδια σκηνής που ετοίμασε. Το πρόχειρο σχέδιο είναι τεκμήριο 2 και το τελικό σχέδιο είναι τεκμήριο
- Ζητήθηκε από το μάρτυρα και επεξήγησε το τεκμήριο
- Κατ' αρχάς ανέφερε τις πορείες των ενεχομένων οχημάτων ως ακολούθως. Το όχημα της κατηγορουμένης (HMZ092) κινείτο στην οδό Αντιόπης με κατεύθυνση την οδό Ψηλορείτη. Ο Δημήτρης Κωνσταντίνου (οδηγός του μοτοποδηλάτου VX234) κινείτο στην οδό Ψηλορείτη με κατεύθυνση προς οδό Λούθερ Κινγκ, δηλαδή από δεξιά προς αριστερά ως η θέση του οχήματος της κατηγορουμένης. Το όχημα με αριθμό εγγραφής AAF085 ευρισκόταν ακινητοποιημένο στην αντίθετη του Δημήτρη Κωνσταντίνου λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό Ψηλορείτη, μπροστά από τη συμβολή της εν λόγω οδού με την οδό Αντιόπης και με κατεύθυνση αντίθετη ως του τελευταίου. Στη συμβολή της οδού Αντιόπης με την οδό Ψηλορείτη δεν υπάρχει σχεδιασμένη γραμμή αλτ. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι στα εν λόγω σχέδια τοποθέτησε ως σημείο σύγκρουσης ότι του υποδείχθηκε από τους ενεχόμενους οδηγούς. Η κατηγορουμένη υπέδειξε το σημείο Χ (το οποίο ευρίσκεται 0,4μ. από τη νοητή γραμμή του αλτ), ο Δημήτρης Κωνσταντίνου το σημείο Χ1(το οποίο ευρίσκεται 0,8μ. από τη νοητή γραμμή του αλτ), ενώ το Χ2 είναι το σημείο συγκρούσεως του μοτοποδηλάτου με το όχημα AAF
- Περαιτέρω, ο μάρτυρας έκανε αναφορά και στην ορατότητα των οδηγών των ενεχομένων οχημάτων και ιδιαίτερα ότι η ορατότητα της κατηγορουμένης στην κατεύθυνση όπου κινείτο ο Δημήτρης Κωνσταντίνου ανέρχετο σε 50μ. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι τούτη η ορατότητα ανέρχετο σε 50μ. όταν η κατηγορουμένη ευρισκόταν στο σημείο Χ. Από τη νοητή διακεκομμένη γραμμή του αλτ, η ορατότητα της κατηγορουμένης ήταν πολύ περιορισμένη, δηλαδή μέχρι τον πάσσαλο της ηλεκτρικής. Πόση είναι τούτη η απόσταση, δεν ανέφερε ο μάρτυρας και ούτε ερωτήθηκε. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε και δεν ερωτήθηκε ούτε για το σημείο που ο ίδιος θεωρεί ως σημείο σύγκρουσης. Τέλος, ανέφερε ότι το όχημα της κατηγορουμένης υπέστη ζημία, δηλαδή εκδορά στον μπροστινό προφυλακτήρα και ελαφριά εκδορά στο μπροστινό καπό. Ζημία υπέστη και το μοτοποδήλατο VX234 στο τιμόνι, στον μπροστινό τροχό και εκδορές στην αριστερή πλευρά. Επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Δημήτρης Κωνσταντίνου (ΜΚ2). Όπως ο ΜΚ1 έτσι και ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Τούτη η κατάθεση είναι το τεκμήριο
- Ερωτήθηκε και υπέδειξε στο τεκμήριο 3 τόσο την πορεία του όσο και την πορεία της κατηγορουμένης. Οι πορείες που υπέδειξε είναι ως πιο πάνω επεξηγήθηκαν. Η ουσία της μαρτυρία του στην κυρίως εξέτασή του συνοψίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα του τεκμηρίου
- "Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε πάροδος αριστερά μου είδα ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από εκεί...... (και πιο κάτω) .. όταν είδα το αυτοκίνητο ήμουν 15μ. εγώ αμέσως έριξα ταχύτητα και πάλαρα ώστε να με ακούσει.. (και πιο κάτω).. να σου πω ότι όταν το είδα αρχικά το αυτοκίνητο στην πάροδο αυτό σταμάτησε και όταν πλησίασα εκκίνησε". Επί του προκειμένου, στην αντεξέταση ανέφερε τα ακόλουθα: Ε. Δηλαδή βρισκόταν στο σημείο Χ; Α. Κάπου τζιαμέ. Ε. Εκεί όπως την είδες εσύ συνέχιζε να προχωρά ή σταμάτησε; Α. Συνέχισε να προχωρά λίγο. Ε. Μα στην κατάθεσή σου κύριε μάρτυρα λές ότι η κατηγορουμένη σταμάτησε. Α. Σταμάτησε; Ε. Ναι έτσι λες στην κατάθεσή σου, δεν σταμάτησε; Α. Όχι δεν σταμάτησε. ...(και πιο κάτω) ... Ε. Τώρα, κύριε Δημήτρη, απλά για να ξεκαθαρίσουμε η κατηγορούμενη όταν την είδες από τα 15μ. κινείτο και βρισκόταν στο σημείο Χ και κινείτο ακόμα; Α. Ναι εμάσιετουν να φκει που το άλτ. ...(και πιο κάτω) ... Ε. Άρα διαφωνείς με το σχέδιο του αστυνομικού. Α. Ναι διαφωνώ. Ε. Όμως το υπέγραψες. Α. Εντάξει. Οι εν λόγω παραπομπές από την αντεξέταση ήταν και τα σημεία που υποδείχθηκαν και από τον κον Δημητρίου υποβάλλοντας ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 είναι αντινομική. Κρίνω τον εν λόγω ισχυρισμό εύστοχο. Θέτοντας την κατάληξή μου σύμφωνα με την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία, η εν λόγω μαρτυρία περιέχει θεμελιακή αντίφαση, την οποία το δικαστήριο δεν μπορεί να αντιπαρέλθει επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Δικαιολογείται, πιστεύω, τούτη η διαπίστωση εφόσον ο ΜΚ2, ο οποίος προσυπογράφει το τεκμήριο 2 και συνεπώς το τεκμήριο 3, αμφισβήτησε τούτο κατά την αντεξέταση, όχι όμως στην κυρίως εξέταση. Λόγος αμφισβήτησης και διαφοροποίησης της θέσης του δεν δόθηκε. Περαιτέρω, ουσιαστικό κομμάτι της μαρτυρίας του ήταν και η αμέσως προ του δυστυχήματος συμπεριφορά της κατηγορουμένης. Και επί τούτου μετέωρη παρέμεινε η θέση της κατηγορούσας αρχής ως εδραζόμενη επί της μαρτυρίας του ΜΚ2. Ενώ αρχικά ο ΜΚ2 ανέφερε πως το όχημα της κατηγορουμένης εξήλθε λίγο της γραμμής του αλτ, σταμάτησε και μετά εκκίνησε, στην αντεξέταση όλα τούτα αναιρέθηκαν εφόσον ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε πως το όχημα της κατηγορουμένης ουδέποτε σταμάτησε αλλά προχωρούσε αργά. Εν τέλει, άγνωστη παρέμεινε η θέση του οχήματος της κατηγορουμένης αμέσως προ του δυστυχήματος όπως και οι ενέργειές της οδηγού. Δεν αναφέρομαι σε τυχόν άλλες αντιφάσεις του μάρτυρα, εφόσον σε αυτό το στάδιο δεν αξιολογείται η μαρτυρία αλλά εξετάζεται αντικειμενικά. Όπως προανέφερα, οι αντιφάσεις που υποδείχθηκαν είναι καταστροφικές για το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2 και δεν επιτρέπουν διαφορετικό από τον προειρημένο χαρακτηρισμό, δηλαδή αντινομική μαρτυρία. Πέραν του πιο πάνω λόγου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής πάσχει και ως μη αποδεικνύουσα συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή αμελή πράξη. Ως αμελή ενέργεια υποστηρίχθηκε η ανακοπή της ελεύθερης πορείας του μοτοποδηλάτου. Παρόλα ταύτα, στην απόφαση Μίσιης ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 421, το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς όμως να διατυπώνει οιανδήποτε νομική αρχή, υπέδειξε ότι δεν είναι κάθε ανακοπή που συνιστά αμέλεια. Τόνισε το Δικαστήριο πως σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν τόσο η ορατότητα όσο και η ταχύτητα του οχήματος του οδηγού που κατηγορείται. Κάτι αντίστοιχο τέθηκε και στην απόφαση Παύλου ν. Σάββα
(1989)1 ΑΑΔ 797 όπου στη σελ. 809 λέχθηκε ότι: "Αν ο εφεσίβλητος λάμβανε υπόψη του το πολυσύχναστο του κυρίου δρόμου και την τροχαία κίνηση πάνω σ' αυτό κατά το χρόνο της σύγκρουσης, θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι το να προχωρήσει το αυτοκίνητό του στα τυφλά, κάθετα μέσα στον κύριο δρόμο, σε σημείο πέραν του σταματημένου βαν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο, ιδιαίτερα για εκείνους που ακολουθούσαν την κατεύθυνση του εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος θα μπορούσε να είχε δώσει, είτε με το κλάξον είτε με κάποιο άλλο τρόπο, προειδοποίηση για την πρόθεσή του να εισέλθει στον κύριο δρόμο, μειώνοντας έτσι τους κινδύνους σύγκρουσης με οχήματα που είχαν προτεραιότητα στη χρήση του κυρίου δρόμου αλλά, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έκαμε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση." Επανέρχομαι τώρα στη δοσμένη περίπτωση. Ποια η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης προ του δυστυχήματος δεν επεξηγήθηκε. Ούτε ο ΜΚ2 ερωτήθηκε να επεξηγήσει, ενώ κάποια σημεία που ανέφερνε στο τεκμήριο 6, τα αναίρεσε στην αντεξέταση. Άγνωστο παραμένει και το σημείο σύγκρουσης. Ο μεν ΜΚ2 αναίρεσε τη θέση του αναφορικά με το σχέδιο τεκμήριο 3, ενώ ο δε ΜΚ1 δεν ερωτήθηκε και δεν επεξήγησε τούτη την πτυχή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Τέλος, σημασία έχει και η ορατότητα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 η ορατότητα της κατηγορουμένης ήταν μέχρι 50μ. όταν το όχημα της ευρισκόταν στο σημείο Χ. Από τη νοητή γραμμή του άλτ η ορατότητα της κατηγορουμένης προς τα δεξιά ήταν περιορισμένη μέχρι τον πάσσαλο της ηλεκτρικής, όπως ανέφερε ο ΜΚ1. Τούτη όμως η απόσταση δεν μετρήθηκε ή τουλάχιστον δεν αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Δεν παραλείπω να σημειώσω εδώ ότι η κατηγορουμένη ανέφερε πως είδε το μοτοποδήλατο του ΜΚ2 στα 50μ., τούτο βέβαια εφόσον οδήγησε το όχημά της μέχρι το σημείο Χ. Επίσης, παρά την αντινομικότητα της μαρτυρίας του ΜΚ2, ούτε και η απόσταση των 15μ. που ανέφερε ο μάρτυρας ότι είδε το όχημα της κατηγορουμένης βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, εφόσον δεν γνωρίζει το δικαστήριο εάν η ορατότητα της κατηγορουμένης από τη γραμμή του αλτ μέχρι τον πάσσαλο της ΑΗΚ, είναι πέραν ή μικρότερη των 15μ. Κατά τα άλλα η κατάθεση της κατηγορουμένης για την οδική της συμπεριφορά, δηλαδή ότι σταμάτησε στο αλτ και μετά προχώρησε ένα πόδι πέραν από τη γραμμή του αλτ, ένεκα της ορατότητάς της, δεν παρουσιάζει οιανδήποτε έλλειψη προσοχής και φροντίδας. Επισημαίνω πως ούτε το πολυσύχναστο των εμπλεκομένων οδών επεξηγήθηκε. Η συσσώρευση όλων των σημείων που υποδείχθηκαν, είτε διά της παρουσίας τους είτε διά της απουσίας τους, δεν παρουσιάζει αμελή συμπεριφορά εκ μέρους της κατηγορουμένης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω πως το αίτημα της υπεράσπισης ευσταθεί εφόσον ισχύουν και οι δύο λόγοι στους οποίους εδράστηκε και ως εκ τούτου δεν καλώ την κατηγορουμένη σε απολογία. Ένεκα της κατάληξης, η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο