← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί, Αρ. Υπόθεσης: 4659/06, 7 Αυγούστου, 2007

Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί, Αρ. Υπόθεσης: 4659/06, 7 Αυγούστου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:6 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4659/06 Δημοκρατία ν. Παναγιώτη Νετζατί Κατηγορούμενου. ---------------------------------- Ημερομηνία: 7 Αυγούστου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Η. Στεφάνου με κα Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Μυλωνάς με κ. G. Cadri. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 17.8.06 απήγαγε, βίασε και ακολούθως διά παρανόμου πράξεως και προμελετημένα επέφερε το θάνατο της Jana Kovacova, τέως από τη Σλοβακία, η οποία εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κύπρο ως υπάλληλος στο ξενοδοχείο Grecian Bay. Φέρεται να διέπραξε τα δύο πρώτα εγκλήματα, της απαγωγής και του βιασμού, στην Αγία Νάπα και το τρίτον, του φόνου εκ προμελέτης, στην επαρχία Λευκωσίας. Επιχείρησε η Κατηγορούσα Αρχή να τεκμηριώσει την υπόθεση της στηριζόμενη σε μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, περιστατική μαρτυρία, αλλά και σε ομολογίες του κατηγορούμενου, με δεσπόζουσα κατάθεσή του, η οποία κρίθηκε ως θεληματική μετά από διαδικασία δίκης εντός δίκης. Οριοθετεί, συνοπτικά, την υπόθεση της η Κατηγορία στη θέση ότι ο κατηγορούμενος, αντιδρώντας και μή ανεχόμενος την επιθυμία του θύματος να διακόψουν τη μεταξύ τους ερωτική σχέση όταν πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν νυμφευμένος, επιδίωξε μεταξύ τους συνάντηση και ακολούθως, με κίνητρο το φόβο του να μην την χάσει, προχώρησε στη διάπραξη των εγκλημάτων. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, 32 στο σύνολό τους, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και μόνο γεγονότα με φυσικότητα και αντικειμενικότητα. Εισηγείται περαιτέρω η Κατηγορούσα Αρχή ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου είναι πλήρης αντιφάσεων, η δε όλη εκδοχή της υπεράσπισης συνιστά σενάριο επιστημονικής φαντασίας και στερείται κάθε λογικής. Η υπεράσπιση περιορίστηκε στη μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία δόθηκε από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα. Βασικός άξονας της υπεράσπισης είναι η θέση ότι η όλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αποτελεί συνωμοσία της Αστυνομίας, η οποία, για δικούς της σκοπούς - μεταξύ των οποίων "να του κλείσουν το στόμα", λόγω της συμμετοχής του σε επιχειρήσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών - επεδίωξε να πετύχει καταδίκη του προβάλλοντας κατασκευασμένη μαρτυρία. Ήταν προέκταση της θέσης αυτής ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν καθ΄ όλο το χρόνο σύλληψης και κράτησής του υπό συνεχή ψυχολογική και σωματική πίεση, με αποτέλεσμα να ενεργεί υπό το κράτος φόβου και όπως η Αστυνομία του επέβαλλε. Προχωρώντας στην καταγραφή της εκτεταμένης μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή, θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε τα ουσιαστικά για την υπόθεση μέρη της ακολουθώντας τη χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τη μαρτυρία αυτή. Την 16.8.06 και περί ώρα 23:10 ο ΜΚ7, Ανδρέας Χριστοδούλου, μάγειρας στο ξενοδοχείο Grecian Bay, (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως Grecian), συναντήθηκε με το θύμα σε μπυραρία της Αγίας Νάπας. Ήταν φίλοι μεταξύ τους και συνήθιζαν να βγαίνουν για ποτό μαζί με άλλα πρόσωπα. Παρέμειναν στην πιο πάνω μπυραρία μέχρι τις 02:30 της 17.8.
  2. Επειδή ήταν αργά και προκειμένου να μην επιστρέψει μόνο του το θύμα στο χώρο διαμονής του, ο ΜΚ7 θεώρησε ορθό να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο του. Το θύμα διέμενε σε διαμερίσματα προσωπικού του Grecian, τα οποία βρίσκονται στο χώρο του ξενοδοχείου και σε μικρή απόσταση από το κυρίως κτίριο. Την μετέφερε λοιπόν με το αυτοκίνητο του και την άφησε, γύρω στις 03:00, στην είσοδο ιδιωτικού δρόμου που οδηγεί στο Grecian. Ο ΜΚ7 εγκατέλειψε τη σκηνή αφού βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι το θύμα προχωρούσε προς το ξενοδοχείο. Στις 03:35 ο ΜΚ7 δέχθηκε τηλεφώνημα από το θύμα. Του μιλούσε σιγανά και αντιλήφθηκε να είναι τρομοκρατημένη. Του ανέφερε: "Come on the way to the hotel. Some white car and someone with a black t-shirt". Η γραμμή κόπηκε απότομα. Ο ΜΚ7 προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της επανειλημμένα, αλλά το θύμα δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Τότε θεώρησε ορθό να ξαναεπιστρέψει στο Grecian. Γύρω στις 04:00 έφθασε και συνάντησε τον νυχτοφύλακα (ΜΚ19), στον οποίο και ανέφερε τι έγινε. Ο ΜΚ19 προσπάθησε επίσης να επικοινωνήσει στο κινητό τηλέφωνο του θύματος αλλά ήταν κλειστό. Μαζί πήγαν στα διαμερίσματα του προσωπικού. Εκεί συνάντησαν την συγκάτοικο του θύματος η οποία τους ανέφερε ότι το θύμα δεν επέστρεψε. Μετά από επανειλημμένες προσπάθειες να επικοινωνήσει με το θύμα ο ΜΚ7 θεώρησε ορθό να πληροφορήσει τον διευθυντή του ξενοδοχείου (ΜΚ14) για τα συμβάντα. Ο διευθυντής του ζήτησε να περιμένουν μέχρι να ξημερώσει και αν το θύμα δεν πήγαινε στη δουλειά θα ενεργούσε ο ίδιος σχετικά. Στις 09:00 της ίδιας μέρας προσπάθησε και ο ΜΚ14 να επικοινωνήσει με το θύμα αλλά το τηλέφωνο της ήταν και πάλι κλειστό. Η εξαφάνιση καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Δύο μέρες αργότερα, την 19.8.06, αναμείχθηκε στη διερεύνηση της εξαφάνισης το ΤΑΕ Αμμοχώστου. Την 20.8.06 και κατόπιν οδηγιών του υπεύθυνου του ΤΑΕ Αμμοχώστου, Ανώτερου Υπαστυνόμου Κ. Παναγιώτου (ΜΚ30), τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβαν οι αστυνομικοί του ΤΑΕ 2531 Γ. Ιωάννου και 2214 Α. Χ" Κακού (ΜΚ12 και 32 αντίστοιχα). Στις 21.8.06 λήφθηκε πληροφορία από αλλοδαπή γυναίκα, σύμφωνα με την οποία αυτή άκουσε γύρω στις 03:15 της 17.8.06 παρά το Grecian φωνές και αντιλήφθηκε κάποιο να σπρώχνει με τη βία γυναίκα και να την βάζει στο πίσω μέρος μεγάλου αυτοκινήτου άσπρου χρώματος. Αντιλήφθηκε επίσης μέρος της πινακίδας του οχήματος αυτού, ήτοι τα γράμματα "KH", καθώς επίσης και διαφημιστική επιγραφή "Isostar" που αναγραφόταν στο αυτοκίνητο. Αξιοποιώντας η διερευνητική ομάδα την πληροφορία που λήφθηκε από την αλλοδαπή γυναίκα, οδηγήθηκε στον εντοπισμό του κατηγορούμενου. Είχε διαπιστωθεί μετά από εξετάσεις ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΗΑ921 και με επιγραφή "Isostar" ανήκε στην εταιρεία Symeonides Merchant House Ltd, η οποία έχει την έδρα της στα Λατσιά. Ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως οδηγός -διανομέας των προϊόντων της εταιρείας αυτής στην επαρχία Αμμοχώστου. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 22.8.06 (Τεκμήριο 115[α] και [β]). Αφορούσε διερεύνηση υπόθεσης απαγωγής γυναίκας. To απόγευμα της ίδιας μέρας κλιμάκιο της Αστυνομίας με υπεύθυνο έρευνας τον Υπαστυνόμο Μ. Νικολεττή (ΜΚ15) επισκέφθηκε το σπίτι της οικογένειας του κατηγορούμενου, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ποταμιά. Εκεί συνελήφθηκε και ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην εξαφάνιση του θύματος. Από έρευνα που έλαβε χώρα στο δωμάτιο του εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο ένα παντελόνι τζιν (Τεκμήριο 68). Το αυτοκίνητο ΚΗΑ921 ήταν στην αυλή του σπιτιού. Φωτογραφήθηκε από την Γ/Αστ. 4791 Ε. Ραφίδια (ΜΚ3), μετά από σχετική υπόδειξη του Λοχ. 115 Χ. Τρισελιώτη, (ΜΚ8). Λόγω του προχωρημένου της ώρας ο Λοχ. Τρισελιώτης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας και ειδικός σε θέματα δακτυλοσκόπησης, φωτογράφησης και διερεύνησης σκηνών, δεν προχώρησε σε εκτεταμένη έρευνα του πιο πάνω αυτοκινήτου. Στην παρουσία του κατηγορούμενου προέβηκε μόνο σε προκαταρκτική έρευνα. Έριξε δηλαδή απλά "μία ματιά" στο αυτοκίνητο. Ακολούθως το σφράγισε και αφού υπέγραψε στις σφραγίδες αυτές ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια το όχημα φορτώθηκε σε ρυμουλκό και μεταφέρθηκε στο εργαστήριο διερεύνησης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, στη Λευκωσία. Την επόμενη μέρα, 23.8.06 και μεταξύ των ωρών 15:50 - 21:30, ο Λοχ. Τρισελιώτης στην παρουσία του κατηγορούμενου προέβηκε σε εκτεταμένη εξέταση του αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως έλεγξε μαζί με τον κατηγορούμενο τις σφραγίδες και διαπίστωσε ότι ήταν αναλλοίωτες. Μεταξύ άλλων παρών κατά την εξέταση ήταν ο Αστ. 2214 Α. Χ" Κακού (ΜΚ32), ο οποίος και συνόδευε τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και ο Αστ. 3284 Σ. Νικολάου (ΜΚ2), ο οποίος λάμβανε φωτογραφίες (Τεκμήριο 6). Ο Λοχ. Τρισελιώτης κατά την έρευνα εντόπισε και παρέλαβε, μεταξύ άλλων, μία κολλητική ταινία (τέλλα) (Τεκμήριο 22), μία τρίχα η οποία βρισκόταν στο πάτωμα στο χώρο εμπορευμάτων του αυτοκινήτου (Τεκμήριο 21) και ένα γυναικείο εσώρουχο άσπρο-πράσινο (Τεκμήριο 51). Το γυναικείο αυτό εσώρουχο εντόπισε στο βάθος θήκης που υπάρχει στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου. Βρισκόταν σε σημείο τέτοιο που δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτό την προηγούμενη μέρα όταν έλαβε χώρα η προκαταρκτική έρευνα του οχήματος στην Ποταμιά. Το Τεκμήριο 51 ο Λοχ. Τρισελιώτης το έδειξε στον ΜΚ32 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τη στιγμή που έλαβε χώρα αυτό το γεγονός ο κατηγορούμενος ήταν δίπλα από τον εξεταστή. Ο ΜΚ32 υποδείκνυε τα διάφορα τεκμήρια που του παρέδιδε ο Λοχ. Τρισελιώτης στον κατηγορούμενο και σε κάθε περίπτωση επιστούσε την προσοχή του στο Νόμο. Όταν του υπέδειξε την τρίχα Τεκμήριο 21 ο κατηγορούμενος απάντησε "δεν βάζω γυναίκες πίσω". Όταν δε του υπέδειξε το γυναικείο εσώρουχο, Τεκμήριο 51, απάντησε: "είναι μίας φίλης μου Κινέζας". Ο κατηγορούμενος παρέμενε υπό κράτηση κατ΄ ακολουθία διατάγματος Δικαστηρίου. Κρατείτο στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Ανακρίθηκε κατ΄ επανάληψη τις επόμενες μέρες. Σταθερή του θέση ήταν ότι δεν είχε καμία σχέση με την εξαφάνιση του θύματος. Στις 24.8.06 ο ΜΚ12 έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 118) από τον κατηγορούμενο. Ήταν διάρκειας οκτώ περίπου ωρών και απάντησε σε 82 ερωτήσεις του εξεταστή. Σημαντικός αριθμός ερωτήσεων αφορούσε τη φύση της εργασίας του, τις λεπτομέρειες των διαδρομών που έκανε για σκοπούς διεκπεραίωσης της και πληροφορίες ως προς τις διακινήσεις του τις αμέσως προηγούμενες της 16.8.06 μέρες. Δίδει επίσης λεπτομέρειες για τις κινήσεις του στις 16.8.06 - 17.8.
  3. Τοποθετεί μέσα από τις απαντήσεις του τον εαυτό του μαζί με ένα συνάδελφο του Βούλγαρο, τον Στέφαν Στογιάνοφ (ΜΚ25), να βρίσκονται το βράδυ της 16.8.06 στην Αγία Νάπα όπου και παρέμειναν μέχρι λίγο μετά τις 02:00 της 17.8.
  4. Θέτει ότι σίγουρα πριν από τις 03:00 εγκατέλειψαν την Αγία Νάπα. Σκοπός της επίσκεψης τους ήταν βασικά η συλλογή άδειων κιβωτίων από διάφορα ξενοδοχεία. Δίδει δε λεπτομερή περιγραφή της πορείας που ακολούθησαν προς το σκοπό αυτό. Προσθέτει ότι γύρω στις 03:30 έφθασε στο σπίτι του στην Ποταμιά. Κοιμήθηκε και ξύπνησε την επόμενη μέρα το μεσημέρι. Αισθανόταν κουρασμένος και ζαλιζόταν και γι΄ αυτό το λόγο δεν μετέβηκε στην εργασία του, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει. Παρέμεινε στο σπίτι του και δεν πήγε πουθενά εκείνη τη μέρα. Ρωτήθηκε (Ερώτηση 69) σχετικά με τα ρούχα που φορούσε όταν βρισκόταν στην Αγία Νάπα τα ξημερώματα της 17.8.
  5. Απάντησε: "Απάντηση 69: Φορούσα παντελόνι τζιν, μπλε και μια φανέλα κοντομάνικη μαύρη με γραμμές οριζόντιες άσπρες μόνο μπροστά. Στο πίσω μέρος της φανέλας είναι μόνο μαύρο χρώμα." Στα πλαίσια της πιο πάνω ανάκρισης ο ΜΚ12 παρουσίασε στον κατηγορούμενο φωτοαντίγραφο φωτογραφίας του θύματος (Τεκμήριο 96) και τον ρώτησε: "Ερώτηση 78: Τώρα σου παρουσιάζω μια φωτογραφία της Janas Kovacova, από την Σλοβακία, φωτοαντίγραφο, και σου ζητώ να μου πεις εάν έχεις δει ποτέ αυτό το κορίτσι, εάν έχεις μιλήσει ποτέ μαζί της, εάν έχει μπει ποτέ στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΑ921 ή εάν την συνάντησες ποτέ για οποιοδήποτε σκοπό. Τι έχεις να πεις; Απάντηση 78: Αυτήν που μου λέεις την Jana Kovacova, δεν την έχω δει ποτέ, δεν την γνωρίζω και ουδέποτε συναντήθηκα μαζί της για οποιοδήποτε σκοπό. Επίσης ποτέ δεν έχει μπει στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΑ921." Στη συνέχεια ο ανακριτής ζήτησε από τον κατηγορούμενο να υπογράψει το Τεκμήριο 96 για σκοπούς μελλοντικής αναγνώρισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε: "Απάντηση 79: Θα υπογράψω το φωτοαντίγραφο της φωτογραφίας της Jana Kovacova τώρα, αφού σου είπα ότι δεν την γνωρίζω". Τέλος αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε οποιοδήποτε σπίτι μεταξύ των ωρών 19:00 της 16.8.06 με 01:00 της 17.8.
  6. Στις 25.8.06, μεταξύ των ωρών 19:15-22:50, ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά από τον υπεύθυνο του ΤΑΕ (ΜΚ30), στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου, στην παρουσία και κάποιου Κώστα Μιαμηλιώτη, ο οποίος υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Ήταν πρόσωπο που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά τη σύλληψή του, είχε ζητήσει να δει τον Μιαμηλιώτη. Σταθερή θέση του κατηγορούμενου ήταν και πάλι ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την εξαφάνιση του θύματος, άφηνε όμως αιχμές για εμπλοκή κάποιου συνάδελφου του, του Στέφανου (ΜΚ25), στην όλη υπόθεση. Στις 28.8.06 έλαβε και πάλι χώρα προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου. Ήταν η πρώτη φορά που ο Βοηθός Υπεύθυνος ΤΑΕ Αμμοχώστου, Ανώτερος Υπαστυνόμος Γ. Οικονόμου (ΜΚ11) ενεπλάκη στη διερεύνηση της υπόθεσης. Μέχρι το πρωί της ίδιας μέρας απουσίαζε με άδεια. Μόλις όμως ανέλαβε καθήκοντα ορίστηκε από τον Υπεύθυνο ΤΑΕ Αμμοχώστου (ΜΚ30) ως υπεύθυνος ανακρίσεων. Η ανάκριση της 28.8.06 ακολούθησε την ανάκριση της 25.8.06 και ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας που εξέφρασε ο κατηγορούμενος στον Μιαμηλιώτη κατά την προηγούμενη αυτή ανάκριση να ξαναμιλήσουν σε λίγες μέρες. Δεν προέκυψε όμως οτιδήποτε. Σταθερή θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι δεν εμπλεκόταν με οποιοδήποτε τρόπο στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Σημειώσεις για το περιεχόμενο της ανάκρισης αυτής λάμβανε ο Υπαστυνόμος Οικονόμου και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 109 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τις πρωινές ώρες της 17.8.06, συγκεκριμένα μεταξύ 03:30 - 04:00, σε παραλία της Αγίας Νάπας, ο Στέφανος του έδειξε ένα γυναικείο εσώρουχο. Ο κατηγορούμενος το πήρε και το έβαλε στο κουτί της πόρτας οδηγού του αυτοκινήτου. Στις 30.8.06 ο ΜΚ12 έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Παρεμβάλλουμε ότι η λήψη της κατέστη αναγκαία λόγω εξελίξεων που μεσολάβησαν. Συγκεκριμένα η Αστυνομία είχε πλέον στα χέρια της τα αποτελέσματα επιστημονικών εξετάσεων σε σχέση με τα Τεκμήρια 21 και 51, ήτοι της τρίχας που βρέθηκε στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου ΚΗΑ921και του εσώρουχου που εντοπίστηκε στην πόρτα του οδηγού του πιο πάνω αυτοκινήτου κατά την έρευνα της 23.8.
  7. Τις επιστημονικές εξετάσεις διενήργησε ο Δρ. Μ. Καριόλου, Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής, Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Ταυτίστηκε (Έκθεση Τεκμήριο 101) γενετικό υλικό του θύματος, το οποίο λήφθηκε από οδοντόβουρτσα του (Τεκμήριο 15) και εσώρουχο του (Τεκμήριο 17), με γενετικό υλικό της τρίχας (Τεκμήριο 21) και του εσώρουχου (Τεκμήριο 51). Την οδοντόβουρτσα (Τεκμήριο 15) και το εσώρουχο (Τεκμήριο 17) παρέλαβε από το χώρο διαμονής του θύματος την 22.8.06 ο ΜΚ4, Λοχ. 854 Π. Παρασκευάς. Ταυτίστηκε επίσης γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο πιο πάνω Τεκμήριο 51 με γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει τα αποτελέσματα των επιστημονικών αυτών εξετάσεων οδήγησαν στην ανάγκη λήψης της ανακριτικής κατάθεσης ημερ. 30.8.06 (Τεκμήριο 119). Υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 25 ερωτήσεις. Μέρος τους αφορούσε αριθμό τεκμηρίων που εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο ΚΗΑ921 κατά την έρευνα ημερ. 23.8.
  8. Η Ερώτηση 6 είχε ως εξής: "Μία τρίχα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Έβαλες καμιά κοπέλα ποτέ σου στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου; Όταν ρωτήθηκες την συγκεκριμένη ημέρα είπες ότι δεν έβαλες ποτέ σου κοπέλα στο πίσω μέρος. Απάντηση 6: Δεν θυμούμαι αν έβαλα ποτέ μου γυναίκα πίσω." Του υποβλήθηκε ακολούθως: "Ερώτηση 24: Επίσης σου υποβάλλω ότι η τρίχα που εντοπίστηκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου κατά την έρευνα ταυτίζεται με το γενετικό υλικό με τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην οικία της Janas Kovacovas. Απάντηση 24: Δεν θέλω να απαντήσω". Του υποβλήθηκαν επίσης ερωτήσεις σχετικά με τον εντοπισμό του εσώρουχου Τεκμήριο
  9. Είναι οι Ερωτήσεις 11, 12, 21, 22 και 23 και έχουν ως εξής: "Ερώτηση 11: Στην πόρτα του οδηγού εντοπίστηκε ένα γυναικείο εσώρουχο χρώματος άσπρο με πράσινο, μάρκας "ΜΑΝΚΕΝ" είπες μου ότι ήταν της φίλης σου της Κινέζας; Που είναι η Κινέζα. Απάντηση 11: Εν θέλω να απαντήσω σε τούτη την ερώτηση. Ερώτηση 12: Πότε το άφησε στο αυτοκίνητο σου; Απάντηση 12: Περίπου τρεις εβδομάδες είναι στο αυτοκίνητο μου. Ερώτηση 21: Έχεις οποιοδήποτε λόγο για να μην απαντήσεις στην ερώτηση για το εσώρουχο της φίλης σου της Κινέζας; Γιατί δεν μου λες ποια είναι η Κινέζα; Απάντηση 21: Το εσώρουχο είναι της Κινέζας αλλά δεν θέλω να σου πω, ποια είναι. Ερώτηση 22: Σου υποβάλλω ότι στο εσώρουχο το οποίο λέεις ότι είναι της φίλης σου της Κινέζας, ταυτίζεται με τα αντικείμενα, δηλαδή με το γενετικό υλικό στα αντικείμενα που είχε η Jana Kovacova. Τι έχεις να πεις; Απάντηση 22: Αποκλείεται. Ερώτηση 23: Δεν αποκλείεται σου υποβάλλω ότι ταυτίζεται με τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην οικία της με το εσώρουχο δηλαδή το γενετικό υλικό είναι ταυτόσημο. Απάντηση 23: Δεν θέλω να απαντήσω." Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε, κατ΄ εφαρμογή ανάλογων δικαστικών διαταγμάτων, να παραμένει υπό κράτηση. Το απόγευμα της 4.9.06 μεταφέρθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας. Η μεταφορά αυτή κρίθηκε αναγκαία καθ΄ ότι υπήρχαν πληροφορίες για απόδραση του. Γύρω στις 22:00 μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ στο Παραλίμνι για ανάκριση. Ο ΜΚ11 Yπαστυνόμος Οικονόμου, επεξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ το βράδυ της 4.9.06 και έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με την παροχή της θεληματικής κατάθεσης (Τεκμήριο 106), η οποία δόθηκε μεταξύ των ωρών 23:10 με 23:
  10. Η μεταφορά του κατηγορούμενου τη συγκεκριμένη μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ για ανάκριση κατέστη αναγκαία λόγω του ότι η αστυνομία έλαβε πληροφορία τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας από συγκρατούμενο του στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Παραλιμνίου, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος έμμεσα του είχε εκμυστηρευθεί πως είχε σκοτώσει το θύμα. Του ανέφερε μεταξύ άλλων "Τζιαμέ που την έβαλα εν θα την έβρει κανένας". Eπειδή οι ανακριτές ήταν απασχολημένοι την ίδια ημέρα με διερεύνηση ακόμη μιας σοβαρής υπόθεσης και παρουσίασης των υπόπτων της υπόθεσης αυτής σε διαδικασία που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο, ήταν αδύνατο να γίνει ανάκριση του κατηγορούμενου πριν τις βραδινές ώρες της 4.9.
  11. Γύρω στις 22:00, λοιπόν, και όταν πλέον οι ανακριτές είχαν διεκπεραιώσει άλλες υποχρεώσεις που είχαν σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση, ο ΜΚ11 έδωσε οδηγίες σε 3 μέλη του ΤΑΕ Αμμοχώστου να μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας και να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου για ανάκριση. ΄Ετσι και έγινε. Γύρω στις 22:20 ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο γραφείο του υπεύθυνου του ΤΑΕ, ανώτερου υπαστυνόμου Κ. Παναγιώτου. Εκεί τον ανέμενε ο ανακριτής Οικονόμου. Παρέμειναν μόνοι τους. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, του παράθεσε τη μαρτυρία που είχε στα χέρια του και η οποία τον ενέπλεκε. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην ταύτιση του γενετικού υλικού και στην γραπτή μαρτυρία που εξασφαλίστηκε την ίδια ημέρα από το συγκρατούμενο του. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε για λίγο σιωπηλός και ακολούθως παραδέχθηκε ότι απήγαγε, βίασε και σκότωσε το θύμα και ότι το έθαψε στη Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου. O ανακριτής του επέστησε ξανά την προσοχή στο Νόμο και ο κατηγορούμενος του είπε: "Θέλω να σου πω όλη την αλήθεια για την υπόθεση που είμαι μέσα". Μετά από αυτό ο Οικονόμου ενημέρωσε τηλεφωνικά για τις εξελίξεις τον υπεύθυνο του ΤΑΕ (ΜΚ30), ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν στο σπίτι του στη Λάρνακα. Ο τελευταίος πληροφόρησε σχετικά, καθηκόντως, τον αστυνόμο Β Κώστα Σωτηρίου (ΜΚ29), Βοηθό Αστυνομικό Διευθυντή Επιχειρήσεων Αμμοχώστου, ο οποίος επίσης διέμενε στη Λάρνακα. Μαζί ξεκίνησαν για τα γραφεία του ΤΑΕ στο Παραλίμνι, όπου και έφτασαν γύρω στις 23:00 της 4.9.
  12. Ο κατηγορούμενος στην παρουσία τους και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, παραδέχτηκε τη διάπραξη των εγκλημάτων. Του επιστήθηκε και πάλι η προσοχή στο Νόμο και ανέφερε "σας είπα την αλήθεια, θέλω να τη γράψετε". Αμέσως μετά από αυτή την δήλωση του, οι ΜΚ11, Οικονόμου και ΜΚ29, Σωτηρίου, οδήγησαν τον κατηγορούμενο σε ένα άλλο γραφείο. Του επιστήθηκε γραπτώς η προσοχή στο Νόμο τόσο στην Ελληνική όσο και στην Τούρκικη γλώσσα. Η επίστηση στην Τούρκικη γλώσσα έγινε από τον Σωτηρίου, ο οποίος τη γνωρίζει άπταιστα. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος, μιλώντας στην Ελληνική γλώσσα, την οποία γνωρίζει πολύ καλά, εξιστόρησε τα γεγονότα και εξέφρασε την προθυμία να τους οδηγήσει στο σημείο ταφής. Τα όσα ανέφερε κατέγραφαν ταυτόχρονα οι Οικονόμου και Σωτηρίου. Ο πρώτος στην Ελληνική και ο δεύτερος στην Τούρκικη γλώσσα. Ακολούθως του διάβασαν και τα δύο κείμενα και του είπαν ότι μπορεί να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι τα αναγραφέντα είναι ορθά, τα υπόγραψε στην παρουσία τους. Καθόλη τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης, η συμπεριφορά του ήταν φυσιολογική. Είναι επιβεβλημένο να καταγράψουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της πιο πάνω κατάθεσης (Τεκμήριο 106): "Σχετικά με τούτην την υπόθεση που είμαι υποκράτηση θέλω να σας πω ούλλη την αλήθκεια. Πριν έναν μήνα περίπου έρκουμουν στην Αγία Νάπα τζιαι έφερνα ψουμιά σε διάφορα ξενοδοχεία. Μεταξύ των ξενοδοχείων αυτών ήταν και το ξενοδοχείο Γκρέσιαν Μπέη στην Αγ. Νάπα. Στο ξενοδοχείο τούτο εγνώρισα μιαν κοπέλα που την έλεγαν Jana από την Σλοβακία και εργαζόταν στο εστιατώριο. Εγώ εμιλούσα μαζί της τζιαί σιγά - σιγά δημιουργήθηκε μια φιλία μεταξύ μας. Μέσα στο διάστημα του ενός μηνός έκαμα μαζί της δύο φορές έρωτα. Στην αρχή της είπα ότι ήμουν ελεύθερος αλλά μετά όταν της είπα την αλήθεια ότι ήμουν παντρεμένος μου είπε να μην την ξαναδώ ξανά αλλάσοντας ιδέα. Εγώ όταν πήγαινα στο ξενοδοχείο για να πάρω ψωμιά πάντα έβλεπα την τζιαί της έλεγα ότι την αγαπούσα και την ήθελα. Τούτη δεν μου έδινε σημασία τζιαι με απόφευγε. Μετά από αυτό για μια δύο εβδομάδες την άφησα ήσυχη αλλά πουμέσα μου αισθανόμουν ότι ήθελα να την δω. Στες δεκαέξι του Αυγούστου το δύο χιλιάδες έξι το απόγευμα εγώ μαζί με τον συνάδελφο μου τον Στέφανο από την Βουλγαρία που εσυλλάβετε τον μαζί μου επήαμε στο σπίτι της μάνας μου στην Ποταμιά εκάτσαμε τζιαμαί τζιαί είπιαμε μερικά ούζα. Περίπου στις ενιάμιση την νύκτα ο Στέφανος έφυγε με το αυτοκίνητο του που το σπίτι της μάνας μου. Μετά από αυτό εγώ πήγα στο σπίτι του φίλου μου του Πέτρου στα Λύμπια με το αυτοκίνητο μου. Είπια δύο-τρία ουίσκια μαζί του και γύρω στα μεσάνυκτα με το αυτοκίνητο της δουλειάς μου μάρκας Ρενώ αριθμός εγγραφής ΚΗΑ921 έφυγα και πήγα στην Αγία Νάπα. Εν αθυμούμαι τι ώρα ήταν αλλά περίπου πρέπει να ήταν ανάμιση το πρωί. Επήα μόλις έφτασα στην Αγία Νάπα στην πλατεία επειδή ήθελα να δω μιαν κοπέλλα που ονομάζεται Χιονία και είναι αδελφή της φίλης μου της Έλενας. Επειδή δεν την βρήκα αναχώρησα που την πλατεία της Αγίας Νάπας και σκοπός μου ήταν να έβρω την Jana. Γι΄ αυτό επήγα στο ξενοδοχείο που εργάζεται η Jana δηλαδή το ξενοδοχείο Γκρέσιαν Μπέη. Εκεί στάθμευσα το αυτοκίνητο μου στην είσοδο του ξενοδοχείου Grecian Bay και αν αυτή δούλευε ή δεν δούλευε θα την έβλεπα. Χωρίς να την δω δεν θα έφευγα. Ενώ περίμενα εκεί ύστερα από λίγο εσταμάτησε μπροστά από το ξενοδοχείο Γκρέσιαν Μπέη ένα σαλούν αυτοκίνητο άσπρο και από μέσα κατέβηκε η Jana. Ενώ η JANA συνομιλούσε με τον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού εγώ εκατέβηκα που το αυτοκίνητο μου και πήγα και περίμενα πίσω. Όταν το αυτοκίνητο αυτό έφυγε η Jana με είδε και με πλησίασε. Της είπα ότι έπρεπε να έρτει μαζί μου. Η Jana απόρριψε αυτό που της είπα. Μετά από αυτό αφού άρπαξα με την βία την Jana από το χέρι έσπρωξα την στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου. Αφού πήγαμε με το αυτοκίνητο μου στον χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου Μαρίνα ήρτα σε σεξουαλική επαφή με την JANA και όπως κατάλαβα αυτή φοβόταν πολύ. Όταν τελειώσαμε την δουλειά του σεξ μετάφερα την Jana στο διαμέρισμα μου που βρίσκεται στην Λευκωσία. Εκεί η Jana έκανε μπάνιο και αναχωρήσαμε μαζί για το χωριό Ποταμιά για να την πάρω στο σπίτι μου εκεί. Πηγαίνοντας στον δρόμο οδηγούσα το αυτοκίνητο μου με πολλή ταχύτητα και η Jana καθώς βρισκόταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τραυματίσθηκε. Εστάθμευσα το αυτοκίνητο μου στην βιομηχανική περιοχή του Δαλιού και πήγα να δω την κατάσταση της Jana επειδή αυτή ούτε μιλούσε και ούτε απαντούσε στις ερωτήσεις μου. Όπως είδα η Jana λιποθύμησε και εκείνη την στιγμή νόμισα ότι πέθανε. Μετά από αυτό εγώ συγχίστικα και γύρευκα τόπο να την θάψω. Αφού επήρα ένα κολάνι μαύρο το οποίο κρεμμόταν στο σπέαρ λάστιχο του αυτοκινήτου μου το τοποθέτησα στον λαιμό της Jana και την σκότωσα. Εκεί αφού ήβρα ένα μεταλλικό καππάκι κουτιού της μπογιάς άνοιξα έναν λάκο και την έθαψα. Πριν να θάψω την Jana και επειδή δεν ήθελα να βλέπω το πρόσωπο της το εσκέπασα με ένα σακκούλι νάϋλον μαύρο. Θα σας πάρω στον τόπο που έθαψα την Jana". Αμέσως μετά το πέρας της κατάθεσης οργανώθηκε επιχείρηση προκειμένου να οδηγήσει ο κατηγορούμενος την αστυνομία, όπως ήταν και η επιθυμία που εξέφρασε, στο χώρο που είχε θάψει το θύμα. ΄Ηταν πρωινές ώρες της 5.9.
  13. Στο αυτοκίνητο που επέβαινε ο κατηγορούμενος οδηγός ήταν ο αστυφύλακας 2541 Α. Νικολέττης (ΜΚ20) με συνοδηγό τον Αστυνόμο Β΄ Σωτηρίου και επιβάτες στο πίσω κάθισμα, πέραν του κατηγορούμενου, τους αστυνομικούς 2214 Α. Χ" Κακού (ΜΚ32) και 1192 Σ. Αντρέου. Ο κατηγορούμενος καθοδηγούσε τον οδηγό σε όλη την πορεία, λέγοντας του, μεταξύ άλλων, "Aντρέα στρίψε δεξιά, αριστερά". Mε αυτό τον τρόπο οδηγήθηκαν, γύρω στις 02:55 της 5.9.06, σε ανοιχτό χώρο παρά τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού πλησίον της βιομηχανικής περιοχής Ιδαλίου. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και σε κάποια στιγμή ο Σωτηρίου ρώτησε τον κατηγορούμενο "πού είναι θαμμένο το πτώμα;". Αυτός του απάντησε "πατάς από πάνω της". Στο χώρο υπήρχε έντονη οσμή. Με μικρό φτυαράκι οι αστυνομικοί έσκαψαν σε βάθος 15 με 20 εκατοστών και αντίκρισαν ένα ανθρώπινο πόδι. Αμέσως τέθηκε υπό φρούρηση η σκηνή. Ολοκληρώνοντας τον κύκλο των γεγονότων, όπως τα παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή μέσα από τη μαρτυρία της, σε σχέση με τον εντοπισμό του χώρου ταφής, συμπληρώνουμε ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 143, έγγραφο υπόδειξης σκηνών. Σύμφωνα με το τεκμήριο αυτό, ο κατηγορούμενος ανέφερε στις 5.9.06 και ώρα 02:55 "εδώ την έθαψα την ΄Αννα, κάτω από τα σακούλια". Tην απάντηση την έδωσε μετά από σχετική επίστηση της προσοχής του στο Νόμο. Καταγράφηκε, του διαβάστηκε και ως ορθή την υπόγραψε. Λίγες ώρες αργότερα, γύρω στις 10:00 π.μ. της 5.9.06, η αστυνομία μετέφερε και πάλι τον κατηγορούμενο στη σκηνή όπου ήταν θαμμένο το θύμα προκειμένου να είναι παρών κατά την εκταφή του. Στην παρουσία των αστυνομικών, αλλά και του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ16), ο κατηγορούμενος υπέδειξε και πάλι τον τάφο, ο οποίος βρισκόταν στην άκρια ενός γκρεμού και το χώμα φαινόταν σκαμμένο στο σημείο αυτό. Εξείχε δε ένα ανθρώπινο πόδι. Η διαδικασία εκταφής περιγράφηκε από τον υπαστυνόμο Γ. Αναστασίου (ΜΚ5). Φωτογραφήθηκε ο χώρος από τον ΜΚ1 (Τεκμήριο 2) και ακολούθως άρχισε η εκταφή. Μετά από μετακίνηση αρκετού χώματος αποκαλύφθηκε το πτώμα γυναίκας. Τα πόδια της ήταν δεμένα με σχοινί και λυγισμένα προς τα πίσω. Τα χέρια της ήταν επίσης δεμένα με σχοινί πίσω στην πλάτη της. Στο κεφάλι φορούσε μαύρο νάιλον σακούλι σκουπιδιών και στο λαιμό είχε δεμένο ιμάντα, μαύρου χρώματος. Φορούσε παντελόνι και τελαντωτή μπλούζα. Σε μικρή απόσταση από το πτώμα, στο γκρεμό, βρέθηκε άσπρη νάιλον τσάντα με την ένδειξη "Isostar". Κατά το χρόνο εκταφής ο κατηγορούμενος είχε σκυφτό το κεφάλι και ανέφερε στον ΜΚ12 ότι δεν ήθελε να βλέπει τη σωρό και ότι αυτός ήταν και ο λόγος που τοποθέτησε μαύρο σακούλι στο κεφάλι του θύματος. Επίσης ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους, κατά τον ίδιο χρόνο, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει σκυφτό το κεφάλι του και να μην βλέπει το πτώμα κατά το χρόνο εκταφής του. Τον ρώτησε τον λόγο και αν ένιωθε καλά. Τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να βλέπει το πτώμα για τον ίδιο λόγο που είχε τοποθετήσει τη μαύρη σακούλα. Πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος είπε στον ιατροδικαστή ότι τον ιμάντα που υπήρχε στο λαιμό του θύματος τον πήρε από το spear λάστιχο που ήταν πίσω στο αυτοκίνητο. Το πτώμα εξετάστηκε στη σκηνή από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους, φωτογραφήθηκε και τοποθετήθηκε σε σακούλι μεταφοράς νεκρών. Κατά τη διαδικασία εκταφής και μεταξύ των ωρών 11:12 και 11:28 κατεγράφησαν σε έγγραφο υπόδειξης σκηνών (Τεκμήριο 121) απαντήσεις του κατηγορούμενου σχετικά με υποδείξεις διαφόρων αντικειμένων. Του γινόταν σε κάθε περίπτωση επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, απαντούσε και καταγραφόταν η απάντηση του. Ακολούθως του διαβαζόταν και την υπέγραφε ως ορθή. Έτσι βλέποντας ο κατηγορούμενος παπούτσι (φωτογραφία 61 τεκμηρίου 2) απάντησε "Τούτο εν το παπούτσι της". Στην συνέχεια βλέποντας τον ιμάντα που έφερε στο λαιμό το θύμα (φωτογραφίες 62 και 66 τεκμηρίου 2) απάντησε "Εν με τούτο το κολάνι που την έπνιξα". Ακολούθως βλέποντας το σχοινί με το οποίο ήταν δεμένο το θύμα (φωτογραφία 60 τεκμηρίου 2) απάντησε "Eν με τούτο το σιηνί που της έδισα τα πόδια και τα χέρια της. ΄Επιασα το από την δουλειά". Στην συνέχεια αντικρίζοντας μαύρη νάιλον σακούλα που έφερε στο κεφάλι το θύμα (φωτογραφίες 62 και 63 τεκμηρίου 2) απάντησε "Τούτο το νάυλον έβαλα της το πάνω στην κεφαλή της για να με την βλέπω". Τέλος υπέδειξε ο κατηγορούμενος τον παρακείμενο χώρο στάθμευσης, αναφέροντας: "εν δαμέ που της έβαλα το κολάνι και έπνιξα την". Λίγες ώρες μετά την εκταφή, το απόγευμα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 17:00, έλαβε χώρα, μετά από συγκατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 122), έρευνα στο διαμέρισμα όπου διέμενε στην οδό Ιωάννη Κρανιδιώτη 6 στη Λευκωσία. Ο ΜΚ5 εντόπισε 18 αντικείμενα-τεκμήρια, και προέβηκε σε σειρά δειγματοληψιών. Τα τεκμήρια αυτά τα παρέδωσε στον αστυφύλακα 2541 Α. Νικολέττη (ΜΚ20). Ο τελευταίος μετά από κάθε παραλαβή υποδείκνυε στον κατηγορούμενο το κάθε τεκμήριο και του επιστούσε ξεχωριστά την προσοχή του στον Νόμο. Ο κατηγορούμενος έδινε απαντήσεις τις οποίες ο Νικολέττης κατέγραφε. Όταν του υποδείχθησαν τρίχες (Τεκμήριο 76), οι οποίες λήφθηκαν από το φίλτρο αποχέτευσης του μπάνιου, ο κατηγορούμενος απάντησε "Δεν ξέρω ποιου είναι, μπορεί να τζιε της ΄Αννας". Σε υπόδειξη δε νιψομαντηλιάς (Τεκμήριο 86) απάντησε "Δεν αθυμούμε αν εσκουπήστικε δαπάνω η ΄Αννα". Tέλος σε υπόδειξη πετσέτας μπάνιου (Τεκμήριο 87) απάντησε "Δεν μπορώ να σου πω ποιο ττόρο που ούλους χρησιμοποίησε η ΄Αννα". H έρευνα στο διαμέρισμα διακόπηκε λόγω σκότους και συμπληρώθηκε την επόμενη ημέρα στην παρουσία και πάλι του κατηγορούμενου με δακτυλοσκοπικές εξετάσεις του διαμερίσματος. Επιστημονικές εξετάσεις του Δρ. Καριόλου που ακολούθησαν (Έκθεση Τεκμήριο 103) κατέδειξαν ταύτιση γενετικού υλικού που εντοπίστηκε σε μαξιλαροθήκες (Τεκμήρια 80 και 81), οι οποίες λήφθησαν από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου, καθώς επίσης και σε πετσέτες (Τεκμήρια 85(β) και 86), οι οποίες επίσης λήφθησαν από το διαμέρισμα του κατηγορούμενου κατά την έρευνα που έλαβε χώρα το απόγευμα της 5.9.06, με γενετικό υλικό του θύματος. Την επόμενη ημέρα, 6.9.06, ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους προέβηκε σε νεκροτομή της σωρού του θύματος (Έκθεση Τεκμήριο 135). Διαπίστωσε από εξωτερικές εξετάσεις ότι το πτώμα βρισκόταν σε αρχόμενη μουμιοποίηση. Στο λαιμό έφερε κυκλοτερή περγαμηνοειδή αύλακα (φωτογραφία 19 τεκμηρίου 12), πλάτους 2 εκατοστών, πλάτος που αντιστοιχούσε με αυτό του ιμάντα (Τεκμήριο 99), ο οποίος βρέθηκε στο λαιμό του θύματος. Δεν φορούσε εσώρουχο. Η εσωτερική εξέταση, που ακολούθησε, κατέδειξε ότι το σύνολο των εσωτερικών οργάνων και συστημάτων (εγκέφαλος, καρδία, πνεύμονες, πεπτικό, ουροποιογεννητικό, λεμφικό, ενδοκρινολογικό και μυϊκό σύστημα) συρρικνώθηκαν και ξηράθηκαν. Το κρανίο δεν έφερε κακώσεις. Ως αιτία θανάτου ο ιατροδικαστής καθόρισε: "Το πιο πιθανόν ο θάνατος οφείλεται σε ασφυξία λόγω του ότι υπάρχουν εμφανή στοιχεία στραγγαλισμού". Σύμφωνα με το μάρτυρα το θύμα ήταν ζωντανό προτού περάσει ο ιμάντας στο λαιμό του. Η δε κυκλοφορία αίματος σταμάτησε λόγω του ότι έσφιξε ο ιμάντας. Ως εμφανή στοιχεία στραγγαλισμού καθόρισε τον κυκλοτερή περγαμηνοειδή αύλακα, ο οποίος δημιουργήθηκε λόγω παύσης της κυκλοφορίας του αίματος συνεπεία του στραγγαλισμού. Εξήγησε επίσης ότι η μουμιοποίηση του πτώματος, η οποία επήλθε ως αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών και της αφυδάτωσης του σώματος, δεν επέτρεπε την εξέταση των εσωτερικών οργάνων και την περαιτέρω τεκμηρίωση μέσω της εξέτασης αυτής και των συνακόλουθων ευρημάτων, της θέσης του περί θανάτου λόγω ασφυξίας. Τόνισε όμως ότι τα νεκροτομικά ευρήματα οδηγούν με σιγουριά στο στραγγαλισμό ως αιτία θανάτου. Την 8.9.06 ο κατηγορούμενος με δική του επιθυμία υπέδειξε σε κλιμάκιο αστυνομικών που τον συνόδευε τα κύρια σημεία στα οποία σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 106 τοποθέτησε ότι λάμβαναν χώρα τα συμβάντα τις πρωινές ώρες της 17.8.
  14. Χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς μεταφοράς του κατηγορούμενου δύο αυτοκίνητα. Στο πρώτο οδηγός ήταν ο ΜΚ12 με συνοδηγό τον ΜΚ
  15. Στο πίσω μέρος, στο κέντρο, καθόταν ο κατηγορούμενος και πλάι του ο ΜΚ32 και ο Αστ. Παναγιώτης Γεωργίου. Ακολουθούσε άλλο αυτοκίνητο με οδηγό τον ΜΚ4 και συνοδηγό τον ΜΚ28, ο οποίος ενεργούσε ως μεταφραστής από την Ελληνική στην Τουρκική γλώσσα. Ο κατηγορούμενος τους καθοδηγούσε και τους κατεύθυνε σε διάφορες σκηνές τις οποίες και αυτόβουλα τους υποδείκνυε, μιλώντας στην Ελληνική γλώσσα. Σε κάθε ξεχωριστή σκηνή και προτού αναφέρει οτιδήποτε ο κατηγορούμενος, γινόταν η προβλεπόμενη προειδοποίηση δικαιώματος, καταγραφόντουσαν τα όσα ήθελε να πει, του διαβάζονταν και στη συνέχεια τα υπέγραφε ως ορθά. Τις καταγραφές στο Ελληνικό κείμενο υπόδειξης σκηνών (Τεκμήριο 123[α]) τις έκανε ο ΜΚ12, ο οποίος και προέβαινε στην προβλεπόμενη επίστηση στην Ελληνική γλώσσα. Ο ΜΚ28 τις μετέφραζε στην Τουρκική γλώσσα και τις κατέγραφε στο έντυπο υπόδειξης σκηνών, Τεκμήριο 123(β). Τα όσα κατέγραφε ο ΜΚ28 στην Τουρκική γλώσσα επίσης διάβαζε στον κατηγορούμενο. Ακολούθως του επιστούσε την προσοχή στο Νόμο και μετά ο κατηγορούμενος τα υπέγραφε και αυτά ως ορθά. Τα σημεία που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, ας σημειωθεί, ότι συνάδουν με ότι αναφέρεται στη γραπτή κατάθεση του, Τεκμήριο
  16. Οι υποδείξεις έχουν ως εξής: "
  17. Υποδεικνύει χώρο στάθμευση ξενοδοχείου Marcandina. "Δαμέ σταμάτησα το αυτοκίνητο μου για δέκα λεπτά πριν πάω στο Grecian Bay"
  18. Υποδεικνύει την είσοδο του ξενοδοχείου Grecian Bay. "Εν δαμέ που επάρκαρα το αυτοκίνητο μου και επερήμενα να δω την Τζιάνα. Όπως επερίμενα επέρασε η Τζιάνα να πάει στο ξενοδοχείο και εγώ που στεκόμουν πίσω από το αυτοκίνητο την έπιασα από το χέρι για να μιλήσουμε. Μετά που δέκα με δεκαπέντε λεπτά άνοιξα τις πίσω πόρτες του αυτοκινήτου, την έσπρωξα μέσα, έκλεισα τις πόρτες και εξεκίνησα να φύω".
  19. Υποδεικνύει χώρο στάθμευσης μπροστά από ξενοδοχείο Marina. "Δαμέ έκαμα σεξ μαζί με την Τζιάνα μέσα στο αυτοκίνητο στο πίσω μέρος, μετά που τελειώσαμε φορήσαμε τα ρούχα μας, έκλεισα την πάλε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και εξεκίνησα για Λευκωσία."
  20. Υποδεικνύει χώρο παρά το κυκλικό κόμβο Αγ. Νάπας. "Δαμέ εσταμάτησα το αυτοκίνητο, έφερα την Τζιάνα από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μπροστά δίπλα μου και εσυνέχισα για Λευκωσία."
  21. Υποδεικνύει χώρο παρά την έξοδο Αλάμπρας. "Δαμέ έβαλα την ξανά πίσω στο αυτοκίνητο, έδεισα τα χέρια της μπροστά με το κολάνι και έκλεισα το στόμα της με τέλλα που είχα στο αυτοκίνητο και εσυνέχισα για Λευκωσία."
  22. Υποδεικνύει χώρο στάθμευσης απέναντι από το κατάστημα "Giftorama" "Επάρκαρα το αυτοκίνητο μου, ξαπόλυσα τα χέρια της Τζιάνας και κρατώντας την από το χέρι, περπατήσαμεν και ανεβήκαμεν στο διαμέρισμα μου. Μετά που κάποιες ώρες ήρθαμεν μαζί στο αυτοκίνητο πάλι, την έβαλα και έκατσε μπροστά-δίπλα μου και εξεκίνησα για την Ποταμιά."
  23. Υποδεικνύει χώρο παρά την έξοδο Χρ. Στέλιου Ιωάννου. "Δαμέ επήρα την Τζιάνα ξανά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, έδεσα την με το σχοινί που τον λαιμό γύρω-γύρω ως τα πόδια όπως την ήβρετε θαμμένη και εξεκίνησα όπως πάω Ποταμιά."
  24. Υποδεικνύει χώρο παρά το εργοστάσιο "Kyros Trokoudis". "Δαμέ εσταμάτησα το αυτοκίνητο και επία πίσω να ελέξγω την Τζιάνα. Εν αντιδρούσε. Ήταν σαν αναίσθητη ή πεθαμένη. Έφυα που δαμέ και εστράφηκα πίσω για να έβρω τόπο να την πετάξω."
  25. Υποδεικνύει χώρο παρά την Βιομηχανική Ιδαλίου. "Δαμέ επάρκαρα το αυτοκίνητο μου κοίταξα ότι η Τζιάνα δεν αντιδρούσε και έφκαλα τον λάκκο που την έθαψα εκεί που σας έδειξα ξανά. Εφόρεσα πάνω στην κεφαλή της ένα μαύρο νάυλον σακκούλι, έβαλα της την ζώνη πάνω στο λαιμό της και την έσφυξα δύο φορές για να είμαι σίγουρος ότι πέθανε και την έθαψα. Το στούππωμα που έβγαλα τον λάκκο το έβαλα πίσω στο αυτοκίνητο μου και μετά όταν έφυγα από εδώ πήγα στο εργοστάσιο του μάστρου μου και το πέταξα μαζί με την τσάντα της Τζιάνας που ήταν τα μοναδικά πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο μου στο φορτηγό που πετά τα άχρηστα υλικά του εργοστασίου στον Κοτσιάτη.
  26. Υποδεικνύει χώρο παρά την Βιομηχανική Ιδαλίου "Δαμέ σε τούτον τον λάκκο που έσκαψα έθαψα την Τζιάνα. Όπως έσκαφτα για ώρες εχτάρτικα πάνω στο κορμί μου".
  27. Υποδεικνύει φορτηγό στον πίσω χώρο του εργοστασίου. "Μεστούτο το φορτηγό με τα σκουπίδια πέταξα την τσάντα της Τζιάνας και το στούππωμα που έσκαψα τον τάφο της"." Στις 12.9.06 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στην κλινική ψυχολόγο Τζιεμιλέ Μουσταφά, (ΜΚ24), προκειμένου να εξεταστεί και να διαπιστωθεί κατά πόσο ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη διαδικασία στο Δικαστήριο. Στην ίδια ψυχολόγο μεταφέρθηκε και στις 15.9.06, για να υποβληθεί σε τεστ προσωπικότητας. Μία βδομάδα περίπου αργότερα ξαναεπισκέφθηκε την πιο πάνω. Η επίσκεψη αυτή έγινε μετά από δική του επιθυμία. Η μεταξύ τους επικοινωνία λάμβανε χώρα στην Ελληνική γλώσσα, καθότι η ψυχολόγος, παρά την καταγωγή της, δεν γνωρίζει την Τουρκική. Κατά την πρώτη συνάντηση τους την 12.9.06, στην παρουσία ακόμα μίας ψυχολόγου και ενός αστυνομικού, του ΜΚ32, στον οποίο ήταν δεμένος με χειροπέδες, ο κατηγορούμενος ανέφερε στη ΜΚ24 ότι διέπραξε τα αδικήματα και τις περιέγραψε με λίγα λόγια τον τρόπο και το λόγο που τον οδήγησε στη διάπραξη τους. Της ανέφερε συγκεκριμένα ότι "είχε μία σχέση μ΄ αυτήν την κοπέλα, είχαν κάποιες διαφωνίες μεταξύ τους και πήγε να την βρει για να συζητήσουν και κατέληξαν στο να μην τα βρουν". Της είπε ακόμη ότι "είχαν έντονη συζήτηση στο αυτοκίνητο". Έδωσε δε στην ΜΚ24 ως λόγο διάπραξης των εγκλημάτων "λόγω του γεγονότος ότι είχε ξαναπάθει αυτά τα πράγματα, την εγκατάλειψη των γυναικών". Ο ΜΚ32 στον οποίο ήταν δεμένος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι τον άκουσε να λέγει ότι νιώθει τύψεις και ενοχές για ό,τι έκανε στην Jana και να λέγει επίσης ότι φοβόταν μήπως κάνει κακό στον εαυτό του. Τον άκουσε ακόμη να δίνει ως δικαιολογία των πράξεων του ότι δεν ήθελε να την χάσει όπως έχασε άλλες κοπέλες. Ο κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή Σοφοκλέους, (ΜΚ16), δύο φορές. Στις 23.8.06 (Έκθεση Τεκμήριο 132), ήτοι την επόμενη της σύλληψης του και στις 5.9.06 (Έκθεση Τεκμήριο 134), αντίστοιχα. Κατά την πρώτη εξέταση ο ιατροδικαστής διαπίστωσε μικροεκδορές στην ωμοπλατιαία χώρα, στα χέρια και στη δεξιά κνήμη. Ήταν τραύματα που έφεραν εφελκίδες και τα οποία δεν ήταν πρόσφατα, δεδομένου ότι η εφελκίδα χρειάζεται πέραν των 24 ωρών για να δημιουργηθεί. Η εξέταση της 5.9.06 έλαβε χώρα αργά το απόγευμα στο ΤΑΕ Αρχηγείου και ήταν αποτέλεσμα γραπτού παραπόνου που εξέφρασε ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου για κακοποίηση του πελάτη του, το οποίο στάληκε και παραλήφθηκε την ίδια ημερομηνία. Ο ιατροδικαστής ανέφερε στον κατηγορούμενο το σχετικό παράπονο του δικηγόρου του και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν είχε μιλήσει σχετικά με το δικηγόρο του, ούτε και είχε κακοποιηθεί από την Αστυνομία. Ο ιατροδικαστής, μετά από τη λήψη σχετικής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 133), προχώρησε σε ενδελεχή και εξειδικευμένη εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο κακοποιήθηκε ή όχι. Ως αποτέλεσμα κατάληξε ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέστη κακοποίηση. Εντόπισε μόνο μικροεκδορές στο στήθος του, συνολικής διάστασης 3 Χ 1 εκατοστών (Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 2 και 6), τις οποίες δεν απέδωσε σε κακοποίηση. Παρά την κατάληξη του ρώτησε σχετικά με τις εκδορές αυτές τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι προήλθαν από πάλη μεταξύ του και ενός συγκρατούμενου του στα κελιά Παραλιμνίου. Αναφερόμενος στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την εξέταση την χαρακτήρισε ως φυσιολογική. Δεν έδειχνε κακοποιημένος, ούτε να έχει κάποιο πρόβλημα. Πρόσθεσε επίσης ότι η εξέταση λάμβανε χώρα στην παρουσία αστυνομικών, οι οποίοι απλώς παρακολουθούσαν και δεν τον εμπόδιζαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ένας από αυτούς λάμβανε φωτογραφίες του κατηγορούμενου μετά από οδηγίες και σχετικές υποδείξεις του ιατροδικαστή. Εξετάστηκε επίσης ο κατηγορούμενος από τον ιατροδικαστή Σταυριανό στις 12.9.
  28. Ο ιατροδικαστής αυτός ενεργούσε κατόπιν οδηγιών που είχε λάβει από τον τότε συνήγορο του κατηγορούμενου, ο οποίος παραπονέθηκε για κακοποίηση του πελάτη του. Η εξέταση αυτή έλαβε χώρα στον Αστυνομικό Σταθμό της Αγίας Νάπας και παρόντες ήταν οι ΜΚ11 και 27, ο οποίος με υπόδειξη του ιατροδικαστή λάμβανε φωτογραφίες (Τεκμήριο 154). Ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε κανένα παράπονο όταν τον ρώτησε ο ιατροδικαστής αν κακοποιήθηκε. Ήταν ευδιάθετος και ομιλητικός. Ανέφερε μάλιστα στον ιατροδικαστή ότι ο Οικονόμου (ΜΚ11) τον στήριζε ψυχολογικά. Δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να συνάδει με ισχυρισμό για κακοποίησή του. Προσθέτουμε, ολοκληρώνοντας και αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε για κακοποίηση του σε οποιοδήποτε αστυνομικό ή ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου όταν παρουσιάστηκε, κατ΄ επανάληψη, για ανανέωση διαταγμάτων προφυλάκισής του. Την 22.9.06 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας ο ΜΚ11 με τη βοήθεια του ΜΚ28, ο οποίος μετάφραζε στην Τουρκική γλώσσα, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 108[α] και [β]) για τα εγκλήματα που αντιμετωπίζει και στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες. Θέτουμε επιγραμματικά την εναπομείνασα μαρτυρία που πρόσφερε η κατηγορούσα αρχή. Θα ασχοληθούμε με αυτή εκτενέστερα και στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μας, κατά την εξέταση των ανάλογων ζητημάτων που κάλυπτε. Ο ΜΚ9 είναι υπάλληλος της εταιρείας εισαγωγής αυτοκινήτων Renault. Περιέγραψε τη φύση και τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου ΚΗΑ921, το οποίο είναι επίσης Renault. Το χρώμα του είναι άσπρο. Αυτό φαίνεται από το εσωτερικό μέρος του χώρου φόρτωσης, καθότι εξωτερικά καλύπτεται από διαφημίσεις. Κατέθεσε επίσης ότι ο ιμάντας που βρέθηκε στο λαιμό του θύματος (Τεκμήριο 99) δεν αποτελεί μέρος του οχήματος. Τη θέση του τη στήριξε στο γεγονός ότι οι άκριες του δεν είναι σιδερένιες, όπως είναι αυτές του ιμάντα που συγκρατούν τον επιπρόσθετο τροχό του αυτοκινήτου, αλλά πλαστικές. Παρεμβάλλουμε ότι μετά τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κατατέθηκε ως αποδεκτό γεγονός ότι όντως ο συγκεκριμένος ιμάντας (Τεκμήριο 99) δεν έχει καμία σχέση με το αυτοκίνητο ΚΗΑ
  29. Τέσσερις πρώην συνάδελφοι του κατηγορούμενου, οι ΜΚ6, 21, 25 και 31 κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, γύρω από το ζήτημα του σχοινιού με το οποίο βρέθηκε δεμένο το θύμα (φωτογραφίες Τεκμήρια 104 και 105). ΄Ηταν απόλυτοι ότι τέτοιο σχοινί δεν χρησιμοποιείται στην εργασία τους, ούτε και είδαν ποτέ σε ολόκληρο το χώρο της εταιρείας στα όσα χρόνια εργάζονται τέτοιο αντικείμενο. Επιπρόσθετα οι ΜΚ25 και 31 κατέθεσαν ότι δεν το είδαν σε καμία περίπτωση στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Η επιπρόσθετη μαρτυρία του ΜΚ6 αφορούσε επίσκεψη που του έκανε ο κατηγορούμενος γύρω στις 9:30 της 16.8.
  30. Κατέφθασε με το αυτοκίνητο υπ΄ αριθμό εγγραφής ΚΗΑ 921 και παρέμειναν μαζί μέχρι τις 00:30 της 17.8.06, οπόταν και ο κατηγορούμενος αναχώρησε με το όχημα του για να πάει στην Αγία Νάπα προκειμένου να συναντήσει κάποιες κοπέλες. Φορούσε τζην παντελόνι, το φερμουάρ του οποίου φαινόταν ολόκληρο. Ο ΜΚ6 βλέποντας το τεκμήριο 68, ήτοι το παντελόνι τζην που λήφθηκε από το υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου στην Ποταμιά κατά την έρευνα της 22.8.06, ανέφερε ότι ήταν παρόμοιο με αυτό που φορούσε την συγκεκριμένη νύχτα ο κατηγορούμενος. Παρεμβάλλουμε σ΄ αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με επιστημονική μαρτυρία, του Δρ. Καριόλου, ΜΚ10, (έκθεση Τεκμήριο 102), γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο τεκμήριο 68 ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του θύματος. Οι ΜΚ21 και 31 αναφέρθησαν επιπρόσθετα και στα ωράρια εργασίας των διανομέων δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα και το χρόνο εργασίας του κατηγορούμενου. Κατέθεσαν επίσης ότι όντως στις 15.8.06 προκλήθηκε βλάβη στο αυτοκίνητο του ΜΚ26, Χρίστου Μποριάσοβ, πεθερού του κατηγορούμενου. Το συγκεκριμένο πρόσωπο τους ανέφερε ότι υποψιαζόταν ως δράστη τον κατηγορούμενο. Ο πεθερός του κατηγορούμενου, ΜΚ26, αναφέρθηκε στις μεταξύ τους σχέσεις. Δέχτηκε ότι αυτές δεν ήταν καλές λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο του, θυγατέρα του ΜΚ
  31. Ο ίδιος ήταν προσεχτικός γιατί φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα του έκανε κακό. Σχετικά με τη βλάβη ημερομηνίας 15.8.06 κατέθεσε ότι παραπονέθηκε στον προϊστάμενο του ότι υποψιαζόταν τον κατηγορούμενο και τον Στέφανο, ΜΚ25, ως δράστες. Ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του ήταν η θέση του ότι τις πρωινές ώρες της 17.8.06 είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ήτοι το ΚΗΑ921, σε δύο περιπτώσεις στην Αγία Νάπα: στην είσοδο του Grecian περί ώρα 02:50 και ακολούθως, γύρω στις 03:10-03:15, στο χώρο στάθμευσης δίπλα από το Marina Hotel. Τις ώρες τις υπολόγισε κατά προσέγγιση με βάση το ωράριο εργασίας του και το χρόνο που χρειάζεται για διανομή των εμπορευμάτων σε κάθε ξενοδοχείο. Έδινε ως περιθώριο απόκλισης από τις πιο πάνω ώρες 10-15 λεπτά. Τέλος, σημαντική ως προς τις κινήσεις του κατηγορούμενου στις 16.8.06 και το εσώρουχο Τεκμήριο 51, ήταν η μαρτυρία του ΜΚ25 Στέφαν Στογιάνοφ. Εργοδοτήθηκε τον Ιούλιο του 2006 ως μεταφορέας τροφίμων στην εταιρεία όπου εργαζόταν και ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος ανέλαβε να τον εκπαιδεύσει σε σχέση με τις διαδρομές που θα ακολουθούσε και τους πελάτες στους οποίους θα διένειμε τα προϊόντα. Στις 16.8.06 πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων της εταιρείας Renault, προκειμένου να διορθωθεί βλάβη του αυτοκίνητου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια πήγαν με ξεχωριστά αυτοκίνητα στη Λεμεσό για εργασία. Ακολούθως ο κατηγορούμενος τον μετέφερε με το αυτοκίνητο ΚΗΑ 921 στην Πάφο. ΄Οταν επέστρεψαν στη Λευκωσία και μετά το πέρας της εργασίας τους ο κατηγορούμενος τον κάλεσε στο χωριό του, στην Ποταμιά. Του πρότεινε στη συνέχεια να μεταβούν μαζί στην Αγία Νάπα, αλλά ο ΜΚ25 δεν αποδέχτηκε γιατί δεν είχε χρήματα. ΄Ετσι γύρω στις 15:30 επέστρεψε στη Λευκωσία. Τον κατηγορούμενο τον ξαναείδε γύρω στα μεσάνυχτα της Παρασκευής 18.8.06 στο χώρο εργασίας. Σημαντική ήταν η μαρτυρία του γύρω από επεισόδιο που κατ΄ ισχυρισμό του έλαβε χώρα στις 21.8.
  32. Αφορούσε το εσώρουχο (Τεκμήριο 51). ΄Ηταν η θέση του ότι ενώ βρισκόταν με τον κατηγορούμενο για διανομή σε συγκεκριμένη υπεραγορά είδε στη θήκη της πόρτας του οδηγού του αυτοκινήτου ΚΗΑ 921 ένα εσώρουχο. Ρώτησε τον κατηγορούμενο σχετικά. Τότε ο κατηγορούμενος το πήρε από τη θήκη της πόρτας και άρχισε να γελάει. Στην συνέχεια το μύρισε και ανέφερε στον μάρτυρα "έλα να μυριστείς, μυρίζει μουνί". Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Παρά τη μεγάλη της έκταση η ουσία των αναφορών του είναι περιορισμένη. Καταγράφουμε ως εκ τούτου τα βασικά της μέρη: Εξεταζόμενος κατέθεσε ότι γνώρισε το θύμα ενάμιση περίπου μήνα πριν τον θάνατο της. Την ήξερε ως "Άννα" και η μεταξύ τους γνωριμία έλαβε χώρα στο Grecian, όπου και εργαζόταν το θύμα. Η επαφή του κατηγορούμενου με το πιο πάνω ξενοδοχείο, το οποίο προμήθευε με εμπορεύματα, ήταν και η ευκαιρία γνωριμίας τους. Ανέπτυξαν μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις και ήρθαν σε σεξουαλική επαφή μερικές φορές. Έρωτα έκαμαν στο διαμέρισμα του, στη θάλασσα, αλλά και στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ΚΗΑ
  33. Στο χώρο αυτό συνήθιζαν να βγάζουν και τα ρούχα τους όταν πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα. Συναντήθηκε τελευταία φορά με το θύμα 10 περίπου μέρες πριν της 17.8.
  34. Επεξηγώντας για ποιο λόγο δεν την είδε από τότε, ανέφερε ότι ο ίδιος είχε και άλλες φίλες, γεγονός που δεν του επέτρεπε να βλέπει συχνά την Jana. Πρόσθεσε ότι πράγματι όταν τον ρώτησε η Αστυνομία από τα αρχικά στάδια της σύλληψης του εάν γνωρίζει μία γυναίκα με το όνομα Jana Kovacova, αυτός αρνήθηκε γιατί ήξερε το θύμα με το όνομα "Άννα". Θυμόταν ότι σε κάποιο στάδιο η Αστυνομία του έδειξε τη φωτογραφία του θύματος (Τεκμήριο 96) και ο ίδιος μόλις την είδε ανέφερε στον ΜΚ12 "αυτήν την κοπέλα την γνωρίζω και είναι φίλη μου". Δεν θυμόταν πότε ακριβώς έγινε αυτό, αλλά ήταν βέβαιος ότι δεν ήταν τη μέρα που υπόγραψε στο Τεκμήριο
  35. Πρόσθεσε ότι το βράδυ της 16.8.06 και τις πρωινές ώρες της 17.8.06 βρισκόταν στην Αγία Νάπα. Μετέβηκε με το αυτοκίνητο ΚΗΑ
  36. Εκεί συναντήθηκε, όπως είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους προηγουμένως, με τον Στέφανο (ΜΚ25). Έδωσε ως λόγο της επίσκεψης τους αυτής την πρόθεση τους να προκαλέσουν ζημιά σε αυτοκίνητο της εταιρείας τους, το οποίο οδηγούσε ο πεθερός του, Χρίστος Μποριάσοφ, (ΜΚ26). Με τον Στέφανο ήταν μαζί από το πρωί της 16.8.
  37. Αφού επισκέφθηκαν συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων για πρόβλημα που είχε το όχημα ΚΗΑ921, πήγαν για εργασία. Ακολούθως μετέβησαν στο σπίτι της οικογένειας του κατηγορούμενου στην Ποταμιά, προκειμένου να σχεδιάσουν πώς θα έκαναν ζημιά στο αυτοκίνητο του πεθερού του. Ακολούθως ο ίδιος πήγε να επισκεφτεί κάποιο συνάδελφο του, τον Πέζουνο (ΜΚ6) και ο Στέφανος πήγε να ξεκουραστεί. Συμφώνησαν να συναντηθούν αργότερα, το βράδυ, για να υλοποιήσουν το σχέδιο πρόκλησης ζημιάς στο αυτοκίνητο του πεθερού του. Επεξηγώντας για ποιο λόγο επιδίωκε την πρόκληση ζημιάς στο πιο πάνω αυτοκίνητο ανέφερε ότι προ μηνών η σύζυγος του τον εγκατέλειψε φεύγοντας για την πατρίδα της, την Βουλγαρία και παίρνοντας μαζί της και το ανήλικο παιδί τους. Την συνόδευσε και η μητέρα της, πεθερά του κατηγορούμενου. Ο πεθερός του παρέμεινε στην Κύπρο όπου και εργαζόταν στην ίδια εταιρεία με τον κατηγορούμενο. Θεωρούσε λοιπόν ο κατηγορούμενος ότι προκαλώντας κατ΄ επανάληψη ζημιά στο αυτοκίνητο του πεθερού του θα του δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία, τα οποία και θα οδηγούσαν στην απόλυσή του. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα ήταν σε θέση να ενισχύει οικονομικά την γυναίκα και την κόρη του στη Βουλγαρία. Έτσι αυτές θα αναγκαζόντουσαν να έρθουν στην Κύπρο και ο κατηγορούμενος θα πετύχαινε την επανένωση του με την οικογένεια του. Επεξηγώντας μάλιστα ο κατηγορούμενος και το συμφέρον που θα είχε από την όλη αυτή κατάσταση και ο Στέφανος, ανέφερε ότι με την απώλεια της εργασίας του πεθερού του τη θέση του θα έπαιρνε ο Στέφανος, ο οποίος μόλις πρόσφατα και σε έκτακτη βάση εργοδοτήθηκε στην ίδια εταιρεία. Ζημιά είχε κάνει στο αυτοκίνητο του πεθερού του και λίγες μέρες προηγουμένως, στις 15.8.
  38. Πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία του συμμέτοχος σ΄ αυτήν την παρανομία ήταν ο Στέφανος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον Στέφανο στην Αγία Νάπα γύρω στις 01:00 της 17.8.
  39. Γνωρίζοντας τη διαδρομή που θα έκανε ο πεθερός του για σκοπούς διανομής τον περίμεναν στο πρώτο ξενοδοχείο που θα σταματούσε. Σκοπός τους ήταν να κάνουν τη ζημιά όταν αυτός κατέβαινε και βρισκόταν για κάποιο χρόνο εντός του ξενοδοχείου προκειμένου να παραδώσει εμπορεύματα. Παρά τις προσπάθειες τους δεν εντόπισαν το αυτοκίνητο του πεθερού του σε κανένα σημείο της Αγίας Νάπας. Έτσι, οδηγώντας ο κάθε ένας το αυτοκίνητο του, έφυγαν γύρω στις 01:30-02:00 από την Αγία Νάπα. Ο κατηγορούμενος έφθασε στην Ποταμιά γύρω στις 02:
  40. Περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η σύλληψη του την 22.8.06 στην Ποταμιά. Έθεσε ότι οι αστυνομικοί αρχικά δεν του έλεγαν γιατί τον αναζητούσαν. Τον μετέφεραν με αυτοκίνητο στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου, ο οποίος εδρεύει στην Ποταμιά. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής του έλεγαν "πού την έθαψες; Πού την έκρουσες;". Ο ίδιος απαντούσε: "ποιό; Τι μου λέτε;". Οι αστυνομικοί που τον συνόδευαν ήταν οι ΜΚ12 και
  41. Όταν έφθασαν στον Αστυνομικό Σταθμό τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο και ο ΜΚ12 τον ξαναρώτησε "πού την έθαψες την κοπέλα; Πού την πήρες; Πού την έβαλες;" Αυτός απορούσε και ρωτούσε: "Τι μου λαλείς τωρά;" Τότε ο ΜΚ12 του ανέφερε το όνομα Jana Kovacova και ο κατηγορούμενος επέμενε ότι "εγώ δεν έκανα έτσι πράγμα, δεν σκότωσα κανένα". Σε ερώτηση δε του πιο πάνω αστυνομικού πού ήταν το βράδυ της 16.8.06, απάντησε ότι ήταν στην Αγία Νάπα για δουλειά. Του έλεγε ψέματα ότι ήταν για δουλειά γιατί δεν ήθελε να του πει ότι πήγε για να προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο του πεθερού του. Εκεί, στον Αστυνομικό Σταθμό, ήταν που έλαβε χώρα και η σύλληψή του. Θυμόταν ότι στην Ποταμιά η Αστυνομία έκανε έρευνα στο αυτοκίνητο του υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΗΑ
  42. Δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο λάμβανε χώρα και φωτογράφηση, καθότι: "ήμουν εντελώς συγχυσμένος εκείνη την ώρα". Όταν μεταφέρθηκε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας στη Λευκωσία τον επισκέφθηκαν δύο γνωστά του πρόσωπα, αστυνομικοί, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Ο Κώστας Μιαμηλιώτης και ο Γιάννος Παπουτές. Του έλεγαν: "Παναγιώτη αν το έκαμες πε ότι έκαμες το, παραδέχτου δηλαδή και να σε βγάλουμε πελλό". Τον Μιαμηλιώτη τον γνωρίζει πολύ καιρό. Τόσο καλά που, και μεταφέρουμε αυτούσια τα λόγια του κατηγορούμενου: "αν έσιη κάποιο που με ξέρει με ξέρει εκείνος ο άνθρωπος και εγώ εκείνο. Μπορώ να σας πω ότι εγώ ξέρω πότε λέγει ψέματα εκείνος ο άνθρωπος και εκείνος εμένα". Περιγράφοντας τις συνθήκες κράτησης του από τις 22.8.06 και μετέπειτα, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι οι αστυνομικοί τον απειλούσαν συνεχώς από την πρώτη στιγμή φοβερίζοντας τον "ότι να μου σπάζαν τα κόκκαλα μου" και λέγοντας του επίσης: "θα πιω το αίμα σου", "που δαμέ δεν θα βγεις ζωντανός", "πουστότουρκο". Οι απειλές ήταν καθημερινές, όπως και οι ανακρίσεις. Μεταφέρθηκε δέκα με δεκαπέντε περίπου φορές στα γραφεία του ΤΑΕ στο Παραλίμνι. Του έλεγαν συνεχώς ότι αν δεν παραδεχόταν θα τον σκοτώσουν. Περιέγραψε στη συνέχεια δύο περιπτώσεις άγριου, κατ΄ ισχυρισμό του πάντα, ξυλοδαρμού του από την Αστυνομία. Η πρώτη έλαβε χώρα μέσα στο αυτοκίνητο σε μία περίπτωση μεταφοράς του από τα κρατητήρια Παραλιμνίου και η δεύτερη - και πιο βάναυση - τρεις τέσσερις μέρες μετά, ήτοι το βράδυ της 4.9.06 και λίγο προτού μεταφερθεί στα γραφεία του ΤΑΕ Παραλιμνίου για ανάκριση. Αμέσως δηλαδή προτού ληφθεί η κατάθεση Τεκμήριο
  43. Ήταν ουσιαστικός ισχυρισμός του ότι υπέγραψε τα αναφερόμενα στην πιο πάνω κατάθεση έχοντας κακοποιηθεί άγρια προηγουμένως και υπό το κράτος φόβου για τη ζωή του. Δέχθηκε ότι ουδέποτε παραπονέθηκε για τα βασανιστήρια που υπέστη, καθότι οι αστυνομικοί τον απειλούσαν να μην πει οτιδήποτε σε κανένα. Του έλεγαν ότι θα σκηνοθετούσαν απόδραση του και θα τον σκότωναν. Ήταν επίσης κεντρικός άξονας των θέσεων του, όπως αυτές προβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέταση του, ότι είναι η ίδια η Αστυνομία που τον οδήγησε στο χώρο ταφής του θύματος και ότι ουδέποτε ο ίδιος υπέδειξε οποιαδήποτε σκηνή. Προέκταση της θέσης αυτής ήταν ότι οι αστυνομικοί τον εξανάγκαζαν να υπογράφει συνεχώς σε διάφορα έντυπα που του παρουσίαζαν και τα οποία είχαν συμπληρώσει προηγουμένως, χωρίς ποτέ ο ίδιος να γνωρίζει τι υπέγραφε ή να λέγει οτιδήποτε. Επειδή μάλιστα υπέγραφε κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες επινόησε το εξής σχέδιο: δεν έθετε την αυθεντική του υπογραφή, την μονογραφή του δηλαδή, αλλά υπέγραφε ολογράφως, καταγράφοντας δηλαδή ολόκληρο το όνομα του. Έτσι θεωρούσε ότι θα είχε στη συνέχεια την ευχέρεια να επικαλείται ότι υπέγραφε παρά τη θέλησή του. Περιγράφοντας τη στιγμή εκταφής του πτώματος ανέφερε ότι ήταν τόσο άσχημη η μυρωδιά, που: "αναγουλιαζόμουν δεν μπορούσα να δω έτσι πράγμα". Αναφέρθηκε επίσης στο εσώρουχο Τεκμήριο 51, το οποίο, κατ΄ ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής, ανήκε στο θύμα και εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Κατέθεσε ότι πράγματι οι αστυνομικοί τον ρώτησαν: "ήβραμε ένα εσώρουχο μέσα στο αυτοκίνητο σου ποιού ένη;" Απάντησε: "ξέρω εγώ;". Επέμεναν να τους πει. Τότε τους απάντησε ως εξής: "Τζείνη που είχα επαφή τελευταία δηλαδή ερωτική επαφή μαζί της, ήταν τελευταία η φίλη μου η Κινέζα. Πρέπει να εν τζείνης." Δεν απέκλεισε στη συνέχεια το εσώρουχο να ήταν του θύματος, αφού ξεντύθηκε αρκετές φορές στο αυτοκίνητο του. Θεωρούσε όμως ότι αφού για αρκετές μέρες προηγουμένως δεν συναντήθηκαν, έπρεπε ο ίδιος να είχε εντοπίσει το εσώρουχο αυτό δεδομένου ότι καθαρίζει συχνά το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι με το θύμα συναντιόντουσαν μία με δύο φορές την εβδομάδα και έμεναν για κάποιες ώρες μαζί. Έρωτα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου έκαναν μία φορά. Επέμενε ότι τελευταία φορά συναντήθηκαν δέκα περίπου μέρες πριν την εξαφάνισή της. Επανέλαβε ότι είχε σχέσεις με πολλές κοπέλες τις οποίες μετέφερνε και στο διαμέρισμα του. Μεταξύ αυτών ήταν και μία Κινέζα. Ήταν η κοπέλα με την οποία έκανε τελευταία φορά έρωτα, γεγονός που καθόρισε χρονολογικά να λαμβάνει χώρα επτά με δέκα μέρες προτού συλληφθεί. Επεξήγησε γιατί δεν ήθελε σε κανένα στάδιο να αποκαλύψει το όνομα ή άλλα στοιχεία γι΄ αυτήν την κοπέλα. Έδινε ως δικαιολογία τη θέση ότι την πλήρωνε για να κάνουν έρωτα και φοβόταν μήπως η αποκάλυψη οποιωνδήποτε στοιχείων, τής δημιουργούσε προβλήματα με την Αστυνομία. Στην πορεία αντεξέτασής του διεφάνει ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με πόσες κοπέλες είχε σεξουαλική επαφή μετά τη μέρα που - κατ΄ ισχυρισμό του - είχε συναντηθεί για τελευταία φορά με το θύμα. Διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν γιατί "ήταν πολλές". Με όλες τις κοπέλες είχε σεξουαλική επαφή, μεταξύ άλλων χώρων, και στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Πρόσθεσε ότι λόγω και της φύσης της εργασίας του καθάριζε συχνά το αυτοκίνητο αλλά δεν θεωρούσε απίθανο να παραμένουν τρίχες σ΄ αυτό, παρά τον σχολαστικό καθαρισμό. Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από απαντήσεις που φέρεται να έδωσε σε διάφορες περιπτώσεις στην Αστυνομία, ήτοι στις καταθέσεις του (Τεκμήρια 118 και 119), στα έγγραφα υποδείξεων σκηνών (Τεκμήρια 121, 123 και 143) και στο ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 161), οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με αναφορές του στο Δικαστήριο. Κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε τα όσα του αποδίδονται στα πιο πάνω τεκμήρια και ότι τα αστυνομικά όργανα έγραφαν "ό,τι ήθελαν" και τον εξανάγκαζαν να τα υπογράφει. Παρεμβάλλουμε ότι στο βαθμό που είναι απαραίτητο θα επανέλθουμε αναλυτικότερα επί του ζητήματος αυτού. Αντεξεταζόμενος γύρω από το ζήτημα της φωτογραφίας Τεκμήριο 96 και του χρόνου που αυτή του υποδείχθηκε, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε την είδε για πρώτη φορά. Πρόσθεσε όμως ότι του δόθηκε και την πήρε μαζί του στο κελί του. Επέμενε όμως ότι από την πρώτη στιγμή που είδε τη φωτογραφία ανέφερε στην Αστυνομία ότι γνώριζε το πρόσωπο. Το είπε μάλιστα και στον Μιαμηλιώτη, στον Ανώτερο Αστυνόμο Α΄ Κρόκο και στον Παναγιώτου. Δέχθηκε στη συνέχεια ότι για τελευταία φορά είδε τους Κρόκο και Μιαμηλιώτη στις 28.8.
  44. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από το εσώρουχο Τεκμήριο
  45. Επέμενε ότι υπολόγιζε πως είναι της φίλης του της Κινέζας καθότι αυτή ήταν η τελευταία με την οποία είχε ερωτική επαφή μέσα στο αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος ως προς το χώρο ταφής παραδέχθηκε ότι ο ίδιος γνωρίζει πάρα πολύ καλά την περιοχή, καθότι για πολλά χρόνια είναι ο δρόμος που χρησιμοποιεί για σκοπούς της εργασίας του. Επέμενε ότι από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του η Αστυνομία τον ρωτούσε: "πού την έθαψες; Πού την έκρουσες;" Αντεξετάστηκε σε έκταση γύρω από τις σχέσεις που είχε με τον Μιαμηλιώτη. Τον γνωρίζει από το 1993 και συνεργάστηκαν για σκοπούς της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Γνωρίζει επίσης την οικογένεια και τις κόρες του, τις οποίες πρόσεχε και κάποιες φορές τις συνόδευε κατά τις εξόδους τους. Νιώθει θυμωμένος και προδομένος από τον Μιαμηλιώτη και θεωρεί ότι προσπαθεί να του κάνει ζημιά. Επέμενε ότι κακοποιήθηκε από την Αστυνομία, αλλά δέχθηκε ότι από της υπογραφής της κατάθεσης Τεκμήριο 106 μέχρι το μεσημέρι της 5.9.06 δεν μίλησε με τον δικηγόρο του για να του εξηγήσει κάτω από ποιες συνθήκες υπέγραψε. Στα τελευταία στάδια της αντεξέτασης ο κατηγορούμενος αρνήθηκε σειρά υποβολών της Κατηγορούσας Αρχής οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη των αδικημάτων. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου "εντύπωση" περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του (Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας

(1995)2 ΑΑΔ, 174, 180). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών παρακολουθήσαμε με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο να καταθέτουν ενώπιον μας και εξονυχίσαμε το σύνολο της μαρτυρίας, στην όλη πορεία αξιολόγησής της. Καταγράφουμε ως πρώτο και γενικό σχόλιο μας ότι συνοχή και φυσικότητα καλύπτει τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Όλοι οι μάρτυρές της μας έκαναν άριστη εντύπωση και δεν μας άφησαν ίχνος αμφιβολίας ως προς την αλήθεια των γεγονότων που περιβάλλουν την ουσιαστική υφή των υπό εκδίκαση κατηγοριών. Δεχόμαστε ότι η κάθε σχετική με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης αναφορά τους αποτυπώνει την πραγματικότητα και μόνο. Η εκτεταμένη αντεξέταση που υπέστησαν οι μάρτυρες αυτοί, και ιδίως οι πιο σημαντικοί, δεν κλόνισε την αξιοπιστία τους. Δεν μας διαφεύγει ότι μικροαντιφάσεις ως προς το περιεχόμενο των όσων ανέφεραν μπορεί να υπήρξαν. Ήταν όμως αναπόφευκτες μέσα στη ροή της πληθώρας των γεγονότων που καλύπτουν την υπόθεση. Αφορούσαν όμως οι μικροαντιφάσεις αυτές επουσιώδη ζητήματα, λεπτομερειακής μορφής, και δεν αποδυνάμωσαν σε καμία περίπτωση τον πυρήνα των θέσεων τους και την κατά τ΄ άλλα αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Αντίθετα ενδυναμώνουν τις αναφορές τους, κάτω από την έννοια που και η απόφαση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ, 612, 629 προσδιορίζει. Ήτοι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς τι θα κατέθεταν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης στην τελική τους αγόρευση δεν προέβησαν σε καμία συγκριτική ανάλυση της μαρτυρίας προς το σκοπό εντοπισμού ουσιαστικών αντιφατικών θέσεων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Στην πορεία λεπτομερούς ανάλυσης και αξιολόγησής της θα προσεγγίσουμε κατά κεφάλαια τη σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, αρχίζοντας από τους εμπειρογνώμονες (Δρ. Καριόλου, ΜΚ10 και Ιατροδικαστή Σ. Σοφοκλέους, ΜΚ16) και κλινική ψυχολόγο (Δρ Μουσταφά, ΜΚ24). Οι ΜΚ10 και 16 κατέθεσαν ενώπιον μας ως ειδικοί. Η ειδικότητα στον τομέα που καλύπτουν τεκμηριώθηκε μέσα από την πείρα και τα αδιαμφισβήτητα προσόντα τους, όπως τα εξέθεσαν στο Δικαστήριο. Σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης τους επιχειρήθηκε προσπάθεια αμφισβήτησης της ειδικότητας τους, ιδίως αυτής του ΜΚ
  1. Εγχείρημα το οποίο παρέμεινε μετέωρο και εντελώς αστήρικτο. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα έγκειται στο να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση κατ΄ εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Η επιστημονική κατάρτιση των πιο πάνω μαρτύρων, ο τρόπος παροχής της μαρτυρίας τους και οι λεπτομερείς επεξηγήσεις τους επί των επί μέρους θεμάτων, μας έκαναν άριστη εντύπωση. Τα όσα κάλυψε η μαρτυρία τους και στην έκταση που αφορούσαν τον τομέα της ειδικότητας τους, τα περιέβαλαν με την παροχή των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων. Οι προσεγγίσεις τους επί των θεμάτων της ειδικότητας τους ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένες και τα συμπεράσματα τους, εξεταζόμενα κάτω από το σύνολο των κριτηρίων με τα οποία εφοδίασαν το Δικαστήριο, καλύπτονται από ακρίβεια. Ας σημειωθεί ότι τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ10 γύρω από την ταύτιση του γενετικού υλικού των διαφόρων τεκμηρίων, που ήδη εκθέσαμε, παρέμειναν, τελικά, χωρίς αμφισβήτηση. Αρχικά και στην προσπάθεια της η υπεράσπιση να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα του μάρτυρα ως προς την ταύτιση του γενετικού υλικού - τα οποία από μόνα τους συνέδεαν το θύμα με τον κατηγορούμενο και το διαμέρισμα του - εξαντλήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα στην υποβολή θέσεων οι οποίες είχαν ως κεντρικό άξονα την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας του. Στην πορεία της υπόθεσης παρατηρήθηκε ταύτιση των θέσεων της υπεράσπισης με τα συμπεράσματα του μάρτυρα. Ενώ δηλαδή η υπεράσπιση μέσω των αρχικών υποβολών της περί ύποπτων σχέσεων του ΜΚ10 με την Αστυνομία, αμφισβητούσε τα ευρήματα περί ύπαρξης γενετικού υλικού του θύματος σε τεκμήρια που λήφθησαν από το διαμέρισμα του κατηγορούμενου (μαξιλαροθήκες, Τεκμήρια 80 και 81 και πετσέτες, Τεκμήρια 85Β και 86), ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του δέχθηκε ότι όντως το θύμα σε κάποιο χρόνο επισκέφθηκε το διαμέρισμα του. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ήρθαν σε σεξουαλική επαφή στο χώρο αυτό. Σχετικά με την αντιφατική αυτή προσέγγιση της υπεράσπισης θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μας. Μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ16, αυτό που καλύπτει τη νεκροτομή της σορού του θύματος (Έκθεση Τεκμήριο 135), δεν αντικρούστηκε από την υπεράσπιση. Ούτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε διαφορετική θέση στον ιατροδικαστή ως προς αυτά τα ευρήματά του. Άλλωστε η επιστημονική τεκμηρίωση με την οποία τα κάλυψε δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησής τους. Δύο ήταν τα ουσιαστικά μέρη της μαρτυρίας του ΜΚ16 που επιχείρησε να πλήξει η υπεράσπιση: την αναφορά του ότι την 5.9.06, κατά την εκταφή, ο κατηγορούμενος του ομολόγησε το λόγο που τοποθέτησε τη μαύρη νάιλον σακούλα στο κεφάλι του θύματος και τα αποτελέσματα των εξετάσεων του ημερομηνίας 5.9.06 (Έκθεση Τεκμήριο 134), το εύρημα του δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέστη οποιαδήποτε κακοποίηση σε αντίθεση με σχετικό παράπονο που εξέφρασε ο δικηγόρος του. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ16 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά και μόνο γεγονότα. Είναι πρόσωπο το οποίο ενεπλάκη στην όλη υπόθεση λόγω και μόνο της ειδικότητας του και χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβασή της. Έδωσε λεπτομέρειες και πειστικές εξηγήσεις κάτω από ποιες συνθήκες ο κατηγορούμενος του ανέφερε το λόγο χρησιμοποίησης της μαύρης νάιλον σακούλας, ομολογώντας έτσι, ουσιαστικά, τη διάπραξη του εγκλήματος και συνδέοντας τον εαυτό του με αυτό. Η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα σε σχέση με αυτό το σημείο εστιάζοντας την προσπάθεια της στο γεγονός ότι ο ΜΚ16 δεν ανέφερε σε γραπτή του κατάθεση την πιο πάνω ομολογία του κατηγορούμενου. Το δικαιολόγησε ο ΜΚ16 εξηγώντας ότι ο ίδιος βρισκόταν στη σκηνή για συγκεκριμένο λόγο, ήτοι για αυτοψία, και όχι ως ανακριτής. Μία θέση απόλυτα φυσιολογική. Σε τελική ανάλυση ό,τι ενδιέφερε τον ιατροδικαστή και ό,τι ήταν αναμενόμενο να σημειώσει στις εκθέσεις του ήταν τα όσα αφορούσαν την ειδικότητά του. Η δε αναφορά του σε περαιτέρω γεγονότα, όπως αυτός τα αντιλήφθηκε στη σκηνή και η μη καταγραφή τους σε γραπτή κατάθεση του δεν είναι στοιχείο ικανό από μόνο του να πλήξει την αξιοπιστία του. Επιπρόσθετο δεδομένο που φανερώνει την αυθεντικότητα της θέσης του ΜΚ16 και τη φυσική ροή των γεγονότων, είναι και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ομολογία αυτή του κατηγορούμενου. Προέκυψε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατά τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως την αντιλήφθηκε ο ιατροδικαστής. Τον είδε να μην βλέπει τη σορό και τον ρώτησε αν ένιωθε καλά. Αντίδραση αναμενόμενη από πρόσωπο ιατροδικαστικής ειδικότητας. Τα όσα περιέγραψε ο ΜΚ16 και τα οποία καλύπτουν την ιατροδικαστική εξέταση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 5.9.06, έχουν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί βάναυσης κακοποίησης του κατηγορούμενου λίγες ώρες προηγουμένως, ήτοι το βράδυ της 4.9.
  2. Είναι στο σύνολο τους γεγονότα τα οποία συνδέονται άρρηκτα με τον ουσιωδέστερο ισχυρισμό της υπεράσπισης, τη θέση της δηλαδή ότι η παροχή της κατάθεσης, Τεκμήριο 106, μέσα από την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των εγκλημάτων, ήταν το άμεσο αποτέλεσμα βασανιστηρίων που υπέστη, το βράδυ της 4.9.06 και λίγη ώρα προτού δοθεί η πιο πάνω κατάθεση. Όπως ήταν λοιπόν αναμενόμενο η υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης του κατηγορούμενου ημερομηνίας 5.9.06 και, συνεπώς, την αξιοπιστία του ΜΚ
  3. Ο ιατροδικαστής κατέθεσε πώς διαπίστωσε μετά από ενδελεχή εξέταση ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέστη κακοποίηση. Η εξέταση αυτή έλαβε χώρα λίγες μόνο ώρες μετά τον υποτιθέμενο βάναυσο βασανισμό και αμέσως μετά από παράπονο του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Σκοπό είχε τον εντοπισμό στοιχείων κακοποίησης. Αφορούσε δηλαδή εξειδικευμένη εξέταση. Διαπιστώθηκε ως αποτέλεσμα της ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ήταν εντελώς αβάσιμοι. Η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ16, παρουσιάζοντας τον ως συνεργάτη της Αστυνομίας και συμμέτοχο στις παράνομες ενέργειες της. Δεν είναι μόνο η ίδια η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ο Ιατροδικαστής Σοφοκλέους που καταρρίπτει τις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης. Είναι, περαιτέρω, τα ίδια τα γεγονότα που συνδέονται με την εξέταση, αλλά και συγκεκριμένες, αναντίλεκτες, αναφορές του κατηγορούμενου. Επεξηγούμε: παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι ο κατηγορούμενος, κατόπιν οδηγιών του ιατροδικαστή, φωτογραφήθηκε κατά την πορεία εξέτασης του. Οι φωτογραφίες του κατατέθηκαν ενώπιον μας ως Τεκμήριο
  4. Δεν δείχνουν κανένα σημάδι κακοποίησής του. Παρέμεινε δε μετέωρος ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο τρόπος λήψης των φωτογραφιών είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη των κτυπημάτων. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν με κάθε λεπτομέρεια και την παραμικρή πτυχή του κορμιού του κατηγορουμένου και σ΄ αυτές φαίνονται οι μικρές εκδορές που είχε στο στήθος του. Ως εκ τούτου και φυσικό και αναμενόμενο θα ήταν να έδειχναν και οποιαδήποτε άλλα σημάδια που αυτός θα έφερε. Ιδίως αποτυπώματα που, όπως θα ήταν αναμενόμενο, θα άφηνε άγριος ξυλοδαρμός της έκτασης που περιέγραψε ο κατηγορούμενος. Σημάδια κακοποίησης δηλαδή τα οποία, κατά τον ίδιο τον κατηγορούμενο, υπήρχαν σε όλο του το σώμα. Ακόμη και η εξής αναφορά του κατηγορούμενου καταρρίπτει τη θέση της υπεράσπισης για ύποπτο ρόλο του ΜΚ
  5. Δέχθηκε ο κατηγορούμενος, σε πλήρη ταύτιση με τον ΜΚ16, ότι ο τελευταίος, εντοπίζοντας τις εκδορές στο στήθος, τον ρώτησε από πού προήλθαν. Δεν θα είχε νόημα και λογική αυτή η κοινή αναφορά, αν υπήρχαν και άλλα τραύματα και τα απέκρυβε ο ιατροδικαστής. Για ποιο λόγο δηλαδή να ενδιαφερόταν να μάθει για το συγκεκριμένο τραύμα και όχι για τα υπόλοιπα; Είναι από μόνο του ένα περαιτέρω στοιχείο που καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και τον επαγγελματισμό με τον οποίο ενήργησε ο ΜΚ
  6. Διαπιστώνοντας δηλαδή τραύμα ενδιαφέρθηκε να ακούσει την εκδοχή του κατηγορούμενου και να εξετάσει έτσι, σφαιρικά, το όλο ζήτημα, στα πλαίσια της αυτοψίας που διενεργούσε. Αξιολογώντας την ΜΚ24, καταγράφουμε επίσης ότι ούτε αυτή έχει κανένα συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Όπως και οι προηγούμενοι δύο μάρτυρες ενεπλάκη λόγω της ειδικότητάς της. Ό,τι είναι κορυφαίας σημασίας είναι οι αναφορές της ότι ο κατηγορούμενος, κατά την πρώτη επίσκεψη του στις 12.9.06, της ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι και η ΜΚ24 παρέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και μόνο, μεταφέροντας τα όσα, αβίαστα και χωρίς να προκληθεί, της ομολόγησε ο κατηγορούμενος. Καμία σκιά δεν καλύπτει τη μαρτυρία της, ούτε εντοπίσαμε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δημιουργεί έστω και ίχνος υποψίας ότι η μάρτυρας αυτή κατέθεσε οτιδήποτε άλλο από την αλήθεια ή παραποίησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε γεγονός. Οι σχετικές αναφορές της είναι αποδεκτή μαρτυρία και μπορεί να ληφθεί υπόψη εις βάρος του κατηγορούμενου. Η μεταξύ της και του κατηγορούμενου επικοινωνία δεν καλύπτεται από προνόμιο, ούτε, όπως προαναφέραμε, εξασφαλίστηκε κατόπιν πίεσης ή πρόκλησης. Όπως τέθηκε αρχικά στην υπόθεση Smith
(1979)69 Cr. App. R. 378 και επαναβεβαιώθηκε στη συνέχεια από τη βασική πλέον επί του ζητήματος απόφαση R. v. McDonald
(1991)Crim. L.R. 122, C.A. η οποία ακολούθως υιοθετήθηκε από την R. v. Gayle
(1994)Crim. L. R. 679, C.A., δεν υφίσταται αυτομάτως προνόμιο για δηλώσεις που γίνονται σε γιατρό ο οποίος εξετάζει κάποιο ύποπτο. Εάν ένας κατηγορούμενος προβεί σε ομολογία στο γιατρό κατά τη διάρκεια εξέτασής του, δεν τυγχάνει της προστασίας που προσφέρεται σε αυτόν όταν ανακρίνεται από την Αστυνομία. Ολοκληρώνοντας με τη μαρτυρία της ΜΚ24 είναι σκόπιμο να παρεμβάλουμε ότι σημαντικό μέρος της κάλυπτε ευρήματα της γύρω από την προσωπικότητα και τον τρόπο αντίδρασης του κατηγορούμενου, τα οποία στηρίχθηκαν σε εξειδικευμένη γραπτή εξέταση στην οποία και τον υπέβαλε. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος απαντούσε σε αυτήν την εξέταση, υποβάλλοντας περαιτέρω ότι είναι ο αστυνομικός που συνόδευε τον κατηγορούμενο που συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο ερωτήσεων αντί του κατηγορούμενου. Με σχετική μάλιστα ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα της υπεράσπισης για παρουσίαση του πιο πάνω εντύπου, το οποίο απετέλεσε και τη βάση της εξέτασης. Δεν θα επεκταθούμε επί του θέματος καθότι είναι στοιχείο χωρίς σημασία ή επίδραση στην υπό κρίση υπόθεση. Τονίζουμε μόνο ότι δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως και τα γεγονότα γύρω από την πιο πάνω εξέταση εξελίχθηκαν όπως η ΜΚ24 παρέθεσε στο Δικαστήριο. Άλλωστε η βασική επί του θέματος θέση της υπεράσπισης, ότι δηλαδή ο αστυνομικός ο οποίος συνόδευε τον κατηγορούμενο ήταν ουσιαστικά το πρόσωπο που συμπλήρωσε και το έντυπο, δεν τέθηκε καν στο πρόσωπο αυτό, τον ΜΚ
  1. Ενώ η υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης της ΜΚ24 είχε αναγάγει το ζήτημα αυτό σε κεντρικό στοιχείο των θέσεων της, ούτε μία σχετική ερώτηση δεν υπέβαλε στον ΜΚ32 αντεξετάζοντάς τον περί του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Όπως έχει ήδη διαφανεί από την παράθεση των βασικών γραμμών της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, σημαντικό και κεφαλαιώδες μέρος της προέρχεται από μέλη της αστυνομικής δύναμης. Παρακολουθήσαμε τον κάθε ένα από αυτούς τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πλήρη επίγνωση της σημασίας των όσων παρέθεταν και με δεδομένη την ακρογωνιαία θέση της υπεράσπισης πως η όλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αποτελεί συνωμοσία της Αστυνομίας. Στην πορεία αξιολόγησης του μέρους αυτού της μαρτυρίας είχαμε πάντα κατά νουν τον πιο πάνω βασικό άξονα υπεράσπισης. Εξετάσαμε επίσης τη μαρτυρία αυτή με ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οποιασδήποτε ύποπτης ενέργειας αστυνομικών οργάνων, καθώς επίσης και η πιθανότητα ο όποιος ζήλος των μαρτύρων αυτών να παραποίησε την πραγματικότητα ή, έστω, να την επηρέασε σε βαθμό απαράδεκτο. Απόλυτη είναι η κατάληξη μας ότι στο σύνολο τους οι μάρτυρες αστυνομικοί κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και μόνο γεγονότα. Η μαρτυρία τους καλύπτεται από φυσικότητα και συνοχή και σε σημαντικά μάλιστα μέρη της επιβεβαιώνεται από τις αναφορές άλλων ανεξάρτητων μαρτύρων. Συγκεκριμένα η αναφορά του ΜΚ32 γύρω από τις ομολογίες του κατηγορούμενου όταν τον μετέφερε για εξέταση στην κλινική ψυχολόγο, ΜΚ24, επιβεβαιώνεται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία της μάρτυρας αυτής. Παρομοίως επιβεβαιώνεται η παραδοχή του κατηγορούμενου στον ΜΚ12 κατά το χρόνο εκταφής, από τα όσα ανέφερε, και καταγράψαμε ήδη, ο ΜΚ16, ιατροδικαστής Σοφοκλέους. Μεγάλος αριθμός αστυνομικών μαρτύρων ασχολήθηκε με την έρευνα του αυτοκινήτου και του διαμερίσματος του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση τους επιχειρήθηκε, πρέπει να πούμε με μία ακαθόριστη θέση προσέγγισης, να πληγεί τόσο η αξιοπιστία τους και η διαδικασία που ακολούθησαν για σκοπούς έρευνας, όσο και τα αποτελέσματα των ερευνών. Στην έκταση που μας είναι δυνατό να κωδικοποιήσουμε τη γραμμή υπεράσπισης γύρω από το σημείο αυτό, αναφέρουμε ότι αφέθηκε να αιωρείται πως οι εξεταστές δεν ακολούθησαν ορθολογιστικές μεθόδους έρευνας και ότι επίσης συγκεκριμένα τεκμήρια, όπως για παράδειγμα το εσώρουχο Τεκμήριο 51 και η τρίχα Τεκμήριο 21, δεν εντοπίστηκαν κατά την έρευνα αλλά τοποθετήθηκαν από την ίδια την Αστυνομία. Στην πορεία της υπόθεσης η θέση της υπεράσπισης μεταβλήθηκε, μάλιστα σε βαθμό αναίρεσης των αρχικών προσεγγίσεων της. Μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφερε, του ίδιου του κατηγορούμενου, όχι μόνο αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο να υπήρχαν τα συγκεκριμένα τεκμήρια στους χώρους έρευνας, αλλά και επιβεβαιώνεται ότι πράγματι το θύμα είχε επαφή με τους συγκεκριμένους χώρους και ως εκ τούτου ήταν πολύ πιθανόν να άφηνε τρίχες ή γενετικό του υλικό. Περαιτέρω και παρά την αρχική κάθετη θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε το εσώρουχο Τεκμήριο 51 στο αυτοκίνητο και ότι είναι η Αστυνομία που το τοποθέτησε και πάλιν ο ίδιος ο κατηγορούμενος μέσα από τη μαρτυρία του δεχόταν ουσιαστικά την ύπαρξη αυτού του αντικειμένου, δίνοντας όμως τη δική του, αόριστη, εκδοχή. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε, καθότι συνδέεται άμεσα και με την αξιοπιστία του ίδιου του κατηγορούμενου. Ολοκληρώνοντας τη μαρτυρία που αφορά την έρευνα είναι επιβεβλημένο να καταγράψουμε πως παρά τις αρχικές τοποθετήσεις της υπεράσπισης, καμία αναφορά έγινε από τους συνήγορους σε θέματα παρατυπίας ή αμφισβήτησης των ευρημάτων κατά την τελική αγόρευση. Προφανώς ως αποτέλεσμα αδυναμίας να θεμελιωθεί βάσιμος ισχυρισμός, ευθυγραμμισμένος με τη γραμμή αυτή. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η κατάληξη μας ότι παρέμεινε άτρωτη η αξιοπιστία της μαρτυρίας που περιστρέφεται γύρω από τις έρευνες και τίποτα το παράτυπο δεν εντοπίζουμε στην όλη διαδικασία τους. Οι ανακριτές που αναμείχθηκαν στη λήψη σειράς καταθέσεων από τον κατηγορούμενο και στην ετοιμασία των γραπτών υποδείξεων σκηνών, υπέστησαν επίσης έντονη αντεξέταση. Οι ανάλογες θέσεις της υπεράσπισης είχαν ως κεντρικό άξονα αναφοράς ότι τα όσα κατέγραφαν οι ανακριτές ήταν δικές τους επινοήσεις στην προσπάθεια τους να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο και πως ο τελευταίος υπέγραφε μετά από πίεση, ψυχολογική και σωματική. Θα ασχοληθούμε, σε πρώτο στάδιο, με τα όσα αφορούν τον ΜΚ12, Αστ. 2531 Γ. Ιωάννου, ο οποίος έλαβε τις ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνίας 24.8.06 και 30.8.06 (Τεκμήρια 118 και 119 αντίστοιχα). Ακολούθως θα αξιολογήσουμε τα όσα καλύπτει η μαρτυρία γύρω από τις γραπτές υποδείξεις σκηνών. Τέλος, σε κατοπινό στάδιο και στην έκταση που είναι απαραίτητο πλέον, θα ασχοληθούμε με τη μαρτυρία των ανακριτών που εμπλέκονται στη λήψη της κατάθεσης ημερομηνίας 4.9.06 (Τεκμήριο 106). Το αστήρικτο των θέσεων της υπεράσπισης και η αδυναμία της να τρώσει την αξιοπιστία του ΜΚ12, εύκολα εντοπίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 118 και
  2. Ανάλυση μιας σειράς απαντήσεων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 118 καταδεικνύει παράθεση εκτεταμένων λεπτομερειών που αφορούν το είδος της εργασίας του κατηγορούμενου, την πορεία διεκπεραίωσης της καθώς επίσης και συγκεκριμένες διακινήσεις του. Με δεδομένο ότι η φύση εργασίας του κατηγορούμενου και ο τρόπος επιτέλεσης της παρέμειναν αναντίλεκτα και στην έλλειψη οποιασδήποτε διαφώτισης ή θέσης κατά την αντεξέταση του ΜΚ12 πώς ήταν δυνατό αυτός να γνωρίζει τα πιο πάνω στοιχεία με τρόπο άλλο και όχι με αναφορές του ίδιου του κατηγορούμενου, προκύπτει ως μόνο λογικό συμπέρασμα ότι τα όσα σχετικά καταγράφονται στο Τεκμήριο 118 λέχθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και μόνο. Περαιτέρω, αναφορές του κατηγορούμενου (Απάντηση 17 και επόμενες) γύρω από επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 15.8.06 σχετικά με βλάβη στο αυτοκίνητο του πεθερού του, είναι γεγονότα που κατά την ακρόαση της υπόθεσης επιβεβαιώθηκαν από όλες τις σχετικές μαρτυρίες και απετέλεσαν κοινό έδαφος. Όπως παρέμειναν αναντίλεκτες και επιβεβαιωμένες από όλη τη σχετική μαρτυρία αναφορές του κατηγορούμενου γύρω από αδυναμία του να μεταβεί στην εργασία του στις 17.8.
  3. Γεννάται και πάλι το ερώτημα πώς τα γνώριζε ο ανακριτής και τα κατέγραψε αν δεν του τα έλεγε ο ίδιος ο κατηγορούμενος; Δραστικότερο όμως στοιχείο, ικανό από μόνο του να καταρρίψει τους εξεταζόμενους σχετικούς ισχυρισμούς της υπεράσπισης που σκοπό είχαν να πλήξουν την αξιοπιστία του ΜΚ12 γύρω από την αυθεντικότητα και τις συνθήκες λήψης των Τεκμηρίων 118 και 119, είναι οι ίδιες οι απαντήσεις σε κρίσιμες ερωτήσεις, καθοριστικές για την εμπλοκή του κατηγορούμενου στις υπό εξέταση κατηγορίες. Στις απαντήσεις 78 και επόμενες, φέρεται ο κατηγορούμενος να αρνείται ότι γνώριζε το θύμα. Σε όσες δε ερωτήσεις του Τεκμηρίου 119 αφορούσαν το εσώρουχο Τεκμήριο 51, καταγράφονται, ως θέση του κατηγορούμενου, ότι αυτό ανήκει σε μία Κινέζα. Προκύπτει το εύλογο ερώτημα: αν όντως ο ανακριτής συμπλήρωνε από μόνος του τις απαντήσεις καταγράφοντας ό,τι ήθελε προκειμένου να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο, τότε για ποιο λόγο θα απέφευγε να καταγράψει ενοχοποιητικές απαντήσεις στις πιο βασικές ερωτήσεις; Αν είχε δηλαδή βάση η ανάλογη θέση της υπεράσπισης, τι θα εξυπηρετούσε η καταγραφή απαντήσεων αποσυναρτημένων από ενοχοποιητικά στοιχεία σε κρίσιμα ερωτήματα; Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι συνθήκες λήψης των καταθέσεων Τεκμήρια 118 και 119 είναι όπως τις περιέγραψε ο ΜΚ
  4. Αυτές δε αποτυπώνουν ό,τι αυτόβουλα ανέφερε ο κατηγορούμενος και τις απαντήσεις που έδινε, όπως ο ίδιος ήθελε, χωρίς καμία αλλοίωση του περιεχομένου τους από τον ανακριτή. Σταθερή και ευθυγραμμισμένη ήταν η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας που εμπλέκονται με τις υποδείξεις σκηνών. Χωρίς κανένα επίσης ενδοιασμό αποδεχόμαστε ότι τα όσα περιβάλλουν τη διαδικασία και τις συνθήκες των υποδείξεων των διαφόρων σκηνών μεταφέρθηκαν με ακρίβεια και αυθεντικά από το σύνολο των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών που κάλυψαν αυτό το ζήτημα. Τα Τεκμήρια δε 143, 121 και 123 αποτυπώνουν αυτούσια τις εθελούσιες δηλώσεις - ομολογίες του κατηγορούμενου. Καταλήγουμε αναφέροντας ότι η εξακρίβωση της ορθότητάς τους θα μας απασχολήσει σε επόμενο στάδιο της απόφασής μας, στο μέρος όπου, παρόμοια, θα εξεταστεί και η αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης, Τεκμήριο
  5. Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει οι βασικοί ισχυρισμοί της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο των θέσεων της περί συνωμοσίας που σκοπό είχε να εμπλέξει τον κατηγορούμενο. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε - εξετάζοντας το σφαιρικά - και κατά την πορεία αξιολόγησης της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου. Η υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αφορούσε πρόσωπα τα οποία ενεπλάκησαν για διάφορους λόγους με γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση. Την αξιολογούμε: Τα όσα, ουσιαστικά, κατέθεσαν οι ΜΚ6, 9, 19, 21 και 31, πρόσωπα που έκαναν εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο και τα οποία δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι παρουσιάστηκαν ενώπιον μας με αποκλειστικό σκοπό να καταθέσουν τα όσα γνώριζαν και μόνο, παρέμειναν αναντίλεκτα και γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Αποδεκτή ως αντικατοπτρίζουσα την αλήθεια και μόνο όπως ο ίδιος είχε την ευκαιρία να τη βιώσει τον κρίσιμο χρόνο, γίνεται επίσης η μαρτυρία του ΜΚ
  6. Του προσώπου δηλαδή που συνάντησε το θύμα λίγο πριν εξαφανιστεί. Παρακολουθώντας τον σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του αποκομίσαμε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι κατέθετε τα πραγματικά γεγονότα και μόνο. Οι κινήσεις του προς εντοπισμό του θύματος, όπως τις περιέγραψε στο Δικαστήριο, επιβεβαιώθηκαν από σχετική, αναντίλεκτη, μαρτυρία άλλων μαρτύρων (ΜΚ14, 19). Σε τελική ανάλυση, δεν διαφάνηκε κανένας λόγος που να αφήνει σκιές περί ύποπτων ή αλλότριων κινήτρων του ΜΚ
  7. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία του κινήθηκε γύρω από ισχυρισμούς οι οποίοι όχι μόνο παρέμειναν μετέωροι, αλλά και στερούνται λογικής συνοχής. Άφησε η υπεράσπιση να πλανάται, αρχικά, ότι πιθανόν το πρόσωπο αυτό να εμπλέκεται στην εξαφάνιση του θύματος. Αντιλαμβανόμενη στη συνέχεια την αδυναμία της να περιβάλει με στοιχειώδη σοβαρότητα τη θέση αυτή, υπέβαλε στο μάρτυρα ότι δεν δέχθηκε τηλεφώνημα από το θύμα στις 03:35 της 17.8.
  8. Στήριξε την υποβολή της αυτή σε ισχυρισμό ότι το θύμα δεν γνώριζε το τηλέφωνο του ΜΚ
  9. Προχώρησε μάλιστα υποβάλλοντας ότι ο ΜΚ7 είχε στην κατοχή του τόσο το τηλέφωνο του θύματος όσο και το δικό του και τηλεφωνούσε από το ένα τηλέφωνο στο άλλο. Ήταν υποβολές που παρέμειναν μετέωρες, ασύνδετες και χωρίς θεμελίωση επί οποιασδήποτε άλλης σχετικής μαρτυρίας. Το ίδιο το περιεχόμενο τους καταδεικνύει και την αδυναμία της υπεράσπισης να αρθρώσει σοβαρά επιχειρήματα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του ΜΚ
  10. Προσθέτουμε μόνο ότι, όπως παρέμεινε αναντίλεκτο, το θύμα γνώριζε τον ΜΚ7, ήταν συνάδελφοι και είχαν και άλλες προηγούμενες κοινές εξόδους. Ήταν λογικό λοιπόν να γνώριζε και το τηλέφωνο του. Πέραν τούτου είναι παραδεκτό γεγονός ότι το θύμα μεταξύ των ωρών 03:00-03:30 της 17.8.06 τηλεφώνησε σε πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις. Συνεπώς είχε στην κατοχή του το τηλέφωνο, γεγονός που καταδεικνύει και τη γύμνια των ανάλογων υποβολών της υπεράσπισης. Η μαρτυρία του ΜΚ14 γύρω από την αναφορά που του έκανε ο ΜΚ7 περί εξαφάνισης του θύματος, τις προσπάθειες που έκανε για εντοπισμό της και την καταγγελία στην Αστυνομία που ακολούθησε δεν αντικρούστηκε. Ως απόλυτα αξιόπιστη γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ25 δεν αμφισβητήθηκε. Αφορά τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο, τις κινήσεις του μέχρι το απόγευμα της 16.8.06, τη θέση του γύρω από μη ύπαρξη σχοινιών στο χώρο εργασίας και στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και την ανυπαρξία επιπρόσθετου ιμάντα στον πέμπτο τροχό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ό,τι αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης του ήταν η μαρτυρία του γύρω από τις κινήσεις του το βράδυ της 16.8.06 και τις πρωινές ώρες της επομένης, καθώς επίσης και αναφορά του ότι το εσώρουχο Τεκμήριο 51 ήταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στις 21.8.06 και τα όσα κάλυπταν επεισόδιο που περιέγραψε να λαμβάνει χώρα μεταξύ του και του κατηγορούμενου την πιο πάνω ημερομηνία και το οποίο είχε ως γενεσιουργό αιτία το Τεκμήριο
  11. Ισχυρίζεται η υπεράσπιση ότι ο ΜΚ25 ψεύδεται και θέτει ως εξήγηση τέτοιας συμπεριφοράς του προσπάθεια του να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο μετά από προτροπή της Αστυνομίας και προκειμένου να γλυτώσει ο ίδιος, αφού τελούσε επίσης υπό κράτηση τον κρίσιμο χρόνο ως ύποπτος για την εξαφάνιση του θύματος. Αντίκριση όμως του περιεχομένου των λεχθέντων από τον ΜΚ25 υπό το πρίσμα των θέσεων της υπεράσπισης καταρρίπτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς των συνηγόρων της. Ούτε η αναφορά του επεισοδίου της 21.8.06, αλλά και ούτε η θέση του ΜΚ25 ότι δεν ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι στοιχεία που δικαιολογούν την προσέγγιση ότι επιχείρησε να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο για να γλυτώσει ο ίδιος. Από μόνα τους δεν αποδίδουν στον κατηγορούμενο τη διάπραξη των αδικημάτων, ούτε και θα δικαιολογούσαν την απαλλαγή του ΜΚ
  12. Το Τεκμήριο 51 δεν θα ήταν αφ΄ εαυτού σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας. Είναι η ταύτιση γενετικού υλικού που εντοπίστηκε σε αυτό με γενετικό υλικό του θύματος και του κατηγορούμενου που το καθιστούν ουσιαστικό τεκμήριο. Συνεπώς η αναφορά του ΜΚ25 το μόνο που προσθέτει είναι στην τεκμηρίωση της ύπαρξης του Τεκμηρίου 51 στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, σε πολύ τελικό στάδιο, δεν απέκλεισε. Συνεπώς καταδεικνύεται έτσι ότι οι αναφορές του ΜΚ25 δεν στερούνται βάσης ούτε αποτελούν ένα αυθαίρετο κατασκεύασμα. Δεν έχουμε επίσης καμία αμφιβολία ότι η θέση του ΜΚ25 σύμφωνα με την οποία δεν ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο τον κρίσιμο χρόνο, αντικατοπτρίζει την αλήθεια. Αντιπαραβολή της, η οποία θα λάβει χώρα σε επόμενο στάδιο της απόφασης, με το ανάλογο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, θα καταδείξει και την ορθότητα της προσέγγισης μας. Παρακολουθήσαμε με την ίδια προσοχή και την πορεία μαρτυρίας του ΜΚ26 πεθερού του κατηγορούμενου. Μας έκανε θετικότατη εντύπωση η όλη παρουσία του στο Δικαστήριο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν δίστασε σε καμία περίπτωση να παραδεχθεί θέσεις της υπεράσπισης οι οποίες ήταν επιβαρυντικές για τον ίδιο και που πιθανόν να έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπιστία του. Χωρίς κανένα δισταγμό δέχθηκε ότι έχει πρόβλημα αλκοολισμού, γεγονός που έθετε εν αμφιβόλω τη συνέχιση της εργοδότησης του και ότι θα τον βόλευε να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος ενόψει των οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου σε κάποιο χρονικό σημείο τις πρωινές ώρες της 17.8.06 στα συγκεκριμένα μέρη που ανέφερε, στην Αγία Νάπα. Ό,τι αμφισβήτησε η υπεράσπιση ήταν ο ακριβής χρόνος που αυτό έλαβε χώρα. Ακόμη και σ΄ αυτό το σημείο μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ26 καταδεικνύεται η ειλικρίνεια του και η παρουσία του στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό να καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα και μόνο όπως ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί. Επεξήγησε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει επ΄ ακριβώς το χρόνο και έδωσε απόκλιση δέκα με δεκαπέντε λεπτών. Δέχθηκε ότι δεν έβλεπε το ρολόι του, αλλά υπολόγιζε το χρόνο με βάση το ωράριο εργασίας του και τις διαδρομές που έκανε για διανομή στην Αγία Νάπα. Με δεδομένες τις αναλυτικές εξηγήσεις του μάρτυρα ως προς τον τρόπο υπολογισμού του χρόνου και τη μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη παρόμοια διεκπεραίωση της εργασίας του, δεν έχουμε κανένα δισταγμό να δεχθούμε ότι τα χρονικά πλαίσια που έθεσε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι κατάληξη μας ότι τίποτε δεν κλόνισε τα ουσιαστικά μέρη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Ως αξιόπιστη και ως αντικατοπτρίζουσα την αλήθεια και μόνο, την αποδεχόμαστε. Η κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 106, είναι επίσης μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Τα όσα προηγήθηκαν της λήψης της, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών κάτω από τις οποίες δόθηκε, απετέλεσαν αντικείμενο δίκης εντός δίκης. Στο τελικό αυτό στάδιο επανεξετάζοντας το ζήτημα της θεληματικότητας κάτω από το φως του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, είναι κατάληξη μας ότι τίποτε δεν προέκυψε, ούτε εντοπίσαμε οτιδήποτε μεταγενέστερο, που να μπορούσε να διαφοροποιήσει την προσέγγιση του Δικαστηρίου και να μεταβάλει την κατάληξη μας ότι η εν λόγω γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ήταν θεληματική, προϊόν της απόλυτα ελεύθερης βούλησης του και λήφθηκε νομότυπα. Κατάληξη μας που αποτυπώνεται στην ενδιάμεση απόφαση μας, την οποία υιοθετούμε και επαναβεβαιώνουμε. Ως αποτέλεσμα αυτή καθίσταται στοιχείο υποκείμενο σε αξιολόγηση, προκειμένου να διακριβωθεί ο βαθμός και η έκταση στην οποία θα πρέπει να προσδοθεί πίστη στο περιεχόμενο της. Να εξακριβωθεί δηλαδή το εύρος ευθυγράμμισής της με την πραγματικότητα. Είναι, λοιπόν, το κατάλληλο στάδιο να σχολιάσουμε το ίδιο το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, αξιολογώντας το μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ούτως ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια του και, κατά προέκταση, να αποφασιστεί κατά πόσο η ενοχή του κατηγορούμενου απεδείχθη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία. (Μαύρος άλλως "Χατζής" ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ, 466, 474). Είναι νομολογημένο ότι όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορουμένου, είναι φρόνιμο να αναζητείται, στο βαθμό που είναι δυνατό, ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Αποκλείεται έτσι η πιθανότητα λάθους. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτήν, αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της. (Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(1994)2 ΑΑΔ, 65, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάσου Γεωργίου, Π.Ε. 74/05, ημερ. 22.5.06). Κατά την αξιολόγηση και ανάλογα με τις περιστάσεις, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να προσδώσει διαφορετικό βάρος σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Δεν επιβάλλεται μία μονολιθική και χωρίς παρεκκλίσεις αποδοχή ή απόρριψη του συνόλου. Όπως εντοπίζεται στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ, 109, 112-113: "Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης." Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές υποβάλαμε την κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 106 και τις αναφορές του στις υποδείξεις σκηνών, Τεκμήρια 143, 121 και 123, στη βάσανο της σύγκρισης του περιεχομένου τους με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό. Υπάρχει αφθονία στοιχείων συσχετισμού του Τεκμηρίου 106 με στοιχεία εκτός της κατάθεσης αυτής. Επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
  1. Η αναφορά του κατηγορούμενου περί διανομής από αυτόν προϊόντων στο ξενοδοχείο Grecian συνάδει με σωρεία αναντίλεκτης μαρτυρίας.
  2. Η αναφορά του ότι στο Grecian εργαζόταν το θύμα συνάδει επίσης με αναντίλεκτη μαρτυρία.
  3. Οι επεξηγήσεις του περί των κινήσεων του το απόγευμα της 16.8.06, η συνάντηση του με τον ΜΚ25, Στέφανο και η μετάβαση τους στο σπίτι των γονέων του στην Ποταμιά, συνάδει με τις ανάλογες αναφορές του ΜΚ
  4. Η αναφορά του περί επίσκεψης του στο σπίτι φίλου του, του Πέτρου, στα Λύμπια γύρω στις 9:30 το βράδυ της 16.8.06, ο χρόνος παραμονής του εκεί, οι ενέργειες του και ο χρόνος που έφυγε με σκοπό να πάει στην Αγία Νάπα, συνάδουν με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ6 Πέτρου Πέζουνου.
  5. Η αναφορά του ότι στο Grecian τις πρωινές ώρες της 17.8.06 αντιλήφθηκε το θύμα να κατεβαίνει από σαλούν αυτοκίνητο, συνάδει με την ανάλογη θέση του ΜΚ7 σύμφωνα με την οποία μετέφερε το θύμα στην είσοδο του Grecian τις πρωινές ώρες της 17.8.
  6. Η αναφορά του ότι χρησιμοποιώντας βία έσπρωξε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του το θύμα, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των όσων κατέθεσε ο ΜΚ7 ότι του ανέφερε το θύμα τηλεφωνικά γύρω στις 03:35 της 17.8.
  7. Τα λεχθέντα από το θύμα, αλλά και ο τρόπος ομιλίας της, επιμαρτυρούν ότι το θύμα δεν συναινούσε στα όσα λάμβαναν χώρα τη συγκεκριμένη ώρα, γεγονός, που όπως προαναφέραμε, συνάδει με τη βία που περιγράφει ο κατηγορούμενος ότι άσκησε πάνω στο θύμα.
  8. Οι αναφορές του κατηγορούμενου ως προς την παρουσία του τις πρωινές ώρες της 17.8.06 στο χώρο του Grecian και στη μέση του χώρου στάθμευσης του ξενοδοχείου Marina, συνάδουν με την ανάλογη μαρτυρία του ΜΚ
  9. Οι αναφορές του περί μεταφοράς του θύματος στο διαμέρισμα του στη Λευκωσία και ότι εκεί το θύμα έκανε μπάνιο, συνάδουν με τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του ΜΚ10, Δρ. Καριόλου. Την ταύτιση δηλαδή του γενετικού υλικού του θύματος με αυτό που εντοπίστηκε σε διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν στο διαμέρισμα, συμπεριλαμβανομένων πετσετών μπάνιου και σεντονιών.
  10. Η αναφορά του ότι ο ιμάντας με τον οποίο σκότωσε το θύμα "κρεμόταν στο σπέαρ λάστιχο του αυτοκινήτου", απορρίπτεται ως ψευδής. Αναντίλεκτη μαρτυρία κατέδειξε ότι τέτοιος ιμάντας δεν υπάρχει στον επιπλέον τροχό, ούτε και αποτελεί, γενικά, μέρος του αυτοκινήτου.
  11. Η σειρά των γεγονότων όπως διαφαίνεται μέσα από τις τελικές αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση του, Τεκμήριο 106 - ότι δηλαδή πρώτα σκότωσε το θύμα και μετά άνοιξε τον λάκκο και την έθαψε και ότι προτού την θάψει της σκέπασε το πρόσωπο με ένα μαύρο νάιλον σακούλι - ελέγχεται ως ψευδής. Η ορθή σειρά των γεγονότων είναι αυτή που ο ίδιος ο κατηγορούμενος περιγράφει κατά την υπόδειξη της σκηνής στις 8.9.06 (Τεκμήριο 123, ένατη υπόδειξη): πρώτα έσκαψε το λάκκο, μετά έβαλε στο κεφάλι του θύματος τη μαύρη νάιλον σακούλα και ακολούθως τοποθέτησε τον ιμάντα πάνω από το λαιμό του θύματος και το σκότωσε. Μετά την έθαψε. Άλλωστε η θέση του αυτή συνάδει και με τη λογική. Δεν θα υπήρχε λόγος να σκεπάσει το κεφάλι του θύματος με μαύρο νάιλον σακούλι αφού πρώτα την έπνιξε και λίγο προτού τη θάψει. Αν δηλαδή ήταν αληθής ο ισχυρισμός του ότι τη σκέπασε για να μην βλέπει το πρόσωπο της δεν δικαιολογείται γιατί να το πράξει στο τελικό στάδιο και όχι στο προηγούμενο, όταν και την στραγγάλιζε. Σε τελική όμως ανάλυση και η ίδια η πραγματική μαρτυρία τεκμηριώνει ότι η σειρά των γεγονότων έλαβε χώρα όπως περιγράφει ο κατηγορούμενος κατά την υπόδειξη στις 8.9.06 και όχι όπως τη δίδει στην κατάθεση του Τεκμήριο
  12. Κατά την εκταφή εντοπίστηκε ότι το μαύρο νάιλον σακούλι βρισκόταν στο κεφάλι του θύματος, ο δε ιμάντας ήταν τοποθετημένος στο λαιμό του και πάνω από το μαύρο νάιλον σακούλι. Προχωρούμε στον έλεγχο της αλήθειας δύο αναφορών του κατηγορούμενου: ότι όταν αναχώρησαν από το διαμέρισμα του σκοπό είχε να πάρει την Jana στο σπίτι του στην Ποταμιά και της αναφοράς του - βλέποντας το θύμα παρά το εργοστάσιο "Κύρος Τροκκούδης" - ότι "εκείνη τη στιγμή νόμισα ότι πέθανε", καθώς επίσης ότι "μετά από αυτό εγώ συγχύστηκα". Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι αυτά συνιστούν ψέματα, τα οποία λέχθηκαν στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις εγκληματικές του πράξεις και απορρίπτονται. Δεν συνάδουν ούτε με τη λογική, αλλά ούτε και με την πορεία των γεγονότων που ακολούθησαν. Η πρώτη αναφορά του θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες λεπτομερείς περιγραφές του στις υποδείξεις σκηνών (Τεκμήριο 123, έβδομη υπόδειξη). Υποδεικνύοντας χώρο παρά την έξοδο του ιδρύματος "Χρίστου Στέλιου Ιωάννου", μόλις έξω από την Λευκωσία, αναφέρει: "Δαμέ επήρα την Τζιάνα ξανά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Έδεσα την με το σκοινί που τον λαιμό γυρώ-γυρώ ως τα πόδια όπως την ήβρετε θαμμένη και εξεκίνησα όπως πάω Ποταμιά". Ο τρόπος πλήρους ακινητοποίησης του θύματος με τη χρήση σχοινιού είναι ένα γεγονός που επιμαρτυρά, χωρίς άλλο, την έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν συνάδει, ούτε και ήταν λογικό, να την μεταφέρει στην Ποταμιά και δη στο σπίτι όπου διέμενε η οικογένεια του. Ένα σπίτι όχι απομονωμένο, αλλά βρισκόμενο σε γειτονιά και περιτριγυρισμένο από άλλες οικοδομές (Τεκμήριο 9 φωτογραφίες 1-8). Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη εξεταζόμενη αναφορά, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχθηκε αντεξεταζόμενος, γνωρίζει καλά πώς θα ελέγξει, μέσω καρδιακού παλμού και σφυγμού, αν κάποιος ζει. Ενώ λοιπόν παρουσιάζεται να αγνοεί αν ζει ή όχι το θύμα, χωρίς να κάνει κανένα έλεγχο για να διαπιστώσει σχετικά και αφήνοντας δεμένο το θύμα με τον ίδιο τρόπο που βρέθηκε και κατά την εκταφή, έψαχνε τόπο για να το θάψει. Αφού έσκαψε λάκκο, χρησιμοποίησε, τελικά, ιμάντα προκειμένου να σκοτώσει το θύμα και μάλιστα έσφιξε δύο φορές για να είναι βέβαιος ότι πράγματι πέθανε. Την έθαψε και εξαφάνισε τα τεκμήρια. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ψυχραιμία, πλήρη έλλειψη σύγχυσης και επιβεβαιώνουν το ψεύδος των εξεταζόμενων αναφορών του κατηγορούμενου. Κατ΄ εφαρμογή των αρχών που έχουμε ήδη εκθέσει και στην έκταση που αυτό είναι δυνατό, προχωρούμε στη σύγκριση και του περιεχομένου των υποδείξεων σκηνών με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό:
  13. Η αναφορά του κατηγορούμενου, στην τρίτη υπόδειξη του Τεκμήριο 121, ότι πήρε από τη δουλειά του το σχοινί με το οποίο έδεσε το θύμα έτσι όπως βρέθηκε κατά την εκταφή του, είναι ψευδής. Αυτό τεκμηριώνεται από το σύνολο της αναντίλεκτης μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία τέτοιο σχοινί δεν χρησιμοποιείται στην εργασία του, ούτε και υπάρχει σε κανένα από τους χώρους της εταιρείας όπου εργαζόταν.
  14. Η δεύτερη υπόδειξη του στο Τεκμήριο 123, ότι λίγο προτού συναντήσει το θύμα στάθμευσε το αυτοκίνητο του στην είσοδο του ξενοδοχείου Grecian, αναφορά που ήταν παρόμοια με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 106, είναι αναληθής. Σύμφωνα με την χωρίς αντίκρουση σχετική μαρτυρία του ΜΚ26, αυτός αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να βρίσκεται σε σημείο εντός του χώρου του Grecian, αλλά όχι στην είσοδο. Επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ7, που στο σημείο αυτό έμεινε και πάλι χωρίς αντίκρουση, όταν μετέφερε το θύμα στο ξενοδοχείο τις πρωινές ώρες της 17.8.06 δεν υπήρχε αυτοκίνητο σταθμευμένο στην είσοδο του Grecian, παρατήρησε δε το θύμα να προχωρά προς το ξενοδοχείο. Αυτό το οποίο παραμένει ως γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν κατά το συγκεκριμένο χρόνο σε πολύ κοντινό σημείο, απ΄ όπου ήταν σε θέση να παρακολουθεί τις κινήσεις του θύματος.
  15. Η αναφορά του, στην πέμπτη υπόδειξη του Τεκμηρίου 123, σε "τέλλα που είχα στο αυτοκίνητο", με την οποία και έκλεισε το στόμα του θύματος, επιβεβαιώνεται από αναντίλεκτη μαρτυρία. Σύμφωνα με αυτή τέλλα χρησιμοποιείται για σκοπούς της εργασίας του. Ανευρέθηκε δε μία τέλλα, (Τεκμήριο 22), κατά την έρευνα του αυτοκινήτου.
  16. Η αναφορά του, στην έκτη υπόδειξη του Τεκμηρίου 123, περί μεταφοράς του θύματος στο διαμέρισμα του, συνάδει με την ταύτιση του γενετικού υλικού, όπως αναφέραμε στο προηγούμενο μέρος της απόφασής μας.
  17. Οι αναφορές του, στις υποδείξεις επτά και εννέα του Τεκμηρίου 123, γύρω από τον τρόπο που έδεσε το θύμα και την τοποθέτηση μαύρης νάιλον σακούλας και ιμάντα στο λαιμό, επιβεβαιώνονται από την ίδια την πραγματική μαρτυρία, την κατάσταση δηλαδή στην οποία εντοπίστηκε το θύμα κατά την εκταφή.
  18. Η αναφορά του, στην υπόδειξη 10 του Τεκμηρίου 123, ότι "έσκαφτα για ώρες", συνάδει με τα ευρήματα της αυτοψίας του τάφου και τις ανάλογες αναφορές των ΜΚ5, 16 και
  19. Όπως κατέθεσαν ο τάφος ήταν λαξευτός, το πτώμα ήταν 20 περίπου εκατοστά κάτω από το έδαφος και αφαιρέθηκε αρκετό χώμα μέχρι να εντοπιστεί. Περαιτέρω, ο πολύς χρόνος που χρειάστηκε ο κατηγορούμενος για ετοιμασία του τάφου, συνηγορεί και με την αναφορά του ότι χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό ένα πρόχειρο μέσο, μεταλλικό καπάκι - στούπωμα.
  20. Τέλος η αναφορά του, επίσης στην υπόδειξη δέκα του Τεκμηρίου 123, ότι κατά τη διάρκεια ανόρυξης του λάκκου - τάφου "εχτάρτηκα", συνάδει με τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης του κατηγορούμενου ημερομηνίας 23.8.06 (Τεκμήριο 132). Διαπιστώθηκαν, από τον ΜΚ16, Ιατροδικαστή Σοφοκλέους, τραύματα, δηλαδή μικροεκδορές. Πέραν των πιο πάνω συμφυής αυθεντικότητα καλύπτει την πορεία και την εξέλιξη των αναφερομένων στα Τεκμήρια 106 και 123 γεγονότων. Η διασάλευση των σχέσεων του κατηγορούμενου με το θύμα και η φοβία του μήπως βιώσει ξανά την εγκατάλειψη, όπως τα μετέφερε στη ΜΚ24, προσδίδουν φυσικότητα στις αναφορές του περί της εμμονής του να δει το θύμα. Η εξελικτική πορεία των γεγονότων, όπως αυτή τίθεται μέσα από τις ομολογίες του κατηγορούμενου, αντικριζόμενη υπό το φως της πιο πάνω φοβίας του και της έλλειψης συναίνεσης από την πλευρά του θύματος, διαφωτίζουν, περιβάλλουν με φυσικότητα και επεξηγούν την προσφυγή του σε χρησιμοποίηση βίας προκειμένου να θέσει το θύμα υπό τον έλεγχο του και, τελικά, την καταφυγή του σε εξόντωσή του. Το σύνολο των πιο πάνω αναφορών μας φανερώνει και την αλήθεια, αυθεντικότητα και ορθότητα του περιεχομένου της κατάθεσης και των υποδείξεων σκηνών, σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα που ομολόγησε ο κατηγορούμενος και στην έκταση που έχουμε ήδη καταγράψει. Ο κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως τις θέσεις του. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή βήμα προς βήμα τη μαρτυρία του, στην προσπάθεια μας να εντοπίσουμε την αλήθεια. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, αντικριζόμενη κάτω από το φακό ανίχνευσης της πειστικότητας της, ήταν αξιοθρήνητη. Η συμπεριφορά του ως μάρτυρας, οι αντιδράσεις του και ο τρόπος που απαντούσε, έφεραν το στίγμα του ψεύδους και το μίασμα της παραποίησης της αλήθειας. Ο κατηγορούμενος, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της καταπελτικής εις βάρος του μαρτυρίας, επιχειρούσε σε όλη την πορεία της ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσης του να αποστασιοποιηθεί από ό,τι θεωρούσε ο ίδιος ως επιβαρυντικό γεγονός, παραθέτοντας ψεύδη, ασύμβατα με τη λογική επιχειρήματα και αυτοαναιρούμενος. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να προσδώσει πειστικότητα στα όσα κατέθετε με εκ των υστέρων επινοήσεις και συνεχείς αναπροσαρμογές των θέσεων του. Τεκμηριώνουμε την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου με αναφορά στις βασικές πτυχές της μαρτυρίας του κατηγορούμενου: Βασικός άξονας υπεράσπισης ήταν η θέση ότι η Αστυνομία κατασκεύασε την εναντίον του κατηγορούμενου υπόθεση. Επέκταση της θέσης αυτής ήταν ότι προκειμένου να τον εμπλέξει τον καταπίεσε ψυχολογικά και σωματικά, αναγκάζοντας τον να ομολογήσει. Ο κατηγορούμενος μέσα από τη μαρτυρία του επιχείρησε να προσδώσει πειστικότητα στα πιο πάνω, επικαλούμενος αυθαίρετες καταγραφές των ανακριτών και χρησιμοποίηση βίας εναντίον του. Θα σχολιάσουμε τις αναφορές του και θα αξιολογήσουμε σε τελικό στάδιο την όλη γραμμή υπεράσπισης, αφού παρεμβάλουμε το αυτονόητο: έχουμε πάντα κατά νουν ότι είναι η Κατηγορία που έχει το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ό,τι αφορά το παρόν στάδιο είναι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου και η σφαιρική αντίκριση των ερωτημάτων που έθεσε η υπεράσπιση και όχι η επίρριψη οποιουδήποτε βάρους στους ώμους της. Επανερχόμαστε: Κεντρικό σημείο αναφοράς του κατηγορούμενου ήταν η εμπλοκή κάποιου Μιαμηλιώτη στα πρώτα στάδια της διερεύνησης. Ήταν η θέση του ότι η παρουσία του προσώπου αυτού σκοπό είχε να τον εμπλέξει άδικα στα υπό διερεύνηση αδικήματα, ωθώντας τον να παραδεχθεί. Η πορεία των γεγονότων καταδεικνύει το ψεύδος του κατηγορούμενου και επιβεβαιώνει τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Μιαμηλιώτης εμφανίστηκε μετά από επιθυμία του ίδιου του κατηγορούμενου, λόγω των προσωπικών τους σχέσεων και στην προσπάθεια του να τον βοηθήσει, εάν όντως ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος. Παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η εμπλοκή του Μιαμηλιώτη τερματίστηκε στις 28.8.
  21. Μέχρι αυτό το χρονικό σημείο σταθερή θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στα εγκλήματα που του αποδίδονταν. Συνεπώς η όλη παρουσία του Μιαμηλιώτη δεν είχε καμία αρνητική για τον κατηγορούμενο επίδραση. Εκ του αποτελέσματος δε καταδεικνύεται ότι δεν λειτούργησε καταπιεστικά γι΄ αυτόν, σε αντίθεση με όσα ενώπιον μας ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε. Αλλά και οι ίδιες οι αναφορές του κατηγορούμενου τον διαψεύδουν. Ρωτήθηκε ευθέως ως προς το είδος των προτροπών που του έκανε ο Μιαμηλιώτης. Αοριστολογώντας και ακροβατώντας πάνω σε διάφορες εκδοχές, κατέληξε ότι του ζητούσε ουσιαστικά, υπό την προϋπόθεση ότι πράγματι δεν έκανε οτιδήποτε, να κατονομάσει αυτόν που το έκανε, με αναφορά, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, στον ΜΚ25, Στέφανο Στογιάνοφ. Καμία απειλή, ούτε ύποπτη πίεση εντοπίζεται. Παραδέχθηκε ακόμα ο κατηγορούμενος ότι με την οικογένεια του Μιαμηλιώτη είχε πολύ καλές σχέσεις, σε σημείο μάλιστα που συνόδευε τις δύο του κόρες κατά τις νυχτερινές τους εξόδους. Επίσης τον βοηθούσε σε διάφορες εργασίες στο σπίτι. Τα πιο πάνω δεν συνάδουν με τη βασική του θέση ότι ο Μιαμηλιώτης ήθελε να του κάνει κακό. Μετέωρες και αόριστες δε παρέμειναν κάποιες αναφορές του κατηγορούμενου περί διαφορών του με τον Μιαμηλιώτη. Βασικός κορμός της μαρτυρίας του κατηγορούμενου στην προσπάθεια του να πείσει περί συνωμοσίας και ανάρμοστης συμπεριφοράς της Αστυνομίας, ήταν οι αναφορές του γύρω από τις συνθήκες λήψης των ανακριτικών καταθέσεων, Τεκμήρια 118 και
  22. Όχι τυχαίες βεβαίως. Στα πιο πάνω τεκμήρια περιέχονται θέσεις ουσιαστικές και άμεσα αντιφατικές με, αναπροσαρμοσμένες, αναφορές του κατηγορούμενου στην ένορκη του μαρτυρία. Θέσεις που καταδεικνύουν τα ψεύδη του επί βασικότατων στοιχείων. Όπως η άρνηση του για γνωριμία του με το θύμα, οι κινήσεις του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο αποκλεισμός εκ μέρους του σύνδεσης αντικειμένων που βρέθηκαν στην κατοχή του με το θύμα. Ήταν η θέση του, λοιπόν, ότι βασικά η Αστυνομία κατέγραφε ό,τι ήθελε στα Τεκμήρια 118 και 119 και τον εξανάγκαζε να υπογράφει. Έχουμε ήδη ασχοληθεί σε κάποια έκταση με το ζήτημα αυτό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
  23. Προσθέτουμε προς τεκμηρίωση της κατάληξης μας για απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και ως προς αυτό το ζήτημα, ότι τον διαψεύδει η ίδια η λογική. Παρέμεινε αναντίλεκτο ότι ήταν για μέρες σταθερή η προσέγγιση του κατηγορούμενου πως ο ίδιος δεν είχε καμία εμπλοκή στα όσα του καταλογίζονταν. Εάν είχαν ίχνος φυσικότητας οι εξεταζόμενοι ισχυρισμοί του, το ελάχιστο που θα αναμενόταν θα ήταν η καταγραφή συγκεκριμένων ερωτήσεων στις καταθέσεις αυτές, δηλαδή ερωτήσεων άμεσα ενοχοποιητικής μορφής, και η παράθεση αντίστοιχων απαντήσεων. Θα αποφεύγετο έτσι πολυήμερη ανάκριση του και η παράθεση της σταθερής άρνησής του. Θα έφεραν επίσης υπογραφή του όλα τα πιο πάνω τεκμήρια. Πέραν του ότι στο Τεκμήριο 119 δεν υπέγραψε ο κατηγορούμενος κατόπιν επιθυμίας του, απλή ανάγνωση και μόνο των ερωτήσεων που περιέχονται στα πιο πάνω τεκμήρια, καταδεικνύει την προσπάθεια των ανακριτών να ανιχνεύσουν σειρά λεπτομερειών και φανερώνει την προσαρμογή της ανάκρισης στα δεδομένα που προέκυπταν εξελικτικά. Για να γίνει πιο κατανοητό αναφερόμαστε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 119, το οποίο ήταν, βασικά, επακόλουθο των επιστημονικών αποτελεσμάτων που δόθηκαν από τον Δρ. Καριόλου αμέσως πριν τις 30.8.
  24. Με βάση αυτές ταυτίστηκε γενετικό υλικό του θύματος με αντικείμενα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ανάλογα προέκυψε η ανάγκη να ανακριθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος. Τα όσα κάλυπταν την παροχή της κατάθεσης Τεκμήριο 106 αποτέλεσαν ιδιαίτερο κεφάλαιο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Ήταν κορυφαίος του ισχυρισμός ότι υπέστη βασανιστήρια και υπέγραψε, ως αποτέλεσμα, σε κείμενο που ήταν έτοιμο. Όπως έχουμε καταγράψει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας το Τεκμήριο 106 απετέλεσε αντικείμενο διαδικασίας δίκης εντός δίκης, μέσα από την οποία κρίθηκε ως θεληματική η κατάθεση και προϊόν της απόλυτα ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου. Αξιολογώντας και σ΄ αυτό το στάδιο το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα επικαλέστηκε περί βασανιστηρίων και παρατυπιών είναι εκ των υστέρων σκέψεις και απέλπιδα προσπάθεια του να συγκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της σημασίας του περιεχομένου του συγκεκριμένου τεκμηρίου. Έδωσε στο Δικαστήριο περιγραφή εις βάρος του βασανιστηρίων ακραίας μορφής. Τα έθετε να λαμβάνουν χώρα το βράδυ της 4.9.
  25. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τα κτυπήματα και τον τρόπο βασανισμού. Δέχθηκε, εξεταζόμενος, ότι μέχρι και το μεσημέρι της επόμενης μέρας δεν μίλησε σχετικά με το δικηγόρο του. Παραταύτα υπεβλήθη παράπονο από το δικηγόρο του για βασανισμό του κατηγορούμενου. Οι αρμόδιες αρχές, ενεργώντας ορθά και τάχιστα, ανέθεσαν σε ιατροδικαστή την εξέταση του κατηγορούμενου προκειμένου να διαπιστωθεί εάν όντως υπέστη κακοποίηση. Η εξέταση έλαβε χώρα στις 5.9.
  26. Τα ίδια τα αποτελέσματα της διαψεύδουν, κατά τρόπο απόλυτο, τις αναφορές του κατηγορούμενου. Υιοθετούμε όσα επεξηγήσαμε σχετικά σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ16, ιατροδικαστή. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι ο τρόπος εξέτασης, αλλά και οι ίδιες οι φωτογραφίες που λήφθησαν συνιστούν κάθετη και απόλυτα τεκμηριωμένη διάψευση του κατηγορούμενου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι αυτός ουδέποτε παραπονέθηκε για κακοποίηση του. Ούτε στην Αστυνομία, ούτε στους ιατροδικαστές που τον εξέτασαν - ένας εκ των οποίων, ο Δρ. Σταυριανός, μετά από οδηγίες του δικηγόρου του - αλλά ούτε και στο Δικαστήριο όταν μεταφέρθηκε επανειλημμένα για ανανέωση των διαταγμάτων προφυλάκισης του. Σε μία μάλιστα περίπτωση η ανανέωση έλαβε χώρα αμέσως μετά από τη λήψη του Τεκμηρίου
  27. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι δεν παραπονέθηκε λόγω φόβου και απειλών κατά της ζωής του από τους ίδιους τους αστυνομικούς που τον μετέφεραν. Ένας ισχυρισμός ο οποίος αντικριζόμενος υπό το φως των γεγονότων στερείται λογικής. Δεν συνάδει με το γεγονός ότι ο δικηγόρος του ήδη προέβη σε παράπονο. Συνεπώς τι επιπρόσθετο κίνδυνο θα συνιστούσε και τυχόν παράπονο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο; Πέραν τούτου παρέμεινε αναντίλεκτο ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν παραπονέθηκε στους ιατροδικαστές κατά την εξέταση του, αλλά αντιθέτως τους ανέφερε ότι δεν είχε κανένα παράπονο και περαιτέρω ότι ένιωθε ενοχλημένος από την επανειλημμένη παρουσία τους. Ακόμα ανέφερε στον ιατροδικαστή Σταυριανό πως όχι μόνο δεν τον κακομεταχειρίζεται η Αστυνομία, αλλά αντιθέτως μέλη της τον στηρίζουν και ψυχολογικά. Αναφέρθηκε μάλιστα στον επικεφαλής των ανακρίσεων Οικονόμου, ΜΚ
  28. Συνεπώς δεν εξηγείται λογικά γιατί ο κατηγορούμενος να προχωρεί και στην επιπρόσθετη αυτή αναφορά, αν όντως απειλείτο από τους αστυνομικούς να μην παραπονεθεί. Θα ήταν αρκετό να μην κάνει καταγγελία και όχι να εγκωμιάζει τους φερόμενους ως βασανιστές του. Έθεσε ακόμα ο κατηγορούμενος ότι υπέγραψε σε έτοιμο κείμενο τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 106 και στις υποδείξεις σκηνών Τεκμήρια 143, 121 και
  29. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι και ως προς τα θέματα αυτά τα πραγματικά γεγονότα αντικατοπτρίζονται μέσα από τα όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Οι ανάλογες θέσεις του κατηγορούμενου είναι αντιφατικές και αναξιόπιστες. Αιτιολογούμε την προσέγγιση μας αυτή: ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι του παρουσιάστηκε από αστυνομικούς έτοιμο κείμενο, Τεκμήριο 106, το οποίο και υπόγραψε βρισκόμενος υπό το κράτος απειλών. Έθεσε δε ότι επειδή έπραττε κάτι παρά τη θέληση του χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα, μια "πονηριά", όπως την χαρακτήρισε. Να υπογράψει δηλαδή αναγράφοντας ολόκληρο το όνομα του και όχι μονογράφοντας, όπως συνήθιζε να θέτει την υπογραφή του μέχρι τότε. Το ίδιο έπραττε οποτεδήποτε βρισκόταν πλέον υπό πίεση να υπογράψει κάτι παρά τη θέληση του, χρησιμοποιούσε δηλαδή αυτό το τέχνασμα. Έτσι ενήργησε σχετικά και με τις υποδείξεις σκηνών. Αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα, αλλά και μαρτυρία που έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο, επιμαρτυρά το αναληθές των ισχυρισμών του. Στις 22.9.06 υπόγραψε, χρησιμοποιώντας ως υπογραφή ολόκληρο το όνομα του, την απάντηση του στο Ελληνικό και Τούρκικο κείμενο των γραπτών του κατηγοριών, Τεκμήρια 108(α) και (β). Δεδομένου ότι η απάντηση του ήταν άρνηση στις κατηγορίες, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι δεν βρισκόταν κάτω από οποιαδήποτε πίεση. Συνεπώς η αναφορά του περί χρησιμοποίησης του τεχνάσματος κάτω από συνθήκες πίεσης δεν ευσταθεί. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι η πιο πάνω μη παραδοχή του στις γραπτές κατηγορίες έγινε στην παρουσία του ΜΚ11, Οικονόμου, ο οποίος και τον κατηγόρησε. Είναι το πρόσωπο που ο κατηγορούμενος κατ΄ επανάληψη έθεσε ως πρωτεργάτη σε βασανισμούς, απειλές και καταπίεσή του. Συνεπώς όχι μόνο δεν συνάδουν αυτοί οι ισχυρισμοί με την απάντηση άρνησης των κατηγοριών, αλλά αντιθέτως τεκμηριώνουν τη θέση όλων των μαρτύρων κατηγορίας ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε με απόλυτα ελεύθερη βούληση. Περαιτέρω καταρρίπτεται η αναφορά του περί υπογραφής ολογράφως για πρώτη φορά στις 4.9.06, δεδομένου ότι στο Τεκμήριο 96, την φωτογραφία δηλαδή του θύματος, εντοπίζεται παρόμοια υπογραφή. Όπως έχουμε προαναφέρει το τεκμήριο αυτό επισυνάπτεται σε κατάθεση του, Τεκμήριο 118, που έδωσε στις 24.8.06, πολλές δηλαδή μέρες πριν από τη λήψη των Τεκμηρίων 106, 121, 123 και
  30. Υπάρχουν όμως και περαιτέρω λόγοι οι οποίοι πλήττουν τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί έτοιμου κειμένου. Το Τεκμήριο 106(α), το Ελληνικό δηλαδή κείμενο της κατάθεσης, μετά την προειδοποίηση φέρει την ολόγραφη υπογραφή του. Ακολουθεί, ακριβώς μετά από την υπογραφή αυτή, η παράθεση της κατάθεσης. Η υπογραφή καλύπτει πλήρως το χώρο μεταξύ προειδοποίησης και κατάθεσης και βρίσκεται σε αρμονική διάταξη με το μέρος αυτό του κειμένου. Εάν όντως είχαν βάση τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος είναι άξιο απορίας πώς οι ανακριτές γνώριζαν πόσο ακριβώς χώρο θα άφηναν ελεύθερο για υπογραφή και πώς θα υπόγραφε, με τέχνασμα, ολογράφως ο κατηγορούμενος, ούτως ώστε να άφηναν και ανάλογο χώρο. Αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της κατάθεσης Τεκμήριο 106 είναι από μόνο του αρκετό για να διαψεύσει τον κατηγορούμενο. Περιγράφει λεπτομέρειες της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το πτώμα προτού ταφεί. Γίνεται αναφορά σε μαύρη νάιλον σακούλα στο κεφάλι και μαύρο κολάνι στο λαιμό. Έτσι, όπως παραμένει αναντίλεκτο, εντοπίστηκε αργότερα η σορός κατά την εκταφή. Συνεπώς για να έχει βάση ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί έτοιμου κειμένου, θα πρέπει να εκληφθεί ως δεδομένο ότι οι ανακριτές όχι απλώς γνώριζαν πού ήταν ο τάφος, αλλά είτε έθαψε (η Αστυνομία) το πτώμα στο συγκεκριμένο χώρο ή προχώρησε σε προηγούμενη εκταφή του, αυτοψία του και ξανά σε ταφή του και έτσι είχε αντίληψη της κατάστασης που βρισκόταν και έθεσε σχετικές λεπτομέρειες σε έτοιμο κείμενο κατάθεσης. Δεν τέθηκε έτσι γραμμή υπεράσπισης ούτε και δόθηκε ίχνος λογικής εξήγησης γιατί να έπραττε κάτι τέτοιο η Αστυνομία. Κατά συνέπεια ως ασύμβατες με τη λογική απορρίπτονται οι σχετικές αναφορές του κατηγορούμενου. Επιχείρησε περαιτέρω ο κατηγορούμενος να θέσει ότι δεν του υπεδείχθη η φωτογραφία του θύματος (Τεκμήριο 96) στις 24.8.06, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 118, αλλά αργότερα και ότι μόλις την είδε αντιλήφθηκε πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που αυτός γνώριζε με το όνομα "Άννα". Πρόσθεσε ότι μόλις το διαπίστωσε βλέποντας τη φωτογραφία το ανέφερε στον ανακριτή, ΜΚ
  31. Και αυτοί οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι ψευδείς. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι τέθηκαν στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις συνεχείς αναφορές του στην Αστυνομία ότι δεν γνώριζε κανένα πρόσωπο με το όνομα Jana Kovacova. Στο Τεκμήριο 118, το οποίο δεχθήκαμε ότι λήφθηκε κάτω από τις συνθήκες που ανέφερε ο ΜΚ12, ερωτάται συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος αν γνωρίζει το θύμα και του υποδεικνύεται η συγκεκριμένη φωτογραφία Τεκμήριο
  32. Αρνείται τη γνωριμία και υπογράφει για μελλοντική αναγνώριση επί της φωτογραφίας. Αυτά είναι τα πραγματικά γεγονότα και όχι οι εκ των υστέρων, για κατανοητούς λόγους, επινοήσεις του κατηγορούμενου. Την προσέγγιση μας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχθηκε, αντεξεταζόμενος, πως ο ανακριτής του έδωσε τη φωτογραφία σε κάποιο χρόνο πριν λάβει χώρα η ανάκριση στην παρουσία των Μιαμηλιώτη και Κρόκου. Η ανάκριση όμως αυτή έλαβε χώρα την 28.8.06 και ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε ακόμη να αρνείται ότι γνώριζε το θύμα. Άφησε τελικά ανοικτό το ενδεχόμενο να του υπεδείχθη πράγματι το Τεκμήριο 96 στις 24.8.
  33. Η θέση του ότι μόλις είδε τη φωτογραφία ανέφερε στον ανακριτή ότι γνωρίζει το θύμα, αντιφάσκει με τις περί αντιθέτου αναφορές του στο Τεκμήριο 118 και καταρρίπτεται από τη συγκλίνουσα μαρτυρία πως όταν του έδωσε τη φωτογραφία ο ΜΚ12 την πήρε μαζί του στο κελί όπου τελούσε υπό κράτηση, στο Παραλίμνι. Προκύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο να κρατήσει στην κατοχή του τη φωτογραφία εάν όντως είχε αναγνωρίσει από την πρώτη στιγμή το θύμα και αν πράγματι είχε δηλώσει ότι την γνώριζε; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο λόγος που μετέφερε μαζί του τη φωτογραφία ήταν ακριβώς γιατί προσποιήθηκε άγνοια περί του προσώπου που απεικονίζετο. Έχοντας δε τη φωτογραφία στην κατοχή του θα είχε την ευκαιρία να επανεξετάσει τη θέση του. Ψεύδη καλύπτουν και τις αναφορές του κατηγορούμενου περί του εσωρούχου, Τεκμήριο
  34. Παλινδρομήσεις, αντιφατικές προσεγγίσεις και συνεχείς αναπροσαρμογές χαρακτηρίζουν τις ανάλογες θέσεις του. Η γραμμή υπεράσπισης είχε ως εναρκτήρια προσέγγιση την άρνηση ύπαρξης εσωρούχου στη συγκεκριμένη θήκη του αυτοκινήτου ΚΗΑ
  35. Αυτό παρά τις αναφορές του κατηγορούμενου στον ΜΚ32 κατά την έρευνα του αυτοκινήτου στις 23.8.06 ότι ανήκει σε μία Κινέζα. Στην πορεία της υπόθεσης η θέση της υπεράσπισης αναπροσαρμόσθηκε, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να βρισκόταν πράγματι το Τεκμήριο 51 στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος μέσα από τη μαρτυρία του παρέθεσε ένα συνονθύλευμα θέσεων οι οποίες ξεκινούσαν από άρνηση ύπαρξης τέτοιου εσωρούχου, προχωρούσαν σε παραδοχή της ύπαρξης του και σε αναφορά ότι πιθανόν να ανήκε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.