Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Θεοδώρας Ηλιάδη, Αρ. Υποθέσεως: 16352/06, 12.09.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 16352/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Θεοδώρας Ηλιάδη Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 12.09.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για την κατηγορουμένη: κος Α. Μυλωνάς Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η κατηγορία αμελούς οδήγησης που στρέφεται εναντίον της κατηγορουμένης και εδράζεται στα άρθρα 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, η κατηγορουμένη στις 29.03.05, στην οδό Φ. Τσιγαρίδη στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΜΤ240, χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες. Για την υπεράσπιση ενόρκως κατέθεσε τόσο η κατηγορουμένη όσο και ένας ακόμη μάρτυρας. Ονομαστική αναφορά των προσώπων που παρήλασαν ενώπιον του δικαστηρίου έχει ως ακολούθως. Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο αν. λοχ. 838 Σ. Μηλιώτης (ΜΚ1), ακολούθησε ο αστ. 522 Α. Παντελή (ΜΚ2), ο ειδικός αστ. 5403 Γ. Χρυσάνθους (ΜΚ3) και ο υπαστυνόμος Χ. Ευριπίδου (ΜΚ4). Πέραν της κατηγορουμένης ενόρκως κατέθεσε και ο Χρ. Φλουρέντζου (ΜΥ1). Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού και προσδιορισμός των εκατέρωθεν θέσεων έχει ως ακολούθως. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι φωτογράφος και στις 29.03.05 μετέβη στην οδό Φ. Τσιγαρίδη στη Λάρνακα όπου επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα. Ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα ήταν η υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΤΚ439, η οποία οδηγείτο από τον ειδικό αστ. 5403 Γ. Χρυσάνθου και το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΜΤ240, το οποίο οδηγείτο από την κατηγορουμένη. Ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος, δέσμη των οποίων κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ερωτηθείς από την υπεράσπιση ανέφερε ότι η απόσταση από το σημείο εξόδου του οχήματος της κατηγορουμένης μέχρι τη λεωφόρο Μακαρίου μετρήθηκε και είναι 50μ. Ακολούθησε ο ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής του υπό αναφορά δυστυχήματος. Ετοίμασε δύο σχέδια σκηνής του δυστυχήματος, ένα πρόχειρο και ένα συμμετρικό, τα οποία κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας επεξήγησε το τεκμήριο 5 ως εξής. Η οδός στην οποία επεσυνέβη το εν λόγω δυστύχημα είναι η Φ. Τσιγαρίδη. Η κατηγορουμένη εισήλθε στην εν λόγω οδό από πάροδο και κατευθυνόμενη δεξιά προς λεωφόρο Μακαρίου ανέκοψε την πορεία του μοτοσυκλετιστή, ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην ίδια οδό στην εξ αντιθέτου της κατηγορουμένης πορεία, αφότου εισήλθε σε αυτή από τη λεωφόρο Μακαρίου. Τις πορείες των δύο οδηγών σημείωσε στο τεκμήριο 5 με τα διακριτικά σημεία Α και Β αντίστοιχα. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2, επί του τεκμηρίου 5 σημειώνονται ως σημεία σύγκρουσης τα Χ, Χ1 και Χ
- Ο ίδιος κρίνει ως σημείο σύγκρουσης το Χ1, ενώ το μεν Χ υποδείχθηκε από το μοτοσυκλετισή και το δε Χ2 από την οδηγό του οχήματος. Ανέφερε ότι κατέληξε στο Χ1 ως σημείο σύγκρουσης, εφόσον τούτο το σημείο αποτελεί προέκταση μήκους 1,5μ. από το σημείο όπου τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με το μάρτυρα, τούτη η προέκταση είναι το μήκος του ημιαξονίου της μοτοσυκλέτας, στοιχείο από το οποίο φαίνεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώραν στο Χ
- Περαιτέρω, ανέφερε ο μάρτυρας, το Χ1 συνάδει και με άλλες εκδορές και κηλίδα που εντοπίζονται επί του οδοστρώματος. Η αμφισβήτηση του ΜΚ2 από την υπεράσπιση ήταν καθολική. Αμφισβητήθηκε για τις μετρήσεις στις οποίες προέβη, ήταν όμως η θέση του ότι είναι ορθές παρότι κάποιες δεν τις μετέφερε από το τεκμήριο 4 στο τεκμήριο
- Ακόμη, υποβλήθηκε στο ΜΚ2 ότι δεν διερεύνησε την παρουσία μοτοσυκλετιστών της αστυνομίας στη σκηνή του δυστυχήματος, οι οποίοι, σύμφωνα με την υπεράσπιση, εκφόβισαν μάρτυρες για να μην δώσουν κατάθεση. Αρνητική ήταν και πάλι η θέση του μάρτυρα και ανέφερε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος αναζήτησε μαρτυρία και ουδείς παρουσιάστηκε. Τέλος, ο ΜΚ2 έδωσε τις δικές του εξηγήσεις σε ότι αφορά τις υποβολές της υπεράσπισης για παράλειψη εξέτασης της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας αλλά και τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης. Επόμενος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο ΜΚ
- Ανέφερε ότι στις 29.03.05 οδηγούσε την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΤΚ439 με κατεύθυνση από λεωφόρο Μακαρίου προς οδό Φ. Τσιγαρίδη. Σύμφωνα με το ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μόνος, δηλαδή χωρίς άλλους αστυνομικούς να τον συνοδεύουν και η ταχύτητα που κινείτο ήταν χαμηλή, δηλαδή περί τα 30km με 40km, όταν ξαφνικά και αφού διένυσε 30 με 40 μέτρα, είδε το όχημα της κατηγορουμένης να βγαίνει από πάροδο αριστερά και παρότι χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσυκλέτας δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, αυθημερόν υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το Χ, όταν όμως μετέβη εκ νέου στο χώρο του δυστυχήματος με τον εξεταστή, συμφώνησε με το σημείο Χ1 που υπέδειξε ο τελευταίος. Ούτε αυτός ο μάρτυρας γλύτωσε από τα πυρά της υπεράσπισης. Ο κος Μυλωνάς, εκ μέρους της κατηγορουμένης, αμφισβήτησε τόσο τις ενέργειες του μάρτυρα αμέσως προ του δυστυχήματος, όσο και τους λόγους που συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ
- Επίσης, ο κος Μυλωνάς αμφισβήτησε και την ταχύτητα που ο ΜΚ3 ανέφερε ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο υπαστυνόμος Χ. Ευριπίδου. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι είναι ειδικός στη διερεύνηση δυστυχημάτων, ειδικότητα την οποία απέκτησε τόσο στην αστυνομική ακαδημία όσο και σε πανεπιστήμιο στο Σικάγο. Αναφερόμενος στα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας είπε ότι το μήκος τούτων δεν επέτρεπε τη διεξαγωγή εξέτασης προς εξακρίβωση της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν προέβη σε υπολογισμό αυτής της ταχύτητας, ενώ επεξήγησε στο δικαστήριο και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους εξέταση. Ο ΜΚ4 επεξήγησε και την έννοια της απόστασης σκέψης και απέρριψε τις υποβολές της υπεράσπισης ότι η θέση του είναι ασαφής και ανυπόστατη. Η κατηγορουμένη υιοθέτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από την αρχή της διερεύνησης του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι ο εξεταστής της υπόθεσης, ΜΚ2, μεροληπτούσε υπέρ του συναδέλφου του. Τη μεροληπτική τούτη στάση εντόπισε ενόσω έδιδε κατάθεση. Το τεκμήριο 6 το έδωσε τη δεύτερη φορά που πήγε στον αστυνομικό σταθμό, εφόσον την πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 την οδηγούσε σε παραδοχή και αρνήθηκε να δώσει κατάθεση. Περαιτέρω, τη δεύτερη φορά, όταν πλέον έδιδε κατάθεση, ενώ δεν επετράπη στο σύζυγό της να παρευρίσκεται στο γραφείο όπου καταγραφόταν η κατάθεση, αστυνομικοί συνάδελφοι του ΜΚ3, μπαινόβγαιναν σε αυτό. Τέλος, η κατηγορουμένη παραπονέθηκε και για τον τρόπο διερεύνησης του δυστυχήματος, δηλαδή ότι οι αστυφύλακες στη σκηνή του δυστυχήματος άνοιξαν το όχημά της δίχως τη συγκατάθεσή της, καθώς επίσης ότι δεν διερευνήθηκε η ιλιγγιώδης ταχύτητα του μοτοσυκλετιστή και ότι δεν κατηγορήθηκε ο τελευταίος για το δυστύχημα. Για αυτά τα παράπονα η κατηγορουμένη απέστειλε επιστολές σε διάφορα θεσμικά όργανα του κράτους και έλαβε απαντήσεις. Πλείστες τόσες καταγγελίες αλλά και οι σχετικές αυτών απαντήσεις, κατατέθηκαν ως τεκμήρια 11 μέχρι
- Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Χρ. Φλουρέντζου (ΜΥ1). Ανέφερε ότι εργάζεται ως ανώτερος τεχνικός στην επαρχιακή διοίκηση Λάρνακος. Του ζητήθηκε να μετρήσει την απόσταση από το σημείο όπου η κατηγορουμένη εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη μέχρι τη συμβολή της εν λόγω οδού με τη λεωφόρο Μακαρίου. Σύμφωνα με το ΜΥ2 τούτη η απόσταση είναι 57μ, ενώ στη συμβολή με τη λεωφόρο Μακαρίου το πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της κατεύθυνσης που εφάπτεται με την οδό Φ. Τσιγαρίδη είναι 6,9μ. Το πλάτος της οδού Φ. Τσιγαρίδη είναι 9,4μ. Σχετικό σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΥ1 κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν σε αγορεύσεις, με την κάθε πλευρά να υποστηρίζει το αξιόπιστο της μαρτυρίας που παρουσίασε. Δεν παραθέτω σε αυτό το στάδιο τα όσα αναφέρθηκαν εφόσον στη συνέχεια, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπου κρίνω σκόπιμο σχολιάζω τα σημεία που οι συνήγοροι υπέδειξαν προς υποστήριξη της θέσης τους. Ό,τι σημειώνω εδώ είναι πως ο κος Μυλωνάς ισχυριστήκε ότι η μαρτυρία της αστυνομίας έχει μολυνθεί σε τέτοιο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνο για το δικαστήριο να την αποδεχθεί και να καταδικάσει την κατηγορούμενη. Υποστήριξε τούτο δυνάμει της απόφασης Ασπρής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 694. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω σημειώνω πως την κρίση μου για ότι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων καθοδήγησε και η πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, η εγγενής αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ως αμετακίνητη βάση αξιολόγησης των μαρτύρων, έχει πολλάκις επεξηγηθεί (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 51, 56). Ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω, κατ΄ αρχάς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της οδού Φ. Τσιγαρίδη. Είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας διακρίνονται μεταξύ τους από άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Κατά μήκος της η οδός Φ. Τσιγαρίδη παρεμβάλλεται και επικοινωνεί με εισόδους-εξόδους χώρων στάθμευσης. Πραγματική μαρτυρία συνιστούν και τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 6,00μ τα οποία, με κατεύθυνση από λεωφόρο Μακαρίου, εντοπίζονται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στο τεκμήριο 5 υποδεικνύονται με το διακριτικό στοιχειό Β
- Τούτα τα ίχνη, ως η φορά εντοπισμού τους, απέχουν από την άσπρη συνεχόμενη γραμμή αρχικά 1,50μ. και εν κατακλείδι 1,10μ. Στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας εντοπίζονται και οι εκδορές που στο τεκμήριο 5 υποδεικνύονται ως Β2 και Β
- Το Β2 απέχει από τη νοητή γραμμή 7,00μ και από τη συνεχή άσπρη γραμμή 2,00μ. Έχει μήκος 0,80μ. Το σημείο Β3 είναι δύο εκδορές οι οποίες έχουν μήκος 0,70μ. και 0,80μ. Το Β3 απέχει από τη γραμμή αλτ στην είσοδο του χώρου στάθμευσης 2,00μ. Στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και μόλις 0,80μ από το ίδιο σημείο αλτ, εντοπίζεται κηλίδα καυσίμων που στο τεκμήριο 5 υποδεικνύεται με το διακριτικό στοιχειό Β
- Ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω και την τελική θέση του οχήματος της κατηγορουμένης, δηλαδή ως παρουσιάζεται στο τεκμήριο 5 και σημειώνεται με το διακριτικό στοιχείο Α1, δηλαδή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με το αριστερό μπροστινό μέρος του να απέχει από τη νοητή γραμμή 3,10μ. και το αριστερό πισινό μέρος του να απέχει από τη νοητή γραμμή 4,00μ. Τέλος, πραγματική μαρτυρία συνιστούν και οι ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΜΤ240 υπέστη βούλωμα στο πισινό δεξιό φτερό, ζάβωμα της πίσω δεξιάς ζάντας και άδειασμα του τροχού. Η μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΡΚ439 υπέστη ζάβωμα στον μπροστινό τροχό, τις μπροστινές πρότσες, ελαφρό τρίψιμο η σειρήνα, η αριστερή χειρολαβή του στόπερ, το αριστερό πατήδι του οδηγού, η αριστερή θήκη και το προστατευτικό σίδερο αριστερά. Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το ΜΚ4 τον αποδέχομαι ως εμπειρογνώμονα, ειδικό για τροχαία δυστυχήματα. Ένεκα των προσόντων που ο μάρτυρας έχει, σχετικός πανεπιστημιακός τίτλος και ειδική εκπαίδευση στην αστυνομική ακαδημία, παρέχεται, πιστεύω, το δικαίωμα όπως ο εν λόγω μάρτυρας αντιμετωπισθεί ως εμπειρογνώμονας (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 534). Οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου έκαναν καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους, ενώ ακόμη η θέση τους υποστηρίζεται και από την πραγματική μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και για το ΜΥ1 τον οποίο κρίνω αξιόπιστο. Αντιθέτως, η κατηγορουμένη με εξέπληξε αρνητικά. Για λόγους που αναφέρω στη συνέχεια κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο προδιαθετημένη κατά των μαρτύρων της αστυνομίας και πρόβαλε την υπεράσπισή της διογκώνοντας και υπερβάλλοντας τις θέσεις της, τόσο επί των πραγματικών γεγονότων όσο και επί των εκτιμήσεων της για γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα. Είμαι της γνώμης ότι η αμφισβήτηση της υπεράσπισης διακρίνεται σε δύο ενότητες. Η μια αφορά τα γεγονότα που έχουν άμεση σχέση με την τυχόν αμέλεια της κατηγορουμένης και η άλλη τα γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα αλλά δεν καθορίζουν αφευατών εάν η κατηγορουμένη οδηγούσε ή όχι αμελώς. Αυτή την τελευταία ενότητα πραγματεύομαι αμέσως πιο κάτω. Η υπεράσπιση κατέκρινε του μάρτυρες κατηγορούσας αρχής για μεροληπτική συμπεριφορά. Η κατηγορουμένη υποστήριξε μάλιστα ότι την πρώτη φορά που μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση, ο ΜΚ2 την ωθούσε σε παραδοχή. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι τέτοια θέση ουδέποτε υποβλήθηκε στο ΜΚ2. Αυτή η παράλειψη επισκιάζει τον ισχυρισμό εφόσον παραμένει μετέωρη υπόνοια ότι ο ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε στο ΜΚ2 ένεκα αναλήθειας ή επειδή αποτελεί κατασκεύασμα τελευταίας στιγμής. Εν πάση περιπτώσει, στο αντιπαραθετικό δικαιικό σύστημα δεν έχουν χώρο ισχυρισμοί οι οποίοι ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται στη γραμμή της αντεξέτασης, στο τέλος της ημέρας και ενώ δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς εγείρονται και εμφανίζονται ως ουσιώδες μέρος της υπόθεσης (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527, 1540). Πέραν των πιο πάνω, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της κατηγορουμένης στην αντεξέταση, ο τρόπος με τον οποίο ο ΜΚ2 την ώθησε σε παραδοχή, ήταν δια της επιστήσεως της προσοχής της στο νόμο. Εξάγεται τούτο το συμπέρασμα εφόσον όταν η κατηγορουμένη ερωτήθηκε τι εννοούσε και τι έκανε ο εξεταστής, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: Α. Μου είπε ότι βγήκα από πάροδο και στην περίπτωση αυτή φταίω και θα τα πω ότι έχω να πω στο δικαστήριο. Δηλαδή μου άφησε να νοηθεί ότι είχε ήδη προδικαστεί η οδός του δικαστηρίου. Σύγκριση αυτής της απάντησης με το προοίμιο του τεκμηρίου 6, είναι ηλίου φαεινότερον ότι η αναφορά της κατηγορουμένης σε ώθηση της από το ΜΚ2 για παραδοχή, διεπιστώθη και προέκυψε από την ανάγνωση του δικαστικού κανόνα. Τούτη τη θέση της κατηγορουμένης, ένεκα τόσο της παράλειψης υποβολής της στο μάρτυρα, όσο και του πραγματικά ανυπόστατου, δεν την αποδέχομαι. Ανάλογη η κατάληξη μου και σε ότι αφορά τα πυρά της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 δεν διερεύνησε εκφοβισμό μαρτύρων από αστυφύλακες που ακολουθούσαν το ΜΚ
- Και επί τούτου σαφείς και ξεκάθαρες ήταν οι απαντήσεις του ΜΚ
- Όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος εκεί βρίσκονταν αστυνομικοί τους οποίους ονομάτισε στο δικαστήριο. Δεν έλαβε καταθέσεις από αυτούς εφόσον ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν συνοδευόταν από άλλο πρόσωπο. Αναζήτησε μαρτυρία στη σκηνή και παρότι υπήρχαν φοιτητές στο παρακείμενο κολλέγιο, ουδείς τον προσέγγισε για να δώσει κατάθεση. Πέραν των ξεκάθαρων θέσεων του ΜΚ2, κρίνω ότι τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περιβάλλει πέπλο αοριστολογίας. Γεγονότα που να δείχνουν ότι ο ΜΚ3 ακολουθείτο από άλλους συναδέλφους του, δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ο ΜΚ3 ακολουθείτο από άλλους, αυτό το γεγονός από μόνο του δεν σημαίνει ότι εκείνοι που ακολουθούσαν το ΜΚ3 εκφόβισαν τους παρευρισκομένους στη σκηνή. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός καθεαυτός για εκφοβισμό, παρέμεινε ανυπόστατος και εγειρόμενος επί τη βάσει εξ ακοής και μόνο μαρτυρίας. Η μαρτυρία τούτη, δηλαδή του προσώπου που ενημέρωσε την κατηγορουμένη σχετικά, παρότι ενσωματώθηκε στο σύνολο του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, δεν σημαίνει ότι αξιολογείται και θετικά. Ο λόγος περί μη θετικής αξιολόγησης εδράζεται στα ακόλουθα. Ακόμη και αν υποθέσει κανείς ότι τα άτομα που εκφοβίστηκαν δεν επιθυμούσαν ένεκα του εκφοβισμού να προβούν σε ένορκο μαρτυρία στο δικαστήριο, θέση η οποία αφευατής αφαιρεί και εκμηδενίζει την αξιολόγηση τούτης της μαρτυρίας εφόσον δεν συνάδει με τις αρχές του δικαιικού μας συστήματος και δη της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας από αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστήριο, θα ανέμενε κανείς ότι το πρόσωπο που έλαβε γνώση αυτού του ισχυριζόμενου εκφοβισμού και κοινοποίησε τούτο το γεγονός στην κατηγορουμένη (δηλαδή ο συνάδελφος της κατηγορουμένης), εκείνο τουλάχιστον το πρόσωπο θα ανέμενε κανείς ότι θα παρουσιαζόταν στο δικαστήριο για να μαρτυρήσει θετικά, δηλαδή περί της γνωστοποίησης του εκφοβισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε και ο ισχυρισμός περί εκφοβισμού παρέμεινε μετέωρος και ανυπόστατος. Σε αυτή την κατάληξη συνδράμει και το γεγονός ότι η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, δηλαδή του συνάδελφου της κατηγορουμένης, έχει τη μορφή προφορικής δήλωσης που έλαβε χώραν σε άγνωστο χρόνο και που ουδέποτε παρουσιάστηκε είτε στην αστυνομία είτε ενώπιον του δικαστηρίου, από το πρόσωπο που προέβη στην εν λόγω δήλωση και ως εκ τούτου η αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης δεν υπερπήδησε τη σκόπελο της αντεξέτασης, εφόσον ουδέποτε υποβλήθηκε σε τέτοια διαδικασία. Γι' αυτούς τους λόγους που επεξήγησα απορρίπτω τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί εκφοβισμού, ως ανυπόστατους και αόριστους. Τα πιο πάνω στοιχεία, αλλά ακόμη περισσότερο και εκείνα που αφορούν τις ενέργειες των δύο οδηγών τα οποία σχολιάζω στη συνέχεια, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση της κατηγορουμένης. Παρουσιάστηκε η κατηγορουμένη υπερβολική στην κρίση της, φορτισμένη συναισθηματικά και πάντα θετική και βέβαιη έστω και αν δεν γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα τα οποία μαρτυρούσε. Με περισσή ευκολία κατηγορεί το ΜΚ2 για μεροληπτική στάση, ενώ με απόλυτη σιγουριά αναφέρει ότι μάρτυρες εκφοβίστηκαν. Ως έχω προαναφέρει καμία από τις πιο πάνω θέσεις δεν δημιούργησε έστω σκιά στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και με τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι προτού εισέλθει στην οδό Φ. Τσιγαρίδη ήλεγξε προς τα δεξιά και ο δρόμος ήταν καθαρός. Περαιτέρω, θέση της κατηγορουμένης ήταν πως το δυστύχημα προκλήθηκε ένεκα της ιλιγγιώδους ταχύτητας του ΜΚ
- Μάλιστα, η παρουσία του ΜΥ1 στο δικαστήριο σκοπούσε στην απόδειξη ότι η απόσταση από το σημείο όπου ο ΜΚ3 εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη είναι τέτοια που έδιδε στο μάρτυρα κάθε ευχέρεια ανάπτυξης μεγάλης ταχύτητας. Κρίνω πως η απόσταση στην οδό Φ. Τσιγαρίδη, από το σημείο δηλαδή από το οποίο εισήλθε σε αυτήν η κατηγορουμένη, μέχρι τη λεωφόρο Μακαρίου, δεν υπέχει ιδιαίτερης σημασίας. Παρεμβάλλω εδώ πως δεν διαπιστώνω ουσιαστική αντίφαση ή απόκλιση μεταξύ του ΜΚ2 και του ΜΥ
- Ο μεν πρώτος ανέφερε ότι η εν λόγω οδός έχει μήκος περί τα 50μ. χωρίς να καθορίζει επακριβώς τη μέτρηση, ενώ ο δεύτερος ανέφερε ότι το μήκος της είναι 57μ. Το πλάτος της οδού Φ. Τσιγαρίδη μετρήθηκε από το ΜΚ2 ανά λωρίδα κυκλοφορίας και ως εκ τούτου δεν κρίνω αυτό το σημείο ως αντίφαση με τη θέση του ΜΥ1 ο οποίος μέτρησε το συνολικό πλάτος της, ενώ περαιτέρω ο ΜΚ2 δεν μέτρησε το πλάτος της λεωφ. Μακαρίου. Εν πάση όμως περιπτώσει, κρίνω ότι το μήκος της οδού Φ. Τσιγαρίδη δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για την εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων που αφορούν το δυστύχημα. Ό,τι έχει σημασία είναι η αναφορά της κατηγορούμενης πως ήλεγξε το δρόμο προς την κατεύθυνση στην οποία κινείτο ο ΜΚ3 και ήταν καθαρός, εις αντίθεση με όσα ο ΜΚ3 ανέφερε, δηλαδή ότι η κατηγορουμένη εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη ενώ ο ίδιος ευρισκόταν 10 έως 12 μέτρα μακριά. Τούτη η θέση της κατηγορουμένης κρίνω ότι δεν ευσταθεί εφόσον συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία. Τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας του ΜΚ3 στο τέρμα τους, απέχουν λίγα μέτρα από το σημείο εισόδου του οχήματος της κατηγορουμένης. Τούτα τα ίχνη αποδεικνύουν τις ενέργειες του ΜΚ3 μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο της κατηγορουμένης στην οδό Φ. Τσιγαρίδη. Σημειώνω ότι η ορατότητα της κατηγορουμένης για έλεγχο μέχρι την λεωφ. Μακαρίου δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, εφόσον τα ίχνη τροχοπέδησης απέχουν κάτι περισσότερο από 6,00μ. από το σημείο που η κατηγορουμένη εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη, τούτο σημαίνει ότι ο ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο ευρισκόταν σε εκείνο το σημείο και όχι ως η κατηγορουμένη ανέφερε. Με αυτή τη θέση συνηγορεί και η μαρτυρία του ΜΚ4 ο οποίος επεξηγώντας την έννοια απόσταση σκέψης, ανέφερε ότι τούτη προσδιορίζεται στο 1 δευτερόλεπτο. Δηλαδή, διαιρώντας την ταχύτητα διά το χρόνο διαπιστώνεται η ακριβής απόσταση από την οποία ο οδηγός εντόπισε το εμπόδιο. Σε ταχύτητα 40km, ανέφερε ο ΜΚ4, ο οδηγός διανύει απόσταση σκέψης 11,10μ. Προσθέτοντας αυτά τα μέτρα με το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης (6,00μ.), διαπιστώνει κανείς ότι ο ΜΚ3, ο οποίος ανέφερε ότι κινείτο με ταχύτητα μεταξύ 30km με 40km, πρωτοείδε την κατηγορουμένη ενόσω ευρισκόταν τουλάχιστον 17,10μ. μακριά από την είσοδο από την οποία η τελευταία εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη. Τούτη η θέση της κατηγορουμένης ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και πάλιν εδράζεται σε υπερβολή. Άλλωστε, ερωτηθείς η κατηγορουμένη εάν είδε το άλλο όχημα με το οποίο συγκρούστηκε, έστω, να αναμένει στη λεωφ. Μακαρίου για να εισέλθει στην οδό Φ. Τσιγαρίδη, απάντησε ότι "Δεν υπήρχε κανείς." Η απάντηση αποκαλύπτει ότι η κατηγορουμένη είτε δεν ήλεγξε το δρόμο είτε ότι ήλεγξε τούτον, όχι όμως με τη δέουσα προσοχή. Γεγονός είναι ότι ο ΜΚ3 βρισκόταν στην οδό Φ. Τσιγαρίδη, και ότι δεν κατήλθε εξ ουρανού, εξ ου άλλωστε και το δυστύχημα. Αυτές οι θέσεις της κατηγορουμένης ως προς το σημείο όπου ευρισκόταν ο ΜΚ3 προ του δυστυχήματος, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Έχω ήδη αναφέρει ότι η παρουσία του ΜΚ3 στην οδό Φ. Τσιγαρίδη προσδιορίζεται από τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία απορρίπτουν τις θέσεις της κατηγορουμένης (βλ. Επιφανείου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 332, 334). Η κατηγορουμένη στην προσπάθεια της να ξεφύγει από την αναπόδραστη παρουσία του ΜΚ3 στη σκηνή του δυστυχήματος, ανέφερε ότι η ταχύτητα του ΜΚ3 ήταν ιλιγγιώδης και ότι δηλαδή ο ΜΚ3 σε μικρό χρονικό διάστημα διένυσε όλο το μήκος της εν λόγω οδού. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Κατ' αρχάς, ο ΜΚ3 καθόρισε τούτη την ταχύτητα μεταξύ 30km με 40km. Περαιτέρω, το μέγεθος της σύγκρουσης, δηλαδή η βιαιότητα και οι ζημίες που προκλήθηκαν, δεν δίδει έρεισμα για κάτι τέτοιο (βλ. Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 21, 24). Το δικαστήριο δίχως τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα δεν μπορεί από μόνο του να καταλήξει σε συμπέρασμα υπερβολικής ταχύτητας (βλ. Ενωτιάδου ν. Πυλέου
(1998)1 ΑΑΔ 1996, 2000). Τέλος, η ταχύτητα του ΜΚ3 δεν είναι αφεαυτής καθοριστική για τη διαπίστωση της τυχόν αμέλειας της κατηγορουμένης εφόσον η ταχύτητα από μόνη της δεν αποδεικνύει αμέλεια (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696, 1704). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν για χάρη συζήτησης αποδεχθεί κανείς ότι ο ΜΚ3 οδηγούσε την εν λόγω μοτοσυκλέτα με υπερβολική ταχύτητα, τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου ότι εάν δεν ήταν τούτη η ταχύτητα το δυστύχημα θα αποφεύγετο. Δεν μπορεί το δικαστήριο να εικάσει δίχως τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ταχύτητα του ΜΚ3 (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439). Επίδικο θέμα κατέστη και το σημείο σύγκρουσης. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω αλλά και ενόψει του ότι οι δύο οδηγοί και ο ΜΚ2 τοποθετούν τούτο στη λωρίδα κυκλοφορίας του μοτοσυκλετιστή, κρίνω την επακριβή τοποθέτησή του άνευ σημασίας. Παρόλα ταύτα, κρίνω τις επί του προκειμένου θέσεις του ΜΚ2 λογικές και ως εκ τούτου διαπιστώνω ως σημείο σύγκρουσης το σημείο που στο τεκμήριο 5 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ1. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, την οποία απορρίπτω, στην έκταση που τούτη συγκρούεται με τους υπόλοιπους μάρτυρες. Συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων διαπιστώνω ότι η ενέργεια της κατηγορουμένης να εισέλθει στην οδό Φ. Τσιγαρίδη δίχως προηγουμένως να εντοπίσει και να εκτιμήσει τη δεδομένη παρουσία του ΜΚ3, οφείλεται σε έλλειψη προσοχής εφόσον η κατηγορουμένη είχε δυνατότητα ελέγχου, ένεκα απεριόριστης σε όλο το μήκος της οδού ορατότητας. Η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή και αποτυχία εκπλήρωσης τούτης της προϋπόθεσης θεμελιώνει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (βλ. Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151, 157). Περαιτέρω, αυτή η ενέργεια της κατηγορουμένης, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο εισήλθε στην οδό Φ. Τσιγαρίδη οδήγησε στην ανακοπή της ελεύθερης πορείας του μοτοσυκλετιστή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο