Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Γιαννάκη Ιωάννου, Αρ. Υποθέσεως: 524/07, 21.09.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 524/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Γιαννάκη Ιωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.09.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος Καϊμακλιώτη Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η κατηγορία αμελούς οδήγησης που στρέφεται εναντίον του κατηγορουμένου και εδράζεται στα άρθρα 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 06.11.06, στη λεωφόρο Γρ. Διγενή στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KNG352, χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο δύο μάρτυρες. Για την υπεράσπιση μοναδικός μάρτυρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως. Ο αστ. 458 Γ. Κακουλλή (ΜΚ1) ανέφερε στο δικαστήριο ότι στις 06.11.06 η ώρα 17:45 μετέβη στο νοσοκομείο Λάρνακος κατόπιν πληροφορίας ότι πρόσωπο διαμετακομίστηκε εκεί για περίθαλψη ένεκα τροχαίου δυστυχήματος. Εκεί βρήκε τον Ανδρέα Χρυσοστόμου, ο οποίος ήταν τραυματίας και το Γιαννάκη Ιωάννου, ο οποίος του ανέφερε ότι ενωρίτερα ενεπλάκη σε δυστύχημα με τον τραυματία. Μαζί με το Γιαννάκη Ιωάννου μεταβήκαν στο μέρος του δυστυχήματος, δηλαδή στη λεωφόρο Γρ. Διγενή. Ο Γιαννάκης Ιωάννου του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης που στο τεκμήριο 2 (τελικό σχέδιο σκηνής που ετοίμασε ο ΜΚ1 και κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο) σημειώνεται ως Χ
- Ο ΜΚ1 εξέτασε τη γραμμή ορατότητας του οδηγού και διαπίστωσε ότι τούτη ήταν 100 μέτρα. Στις 14.11.06 ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Αντρέα Χρυσοστόμου ο οποίος με τη σειρά του του υπέδειξε το κατά τη γνώμη του σημείο σύγκρουσης. Τούτο το σημείο στο τεκμήριο 2 υποδεικνύεται ως Χ
- Επόμενος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο Αντρέας Χρυσοστόμου (ΜΚ2). Ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ανέφερε ότι στις 06.11.06 στάθμευσε το όχημα του σε πάροδο της λεωφόρου Γρ. Διγενή και εξερχόμενος τούτου είχε πρόθεση να διασταυρώσει την εν λόγω λεωφόρο πεζός και να περάσει απέναντι στο κατάστημα της ΣΠΕ Μακράσυκας. Σύμφωνα με το ΜΚ2 έλεγξε το δρόμο από δεξιά και εφόσον δεν έρχονταν αυτοκίνητα άρχισε να διασταυρώνει μέχρι που έφθασε στο κέντρο περίπου του δρόμου όπου σταμάτησε γιατί έρχονταν οχήματα από την αριστερή του πλευρά. Ενόσω ευρισκόταν εκεί ακίνητος, τον κτύπησε ένα όχημα. Στην αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου ανέφερε ότι, στις 06.11.06 και ώρα 17:10 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KNG352 στη λεωφόρο Γρ. Διγενή. Μαζί του, ως συνοδηγός στο όχημα, ήταν και ο Νίκος Χριστάκη. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η ταχύτητα του οχήματος του ανερχόταν στα 40km. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανέφερε πως παρότι είχε την προσοχή του στο δρόμο, σε κάποιο σημείο τούτου είδε ένα άντρα να βρίσκεται περίπου στο κέντρο της λωρίδας που οδηγούσε, τον οποίο δεν είχε δει προηγουμένως. Παρότι έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του οχήματός του, τον κτύπησε. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης των δύο πλευρών οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι αποδείχθηκε η διάπραξη του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ ο κος Καϊμακλιώτη, εκ μέρους του κατηγορουμένου, ισχυρίστηκε ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο ΜΚ2 ο οποίος αδιαφόρησε για την ασφάλεια του και συμπεριφέρθηκε αμελώς, και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Περαιτέρω, ο κος Καϊμακλιώτη ισχυρίστηκε πως η είσοδος του ΜΚ2 στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου διενεργήθηκε ενόσω το όχημα του κατηγορουμένου ευρισκόταν πολύ κοντά στο μάρτυρα και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αμέλειας του πελάτη του. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Καθοριστικός δείκτης αποτίμησης της αξιοπιστίας αλλά και της αξιολόγησης των μαρτύρων είναι και η πραγματική μαρτυρία. Δικαιωματικά διαδραματίζει τούτο το ρόλο ένεκα του αναλλοίωτου της παρουσίας της (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Στη δοσμένη περίπτωση ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω κατ' αρχάς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της λεωφόρου Γρ. Διγενή. Πρόκειται για δρόμο δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Αν και δεν αποτελεί πραγματική μαρτυρία, ειρήσθω εν παρόδω αναφέρω ότι ανώτατο όριο ταχύτητας στην εν λόγω λεωφόρο είναι εκείνο των 50km. Και οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας, στην πλευρά που δεν εφάπτονται, περιβάλλονται από πεζοδρόμιο. Το πλάτος της κάθε λωρίδας είναι 4,6 μέτρα. Τέλος, πραγματική μαρτυρία συνιστούν και οι περιορισμένες ζημίες στο όχημα του κατηγορουμένου. Τούτες συνίστανται σε ελαφρύ βούλωμα στο κέντρο του καπό όπου βρίσκεται ο ανεμοθώρακας, καθώς επίσης και σκούπισμα του μπροστινού καπό. Τόσο οι ΜΚ1 και ΜΚ2 όσο και ο κατηγορούμενος μου έκαναν καλή εντύπωση. Ο ειρμός της σκέψης τους, η συνοχή αλλά και η έκφραση τούτης, όχι μόνο στο λόγο αλλά και ως συνολική παρουσία, απαλλαγμένη από αντιφάσεις και υπερβολές, δίδει πιστεύω, τούτο το δικαίωμα (βλ. Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 100/06, 23.01.2007). Δεν πρέπει βέβαια να παρερμηνευθεί τούτη η κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των προσώπων που παρήλασαν από το δικαστήριο και να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ένεκα τούτης της κατάληξης αυτομάτως αποδέχομαι και τη μαρτυρία τους. Τουναντίον, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Άλλωστε, δυνατόν αξιόπιστος μάρτυρας να λανθάνεται, να πλανάται ή να μην ενθυμάται. Προτού προχωρήσω σε διεξοδική ανάλυση της κάθε μαρτυρίας κρίνω ορθό να απαντήσω ένα κρίσιμο ερώτημα που πάντα τίθεται με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας. Το ερώτημα δεν είναι άλλο από ποια είναι τα επίδικα θέματα. Από την προηγηθείσα σύνοψη της μαρτυρίας, ως μοναδικό επίδικο θέμα προκύπτει η εξακρίβωση της θέσης στην οποία ευρισκόταν ο ΜΚ2 αμέσως πριν το δυστύχημα. Παρόλα ταύτα, σημειώνω ότι σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν ηγέρθη, ως επίδικο θέμα δηλαδή, ο χρόνος που ο ΜΚ2 εισήλθε στο δρόμο αλλά ούτε και συνδέθηκε τούτη η ενέργεια με τυχόν εγγύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου από τον πεζό. Εν ολίγοις, οι δύο πλευρές δεν αντιμετώπισαν την υπόθεση ως περίπτωση απότομης και απρόσεκτης εισόδου στο δρόμο "dashing case" (βλ. Νικολάου ν. Γεωργίου
(1993)1ΑΑΔ 938). Ο ΜΚ2 παρότι έχει κριθεί αξιόπιστος, τη μαρτυρία του δεν την αποδέχομαι πλήρως. Κατά την ακροαματική διαδικασία ουσιαστικά προβλήθηκαν δύο θέσεις. Η μια θέση εκφράστηκε από το ΜΚ2 και άλλη από τον κατηγορούμενο. Μεταξύ των δύο θέσεων διαφορά εντοπίζεται μόνο στο σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ2 υπέδειξε τούτο πλησίον της άσπρης διαχωριστικής γραμμής, δηλαδή 4,00 μέτρα μακριά από το αριστερό πεζοδρόμιο ως η κατεύθυνση του κατηγορουμένου, ενώ ο τελευταίος το υπέδειξε μόλις 2,00 μέτρα μακριά από το ίδιο άκρο. Επί του προκειμένου, ορθή κρίνω τη θέση του κατηγορουμένου και το σημείο Χ1 που αυτός υπέδειξε. Πιστεύω ότι σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο ήταν το Χ1 επειδή υποστηρίζεται από τις ζημίες στο όχημα του κατηγορουμένου που εντοπίζονται στο κέντρο του καπό του οχήματός του, αλλά και από την αναφορά του ΜΚ2 ότι ο λόγος που ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου, ήταν επειδή εξ αριστερών του έρχονταν οχήματα. Εάν το σημείο που υπέδειξε ο ΜΚ2 ως σημείο σύγκρουσης (δηλαδή το Χ2) ήταν ορθό, τούτο θα σήμαινε πως ο κατηγορούμενος, ένεκα και των ζημίων στο όχημά του, οδηγούσε τούτο στη μέση του δρόμου. Τέτοια αναφορά από το ΜΚ2 δεν έγινε ενώ περαιτέρω, τέτοια ενέργεια από μέρους του κατηγορουμένου θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη σύγκρουση με τα εξ αντιθέτου διερχόμενα οχήματα. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια αντιπαράθεση, δηλαδή για την εξακρίβωση της ακριβούς θέσης του ΜΚ2 και κατά πόσο ευρισκόταν στο Χ1 ή στο Χ2, την κρίνω ως αψιμαχία περί όνου σκιά. Ο λόγος που αναφέρω τούτο εδράζεται στο γεγονός πως ο μεν κατηγορούμενος ανέφερε στο τεκμήριο 3 ότι "σε κάποιο σημείο του δρόμου χωρίς να τον δω από πριν βρέθηκε να βρίσκεται και να στέκεται στο κέντρο περίπου της λωρίδας που οδηγούσα ένας άντρας τον οποίο είχα δει λίγο πριν τον κτυπήσω. Τότε αφού τον είδα πάτησα τα στόπερ μου αλλά τον κτύπησα αφού τον είδα τελευταία στιγμή με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο καπό του αυτοκινήτου μου και ακολούθως στο έδαφος. Εγώ αυτόν τον άντρα δεν τον είχα προσέξει καθόλου από πριν και ούτε γνωρίζω από ποιαν πλευρά του δρόμου είχε ξεκινήσει και είχε βρεθεί στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα". Ο δε ΜΚ2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αφότου εισήλθε στο δρόμο πλησίασε περίπου το κέντρο και σταμάτησε γιατί έρχονταν οχήματα από τα αριστερά του. Παρεμβάλλω εδώ και τη θέση του ΜΚ1 ως προς την ορατότητα του κατηγορούμενου. Τούτη η θέση θέλει τη γραμμή ορατότητας να είναι αρκετή και συγκεκριμένα πέραν των 100 μέτρων, παρόλο που το δυστύχημα έγινε κατά το σούρουπο. Συγκερασμός των πιο πάνω αξιόπιστων θέσεων, τις οποίες αποδέχομαι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όπου και αν ευρισκόταν ο ΜΚ2 μεταξύ των σημείων που υποδείχθηκαν, δηλαδή είτε στο Χ1 είτε στο Χ2, ο κατηγορούμενος είχε κάθε ευχέρεια, ένεκα της γραμμής ορατότητάς του, να τον αντιληφθεί. Όπως ο κατηγορούμενος ομολογεί στο τεκμήριο 3, όχι μόνο δεν τον αντιλήφθηκε έγκαιρα αλλά ούτε και αντιλήφθηκε ποια ήταν η κατεύθυνσή του. Τούτη η θέση στιγματίζει την προσοχή του κατηγορουμένου. Η αναφορά του συνηγόρου υπεράσπισης πως ο ΜΚ2 εισήλθε στο δρόμο ενόσω ο κατηγορούμενος ευρισκόταν πολύ κοντά του, δεν ευσταθεί. Όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, απορρίπτεται και από το προαναφερόμενο απόσπασμα της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος με πάσα ειλικρίνεια και εντιμότητα ανέφερε ότι δεν είδε τον πεζό. Τούτο το επανέλαβε και ενόρκως. Επαναλαμβάνω ότι η θέση του ΜΚ1 εν σχέσει με την ορατότητα του κατηγορούμενου ακόμη και κατά το σούρουπο, δεν αμφισβητήθηκε. Ό,τι προκύπτει λοιπόν από τη μαρτυρία είναι πως ο κατηγορούμενος, παρά το σούρουπο, είχε κάθε ευχέρεια εντοπισμού του ΜΚ2 και εντούτοις απέτυχε να τον εντοπίσει. Είναι αδιάφορο εάν ο κατηγορούμενος ομιλούσε με το συνοδηγό του ή όχι, όπως η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να αποδείξει. Σημασία έχει ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για προσήκουσα προσοχή. Τούτη η υποχρέωση είναι συνηφασμένη με την οδήγηση (βλ. Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151, 157). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Nicolaides v. Economides
(1963)1 C.L.R. 78, 81: "failure to see what is plainly visible is negligence". Ο συνήγορος του κατηγορούμενου επιχείρησε να αποδείξει τόσο κατά την αντεξέταση όσο και κατά την αγόρευσή του, ότι αμελής ήταν ο ΜΚ2 και όχι ο κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε μάλιστα πως ο πεζός αδιαφόρησε για την ασφάλειά του. Απάντηση στο εν λόγω επιχείρημα, το οποίο ξεφεύγει της ποινικής δικαιοδοσίας, δίδει η απόφαση Triftarides v. The Police
(1968)2 C.L.R. 140 όπου στη σελ. 144 αναφέρεται ότι: "Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the quilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction". Έτσι και στη δοσμένη περίπτωση. Παρότι την ενέργεια του ΜΚ2, δηλαδή την είσοδο του στο δρόμο και την ακινητοποίηση του στη μέση της μιας λωρίδας κυκλοφορίας κρίνω και χαρακτηρίζω ως επιπόλαια για την ασφάλεια του, ένεκα και της ώρας (δηλαδή σούρουπο), εντούτοις, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας (μαρτυρία ΜΚ1), υπήρχε αρκετή ορατότητα για τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου αυτή η επιπολαιότητα του πεζού δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του οδηγού του οχήματος. Δυνάμει όλων των ανωτέρω κρίνω πως ο κατηγορούμενος απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον του για προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και ως εκ τούτου διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή επιτυχώς απέδειξε την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο αμελούς οδήγησης. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο