← Κύπρος

Αστυνομία ν. Βάσος Καφατάρης, Αρ. Υπόθεσης:2449/ 2007, 3 Οκτωβρίου, 2007

Αστυνομία ν. Βάσος Καφατάρης, Αρ. Υπόθεσης:2449/ 2007, 3 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου,Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2449/ 2007 Α σ τ υ ν ο μ ί α -V- Βάσος Καφατάρης Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τους κατηγορούμενους: κ. Μ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος παρών --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτό της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών 1.03.2000 - 31.03.2000 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις προκάλεσε τον Στέφανο Ελευθερίου από τη Δρομολαξιά να υπογράψει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αριθμό 850-0-5604710 του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ για ενοικιαγορά του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΕΝ 916 δηλαδή παρουσιάστηκε ως ενοικιαστής του αναφερόμενου συμβολαίου ενοικιαγοράς ενώ στη πραγματικότητα δεν ήταν. Όπως προέκυψε από την μαρτυρία η όλη υπόθεση και η διερεύνηση της άρχισε όταν ο παραπονούμενος Στέφανος Ελευθερίου υπό την ιδιότητα του εγγυητή συμβολαίου ενοικιαγοράς, όπου πρωτοφειλέτης παρουσιαζόταν κάποιος Μάμας Θεοδώρου, κλήθηκε ενώπιον δικαστηρίου αντιμετωπίζοντας αίτηση καταβολής εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Προς τούτο στις 31.01.2005 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία καταγγέλλοντας τον κατηγορούμενο για το υπό αναφορά αδίκημα (τεκ. 2) ισχυριζόμενος ότι τον ξεγέλασε για να εγγυηθεί ένα άγνωστο του πρόσωπο. Τον ίδιο ισχυρισμό προέβαλε και ενώπιον του δικαστηρίου στις 17.02.2005 στη διαδικασία της αίτησης μηνιαίων δόσεων, ότι δηλαδή δεν είχε εγγυηθεί τον Μάμα Θεοδώρου αλλά τον Βάσο Καφατάρη και εάν ήξερε ότι με το συμβόλαιο θα τον καθιστούσε εγγυητή του Θεοδώρου δεν θα υπέγραφε ένα τέτοιο συμβόλαιο ως εγγυητής. Προς τούτο το πρακτικό του δικαστηρίου που διαλάμβανε τον πιο πάνω ισχυρισμό διαβιβάστηκε στην αστυνομία για τη διερεύνηση της καταγγελίας του Ελευθερίου και τυχόν διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου (τεκ. 4). Βέβαια με μεταγενέστερη συμπληρωματική κατάθεση του (τεκ. 3) που δόθηκε τέσσερις ακριβώς μήνες μετά την πρώτη και αφού είχαν ληφθεί καταθέσεις από τον κατηγορούμενο και τον Μάμα Θεοδώρου παραδέχεται διαφοροποιούμενος από την αρχική του κατάθεση ότι γνώριζε εξ όψεως και μόνο τον Μάμα Θεοδώρου, γνώριζε ότι ήταν κουνιάδος του κατηγορούμενου χωρίς όμως να έχει οποιεσδήποτε σχέσεις μαζί του σε σημείο που να του υπογράψει ως εγγυητής. Το υπό αναφορά συμβόλαιο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκ. 1 όπου ενοικιαστής παρουσιάζεται ο Μάμας Θεοδώρου και ως ένας από τους εγγυητές ο Στέφανος Ελευθερίου ο οποίος χαρακτηρίζεται ως κουμπάρος του. Στη δική του κατάθεση ο κατηγορούμενος (τεκ. 10) την οποία έδωσε στις 9.02.2005, δίδει την δική του εξήγηση για το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ουσία αναφέρει ότι ο παραπονούμενος γνώριζε εξαρχής ποιος ήταν ο πρωτοφειλέτης στο εν λόγω συμβόλαιο, εφόσον του εξήγησε με λεπτομέρειες τι σκόπευε να κάμει για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση ύψους Λ.Κ.3.000= από χρηματοδοτικό οργανισμό. Ο παραπονούμενος ακόμα γνώριζε πολύ καλά τον Μάμα Θεοδώρου όπως και τον ίδιο εφόσον ήταν συνέταιροι και συνεργάζονταν μαζί με τον παραπονούμενο ο οποίος διέθετε γκαράζ αυτοκινήτων και τους επιδιόρθωνε τόσο τα προσωπικά τους αυτοκίνητα όσο και εκείνα της εταιρείας τους. Ο Κύπρος Γρηγορίου που εμφανίζεται ως ο πρώτος εγγυητής, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε εκ συμφώνου ως τεκ. 7 και για την αλήθεια του περιεχομένου της όπως και των υπολοίπων εγγράφων ή καταθέσεων που κατατέθηκαν, εν κατακλείδι της κατάθεσης του αναφέρει ότι από ό,τι γνωρίζει ο παραπονούμενος Στέφανος Ελευθερίου τον οποίο ο ίδιος γνωρίζει μόνο εξ όψεως είναι φίλος και γνωστός τόσο με τον Βάσο Καφατάρη όσο και με τον Μάμα Θεοδώρου. Τα ίδια περί της φιλίας και γνωριμίας των πιο πάνω υποστηρίζει και η Αναστασία Θεοδώρου σύζυγος του κατηγορούμενου και αδελφή του πρωτοφειλέτη στο υπό αναφορά συμβόλαιο (τεκ. 6). Την γνωριμία του με τον παραπονούμενο υποστηρίζει και ο Μάμας Θεοδώρου στη δική του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως τεκ. 5. Αυτή χρονολογείται από το 1990 που τους γνώρισε ο κατηγορούμενος. Για τα της υπογραφής του συμβολαίου αναφέρει ότι την όλη διαδικασία είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος και δεν ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος είχε υπογράψει το συμβόλαιο επομένως δεν ήξερε τι εξηγήσεις του δόθηκαν. Όταν προέκυψε το ζήτημα πληρωμής του ποσού της χρηματοδότησης, που είχε ως κατάληξη δικαστικές διαδικασίες, υποσχέθηκαν στον παραπονούμενο ότι θα κάλυπταν ό,τι θα αναγκαζόταν να πληρώσει ή ό,τι θα αναλάμβανε να καταβάλει με μηνιαίες δόσεις και δεν θα τον άφηναν εκτεθιμένο. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε διά ζώσης μαρτυρία μόνο εκ μέρους του παραπονούμενου Στέφανου Ελευθερίου (Μ.Κ.1) και όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος. Κατατέθηκαν επίσης υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων σειρά καταθέσεων και για το αληθές του περιεχομένου τους, οι οποίες λήφθηκαν από διάφορα εμπλεκόμενα πρόσωπα κατά το στάδιο των ανακρίσεων. Σε όλα αυτά θα κάμω αναφορά όπου απαιτείται στη συνέχεια της απόφασης μου. Σε διευκρινιστική ερώτηση κατά τη κύρια εξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν είχε κοιτάξει το έγγραφο που του είχε πάρει ο κατηγορούμενος για να υπογράψει ως εγγυητής και εάν αυτό ήταν συμπληρωμένο ή όχι καθώς ήταν οικογενειακοί φίλοι για πάνω από δέκα χρόνια, πήγαινε στο μαγαζί του και γι΄αυτούς τους λόγους του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν συγγενής με τον Μάμα Θεοδώρου τον οποίο γνώριζε εξ όψεως αλλά δεν γνώριζε πως ήταν και κουνιάδος του. Πελάτης του στο κατάστημα του ήταν μόνο ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε όμως ότι μετά την υπόθεση είχε πάει στο μαγαζί του αρκετές φορές και ο Θεοδώρου. Ο λόγος που είχε καθυστερήσει να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για το υπό αναφορά αδίκημα ήταν ότι ήταν φίλοι και ανέμενε ότι θα διευθετούσαν το δάνειο. Χαρακτήρισε τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον Θεοδώρου ως ψεύτες καθώς πάντοτε του υπόσχονταν ότι θα κανόνιζαν το χρέος τους χωρίς όμως να το κάμνουν. Επέμενε ότι δεν είχε πάρε - δώσε με τον Μάμα Θεοδώρου και ουσιαστικά δεν απάντησε γιατί είχαν παρέλθει τέσσερις μήνες να πάει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση όπου διευκρίνιζε τη γνωριμία του με τον Θεοδώρου. Σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν τον είχε εκβιάσει για να υπογράψει το συμβόλαιο. Τέλος σε υποβολή ότι η καταγγελία του ήταν εκ των υστέρων σκέψη του για να απεκδυθεί των ευθυνών του που απέρρεαν από το συμβόλαιο, ανέφερε ότι πάντοτε δεχόταν υποσχέσεις ότι θα γινόταν διευθέτηση του δανείου και στο τέλος η τράπεζα ζητούσε από αυτόν να πληρώσει. Στην επανεξέταση του μάλιστα διερωτήθηκε εάν ήταν ορθό να πληρώσει ο ίδιος ένα ξένο χρέος. Ο κατηγορούμενος στην ένορκο κατάθεση του υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (τεκ. 10) και αντεξεταζόμενος επέμενε ότι είχε κάμει ξεκάθαρο στον παραπονούμενο την διευθέτηση που έκαμαν για να χρηματοδοτηθούν από τη τράπεζα και ότι ήταν σε γνώση του εξαρχής ότι εγγυόταν τον Μάμα Θεοδώρου τον οποίο γνώριζε πολύ καλά. Σε καμιά περίπτωση δεν έκαμε ψευδείς παραστάσεις στον παραπονούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στη συνέχεια θα προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που είναι ο παραπονούμενος και του κατηγορουμένου εφόσον ήταν οι μόνοι μάρτυρες που κατέθεσαν και αντεξετάστηκαν, έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση από τους καταθέτοντες, τις ευκαιρίες που είχαν αυτοί να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά, εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ή αδυναμίες που παρουσίασε αυτή που έγιναν από την ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος, η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Σε σχέση με αντιφάσεις που παρουσιάζει μια εκδοχή παραπέμπω στην Αγαμέμνων Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 44/2006 με ημερ. 8.09.2006 καθώς και στην πρόσφατη πολύ απόφαση Κώστας Παπαγεωργίου και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 87/05,88/05 και 89/05 με ημερ. 27.03.2007 στις σελ. 12 και 13. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία, και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών,θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και στα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Ο παραπονούμενος μου φάνηκε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, εντύπωση που σχημάτισα γι΄αυτόν, ενώ κατέθετε, δεν βρίσκω πως θα μπορούσε να είχε ξεγελαστεί και να υπογράψει ένα έγγραφο ως εγγυητής της εκπλήρωσης των όρων του, χωρίς να το διαβάσει. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν το έγγραφο ήταν συμπληρωμένο στη μπροστινή του όψη. Όμως δεν μου δημιούργησε εικόνα αφελούς ανθρώπου. Επομένως τα όσα ανέφερε σχετικά με το ότι δεν θυμόταν εάν αυτό ήταν συμπληρωμένο ή όχι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ενώ αρνήθηκε στην πρώτη του κατάθεση ότι γνώριζε τον Μάμα Θεοδώρου στη συνέχεια ανασκευάζει αυτή με δεύτερη κατάθεση, όταν πλέον είχαν ληφθεί καταθέσεις και από άλλα πρόσωπα και όπου ο εξεταστής της υπόθεσης ασφαλώς θα ζήτησε μια περαιτέρω εξήγηση από αυτόν έχοντας υπόψη τις υπόλοιπες καταθέσεις και προς τούτο του ζήτησε μια δεύτερη κατάθεση για το ζήτημα αυτό. Σε αυτή αποκαλύπτει ότι γνώριζε τον Θεοδώρου αλλά και πάλι δεν λέγει όλη την αλήθεια εφόσον λέγει ότι τον γνώριζε μόνο εξ όψεως και ότι δεν γνώριζε την ακριβή συγγένεια που είχε με τον κατηγορούμενο. Με τις απαντήσεις που έδωσε στο τέλος της αντεξέτασης του έγινε φανερό ότι σκοπός της καταγγελίας του ήταν να εκβιάσει τα πράγματα για να απαλλαγεί από την ευθύνη της εγγύησης του αλλά και να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο για τον εξαναγκασμό του να αποδεχθεί ένα διάταγμα μηνιαίων πληρωμών προς εξόφληση του χρέους που εγγυήθηκε. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνω ότι η καταγγελία του στην αστυνομία αποσκοπούσε σε ένα μόνο στόχο, να απαλλαγεί από την ευθύνη εξόφλησης του δανείου την οποία ανέλαβε ως εγγυητής ανεξαρτήτως συνεπειών για τον μέχρις πρότινος οικογενειακό του φίλο. Ο κατηγορούμενος μου προκάλεσε καλή εντύπωση και χωρίς δισταγμό αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία δεν αφίσταται καθόλου από την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία και σε ουσιώδες της μέρος συνάδει και με αυτή των υπόλοιπων μαρτύρων, τα λεγόμενα των οποίων δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ότι δηλαδή ο παραπονούμενος γνώριζε τον Μάμα Θεοδώρου πριν αυτός υπογράψει ως εγγυητής το συμβόλαιο. Δέχομαι επίσης από την μαρτυρία του ότι ο παραπονούμενος ως μηχανικός τους που ήταν σε διάφορα αυτοκίνητα τόσο της προσωπικής τους ιδιοκτησίας όσο και της εταιρείας της οποίας ήταν συνδιοκτήτες αυτός και ο Θεοδώρου και ως άτομα τα οποία σύχναζαν στο μηχανουργείο του, γνώριζε και τη συγγένεια τους αλλά ίσως και λεπτομέρειες των οικονομικών τους. Θα ήταν αφελές, επαναλαμβάνω, εκ μέρους του παραπονούμενου να υπέγραφε και να εγγυώταν εν λευκώ ένα συμβόλαιο ενοικιαγοράς για οποιονδήποτε. Τέτοια αφέλεια δεν διέκρινα ότι τον χαρακτηρίζει. Τα καταγραφόμενα επίσης στις καταθέσεις που δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και αφορούν την γνωριμία του παραπονούμενου με τον Θεοδώρου έρχονται σε αντίφαση με όσα ο ίδιος κατέθεσε και θα αποδεχθώ τα παραδεκτά γεγονότα. Είναι φανερό ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τα πραγματικά γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση είναι πειστική σε αντίθεση με αυτή που προέβαλε ο παραπονούμενος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν από κάθε αμφιβολία. Επομένως θα αθωώσω τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.