Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ιουλίας Αντωνίου, Αρ. Υποθέσεως: 2198/07, 16.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 2198/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Ιουλίας Αντωνίου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 16.10.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Χ"Μιχαήλ Για την κατηγορουμένη: κος Π. Χ"Παναγιώτου Κατηγορουμένη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, δηλαδή οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 29.08.06 στη λεωφόρο Γρ. Διγενή στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής YP016, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ήγειρε θέμα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ο κος Χ"Παναγιώτου ρητά ανέφερε πως μοναδικός λόγος στον οποίο εδράζει το αίτημά του είναι η μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος και συγκεκριμένα εκείνου της αμελούς πράξης. Σύμφωνα με τον κο X"Παναγιώτου, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αναδεικνύει οιανδήποτε ενέργεια της κατηγορουμένης η οποία μπορεί να κριθεί ως αμελής. Στον αντίποδα η κα Χ"Μιχαήλ, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ισχυρίστηκε ότι έχει αποδειχθεί το εν λόγω συστατικό στοιχείο και ανέφερε ότι η θέση από την οποία εκκίνησε η κατηγορουμένη μέχρι την τελική της θέση, δηλαδή εκεί όπου επεσυνέβη το δυστύχημα, είναι συνηφασμένη. Αυτή καθ' εαυτή η οδήγηση της κατηγορουμένης, ανέφερε η κα X"Μιχαήλ, συνιστά αμέλεια. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια εν σχέσει με το αίτημα. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annser). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η παρουσίαση τέτοιας κατάθεσης στο δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας δεν συνιστά αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντως και όχι κατ' επιλογή. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προβαίνω σε εξέταση του μαρτυρικού υλικού. Σύνοψη τούτου έχει ως ακολούθως. Πρώτος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστ. 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ1). Ο μάρτυρας επισκέφτηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη, οδηγός του οχήματος YP016, είχε σταθμεύσει το όχημα της επί του πεζοδρομίου της λεωφόρου Γρ. Διγενή, με πρόσωπο προς πυροσβεστική, δηλαδή επί του παρακείμενου της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας πεζοδρομίου. Στη συνέχεια, στην προσπάθεια της να κινηθεί προς πυροσβεστική, έλαβε προτεραιότητα από τον Κώστα Τζιαμπάζη (ΜΚ2), ο οποίος οδηγούσε το όχημά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Γρ. Διγενή, δηλαδή στη λωρίδα που εφάπτετο του πεζοδρομίου που η κατηγορουμένη στάθμευσε το όχημά της, με κατεύθυνση από πυροσβεστική προς κέντρο πόλης. Όταν η κατηγορουμένη οδήγησε το όχημά της από τη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία ευρισκόταν ο ΜΚ2 προς τη λωρίδα κυκλοφορίας που επιθυμούσε να εισέλθει, δηλαδή εκείνη που κατευθύνεται προς πυροσβεστική, επήλθε η σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του Ανδρέα Στυλιανού (ΜΚ3). Όταν ο ΜΚ2 έδωσε προτεραιότητα στο όχημα της κατηγορουμένης, ο ΜΚ3 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του παραπλεύρως του προπορευόμενου οχήματος, δηλαδή του οχήματος του ΜΚ2. Ενώπιον του δικαστηρίου ο ΜΚ3 δεν μπορούσε με βεβαιότητα να πει εάν οδηγούσε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας ή όχι. Σημειώνω ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ2 η κατηγορουμένη οδήγησε το όχημά της από το πεζοδρόμιο μέχρι και τη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία έλαβε χώραν η σύγκρουση, σιγά σιγά, ενώ σύμφωνα με το ΜΚ3 η σύγκρουση ήταν ξαφνική, εφόσον δεν είχε χρόνο αντίδρασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΜΚ1 οι ζημίες επί του οχήματος της κατηγορουμένης εντοπίζονται στο δεξιό μπροστινό τροχό, ενώ το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί από κέντρο πόλης προς πυροσβεστική, δηλαδή στην εξ αντιθέτου των ΜΚ2 και ΜΚ3 λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ΜΚ1, ο οποίος ετοίμασε σχέδιο σκηνής που κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 3, ανέφερε ότι η ορατότητα οδηγού ως η πορεία Α (με Α σημειώνεται η κατεύθυνση του οχήματος της κατηγορουμένης από το σημείο όπου η τελευταία στάθμευσε το όχημά της), είναι περί τα 60μ., νοουμένου ότι δεν διακόπτεται από τον όγκο της τροχαίας κίνησης. Σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, τόσο το όχημα του τελευταίου όσο και της κατηγορουμένης είναι ψηλά οχήματα. Τέλος, σύμφωνα με τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, κατά τον επίδικο χρόνο η τροχαία κίνηση στη λωρίδα κυκλοφορίας που ευρισκόταν ο ΜΚ2, τόσο μπροστά όσο και πίσω από το όχημά του, ήταν πυκνή. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κατηγορουμένη ανέφερε στο τεκμήριο 4 ότι "μόλις τα μούτρα του αυτοκινήτου μου εμπήκαν στην άλλη λωρίδα είδα να έρχεται από τα δεξιά μου μια μοτόρα η οποία αμέσως κτύπησε πάνω στο μπροστινό δεξιά τροχό μου και έπεσε χαμέ." Από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού είναι αντιληπτό ότι μοναδικό υπό αμφισβήτηση συστατικό στοιχείο του αδικήματος, είναι η τυχόν αμέλεια της κατηγορουμένης και όχι οιονδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως κρίνω πως τα λοιπά του αδικήματος συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, εστιάζω την εξέτασή μου μόνο στο υπό κρίση συστατικό στοιχείο. Το άρθρο 8 του Ν.86/72, δια του οποίου ο νομοθέτης ποινικοποίησε την αμελή οδήγηση, αναφέρει τα εξής: "Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης". Τι συνιστά προσήκουσα επιμέλεια, με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η υποχρέωση προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Κρίνω πως η πρώτη ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η κατηγορουμένη είχε οπτικό πεδίο τέτοιο, που της επέτρεπε να αντιληφθεί το μοτοσυκλετιστή. Χωρίς στο παρόν στάδιο να σχολιάζω το τυχόν λογικό ή άλογο της ενέργειας του μοτοσυκλετιστή, είναι κατανοητό πως εάν η κατηγορουμένη δύνατο να αντιληφθεί το μοτοσυκλετιστή πρότερων της σύγκρουσης, όφειλε να λάβει προληπτικά μέτρα που θα απέτρεπαν τη σύγκρουση. Ως προς την ορατότητα της κατηγορουμένης ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τούτη εκτείνεται προς πυροσβεστική μέχρι 60 μέτρα, εφόσον δεν διακόπτεται από τροχαία κίνηση. Παρατηρώ ότι στη δοσμένη περίπτωση η τροχαία κίνηση πίσω από το όχημα του ΜΚ2 ήταν πυκνή, συνεπώς το εν λόγω οπτικό πεδίο διακόπτετο. Πέραν τούτου, η προαναφερόμενη θέση του ΜΚ1 ως σημείο αναφοράς έχει τη θέση Α. Η θέση Α δείχνει την πορεία του οχήματος της κατηγορουμένης. Στη δοσμένη όμως περίπτωση ζητούμενη ορατότητα είναι εκείνη στο σημείο αμέσως πριν τη διαχωριστική άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Δηλαδή, κατά πόσο η κατηγορουμένη είχε δυνατότητα αντίληψης του μοτοσυκλετιστή προτού το όχημα της διέλθει της άσπρης συνεχόμενης γραμμής. Τέτοιο στοιχείο δεν αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Άγνωστο παραμένει εάν στο σημείο που προανέφερα η κατηγορουμένη μπορούσε να ελέγξει την τροχαία κίνηση στα δεξιά της και να διαπιστώσει την παρουσία του μοτοσυκλετιστή. Μπορεί να λεχθεί εδώ ότι η απουσία αυτού του στοιχείου, δηλαδή της ορατότητας, καθορίζει και την έκβαση της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως, επαναλαμβάνω ότι η ορατότητα της κατηγορουμένης, ακόμη και από το σημείο Α, δεν ήταν 60 μέτρα εφόσον διακόπτετο από την τροχαία κίνηση που σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 υπήρχε. Ως εκ τούτου, ούτε από το σημείο Α και υπό τις περιβάλλουσες πάντα περιστάσεις, δηλαδή πυκνή τροχαία κίνηση, η μαρτυρία επεξηγεί την ορατότητα της κατηγορουμένης. Πέραν των πιο πάνω, αλλά έχοντας ως δεδομένο την αδιευκρίνιστη ορατότητα της κατηγορουμένης, άλλη μια παράμετρος της υπόθεσης χρήζει επεξήγησης. Παρότι άγνωστο παραμένει εάν η κατηγορουμένη είδε ή μπορούσε να δει το μοτοσυκλετιστή πριν τη σύγκρουση, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο μέσος συνετός οδηγός εάν ευρισκόταν στη θέση της κατηγορουμένης θα ανέμενε ή όχι, οδήγηση τέτοια ως εκείνη του ΜΚ3. Άλλωστε η οδήγηση συναρτάται με την επίδειξη επιμέλειας έναντι παντός ορατού ή τουλάχιστον προβλεπτού κινδύνου (βλ. Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα, παρότι έχουν εγγενή ευχέρεια ελιγμού, οφείλουν να συμμορφώνονται με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, οι οποίοι βεβαίως απαγορεύουν το προσπέρασμα σε άσπρη συνεχή γραμμή, ενώ συνάμα επιβάλλουν όπως κάθε οδηγός κινείται όσο το δυνατό πιο κοντά προς το αριστερό τμήμα του οδοστρώματος (βλ. κανονισμό 58
(2)). Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι και η κατηγορουμένη δεν κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Εν πάση όμως περιπτώσει, η αμέλεια που η κατηγορούσα αρχή προσάπτει στην κατηγορουμένη δεν είναι αόριστη, είναι ως προς την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος της τελευταίας έναντι του ΜΚ
- Η θέση από την οποία εκκίνησε η κατηγορουμένη θα ήταν σχετική και ως εκ τούτου και η εκεί ορατότητά της, εάν η σύγκρουση ήταν μεταξύ της κατηγορουμένης και του ΜΚ
- Στη δοσμένη όμως περίπτωση η κατηγορουμένη έλαβε προτεραιότητα από το όχημα που κινείτο στη λωρίδα κυκλοφορίας που επιθυμούσε να διασχίσει. Ως εκ τούτου, η παρουσία του ΜΚ3, ασύνδετη με τα πιο πάνω, μόνο εάν είναι λογικά προβλεπτή από το μέσο συνετό οδηγό συνοδεύεται με καθήκον εύλογης μέριμνας και φροντίδας έναντι του. Στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι τέτοιος κίνδυνος, δεδομένου ότι η κατηγορουμένη έλαβε προτεραιότητα από το κυρίαρχο στην υπό κρίση λωρίδα κυκλοφορίας όχημα και εφόσον άγνωστη παραμένει η ορατότητά της αναφορικά με το ΜΚ3, δεν ήταν λογικά προβλεπτός και ως εκ τούτου η κατηγορουμένη δεν όφειλε οιονδήποτε καθήκον έναντι του μοτοσυκλετιστή (ΜΚ3). Επί του προκειμένου, σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Στυλιανού
(1996)1 ΑΑΔ 85 όπου στη σελ. 88 το ανώτατο δικαστήριο ανέφερε ότι: "Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν πρόσεξε τον εναγόμενο 2 πριν από τη σύγκρουση δεν συνιστά απαραιτήτως και έλλειψη προσοχής ή αμέλεια εκ μέρους του. Κανένας συνετός οδηγός δεν μπορούσε εύλογα να αναμένει, ιδίως λόγω της μακράς γραμμής αυτοκινήτων και στις δύο κατευθύνσεις, το εγχείρημα του εναγόμενου 2 και σίγουρα κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελής επειδή δεν έλαβε εξαιρετικές προφυλάξεις [βλ. Panayiotou ν. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215]. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν είδε τον εναγόμενο 2 πριν από τη σύγκρουση, συνιστά έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας. Εξ ίσου λανθασμένο είναι και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του εφεσείοντος να οδηγεί στην άκρως αριστερά πλευρά του δρόμου συνιστά αμέλεια. Η σύγκρουση δεν έγινε με όχημα που οδηγείτο κανονικά στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, αλλά με τη μοτοσυκλέττα του εναγόμενου 2 ο οποίος, σύμφωνα και με το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε εμπλακεί σε ένα επικίνδυνο υπό τις περιστάσεις ελιγμό [βλ. Karaolis and another ν. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310, 317]. Η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, όπως σχολιάζει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταδεικνύει ότι οδηγούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο." Από όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η απουσία μαρτυρίας αναφορικά με την ορατότητα της κατηγορουμένης, αλλά και η απρόβλεπτη και ανεπίτρεπτη ενέργεια του ΜΚ3, καθιστούν αδύνατη για το δικαστήριο τη διαπίστωση αμέλειας εν σχέσει με τις ενέργειες της κατηγορουμένης, η οποία, ως προκύπτει από τη μαρτυρία, έλαβε προτεραιότητα και κινήθηκε σιγά σιγά προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή αμελούς ενέργειας. Ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης απορρίπτεται, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο