Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Firas Abdulahmeed κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15333/2007, 19 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15333/2007 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v.
- Firas Abdulahmeed
- David Amgad Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας και της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας (1η και 2η κατηγορία). Αρνούνται και οι δύο ότι συνωμότησαν για τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων από τον 1ο κατηγορούμενο και ότι ο 2ος κατηγορούμενος βοήθησε τον 1ο στη διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας (κατηγορίες 3 και 4). Έτσι για τις κατηγορίες 3 και 4 ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς κατάδειξη της πιο πάνω θέσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες (Μ.Κ.) οι οποίοι εκτός της προφορικής τους μαρτυρίας πρόσφεραν στο δικαστήριο υπό μορφή τεκμηρίων διάφορα ταξιδιωτικά έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων όπως και τις καταθέσεις τους. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν επίσης και τα διαβατήρια που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων εκ των οποίων τα δύο Βελγικά τα οποία χρησιμοποίησαν με σκοπό την αναχώρηση τους από τη Κύπρο. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα. Στη συνέχεια σε πολύ γενικές γραμμές θα προσπαθήσω να δώσω τις βασικότερες θέσεις των δύο πλευρών οι οποίες θα μου επιτρέψουν στη συνέχεια να καταλήξω στα ευρήματα και συμπεράσματα μου. Η σύλληψη των κατηγορουμένων έγινε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 29.09.2007 όταν ο 1ος κατηγορούμενος αποπειράθηκε επιδεικνύοντας διαβατήριο που ανήκε στον αδελφό του DAVID OMAR (Τεκ. 14) κατά τον διαβατηριακό έλεγχο και ενέβαλε σε υποψίες για τη γνησιότητα του τον εκεί υπεύθυνο αστυνομικό (Μ.Κ.4). Ενώ αρχικά είχαν περάσει τον έλεγχο στη συνέχεια με πιο επισταμένο έλεγχο του διαβατηρίου και επιμονή του Μ.Κ.4 με σχετικές παραστάσεις του προς άλλο συνάδελφο του, για τις υποψίες που είχε, διαπιστώθηκε ότι πράγματι χρησιμοποίησε για να καταφέρει να περάσει από τον έλεγχο το πιο πάνω διαβατήριο το οποίο ανήκε όπως φάνηκε αργότερα στον μικρότερο αδελφό του. Όλα τα πιο πάνω τα παραδέχθηκε ο 1ος κατηγορούμενος ο οποίος ισχυρίστηκε αρχικά στην κατάθεση του ότι ήταν γνώστης της μεθόδευσης που ακολούθησαν και ο 2ος κατηγορούμενος, πατέρας του θέση από την οποία διαφοροποιήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ισχυριζόμενος ότι μεθόδευσε αυτό το ταξίδι του από μόνος του και χωρίς τη συνδρομή του πατέρα του τον οποίο στην ουσία θέλησε να παρουσιάσει ότι τον ξεγέλεσε. Προερχόταν ο ίδιος από το Ιράκ και είχαν διευθετήσει συνάντηση τους στην Κωνσταντινούπολη από όπου ήρθαν στην Κύπρο με σκοπό να αναχωρήσουν για χώρα της Ευρώπης. Όλα όσα έκαμε τα έκαμε, όπως ισχυρίστηκε, από μόνος του και προς τούτο αναλαμβάνει όλη την ευθύνη των πράξεων του. Ο 2ος κατηγορούμενος απεκδίδεται κάθε σκόπιμης ενέργειας η οποία τον ενέπλεξε στην όλη υπόθεση, καταλογίζει την ευθύνη για τη μεθόδευση της μετάβασης σε Ευρωπαϊκή χώρα του γιου του στον ίδιο και ισχυρίζεται ότι εάν γνώριζε τις προθέσεις του θα τον απέτρεπε να το κάμει εφόσον ως Ευρωπαίος πολίτης ο ίδιος, θα μπορούσε να του εξασφάλιζε νόμιμα έγγραφα για να τον πάρει μαζί του στη χώρα όπου ζει νόμιμα σήμερα με τη νέα του οικογένεια. Η μαρτυρία η οποία αποσκοπεί στην εμπλοκή του 2ου κατηγορούμενου στην όλη υπόθεση προέρχεται κατ΄αρχή από τις απαντήσεις που έδωσαν οι ίδιοι στους αστυνομικούς στα πρώτα στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης όπως τις ανέφερε ο Μ.Κ. 4 Αστ. Χρ. Μιλτιάδους και στη συνέχεια στις θεληματικές καταθέσεις που λήφθηκαν από αυτούς και επιπλέον την ανακριτική που λήφθηκε από τον 2ο κατηγορούμενο αλλά και σε περιστατική μαρτυρία. Σημαντική είναι επίσης η μαρτυρία της Μ.Κ.4 η οποία εξέδωσε τα εισιτήρια στο ταξιδιωτικό γραφείο όπου εργάζεται για τους κατηγορούμενους, με προορισμό την Αθήνα. Ο Μ.Κ.4 στις 29.09.2007 εργαζόταν στον έλεγχο των διαβατηρίων στον τομέα των αναχωρήσεων στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Είχαν παρουσιαστεί οι δύο κατηγορούμενοι με Βελγικά διαβατήρια με προορισμό τους την Αθήνα. Ο 1ος κατηγορούμενος του παρουσίασε το διαβατήριο με αριθμό EG 114448 και με στοιχεία DAVID OMAR (τεκ. 14) και με ημερομηνία γέννησης 10.09.
- Ο 2ος το διαβατήριο ΕF 583379 με στοιχεία DAVID AMGAD και ημερομηνία γέννησης του το 1956 (τεκ. 13). Πρόσεξε ότι η φωτογραφία που είχε το διαβατήριο που του επέδειξε ο 1ος κατηγορούμενος δεν έμοιαζε με το πρόσωπο που στεκόταν μπροστά του. Τους ζήτησε τα εισιτήρια με τα οποία είχαν ταξιδεύσει από το Βέλγιο στη Κύπρο και δεν είχαν να του παρουσιάσουν. Τους κάλεσε στο γραφείο για περαιτέρω διερεύνηση. Στη κατοχή του 1ου κατηγορουμένου βρέθηκε το Ιρακινό διαβατήριο τεκ. 12 στο όνομα FIRAS M. ABDULHAMEED ΚΗΑΥΑΤ με ημερ. Γέννησης 20.07.1981 όπως και ταξιδιωτικά εισιτήρια από Δαμασκό - Αμάν και από Αμάν - Κωνσταντινούπολη. Ο 2ος κατηγορούμενος ανακρινόμενος παραδέχθηκε ότι το διαβατήριο με στοιχεία DAVID OMAR ανήκει στον γιο του ο οποίος διαμένει στο Βέλγιο και δεν ήταν το άτομο που τον συνόδευε και το οποίο επίσης δήλωσε πως ήταν γιος του. Ανέφερε ότι ήθελε να βοηθήσει τον 1ο κατηγορούμενο να μεταβεί στο Βέλγιο. Ανέφεραν ότι είχαν αφιχθεί μέσω του παράνομου αεροδρομίου ERGAN πράγμα που επιβεβαιώθηκε από τις σφραγίδες σε ειδικά έντυπα που εκδίδονται από το ψευδοκράτος και τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή τους. Όταν συνέλαβε στη συνέχεια τον 1ο κατηγορούμενο για τα αυτόφωρα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντού Μετανάστευσης απάντησε ¨What my father say is true". Οι Αστ. 306 και 412 στους οποίους παραδόθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι και τα έγγραφα που είχαν βρεθεί στη κατοχή τους ανέλαβαν τη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 306 Κ. Κυριάκου ανέφερε ότι ο συνάδελφος του Αστ. 412 ανάκρινε στη παρουσία του τον 2ο κατηγορούμενο στην αγγλική γλώσσα ο οποίος παραδέχθηκε ότι το διαβατήριο στο όνομα DAVID OMAR ανήκε στον γιο του που ζει μόνιμα στο Βέλγιο και ότι το είχε φέρει μαζί του με σκοπό να βοηθήσει τον 1ο κατηγορούμενο επίσης γιο του για να μεταβεί στο Βέλγιο. Ο ίδιος μάρτυρας όταν αργότερα είχε συλλάβει τον 1ο κατηγορούμενο για τα αδικήματα που του καταλόγισε απάντησε στην αγγλική γλώσσα ¨Οκ¨ Την ίδια απάντηση έδωσε αργότερα και ο 2ος κατηγορούμενος όταν συνελήφθη. Τα διαβατήρια τα προώθησε για γραφολογικές εξετάσεις στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 412 Κ. Καραγιώργης του ΤΑΕ Λάρνακας ήταν αυτός που μαζί με τον Μ.Κ. 2 είχαν μεταβεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να αναλάβουν τη διερεύνησης της υπόθεσης. Αφού είχαν ενημερωθεί σχετικά με τα αδικήματα που είχε διαπράξει ο 1ος κατηγορούμενος και αφού διαπίστωσε ότι ο 2ος κατηγορούμενος μιλούσε πολύ καλά την αγγλική γλώσσα τον ανέκρινε προκαταρτικά σε αυτή τη γλώσσα και του παραδέχθηκε ότι απλά ήθελε να βοηθήσει τον γιο του παίρνοντας τον μαζί του στο Βέλγιο όπου διαμένει ο ίδιος μόνιμα με την οικογένεια του. Του παραδέχθηκε ότι το διαβατήριο που είχε χρησιμοποιήσει ο 1ος κατηγορούμενος ανήκε στον άλλο του γιο που διαμένει στο Βέλγιο. Ζήτησε συγνώμη για τις πράξεις του. Του ζήτησε όπως τον στείλει πίσω στο Βέλγιο και τον γιο του πίσω στο Ιράκ για να κλείσει το θέμα. Είχε καταγράψει την θεληματική κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέως στη μητρική του γλώσσα. Ο 2ος κατηγορούμενος επίσης εξέφρασε την επιθυμία να δώσει θεληματική κατάθεση στη μητρική του γλώσσα όπως και έγινε με τη βοήθεια διερμηνέως την οποία κατέγραψε. Στη συνέχεια έλαβε και ανακριτική κατάθεση με τον ίδιο τρόπο από τον 2ο κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3 Ελίτα Ιερονυμίδου διευθύντρια τουριστικού γραφείου, κατέθεσε ότι παρουσιάστηκε στο γραφείο της μόνος του ο 2ος κατηγορούμενος στις 28.09.2007 ο οποίος μιλούσε αγγλικά. Της ζήτησε δύο εισιτήρια με προορισμό χώρα της Ευρώπης. Όταν τον ρώτησε τι είχε υπόψη του, αυτός της ανέφερε 3 - 4 Ευρωπαϊκές χώρες. Κατέληξαν να εκδώσει εισιτήρια με προορισμό την Αθήνα και στη συνέχεια στη Ρώμη. Όταν του ζήτησε τα διαβατήρια αυτός του παρουσίασε δύο Βελγικά διαβατήρια λέγοντας της ότι το ένα ήταν του γιου του. Του έκδωσε τα εισιτήρια στα ονόματα που φαινόντουσαν στα διαβατήρια και στη συνέχεια αυτός μετέβη στην τράπεζα για να πάρει χρήματα όπως και έκαμε. Όταν θα έφευγε είχε προσέξει ότι συνοδευόταν ακόμα από ένα νεαρό άνδρα. Αργότερα στην αστυνομία αναγνώρισε τον 2ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είχε αποταθεί κοντά της για την έκδοση των εισιτηρίων. Η αντεξέταση των μαρτύρων που έγινε κάθε φορά από τους κατηγορούμενους περιορίστηκε ουσιαστικά στην προβολή της δικής τους θέσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε υπόψη του το σχέδιο που είχε καταστρώσει ο 1ος κατηγορούμενος να ταξιδεύσει δηλαδή με άλλο διαβατήριο σε Ευρωπαϊκή χώρα και σε κάποια δευτερεύοντα θέματα και σε λεπτομέρειες χωρίς να ενέχουν ιδιαίτερη σημασία ως προς την συνολική αντίκριση της μαρτυρίας. Ότι δηλαδή αρχικά είχαν καταφέρει να περάσουν από τον διαβατηριακό έλεγχο και ότι ήταν με επιμονή του Μ.Κ. 4 που ελέγχθηκαν πιο επισταμένα. Όλοι οι Μ.Κ. βεβαίωσαν για την καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους του 2ου κατηγορουμένου πράγμα που ο ίδιος αρνείται καθώς είναι η 5η κατά σειρά γλώσσα που γνωρίζει και τούτο το προβάλλει για να εξηγήσει ότι δεν είχαν καταγράψει οι Μ.Κ. 1 και 4 ορθά το τι τους δήλωνε κατά τα πρώτα στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης. Τις θέσεις των κατηγορουμένων τις κατέγραψα πιο πάνω. Είναι φανερό ότι διαφοροποιήθηκαν από τις γραπτές καταθέσεις που είχαν δώσει στην αστυνομία όπου παραδέχονταν τη διάπραξη των αδικημάτων. Ισχυρίστηκαν, ενώπιον του δικαστηρίου, ότι ο λόγος που δεν αντιλήφθηκε ο 2ος κατηγορούμενος όταν παρουσίασε στο ταξιδιωτικό γραφείο το γνήσιο διαβατήριο του γιου του που ευρίσκεται στο Βέλγιο για να εκδώσει εισιτήριο για τον 1ο κατηγορούμενο, ήταν ότι το τοποθέτησε ο 1ος κατηγορούμενος εν αγνοία του 2ου σε δερμάτινη θήκη αντικαθιστώντας το δικό του Ιρακινό χωρίς να το αντιληφθεί. Η όλη μεθόδευση επίδειξης αυτού του διαβατηρίου ανήκε στον 1ο κατηγορούμενο και ο 2ος κατηγορούμενος άδικα κατηγορείται. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κ. Θεμιστοκλέους εισηγήθηκε ότι τα όσα προέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι αποτελούν δεύτερες σκέψεις τους με απώτερο σκοπό να απαλλαχθεί ο 2ος κατηγορούμενος των κατηγοριών που τον βαραίνουν. Ο 2ος κατηγορούμενος επέμενε ότι όσα του αποδόθηκαν ότι είπε κατά τα πρώτα στάδια της διερεύνησης οφείλονταν στη μη καλή γνώση του της αγγλικής αλλά και του ίδιου του αστυνομικού που τον ανέκρινε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε. Δεν είχε λόγο να εμπλακεί σε μια τέτοια ιστορία όταν κάλλιστα θα μπορούσε να πάει το γιο του στο Βέλγιο δια της νόμιμης οδού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω, να ακούσω, να παρατηρήσω λόγια και αντιδράσεις εκ μέρους των μαρτύρων και των κατηγορουμένων οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση από τους μάρτυρες, τις ευκαιρίες που είχαν αυτοί να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614) θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά, εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία, και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Οι Μ.Κ. δεν είχαν κανένα λόγο να μη πουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Οι Μ.Κ.1,2, και 4, αστυνομικοί, μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους αφού διαπίστωσαν τη διάπραξη των αδικημάτων και αφού φρόντισαν σε κάθε στάδιο να συμμορφωθούν με τους δικαστικούς κανόνες και να τύχουν οι κατηγορούμενοι δίκαιης αντιμετώπισης διεξήγαγαν το ανακριτικό έργο με υποδειγματικό τρόπο. Τους κρίνω όλους αξιόπιστα πρόσωπα τα οποία με επαγγελματική ευσυνειδησία επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο χωρίς να παραβιάσουν οποιοδήποτε δικαίωμα των κατηγορουμένων. Δέχομαι εξ ολοκλήρου την μαρτυρία τους. Με την ίδια ματιά αντικρίζω και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 η οποία πολύ παραστατικά αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στα όσα διαδραματίστηκαν στο γραφείο της όταν το επισκέφθηκε ο 2ος κατηγορούμενος με σκοπό να εξασφαλίσει τα εισιτήρια. Οι κατηγορούμενοι για διάφορους λόγους δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί από το δικαστήριο. Όπως συνωμότησαν για να πετύχουν στο σκοπό τους, να καταφέρει δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος να μεταβεί σε Ευρωπαϊκή χώρα με τελικό προορισμό το Βέλγιο όπου διαμένει μόνιμα ο πατέρας του, 2ος κατηγορούμενος, έτσι συνέχισαν και αργότερα να συνωμοτούν για να παρουσιάσουν ενώπιον του δικαστηρίου μια εκδοχή η οποία θα απέβαινε προς όφελος του 2ου κατηγορούμενου ενσπείροντας αμφιβολίες στο μυαλό του δικαστηρίου για την εμπλοκή του 2ου κατηγορουμένου στην όλη μεθόδευση που ακολούθησαν. Κρίνω ότι δεν είπαν την αλήθεια και αυτό εύκολα μπορεί να συναχθεί από διάφορα γεγονότα. Πρώτο, η πλήρης διαφοροποίηση τους από τις αρχικές τους δηλώσεις και τις μετέπειτα γραπτές καταθέσεις τους κατά τη προφορική τους μαρτυρία. Δεν ισχυρίστηκαν ότι είχαν πιεστεί ή είχαν παραπλανηθεί από την αστυνομία για να δώσουν εκείνες τις καταθέσεις. Δεύτερο, δεν δόθηκε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση από τον 2ο κατηγορούμενο πως βρέθηκε να κρατεί το διαβατήριο του μικρού του γιου σε ένα ταξίδι όπου δεν τον συνόδευε. Τα όσα ακόμα λέγει στην κατάθεση του ότι ήταν τάχα για να δει τη φωτογραφία του μικρού του αδελφού ο 1ος κατηγορούμενος, για να δει πως είναι, δεν μπορούν να ευσταθούν καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να του έπαιρνε μια φωτογραφία και όχι κατ΄ανάγκη αυτή που είναι πάνω στο διαβατήριο του. Εξάλλου σε αυτό το σημείο διαφοροποιήθηκε και στη προφορική του κατάθεση όταν ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι θα έμπαινε σε μπελάδες μεταφέροντας το διαβατήριο του μικρότερου του γιου μαζί του και πως δεν θα ήταν εύκολο να επέστρεφε πίσω απλώς για να κάμει τρεις ώρες ταξίδι για να πάρει πίσω το διαβατήριο. Είναι μια λογική στη σκέψη του την οποία πράγματι δεν την αντιλήφθηκα. Γιατί αν δεν είχε πρόθεση να το χρησιμοποιήσει, όπως και το έκαμε, τότε ποιος ήταν ο κίνδυνος να κρατεί το διαβατήριο του παιδιού του σε ένα ταξίδι του; O 2ος κατηγορούμενος είχε διαφοροποιηθεί σε πλείστα σημεία στην ανακριτική του κατάθεση από όσα ανέφερε στην θεληματική του κατάθεση και αυτό σε με απέλπιδα προσπάθεια του να μην εμπλακεί στην όλη υπόθεση. Διαφοροποίηση του υπήρξε και κατά τη προφορική του μαρτυρία. Τρίτο, το ίδιο το ταξίδι και των δύο από το Ιράκ από όπου ξεκίνησε ο 1ος κατηγορούμενος και μέσω ενδιάμεσων σταθμών έφτασε στην Κωνσταντινούπολη όπου ήταν και ο τόπος της συνάντησης τους και στη συνέχεια μέσω των κατεχομένων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας στις ελεύθερες περιοχές όπου εξασφάλισαν τα εισιτήρια με προορισμό άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και με τελικό προορισμό το Βέλγιο. Τα πιο πάνω δείχνουν μια πορεία με στόχο την διαφυγή του 1ου κατηγορούμενου σε Ευρωπαϊκή χώρα. Εάν υπήρχε άλλος τρόπος νόμιμος, όπως ο 2ος κατηγορούμενος διατείνεται ότι διέθετε για να πάρει τον 1ο κατηγορούμενο στο Βέλγιο, ακολούθησε μια εντελώς λανθασμένη οδό. Πως και δεν είχε εξηγήσει στον γιο του στην ηλικία των 26 χρόνων ότι είχε αυτή τη δυνατότητα έτσι ώστε να μη προσπαθήσει με παράνομο τρόπο, ξεγελώντας τον, να το κάμει. Τέταρτο, η μετάβαση του στο τουριστικό γραφείο, πήγε μόνος και ο 1ος περιφερόταν έξω από αυτό για ευνόητους λόγους, κατά την άποψη μου, για να μη φανερωθεί η διαφορετική όψη της φωτογραφίας του διαβατηρίου από αυτή του 1ου κατηγορουμένου. Η αναζήτηση επείγουσας πτήσης για οποιονδήποτε προορισμό στην Ευρώπη. Πρότεινε τρεις - τέσσερις όπως ανέφερε η Μ.Κ.3 δείχνει την αγωνία από την οποία διακατεχόταν. Πέμπτο, οι ασάφειες που προέκυψαν από τη μαρτυρία τους ως προς το ποιος κρατούσε τα διαβατήρια, πότε και πως τελικά περιέπεσαν στη κατοχή του 2ου κατηγορούμενου. Ήταν φανερό ότι σε αυτό το σημείο και οι δύο στην αντεξέταση τους μάσησαν τα λόγια τους και αναζητούσαν απέλπιδα μια εξήγηση η οποία όμως όπως την εισηγήθηκε ο 1ος κατηγορούμενος, δεν στέκεται στη λογική. Τέλος, μου φάνηκαν και οι δύο πολύ έξυπνοι άνθρωποι και τους θεωρώ ικανούς να σκαρφίζονται τέτοια σενάρια, όπως κρίνω ότι είναι και αυτό που θέλησαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος δικαιολογώντας τη διέλευση τους από τη Κύπρο ανέφερε ότι ήταν διότι δεν είχε αρέσει η Κωνσταντινούπολη στο γιο του και ήρθαν για να περάσουν δύο ημέρες στη Κύπρο. Εφόσον όμως, όπως ανέφερε, διαφοροποιούμενος από την αρχική του κατάθεση, αυτός του έλεγε ότι διέθετε Visa με την οποία θα μπορούσε να ταξιδεύσει οπουδήποτε στην Ευρώπη, τότε γιατί δεν του πρότεινε να πάνε απευθείας στο Βέλγιο και θα έπρεπε να περάσουν έστω και για δύο ημέρες από τη Κύπρο. Καταλήγω ότι οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν ενώπιον του δικαστηρίου μια ολωσδιόλου εξωπραγματική εκδοχή και για τούτο και την απορρίπτω χωρίς κανένα ενδοιασμό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος ρυθμίζεται στο νόμο ως ακολούθως: ¨Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. ¨ Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η συνωμοσία συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης δεν απαλλάσσεται της ευθύνης, ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ένα ρόλο στη συνωμοσία αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από τη στιγμή κατά την οποία η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης, που λαμβάνουν τη μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Η συμφωνία αποδεικνύεται με μαρτυρία του γεγονότος ότι αυτή ετέθη σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή τους δράση. (βλ. R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48 στις σελ. 58-59). Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134,142 και 143 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L.328, O' Connell v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. v. Aspinnall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παράγρ. 28-4) Στη σελ. 144 της ίδιας απόφασης ειπώθηκαν τα εξής: ¨Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R.v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O' Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παρ. 28-9). Τέλος στη σελ. 149 αναφέρθηκαν και τα πιο κάτω: ¨Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Οι ενέργειες για την προώθηση της συνωμοσίας μπορεί να μη είναι από μόνες τους παράνομες¨. Η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στον Archbold Criminal Evidence and Practice, 41η έκδοση παρ. 28-7, στη σελ. 2038, αναφέρεται πως η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πως μια συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών πραγματοποιήθηκε για την προώθηση ενός παράνομου σκοπού. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι κατηγορούμενοι υιός και πατέρας μεθόδευσαν την μετάβαση του υιού από το Ιράκ στο Βέλγιο όπου διαμένει μόνιμα ο πατέρας με την νέα οικογένεια που αυτός έφτιαξε εκεί. Φάνηκε ότι διακαής πόθος τους ήταν να ξανασμίξουν. Ο 2ος κατηγορούμενος πήρε το διαβατήριο του μικρότερου του γιου και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη προς συνάντηση του με τον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος θα μετέβαινε εκεί από το Ιράκ. Από εκεί μέσω των κατεχομένων περιοχών της πατρίδας μας ήρθαν στη Κυπριακή Δημοκρατία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου ο 2ος κατηγορούμενος παίρνοντας και επιδεικνύοντας το δικό του Βελγικό διαβατήριο και αυτό του μικρού του γιου επίσης Βελγικό, εξασφάλισε δύο αεροπορικά εισιτήρια με προορισμό τη Ρώμη μέσω της Αθήνας. Κατά τον έλεγχο των διαβατηρίων και ενώ ο 2ος κατηγορούμενος πέρασε κανονικά ο 1ος κατηγορούμενος ήγειρε υποψίες στον επί καθήκοντι αστυνομικό οι οποίες οδήγησαν στην συνέχεια μετά από πιο επισταμένη έρευνα στη σύλληψη τους και την έκθεση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Προφορικά αλλά και αργότερα στις γραπτές τους καταθέσεις παραδέχθηκαν την διάπραξη των αδικημάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα και ανάγοντας τα στην νομική πτυχή της υπόθεσης κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες 3 και 4 πέραν από κάθε αμφιβολία στις οποίες και βρίσκω ένοχους τους κατηγορούμενους. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο