Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Κώστα Φακλαμά, Αρ. Υποθέσεως: 2176/07, 19.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 2176/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Κώστα Φακλαμά Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.10.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Κυριακίδης μαζί με κο Αχιλλέως Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η κατηγορία αμελούς οδήγησης που στρέφεται εναντίον του κατηγορουμένου και εδράζεται στα άρθρα 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 11.07.06, στη διασταύρωση των οδών Α. Μουζάκη και Μαραθόβουνου στις Κόκκινες στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KNC312, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες ενώ για την υπεράσπιση μοναδικός μάρτυρας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως. Ο αστ. 662 Μ Χριστοδούλου (ΜΚ1) ανέφερε ότι στις 11.07.06, μετέβη στη διασταύρωση των οδών Α. Μουζάκη και Μαραθόβουνου όπου διαπίστωσε ότι επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα. Ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα ήταν το βαν όχημα με αριθμό εγγραφής KNC312 και η μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΑΒΝ
- Στη σκηνή του δυστυχήματος ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο σκηνής (το εν λόγω σχέδιο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2) ενώ ο κατηγορούμενος, οδηγός του ενεχόμενου οχήματος, του υπέδειξε το κατά την άποψή του σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας τοποθέτησε τούτο επί του τεκμηρίου 2 με το διακριτικό στοιχείο Χ2, ενώ στο σχέδιο τοποθέτησε και την τελική θέση της μοτοσυκλέτας όπως την εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ο οποίος επίσης του υπέδειξε το κατά τη γνώμη του σημείο σύγκρουσης, σημείο που ο ΜΚ1 τοποθέτησε στο σχέδιο σκηνής με το διακριτικό στοιχείο Χ
- Τελικό σχέδιο σκηνής που ετοίμασε ο μάρτυρας κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
- Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αντρέας Χοίρας (ΜΚ2). Σύμφωνα με το μάρτυρα διαμένει στην οδό Μαραθόβουνου κοντά στο χώρο του δυστυχήματος και την επίδικη ημερομηνία, λίγο πριν τη σύγκρουση, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και είδε και αναγνώρισε τον οδηγό μιας μοτοσυκλέτας να κινείται με μεγάλη ταχύτητα. Όταν στη συνέχεια άκουσε κλάματα και φωνές, μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος όπου εκεί είδε το όχημα του κατηγορουμένου στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας του μοτοσυκλετιστή, ενώ σε συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο ο τελευταίος του είπε ότι έκοψε το δρόμο του μοτοσυκλετιστή επειδή δεν υπολόγισε την ταχύτητά του. Οι παρατηρήσεις του στη σκηνή του δυστυχήματος καθώς και η συνομιλία του με τον κατηγορούμενο αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Τρίτος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν η Σκεύη Ζανεττή (ΜΚ3). Ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτρια παρακείμενου στην εν λόγω διασταύρωση υποστατικού και ότι κατά τον επίδικο χρόνο άκουσε ένα δυνατό κτύπημα και στη συνέχεια μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος όπου είδε το ενεχόμενο στο δυστύχημα όχημα να ευρίσκεται σταματημένο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του. Και αυτή η μάρτυρας αμφισβητήθηκε ως προς τα όσα ανέφερε ότι παρατήρησε στη σκηνή του δυστυχήματος. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο Μάριος Κυπριανού (ΜΚ4). Ανέφερε ότι στις 11.07.06 στην οδό Μαραθόβουνου οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ABN964 με κατεύθυνση προς στάδιο Αντώνης Παπαδόπουλος. Η ταχύτητά του ήταν 30 με 40 χιλιόμετρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου περί τα 30 με 40 μέτρα μακριά του, είδε ένα όχημα ακινητοποιημένο στη μέση του δρόμου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με πρόθεση να στρίψει στην οδό Α. Μουζάκη. Ο ίδιος συνέχισε την πορεία του και ενώ ευρισκόταν σε απόσταση περί τα 5 μέτρα μακριά από το εν λόγω όχημα, τούτο κινήθηκε ξαφνικά με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία. Ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσυκλέτας παρά μόνο έστριψε δεξιά ως η κατεύθυνσή του. Ο μάρτυρας απέρριψε ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι αμέσως πριν το δυστύχημα οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στον πισινό μόνο τροχό και ότι όταν την προσγείωσε τούτη παρεξέκλινε της πορείας του και κτύπησε στο όχημα του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε με κατεύθυνση από Αντώνης Παπαδόπουλος προς Κόκκινες. Στο στρίψιμο προς τα Λειβάδια και ενώ είχε ορατότητα 100 έως 200 μέτρα είδε ένα μοτοσυκλετιστή να έρχεται από απέναντι, σταμάτησε, έβαλε το δείκτη του οχήματός του να δείχνει ότι θα έστριβε δεξιά ως η πορεία του και περίμενε το μοτοσυκλετιστή να περάσει. Στο τελευταίο κύρτωμα, ως η πορεία του μοτοσυκλετιστή, ο τελευταίος σήκωσε τη μοτοσυκλέτα του στον πισινό τροχό και σε απόσταση 20 περίπου μέτρα από τον ίδιο, επανέφερε τούτη στους δύο τροχούς και λόγω υπερβολικής ταχύτητας έχασε τον έλεγχο της και κτύπησε στο μπροστινό φανάρι του οχήματος που οδηγούσε. Από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού πρόδηλο είναι πως ό,τι αμφισβητείται από την υπεράσπιση δεν είναι η οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, όπως ούτε η σύγκρουση μεταξύ των δύο οδηγών. Εκείνο που αμφισβητείται είναι οι αμέσως προ του δυστυχήματος ενέργειες των δύο οδηγών που ενέχονται στο δυστύχημα. Δηλαδή, ότι ο οδηγός του οχήματος κινήθηκε ξαφνικά και απροσδόκητα προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ενώ η μοτοσυκλέτα ευρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση και ότι το όχημα αμέσως μετά το δυστύχημα και προτού μετακινηθεί κάλυπτε μεγάλο μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ΜΚ4 και περαιτέρω, ότι το δυστύχημα οφείλεται αποκλειστικά στις ενέργειες του ΜΚ4, δηλαδή ο επικίνδυνος τρόπος με τον οποίο οδήγησε τη μοτοσυκλέτα του αμέσως προ του δυστυχήματος, ως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται. Πέραν των ανωτέρω επίδικων θεμάτων ανακύπτει ακόμη ένα μείζον θέμα και δεν είναι άλλο από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επί του προκειμένου, τα σχόλια των συνηγόρων των δύο πλευρών εξετάζω πιο κάτω όπου κρίνω πρόσφορο και αναγκαίο. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού σημαντική βοήθεια παρέχει η πραγματική μαρτυρία. Το αταλάντευτο και αδιαμφισβήτητο τούτης τη μετατρέπει σε αμετάβλητο σημείο αναφοράς με το οποίο αντιδιαστέλλεται η υπόλοιπη μαρτυρία εντοπίζοντας έτσι την αξιόπιστη μαρτυρία μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Πρώτα απ' όλα, ως πραγματική μαρτυρία εκλμβάνω τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της επίδικης διασταύρωσης. Τόσο η οδός Μαραθόβουνου όσο και η οδός Α. Μουζάκη είναι δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η οδός Α. Μουζάκη καταλήγει στην οδό Μαραθόβουνου δημιουργώντας έτσι μια διασταύρωση όπως φαίνεται στο τεκμήριο
- Πραγματική μαρτυρία συνιστά και η τελική θέση στην οποία εντοπίστηκε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ4, δηλαδή ως υποδεικνύεται στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Β. Οριζοντίως το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας απέχει από το σταθερό σημείο Σ1 1,50μ., ενώ το πίσω μέρος της απέχει από το ίδιο σημείο 3,00μ. Τέλος, πραγματική μαρτυρία συνιστούν και οι ζημίες στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΝC312 εντοπίζονται στο αριστερό φτερό πάνω από τον τροχό, ενώ η μοτοσυκλέτα, η οποία κατεστράφη ολοσχερώς, έχει ως σημείο επαφής το μπροστινό μέρος της. Κρίνω ευχερέστερη την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού ξεκινώντας πρώτα από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες δεν υποδηλώνουν οτιδήποτε άλλο από προδιάθεση απόκρυψης της αλήθειας. Στο τεμήριο 6, το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι "το αυτοκίνητο το είδα σταματημένο στο δρόμο που οδηγεί προς Λειβάδια... και πιο κάτω. μετά περπάτησα και είδα το αυτοκίνητο του άλλου οδηγού που ήταν ένα άσπρο βαν και είδα ότι η μοτόρα κτύπησε πάνω στο μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου." Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του είναι εντελώς αντίθετη της ένορκης μαρτυρίας που έδωσε κατά την αντεξέταση, δηλαδή ότι "Εγώ που πήγα εκεί (δηλαδή στη σκηνή του δυστυχήματος) ήταν ακριβώς κομμένος ο δρόμος." Πώς όμως ήταν κομμένος ο δρόμος, δηλαδή η οδός Μαραθόβουνου, όταν ο ίδιος είδε το όχημα του κατηγορουμένου στο δρόμο που οδηγεί προς Λειβάδια; Του ζητήθηκε να υποδείξει στο σχέδιο σκηνής (τεκμήριο 3) το σημείο που ευρισκόταν το όχημα όταν το είδε και δεν ήταν εις θέση να πράξει τούτο. Του ζητήθηκε επίσης να εξηγήσει γιατί δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του (τεκμήριο 6) και πάλιν δεν ήταν εις θέση να δώσει εξηγήσεις. Ανάλογη διάσταση παρατηρείται και στα όσα άκουσε τον κατηγορούμενο να αναφέρει ενόσω ήταν στη σκηνή του δυστυχήματος. Ενώπιον του δικαστηρίου ήταν πεπεισμένος ότι ο ίδιος ήταν που μίλησε με τον κατηγορούμενο και τούτο παρότι στο τεκμήριο 6 αναφέρεται διαφορετικά. Ακόμη, στο δικαστήριο ο ΜΚ2 παρουσιάστηκε πρόθυμος να προσθέσει στα όσα κατ' ισχυρισμό άκουσε τον κατηγορούμενο να δηλώνει και τα δικά του συμπεράσματα, δηλαδή ότι έκοψε το δρόμο του μοτοσυκλετιστή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του είπε πως "έκοψα το δρόμο", ενώ εντέλει αποδέκτηκε πως ό,τι ο κατηγορούμενος ανάφερε είναι ότι δεν υπολόγισε την ταχύτητα του (δηλαδή του μοτοσυκλετιστή). Τέλος, η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και συγκεκριμένα του ΜΚ
- Ανέφερε ο ΜΚ2 πως όταν μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος εκεί βρισκόταν και η αστυνομία. Η αντίφαση δεν εδράζεται στην παρουσία ή μη αστυνομίας αλλά στο ότι, ο ΜΚ1 ανέφερε πως όταν μετέβη στη σκηνή (πρώτος αστυνομικός που μετέβη στη σκηνή), το όχημα του κατηγορουμένου είχε ήδη μετακινηθεί από το σημείο σύγκρουσης. Ως εκ τούτου, η αναφορά του ΜΚ2 ότι ευρίσκετο στη σκηνή του δυστυχήματος όταν ο δρόμος ήταν κομμένος και ότι εκεί ευρίσκετο και ο αστυνομικός, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται αλλά συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΚ1 που επικαλείται. Οι αντιφάσεις που υπέδειξα, καθώς επίσης η αοριστία και η ασάφεια της μαρτυρίας του ΜΚ2, καθιστούν τη μαρτυρία του ανάξια θετικής αξιολόγησης. Στη βάση όλων όσων προανέφερα τη μαρτυρία του ΜΚ2 την απορρίπτω και δεν την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αληθινή. Διαφορετική είναι η εντύπωση μου για τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής. Οι ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ4 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, διαύγεια και συνοχή. Η συνοχή της μαρτυρίας τους προκύπτει τόσο από αντιπαραβολή κυρίως εξέτασης με αντεξέταση, όσο και από συσχετισμό της μαρτυρίας τους με το σύνολο του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού και ιδιαίτερα την πραγματική μαρτυρία. Αναφορικά με τη ΜΚ3 η υπεράσπιση αμφισβήτησε τη μάρτυρα επειδή δεν γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει ελληνικά. Μάλιστα, όταν η ΜΚ3 υιοθέτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η υπεράσπιση έφερε ένσταση στην κατάθεσή του ως τεκμηρίου. Κρίνω ότι αυτή η πτυχή της υπεράσπισης δεν είναι ικανή να δημιουργήσει πλήγμα στην αξιοπιστία της μάρτυρος. Η ΜΚ3 συμφώνησε ενόρκως ότι δεν γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Σύμφωνα με την ίδια ανέφερε τούτο στον εξεταστή της υπόθεσης. Στο τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι ο παραλήπτης της κατάθεσης διάβασε τούτη στη μάρτυρα και η τελευταία την υπέγραψε ως ορθή. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι όπως φαίνεται στο πρόσωπο του τεκμηρίου 7, ο αστυφύλακας ο οποίος έλαβε τούτη την κατάθεση είναι ο ΜΚ
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικά με αυτή τη πτυχή της υπεράσπισης. Περαιτέρω, η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν περιορίστηκε στην υιοθέτηση του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Η υπεράσπιση είχε κάθε ευχέρεια να αντεξετάσει τη μάρτυρα, όπως και έπραξε. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι η ΜΚ3 πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη επειδή υπέγραψε μια κατάθεση (τεκμήριο 7) το περιεχόμενο της οποίας δεν ήταν εις θέση να διαβάσει. Τούτη η θέση της υπεράσπισης εκ προοιμίου θέτει κάθε αναλφάβητο μάρτυρα σε δυσμενή για την αξιοπιστία του θέση. Τέτοια όμως αρχή δεν υφίσταται. Ακόμη σημειώνω ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης υιοθετήθηκε μετά που η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της ενώ στη συνέχεια η κατάθεση διαβάστηκε μεγαλοφώνως από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω, από την αντεξέταση της οποίας έτυχε η ΜΚ3 δεν προκύπτει καμία διάσταση ή αντίφαση με τα όσα ανέφερε στο τεκμήριο
- Το ότι ανέφερε στο ΜΚ1 πως δεν γνωρίζει να διαβάζει ελληνικά και κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται στο τεκμήριο 7, δεν σημαίνει πως η ΜΚ3 είναι αναξιόπιστη. Η υπεράσπιση είχε κάθε ευχέρεια να αντεξετάσει σχετικά το ΜΚ
- Παρόλα ταύτα, επέλεξε να μην πράξει κάτι τέτοιο. Αυτή όμως η επιλογή δεν πρέπει να χρεωθεί εις βάρος της ΜΚ
- Είναι δυνατόν η μη αναγραφή αυτού του στοιχείου να οφείλεται σε απλή παράλειψη του ΜΚ
- Τούτος όμως ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε σχετικά. Ανάλογα ισχύουν και για τον άλλο λόγο που επικαλέστηκε η υπεράσπιση, δηλαδή ότι η αστυνομία δεν προχώρησε να λάβει σχέδιο από τη μάρτυρα αμέσως μετά το δυστύχημα στο οποίο θα υποδείκνυε που ευρισκόταν το όχημα του κατηγορουμένου, όπως η τελευταία ανέφερε στην κατάθεσή της ότι μπορούσε να πράξει. Ο ΜΚ1 δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε επί τούτου. Γιατί δεν θέλησε να αξιοποιήσει αυτή την εισήγηση της ΜΚ3, παραμένει άγνωστο για το δικαστήριο. Αυτή όμως η παράλειψη της υπεράσπισης να ερωτήσει σχετικά δεν μπορεί να χρεωθεί στους μάρτυρες. Εν σχέσει με τη θέση της ΜΚ3 ότι στη σκηνή του δυστυχήματος συναντήθηκε με το ΜΚ1 και του υπέδειξε το σημείο όπου ευρισκόταν το όχημα του κατηγορούμενου, το ότι ο ΜΚ1 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του δεν σημαίνει, δίχως άλλο, ότι η θέση της ΜΚ3 είναι ψευδής. Εν πάση περιπτώσει, η ΜΚ3 ρητά ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρη εάν επισκέφθηκε τη σκηνή με το ΜΚ1, η αναφορά της εν τη ρύμη του λόγου "εγώ πιστεύω ότι το έδειξα", δεν εκφράζει οτιδήποτε άλλο από απλή πεποίθηση. Ούτε η τυχόν σχέση της μάρτυρος με το ΜΚ4 κρίνω ότι επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι τέτοια σχέση δεν υφίσταται. Το ότι η μάρτυρας ανέφερε πως δεν γνωρίζει το ΜΚ4 και ότι δεν τον είδε πριν το δυστύχημα, ενώ ο τελευταίος ανέφερε πως μια φορά πήγε στο περίπτερο της, δεν είναι αντίφαση και ούτε δικαιολογεί τους υπαινιγμούς της υπεράσπισης πως η ΜΚ3 παρουσιάστηκε τόσο στην αστυνομία όσο και στο δικαστήριο για να βοηθήσει και να ενισχύσει την υπόθεση του ΜΚ
- Άλλωστε, και ο ΜΚ4 ανέφερε πως τη μία φορά που επισκέφθηκε το περίπτερο της ΜΚ3 πριν από το δυστύχημα, η τελευταία δεν ήταν εκεί. Η σταθερότητα της μάρτυρος, αλλά ακόμη η φυσικότητα και η ειλικρίνεια της κατά την ένορκο μαρτυρία της, δεν υπερφαλαγγίζονται και δεν εξουδετερώνονται από τους υπαινιγμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι ουδόλως συνάγονται από το μαρτυρικό υλικό. Η αντεξέταση της ΜΚ3 αναφορικά με το που ευρισκόταν το όχημα του κατηγορουμένου αμέσως μετά το δυστύχημα, ενδυναμώνει τη μαρτυρία της εφόσον με παραστατικότητα, λεπτομέρεια και σαφήνεια η μάρτυρας αιτιολόγησε τη θέση της ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επειδή όπως ανέφερε το όχημα ήταν "λοξά", "δεν ήταν ακριβώς στην αριστερή πάντα του δρόμου που έπρεπε να οδήγα αν ήταν να πάει ίσια" και "επειδή τα μούτρα του αυτοκινήτου ήταν λίγο δεξιά." Τη μαρτυρία της ΜΚ3 την αποδέχομαι στην ολότητά της. Το ίδιο θετική ήταν και η εικόνα του ΜΚ
- Ομολογουμένως, η έκφραση του μάρτυρα, δηλαδή η προφορά και η επιλογή συγκεκριμένων φράσεων για την παρουσίαση της θέσης του, ήταν λαϊκή και απλοϊκή. Τούτη όμως η απλοϊκότητα συνοδεύτηκε με φυσικότητα και επεξηγηματικότητα και κατέστησε τη μαρτυρία του αυθόρμητη και αξιόπιστη. Παρότι ο ΜΚ4 αποδέχτηκε πως η ορατότητα του ήταν πέραν των 200μ. ανέφερε πως η πρώτη φορά που είδε τον κατηγορούμενο ήταν στα 30 με 40 μέτρα. Τούτη η θέση του μάρτυρα κρίνω ότι δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Σημασία δεν έχει πότε ακριβώς ο ΜΚ4 είδε τον κατηγορούμενο, αλλά εάν ο τελευταίος ξαφνικά και απροσδόκητα εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του μάρτυρος. Περαιτέρω, η τυχόν παράλειψη του ΜΚ4 να εντοπίσει τον κατηγορούμενο από πιο μακριά δεν συνδέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ4 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στον ένα τροχό. Αυτή η θέση παρέμεινε να υποστηρίζεται μόνο από τον κατηγορούμενο. Παρεμβάλλω εδώ ό,τι αφορά και τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Παρά το μειλίχιο ύφος και τη σταθερότητα του κατηγορουμένου κατά την ένορκο μαρτυρία του, διαπιστώνω αοριστία και ασάφεια, εγγενή των όσων ανέφερε στην κατάθεσή του, τεκμήριο
- Τούτη η διαπίστωση εδράζεται στην αναφορά του κατηγορουμένου στο τεκμήριο 4, την οποία επανέλαβε στην ένορκο μαρτυρία του, ότι αφότου σταμάτησε έκανε κίνηση προς τα δεξιά για να δει απέναντι εάν έρχονταν αυτοκίνητα. Εάν ο κατηγορούμενος είχε ορατότητα πέραν των 200μ., ακινητοποίησε το όχημά του και μπροστά από τη μοτοσυκλέτα δεν υπήρχαν άλλα οχήματα, τι ήταν εκείνο που τον εμπόδιζε να εξετάσει την εξ αντιθέτου της πορείας του τροχαία κίνηση και γιατί ήταν αναγκαία η κίνηση προς τα δεξιά για να ελέγξει τούτη; Μήπως τούτη η κίνηση διενεργήθηκε όταν ο ΜΚ4 ευρισκόταν μόλις 5,00μ. μακριά; Κρίνω πως η θέση του κατηγορουμένου για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα δεν ευσταθεί. Επεξηγηματική της κίνησης που διενήργησε και της θέσης που έλαβε το όχημά του είναι η απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση, δηλαδή ότι "Έκαμα μια ελαφριά κλίση προς τα δεξιά για να πάω στο στρίψιμο." Κρίνω ότι αυτή η θέση ανταποκρίνεται στην αιτία που προκλήθηκε το δυστύχημα, σύμφωνα και με όσα ο ΜΚ4 ανέφερε. Τη στιγμή που ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα δεξιά ο ΜΚ4 ευρισκόταν μόλις 5,00μ. μακριά του και η εν λόγω κίνηση του κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Αυτή η κίνηση του κατηγορουμένου και η κλίση του οχήματός του εξάγεται και από τις ζημίες που εντοπίζονται στα δύο οχήματα εφόσον οι ζημίες επί του οχήματος του κατηγορουμένου εντοπίζονται στο αριστερό φτερό πάνω από τον τροχό, ενώ ως σημείο επαφής της μοτοσυκλέτας σημειώνεται το μπροστινό της μέρος. Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι όταν επεσυνέβη το δυστύχημα το όχημα του κατηγορουμένου δεν ήταν ευθυγραμμισμένο στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ούτε και ελαφρώς λοξά. Το όχημα του κατηγορουμένου είχε τέτοια κλίση που το αριστερό φτερό του πρόβαλλε μπροστά στο ΜΚ
- Τούτος είναι άλλωστε και ο λόγος που ο κατηγορούμενος στην ένορκο μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε, χωρίς οιανδήποτε επεξήγηση, από την κατάθεσή του αναφέροντας ως σημείο σύγκρουσης επί του οχήματός του το μπροστινό φανάρι και όχι φτερό. Επιχείρησε τοιουτοτρόπως να μετατοπίσει τη συνεπαγόμενη των ζημίων κλίση του οχήματός του. Αυτή η διάσταση στη μαρτυρία του σημειώνεται από το δικαστήριο και επενεργεί εις βάρος της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου. Ούτως ή άλλως, επαναλαμβάνω ότι η θέση του κατηγορουμένου ως προς το σημείο που ευρισκόταν το όχημά του την ώρα της σύγκρουσης, απορρίπτεται και από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ
- Πέραν τούτου, αντιφατική, ως προς την πραγματική μαρτυρία, είναι και η υπόδειξη από τον κατηγορούμενο του σημείου Χ2, ως σημείο στο οποίο ευρισκόταν ο κατηγορούμενος την ώρα του δυστυχήματος. Σημειώνω βεβαίως ότι το σημείο σύγκρουσης δεν διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη διερεύνηση του δυστυχήματος. Ούτως ή άλλως, ως αμελής οδήγηση εξάγεται από τη μαρτυρία του ΜΚ4 η ξαφνική και απροσδόκητη κίνηση του κατηγορουμένου και όχι το σημείο όπου ευρισκόταν το όχημά του πρότερων της σύγκρουσης. Δεδομένης όμως της τελικής θέσης της μοτοσυκλέτας, η οποία τοποθετείται τουλάχιστον 1,00μ. πριν το σημείο Χ2, με κατεύθυνση από λεωφόρο Παπανικολή (δηλαδή με κατεύθυνση ως η πορεία του ΜΚ4), είναι άξιο απορίας πως ο κατηγορούμενος υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το Χ
- Χωρίς οιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη να είναι αναγκαία είναι λογικό ότι δύο οχήματα που κινούνται με αντίθετη φορά και ένα εκ των οποίων να κινείται με ταχύτητα (δηλαδή η μοτοσυκλέτα), εάν η σύγκρουση δεν τα ακινητοποιήσει τότε θα ακολουθήσουν την προηγούμενη της σύγκρουσης φορά και θα ακινητοποιηθούν σε σημείο μετά από το σημείο συγκρούσεως ή πλαγίως τούτου. Με αυτή τη λογική, το Χ2 δεν μπορεί να ευρίσκεται μετά την τελική θέση της μοτοσυκλέτας. Τέλος, είμαι της γνώμης πως ούτως ή άλλως το Χ2 που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο ως σημείο σύγκρουσης, δεν διευκολύνει τη θέση του. Τούτο το σημείο ευρίσκεται 3,50μ. από την αριστερή άκρη του δρόμου ως η κατεύθυνση του κατηγορουμένου. Τούτο όμως το σημείο είναι και το αριστερότερο σημείο του οχήματος του κατηγορουμένου, δηλαδή το αριστερό φτερό τούτου. Εξάγεται λοιπόν συμπέρασμα πως το όχημα του κατηγορουμένου, ακόμη και αν πριν τη σύγκρουση ευρισκόταν στο Χ2, θα προεκτείνετο περαιτέρω προς τα δεξιά. Ήδη το σημείο Χ2 εντοπίζεται 0,10μ. εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ
- Συνεπώς, η περαιτέρω προέκταση του οχήματος του κατηγορουμένου στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ4 δυσχεραίνει περαιτέρω τη θέση του κατηγορουμένου. Καταλήγω λοιπόν πως ο κατηγορούμενος δεν είναι δυνατόν να ακινητοποίησε το όχημά του στο Χ2 αναμένοντας το μοτοσυκλετιστή να περάσει, ως ισχυρίζεται, εφόσον τούτο το σημείο παρεμβάλει δραστικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του μοτοσυκλετιστή. Για όλους τους λόγους που προανέφερα, τη μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν την αποδέχομαι και την απορρίπτω στην έκταση που τούτη διαφέρει από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ
- Δυνάμει της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα ΚΝC312 στην οδό Μαραθόβουνου, στην εξ αντιθέτου του ΜΚ4 λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ ευρισκόταν σε απόσταση 5,00 μέτρων περίπου από τη μοτοσυκλέτα του ΜΚ4, ξαφνικά και απροσδόκητα οδήγησε το όχημά του στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ο μοτοσυκλετιστής, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του και να επέλθει σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Είναι νομολογημένο πως η ξαφνική και απροσδόκητη ανακοπή της ελεύθερης πορείας οδηγού συνιστά αμέλεια. Τούτο αποδίδεται ευκρινώς στην απόφαση Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν. Νίκης Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439. Στη δοσμένη περίπτωση αιτία σύγκρουσης δεν είναι άλλη από την ανακοπή της πορείας του μοτοσυκλετιστή από τον κατηγορούμενο, ενώ η υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε ούτε και παρουσίασε οιανδήποτε μαρτυρία ότι τέτοια ανακοπή διακόπτεται και δεν συνιστά αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, δηλαδή τη σύγκρουση. Τούτη η ενέργεια του κατηγορουμένου συνιστά κατά τη γνώμη μου οδήγηση η οποία υπολείπεται του μέτρου του μέσου συνετού οδηγού εφόσον δεν πληρεί την υποχρέωση μέριμνας και φροντίδας των άλλων οδηγών, επί του προκειμένου του μοτοσυκλετιστή. Δυνάμει τούτου καταλήγω ότι υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο κατηγορούμενος. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή επιτυχώς απέδειξε τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και γι' αυτό το λόγο κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο