Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Νίκου Μελέκη, Αρ. Υποθέσεως: 1258/07, 25.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 1258/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Νίκου Μελέκη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.10.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Κούμας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την κατηγορία επί του εν λόγω κατηγορητηρίου, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι οδηγούσε αμελώς, δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Οι σχετικές λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος στις 05.05.06 στη διασταύρωση των οδών Δέσποινας και Νίκου Παττίχη, Φανερωμένης και Λεμεσού, στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής TKBK325, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Όπως θα φανεί στη συνέχεια πρόκειται για μια πολύ απλή υπόθεση η ουσία της οποίας εδράζεται στις αντικρουόμενες θέσεις των οδηγών των ενεχόμενων οχημάτων. Συνοπτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως. Ο Ανδρέας Ταξιτάρης (ΜΚ2) στις 05.05.06 οδηγούσε το όχημα ΗΚΑ027 (στη συνέχεια "το όχημα") με κατεύθυνση από λεωφόρο Δέσποινας και Νίκου Παττίχη προς λεωφόρο Λεμεσού. Σύμφωνα με το ΜΚ2 η ταχύτητά του ήταν περί τα 40 με 50 χιλιόμετρα και εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση, η οποία είναι ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας, ενόσω το φως της πορείας του ήταν πράσινο. Μόλις μπήκε μέσα στη διασταύρωση αντιλήφθηκε μικρό λεωφορείο που οδηγείτο στην εξ αντιθέτου κατεύθυνση να στρίβει δεξιά, ως η κατεύθυνση του λεωφορείου και να του ανακόπτει την πορεία. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η υπεράσπιση αμφισβήτησε το ΜΚ2 εφ' όλης της ύλης και συγκεκριμένα του υπέβαλε ότι εισήλθε στη διασταύρωση ενόσω το φως της πορείας του ήταν κίτρινο, ότι η ταχύτητα του υπερέβαινε τα 50km και ότι ομιλούσε με κινητό τηλέφωνο και ως εκ τούτου δεν επιδείκνυε δέουσα παρατηρητικότητα. Πέραν του ΜΚ2 σχετική είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ1). Ο εν λόγω μάρτυρας μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος μετά τη σύγκρουση και ετοίμασε τόσο πρόχειρο όσο και τελικό σχέδιο σκηνής (τα εν λόγω σχέδια κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα), ενώ ακόμη μετέφερε στο δικαστήριο όλες τις παρατηρήσεις του αναφορικά με τη σκηνή του δυστυχήματος. Στον αντίποδα, ο κατηγορούμενος αφότου κλήθηκε από το δικαστήριο σε απολογία κατέθεσε ενόρκως. Σύμφωνα με τον ίδιο στις 05.05.06 οδηγούσε το minibus με αριθμό εγγραφής ΤΚΒΚ325 (στη συνέχεια "το λεωφορείο"), με κατεύθυνση από λεωφόρο Λεμεσού προς λεωφόρο Φανερωμένης. Προσεγγίζοντας τη διασταύρωση οδήγησε το λεωφορείο στη δεξιότερη λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του με πρόθεση να στρίψει δεξιά και φθάνοντας στη διασταύρωση ελάττωσε ταχύτητα μέχρις ότου ακινητοποιήσει τούτο εις αναμονή διέλευσης των εξ αντιθέτου διερχόμενων οχημάτων. Ενόσω ευρισκόταν ακινητοποιημένος, το τρίτο όχημα που ήλαυνε από την αντίθετη κατεύθυνση, κατέπεσε πάνω στο λεωφορείο του και η σύγκρουση ήταν μετωπική. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Καθοριστικός δείκτης αποτίμησης της αξιοπιστίας αλλά και της αξιολόγησης των μαρτύρων είναι και η πραγματική μαρτυρία. Δικαιωματικά διαδραματίζει τούτο το ρόλο ένεκα του χαρακτήρα της ο οποίος οδηγεί σε εξαγωγή αδιαμφισβήτητων συμπερασμάτων (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Στη δοσμένη περίπτωση ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω πρώτα απ' όλα τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της διασταύρωσης όπου συνέβη το δυστύχημα. Πρόκειται για διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας όπου τόσο η κατεύθυνση του οχήματος όσο και του λεωφορείου έχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Πραγματική μαρτυρία συνιστά και η τελική θέση ενός εκάστου των ενεχομένων οχημάτων, θέσεις οι οποίες στο τεκμήριο 3 υποδεικνύονται με τα διακριτικά στοιχεία Α1 και Β2, για λεωφορείο και όχημα αντίστοιχα. Τέλος, πραγματική μαρτυρία είναι και οι ζημίες που προκλήθηκαν τόσο στο λεωφορείο όσο και στο όχημα. Στο μεν λεωφορείο εντοπίζονται σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος με το κυρίως κτύπημα στην μπροστινή αριστερή γωνία, ενώ στο δε όχημα σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος και γδαρσίματα στη δεξιά πλευρά, ενώ σε αυτή την περίπτωση η κυρίως ζημία εντοπίζεται στη μπροστινή δεξιά γωνία. Οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Κατ' αρχάς, οι θέσεις τους, οι οποίες παρουσιάστηκαν με σαφήνεια και επεξηγηματικότητα, ταυτίζονται και δεν συγκρούονται. Περαιτέρω, η μαρτυρία τους είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και υπερβολών και όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, ενισχύεται και από την πραγματική μαρτυρία. Καθ' όλα αντίθετη είναι η άποψη που απεκόμισα για τον κατηγορούμενο. Εν πρώτοις, σημειώνω τις παλινδρομήσεις του κατηγορουμένου σε ότι αφορά τη θέση όπου ευρισκόταν κατά τη σύγκρουση. Ενώπιον του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πριν τη σύγκρουση το λεωφορείο που οδηγούσε ευρισκόταν ακινητοποιημένο στο χώρο όπου στο τεκμήριο 3 αναγράφεται το γράμμα Ν. Στη συνέχεια και πάλιν κατά την ένορκο μαρτυρία του, αντ' αυτού που υπέδειξε ενωρίτερα, ανέφερε ότι ευρισκόταν στο σημείο Χ1, για να καταλήξει τελικά ότι ευρισκόταν στο σημείο Ν. Αυτή η αμφιταλάντευση του κατηγορουμένου, ούτως ή άλλως καταστροφική της αξιοπιστίας του για το υπό κρίση θέμα, δεν αφορά μόνο την ένορκο μαρτυρία του. Στο τεκμήριο 5 (συμπληρωματική κατάθεση του κατηγορουμένου, ημερομηνίας 25.05.06) αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος όπου υπέδειξε στο ΜΚ1 το σημείο σύγκρουσης, δηλαδή και το σημείο όπου σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ακινητοποίησε το λεωφορείο του. Επί του προκειμένου, ο ΜΚ1 ανέφερε στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το σημείο που στο τεκμήριο 3 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ
- Ο ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου. Καταλήγω ότι τούτη η στάση του κατηγορουμένου κατά την ένορκο μαρτυρία του, αλλά και η ανεξήγητη διαφοροποίηση της θέσης του από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5, όπως και η μη σχετική αμφισβήτηση του ΜΚ1, αφαιρεί κάθε υπόβαθρο αξιολόγησης του εν λόγω ισχυρισμού. Η διάσταση και η διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων θέσεων του κατηγορουμένου, ως διαπιστώθηκαν από το σύνολο της μαρτυρίας του στο δικαστήριο αλλά και τη φτωχική φυσική παρουσία του, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η μαρτυρία του. Όπως προανέφερα, η όλη υπόθεση εδράζεται στις αντικρουόμενες θέσεις των δύο οδηγών. Πέραν των όσων η υπεράσπιση καταλογίζει στο ΜΚ2, είναι κατανοητό ότι κρίσιμο για την όλη υπόθεση ερώτημα παραμένει το σημείο σύγκρουσης. Το εν λόγω ερώτημα χρήζει απάντησης εφόσον οι δύο οδηγοί συνέδεσαν τη διενέργεια του δυστυχήματος σε συγκεκριμένο κατά τον ισχυρισμό τους σημείο σύγκρουσης με ιδιαίτερο τρόπο οδήγησης του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα οδηγού. Εν προκειμένω, αφενός ο ΜΚ2 καταλογίζει στον κατηγορούμενο οδήγηση που συνιστά ανακοπή πορείας, με σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ, αφετέρου ο κατηγορούμενος ανταποδίδει στο ΜΚ2 οδήγηση που υπολείπεται της αναμενόμενης και η οποία κατέληξε σε μετωπική σύγκρουση στο σημείο Ν. Πέραν της προαναφερόμενης ατομικής για κάθε μάρτυρα κρίσης, φωτεινός οδηγός εξιχνίασης της αλήθειας που δυνατό να κρύβεται πίσω από καθεμία των εκατέρωθεν θέσεων, είναι η πραγματική μαρτυρία. Και σε αυτή τη διάσταση της διερεύνησης των θέσεων του κατηγορουμένου διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του πάσχει. Η ύπαρξη τόσο των ιχνών πλάγιας ολίσθησης, όσο και των τελικών θέσεων των ενεχόμενων οχημάτων, αλλά και οι ζημίες επί τούτων, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Τούτα τα στοιχεία εκπέμπουν λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο που προκλήθηκε η σύγκρουση, η αποκωδικοποίηση των οποίων καταλήγει στο σημείο Χ ως σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με την αναμφισβήτητη θέση του ΜΚ1, μοναδικά στη σκηνή ίχνη πλάγιας ολίσθησης, είναι εκείνα που στο τεκμήριο 3 περιγράφονται ως Β
- Τούτα τα ίχνη ξεκινούν από το σημείο Χ, ενώ μεταξύ Χ και Χ1 δεν εντοπίζεται κανένα ίχνος. Δεν υποβλήθηκε στο ΜΚ1 αλλά ούτε ερωτήθηκε κατά πόσο στο σημείο Ν εντοπίζονται ίχνη πλάγιας ολίσθησης που καταλήγουν στο Β2, τελική θέση του οχήματος. Η συσσώρευση αυτών των δεδομένων αποκλείει ως σημείο σύγκρουσης οιονδήποτε σημείο πλην του Χ, εφόσον τα αδιάκοπτα ίχνη πλάγιας ολίσθησης που καταλήγουν στην τελική θέση του οχήματος έχουν ως αφετηρια το Χ και όχι οιονδήποτε άλλο σημείο. Προκύπτει έτσι, εν αντιθέσει με όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε, ότι η σύγκρουση έλαβε χώραν στο σημείο Χ και όχι οπουδήποτε αλλού. Εάν ίσχυε διαφορετικά, τα εν λόγω ίχνη θα ξεκινούσαν από το Χ1 ή το Ν, δηλαδή τις δύο θέσεις που ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ακινητοποίησε το λεωφορείο του. Ως προς τον τρόπο που διενεργήθηκε η σύγκρουση, δηλαδή μετωπική ή άλλως πως, και πάλιν καταλυτικής σημασίας είναι η πραγματική μαρτυρία. Οι ζημίες στα ενεχόμενα οχήματα, παρότι και στα δύο εντοπίζονται σε όλο το μπροστινό μέρος, όπως επεξηγήθηκε από το ΜΚ1 και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η κυρίως ζημία καθενός εκ των δύο εντοπίζεται στο μεν λεωφορείο στην αριστερή τούτου γωνία, στο δε όχημα στη δεξιά. Επί του οχήματος εντοπίστηκαν επίσης γδαρσίματα στη δεξιά πλευρά. Τούτες οι ζημίες και πάλιν απορρίπτουν τη θέση του κατηγορουμένου περί μετωπικής σύγκρουσης, εφόσον οι κυρίως ζημίες φανερώνουν ότι αφενός το λεωφορείο επιχειρούσε στροφή δεξιά, ως η πορεία του, γι' αυτό και η πλευρά που πρόβαλε απέναντι στο όχημα του ΜΚ2 ήταν η αριστερή και κτυπήθηκε περισσότερο, αφετέρου το όχημα κινείτο ευθεία και κατά τη σύγκρουση επιχείρησε στροφή αριστερά, ως η πορεία του, εξ' ου και η παρουσία γδαρσιμάτων στην αντίθετη του δυστυχήματος πλευρά, δηλαδή τη δεξιά, καθώς επίσης και τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου την οποία κρίνω όχι μόνο αόριστη και ασαφή αλλά και πλαστή και εξωπραγματική που στόχο είχε τη χαλιναγώγηση του δικαστηρίου, όχι στην αναζήτηση της αλήθειας αλλά στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. Στην έκταση που η εν λόγω μαρτυρία αντικρούεται της αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, την απορρίπτω και δεν την αποδέχομαι. Δυνάμει των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω ότι το δυστύχημα έλαβε χώραν στη σημείο που στο τεκμήριο 3 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ και προκλήθηκε ένεκα της ξαφνικής και απροσδόκητης εισόδου του λεωφορείου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, έμπροσθεν του οχήματος του ΜΚ
- Περαιτέρω, είναι νομολογημένο ότι ξαφνική και απροσδόκητη ανακοπή της ελεύθερης πορείας οδηγού συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439). Παρόλα ταύτα, ανακοπή ελεύθερης πορείας δυνατό να μη συνιστά αμέλεια εάν και εφόσον δεν συνιστά αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα. Κρίνω αυτό το σημείο ως το καταλληλότερο για να υποδείξω ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου κρίθηκε αναξιόπιστη. Μαρτυρία άλλη η οποία να υποστηρίζει τις θέσεις της υπεράσπισης περί υπερβολικής ταχύτητας του ΜΚ2, χρήσης κινητού τηλεφώνου ή διέλευσης της διασταύρωσης ενόσω ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του έδειχνε χρώμα άλλο από πράσινο, δεν υφίσταται. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης καταλήγω ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων προκλήθηκε ένεκα της προαναφερόμενης και μόνο οδήγησης του κατηγορουμένου. Δυνάμει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο