← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Αθηνούλας Χ"Μπέη, Αρ. Υποθέσεως: 7703/07, 29.10.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Αθηνούλας Χ"Μπέη, Αρ. Υποθέσεως: 7703/07, 29.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 7703/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Αθηνούλας Χ"Μπέη Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 29.10.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για την κατηγορουμένη: κος Κ. Σέργη Κατηγορουμένη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, δηλαδή οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 23.02.07 στη λεωφόρο Γρ. Διγενή στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KNW592, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ήγειρε θέμα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ο κος Σέργη ρητά ανέφερε πως μοναδικός λόγος στον οποίο εδράζει το αίτημά του είναι η μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος και συγκεκριμένα εκείνου της αμελούς πράξης. Όπως υπέδειξε η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αποδεικνύει οιονδήποτε στοιχείο που να κρίνεται ως αμελής ενέργεια. Ανέφερε πως δεν αποδείχθηκε υπερβολική ταχύτητα όπως ούτε η εμβέλεια της ορατότητας της κατηγορουμένης, ενώ αμέσως μετά το δυστύχημα, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, η κατηγορουμένη ακινητοποίησε το όχημά της. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Πίπη, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι έχει αποδειχθεί το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Εν προκειμένω, ανέφερε ότι προκύπτει από το τεκμήριο 4, κατάθεση της κατηγορουμένης, ότι η οδηγός δεν αντιλήφθηκε την πεζή πριν από το δυστύχημα. Συνάγεται τοιουτοτρόπως, σύμφωνα πάντα με την κα Πίπη, έλλειψη προσήκουσας προσοχής. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια εν σχέσει με το αίτημα. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annser). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η παρουσίαση τέτοιας κατάθεσης στο δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας, δεν συνιστά αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντως και όχι κατ' επιλογή. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές στρέφομαι τώρα σε εξέταση του μαρτυρικού υλικού. Πρόκειται για μια πολύ απλή υπόθεση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η κατηγορουμένη ήτο ακινητοποιημένη στην οδό Χρ. Ιακωβίδη, η οποία οδός ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Όταν η πορεία της κατηγορουμένης έλαβε δικαίωμα εισόδου εντός της διασταύρωσης, η τελευταία οδήγησε το όχημά της με κατεύθυνση δεξιά ως η πορεία της, δηλαδή προς τη λεωφόρο Γρ. Διγενή με κατεύθυνση την πυροσβεστική. Ο Κυριάκος Νικολάου (ΜΚ3) ευρίσκετο με το όχημά του ακινητοποιημένος στη λεωφόρο Γρ. Διγενή με κατεύθυνση προς πυροσβεστική, δηλαδή αριστερά της θέσης που ευρισκόταν η κατηγορουμένη. Σύμφωνα με το ΜΚ3, κατά τον εν λόγω χρόνο, αντιλήφθηκε την Κωνσταντία Χριστοδουλίδου (ΜΚ2) να ευρίσκεται στο αριστερό άκρο της λεωφόρου Γρ. Διγενή πεζή και να επιχειρεί να διασταυρώσει. Η αναφορά σε αριστερό άκρο της λεωφόρου Γρ. Διγενή με κατεύθυνση πάντα ως η πορεία τόσο του ΜΚ3 όσο και της κατηγορουμένης. Σύμφωνα τόσο με το ΜΚ3 όσο και με την πεζή, Κωνσταντία Χριστοδουλίδου (ΜΚ2), με την είσοδο της τελευταίας στο δρόμο και αφότου έκανε ένα με δύο βήματα κτυπήθηκε από το όχημα της κατηγορουμένης. Ο Μιχάλης Βαρνάβα (ΜΚ4), επίσης αυτόπτης μάρτυρας του εν λόγω δυστυχήματος, είχε κατεύθυνση ως ο ΜΚ3. Είδε και αυτός με τη σειρά του το όχημα της κατηγορουμένης να κτυπά την πεζή. Ο αστυφύλακας 89 Λ. Εγγλέζου (ΜΚ1) είναι ο εξεταστής του εν λόγω δυστυχήματος. Μετέφερε στο δικαστήριο τις παρατηρήσεις του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ορατότητα οδηγού ως η πορεία της κατηγορουμένης, δηλαδή από την οδό Χρ. Ιακωβίδη μέχρι το πίσω δεξιό φανάρι του οχήματος της κατηγορουμένης, ως τούτο εντοπίστηκε στην τελική του θέση, είναι 23,00μ. Σύμφωνα με το ΜΚ1 το σημείο συγκρούσεως απέχει από το αριστερό άκρο του πεζοδρομίου που περιβάλλει τη λεωφόρο Γρ. Διγενή 2,40μ. Πλησίον του ιδίου πεζοδρομίου εντόπισε κηλίδες αίματος της πεζής. Τέλος, επί του οχήματος της κατηγορουμένης, δηλαδή στο μπροστινό καπό, εντόπισε βούλωμα. Από το τεκμήριο 4, κατάθεση της κατηγορουμένης, προκύπτει ότι μπροστά από το όχημα της όταν τούτο ήταν ακινητοποιημένο στα φώτα της οδού Χρ. Ιακωβίδη υπήρχε άλλο όχημα και ότι μόλις η κατηγορουμένη έστριψε, άκουσε ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος του οχήματός της και ταυτόχρονα είδε την πεζή πάνω στον ανεμοθώρακα τούτου. Από το σύνολο της ακροαματικής διαδικασίας και ιδιαίτερα την αντεξέταση στην οποία η υπεράσπιση υπέβαλε τους μάρτυρες, είναι αντιληπτό ότι μοναδικό υπό αμφισβήτηση συστατικό στοιχείο του αδικήματος, είναι η τυχόν αμέλεια της κατηγορουμένης και όχι οιονδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως κρίνω πως τα λοιπά του αδικήματος συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Περαιτέρω, ούτε διαπιστώνω οιανδήποτε αντινομικότητα του μαρτυρικού υλικού η οποία να καθιστά ανεπίτρεπτη σε αυτό το στάδιο την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, εστιάζω την προσοχή μου μόνο στο εγερθέν ζήτημα, δηλαδή την τυχόν απόδειξη αμέλειας εκ μέρους της κατηγορουμένης. Το άρθρο 8 του Ν.86/72, δια του οποίου ο νομοθέτης ποινικοποίησε την αμελή οδήγηση, αναφέρει τα εξής: "Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης". Από το εν λόγω άρθρο συνάγεται πως η οδήγηση είναι συνηφασμένη τόσο με την επίδειξη κατάλληλης επιμέλειας και προσοχής όσο και με την επίδειξη εύλογης μέριμνας. Τι συνιστά κατάλληλη επιμέλεια, με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η υποχρέωση προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428), ενώ περαιτέρω, καθήκον επιμέλειας έχουν τόσο οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων, όσο και οι πεζοί (βλ. Triftarides n. Police
(1968)2 CLR 140, 144). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω εύλογα τίθεται το ερώτημα ποιες ήταν εκείνες οι ενέργειες της οδηγού, δηλαδή της κατηγορουμένης, οι οποίες εάν παραμείνουν ανεξήγητες, δηλαδή αναπάντητες ως προς το εύλογο της διενέργειας τους, δυνατό να οδηγήσουν την τελευταία σε καταδίκη. Είναι νομολογημένο ότι η ταχύτητα αφ' εαυτής, χωρίς δηλαδή να συνδεθεί αιτιωδώς με τη διάπραξη του δυστυχήματος, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα αμελούς οδήγησης (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 113). Εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση κανένα στοιχείο δεν οδηγεί σε συμπέρασμα υπερβολικής ταχύτητας ή ταχύτητας η οποία υπό τις περιστάσεις να συνιστά αμέλεια. Η αναφορά μου στις περιβάλλουσες της παρούσης περιστάσεις με οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα, δηλαδή την τυχόν μη επίδειξη προσήκουσας προσοχής από την κατηγορουμένη. Για την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος πρέπει να ευρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου τα κατάλληλα στοιχεία. Μεταξύ αυτών των στοιχείων συγκαταλέγεται και η εμβέλεια της ορατότητας του εκάστοτε οδηγού. Στη δοσμένη περίπτωση η μοναδική μαρτυρία εν σχέσει με αυτή την ορατότητα προέρχεται από το ΜΚ
  1. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι αναφορές των ΜΚ3 και ΜΚ4 που επίσης ευρίσκονταν στη σκηνή, δεν οδηγούν σε συμπέρασμα ορατότητας εφόσον σχετικό δεν είναι κατά πόσο εκείνοι μπορούσαν να δουν την πεζή από τη θέση που ευρίσκονταν, αλλά εάν η κατηγορουμένη είχε τέτοια ευχέρεια. Υπενθυμίζω ότι η κατηγορουμένη ευρισκόταν σε θέση άλλη από εκείνη όπου ευρίσκονταν οι ΜΚ3 και ΜΚ
  2. Σε ότι αφορά τη θέση της κατηγορουμένης ο ΜΚ1 έδωσε ως ορατότητα εκείνη των 23,00μ. την οποία ταύτισε με την απόσταση που είχε το όχημα της κατηγορουμένης από το σημείο από όπου ξεκίνησε, δηλαδή από τα φώτα τροχαίας της οδού Χρ. Ιακωβίδη, μέχρι το δεξιό πίσω φανάρι της τελικής θέσης που έλαβε τούτο μετά το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 ανέφερε μάλιστα ότι αυτή η απόσταση ισχύει εφόσον δεν παρεμβάλλεται από εμπόδια. Τούτη η μαρτυρία κρίνω ότι ουδόλως αποδεικνύει κατά πόσο η κατηγορουμένη μπορούσε να δει την πεζή και παρέλειψε να πράξει τούτο. Ζητούμενο δεν είναι η απόσταση μέχρι το πίσω δεξιό φανάρι του οχήματός της στην τελική τούτου θέση, αλλά η ορατότητα της κατηγορουμένης, εάν υπήρχε, μέχρι το σημείο που συγκρούστηκε με την πεζή. Άγνωστο παραμένει αυτό το στοιχείο ενώ καμία άλλη μαρτυρία, δηλαδή πέραν του ΜΚ1, δεν δίδει έρεισμα διαπίστωσης ότι η κατηγορουμένη μπορούσε πρότερων του δυστυχήματος να δει την πεζή. Ούτε η αναφορά της κατηγορουμένης στο τεκμήριο 4 βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Διαφορετική θα ήταν η περίπτωση εάν η κατηγορούσα αρχή απεδείκνυε ότι η κατηγορουμένη είχε ορατότητα εφόσον η αποτυχία εντοπισμού της πεζής θα σήμαινε παράλειψη προσήκουσας προσοχής. Στη δοσμένη όμως περίπτωση τέτοια ορατότητα δεν αποδείχθηκε. Κρίνω σκόπιμο να τονίσω εδώ ότι το σημείο που ο ΜΚ1 ανέφερε ως σημείο σύγκρουσης απέχει 2,40μ. από το αριστερό πεζοδρόμιο. Παρότι η κατάληξη σε τούτο το σημείο δεν επεξηγήθηκε από το ΜΚ1 η υπεράσπιση δεν το αμφισβήτησε. Είμαι της γνώμης ότι η ύπαρξη αυτής της απόστασης δεν προσθέτει αφ' εαυτής στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Έχω αυτή την άποψη εφόσον τούτο το σημείο δεν απέχει πολύ μακριά από την άκρια του πεζοδρομίου, συνάδει με τη θέση της ΜΚ2 ότι με την είσοδό της στο δρόμο διενήργησε ένα με δύο βήματα, ενώ περαιτέρω εντοπίζεται περίπου στο κέντρο του οχήματος της κατηγορουμένης και ως εκ τούτου, δεν δίδει έρεισμα ότι η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να δει την πεζή, ή ακόμη να αποφύγει τούτην και παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο. Κρίνω ότι σχετικές με την παρούσα υπόθεση είναι οι αποφάσεις Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 134 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1. Σε αυτή την τελευταία απόφαση στη σελίδα 5 αναφέρθηκε ότι "Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός ήταν αμελής δεν συνδέεται με παράλειψη εκπληρώσεως οποιουδήποτε καθήκοντος προς τον παραπονούμενο. Ούτε ήταν δυνατό να τεκμηριωθεί τέτοιο συμπέρασμα ενόψει του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός δεν είχε την ευχέρεια να προσέξει την ύπαρξη του παραπονούμενου στο δρόμο." Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Αδυναμία διαπίστωσης επαρκούς για την κατηγορουμένη ορατότητας δεν δικαιολογεί εύρημα αμέλειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει οιανδήποτε ενέργεια από μέρους της κατηγορουμένης η οποία αντικειμενικά κρινόμενη να θεωρείτε αμελής. Ως εκ τούτου, κρίνω πως το αίτημα για μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή αμελούς πράξης ευσταθεί και γι' αυτό το λόγο απορρίπτω την κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη, την οποία αθωώνω και απαλλάσσω. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.