Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργος Παϊτής, Αρ. Υπόθεσης:19346/06, 1 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19346/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Γιώργος Παϊτής Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Δημητρίου. Κατηγορούμενος παρών E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μετά την απόσυρση της 1ης κατηγορίας την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1 - 31/1/2005 στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Εφραίμη Εφραίμ από τη Λάρνακα το ποσό των £2000=, ψευδείς παραστάσεις συνισταμένας εις το ότι τον έπεισε και του έδωσε το πιο πάνω ποσό για να εισαγάγει πιεσόμετρα από το εξωτερικό παρουσιαζόμενος σαν γιατρός ενώ ούτε γιατρός είναι ούτε πιεσόμετρα εισήγαγε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον παραπονούμενο (ΜΚ1). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ψυχολόγος. Οι καταθέσεις του Μ.Κ.1, η αρχική και ακολούθως συμπληρωματική τις οποίες αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο τους ως ορθό, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Στη πρώτη του κατάθεση την οποία έδωσε στις 3.8.2006 αναφέρει ότι είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο τα τελευταία 2-3 χρόνια ο οποίος είναι ψυχίατρος. Κατά τον Ιανουάριο του 2005 σε συνάντηση που είχαν στο μαγαζί κάποιου φίλου του, του Γιαννάκη Χ¨ Κωνσταντή, του είχε αναφέρει ότι κάνει εισαγωγές πιεσόμετρων τα οποία πωλεί σε φαρμακεία και είναι μια επικερδής επιχείρηση. Τον προέτρεψε να βάλουν από μισά για μια τέτοια εισαγωγή και να μοιραστούν τα κέρδη. Επειδή γνώριζε ότι ήταν γιατρός και επειδή τα πιεσόμετρα ήταν κάτι που είχαν σχέση με τη δουλειά του, τον είχε πείσει και μετά από 2-3 ημέρες του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.2.000= σε μετρητά. Στη συνέχεια κατά διαστήματα του τηλεφωνούσε και τον ρωτούσε για τα πιεσόμετρα αν παραλήφθηκαν και αυτός του έλεγε ότι θα ερχόντουσαν σε λίγο καιρό, μέχρι που αντιλήφθηκε ότι ο σκοπός του ήταν να τον εξαπατήσει και να του πάρει τα λεφτά του και όχι να συνεργαστούν για τις εισαγωγές που του είχε πει. Την τελευταία φορά που είχαν επικοινωνία του είπε ότι δεν θα γινόταν η εισαγωγή και ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα του πράγμα που δεν έκαμε μέχρι και την ημερομηνία της κατάθεσης του και προς τούτο είχε παράπονο. Για τα χρήματα που του έδωσε δεν υπέγραψαν κανένα συμβόλαιο ή του έδωσε άλλη γραπτή απόδειξη. Η συμπληρωματική κατάθεση (τεκ. 2) αφορούσε άλλη κατάθεση που είχε δώσει προηγουμένως στις 26.02.2006 και η οποία δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και όχι το τεκ. 1, έχει ημερομηνία 28.02.2006 και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.400= που του χρωστούσε ο κατηγορούμενος το οποίο παραδεχόταν στην κατάθεση του ότι έλαβε σε μετρητά εκείνη την ημέρα και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον οποιονδήποτε παράπονο από αυτόν και ούτε ήθελε να πάει η υπόθεση στο δικαστήριο γιατί είναι φίλος του. Κατά την προφορική του μαρτυρία και συμπληρωματικά των πιο πάνω ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο τον γνώρισε μέσω κοινού τους φίλου και του είχε συστηθεί ως γιατρός, ανέφερε ότι δεν έχει πάρει πίσω το ποσό των Λ.Κ.2.000=. Πείστηκε να συνεργαστεί μαζί του για να εισαγάγουν πιεσόμετρα καθώς ήταν κάτι που σχετιζόταν με το επάγγελμα του ως ιατρού. Για το ποσό των Λ.Κ.400= που αναφέρεται στη συμπληρωματική του κατάθεση ανέφερε ότι αφορούσε ένα άλλο ποσό για το οποίο δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση. Ο κατηγορούμενος του είχε υποσχεθεί ότι μέχρι το τέλος Μαΐου θα του ξοφλούσε το ποσό των Λ.Κ.2.000= που του χρωστούσε. Εάν του επέστρεφε τα χρήματα δεν θα είχε πλέον κανένα παράπονο καθώς δεν ήθελε να πάει φυλακή ο κατηγορούμενος, αυτή την πρόθεση του εξέφρασε στη παρουσία του κατηγορούμενου και αστυνομικών. Είχε διαπιστώσει ότι η συμφωνία τους είχε ναυαγήσει λίγο πριν πάει στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση, πιθανόν στις αρχές του
- Στην αρχή της αντεξέτασης του ανέφερε ότι η συμφωνία τους είχε ναυαγήσει αρχές του 2006 και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο. Παραδέχθηκε ότι ήταν φίλος με κάποιο αστυνομικό που ήταν γιός του τότε Βοηθού Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ο οποίος προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει να εισπράξει το λαβείν του από τον κατηγορούμενο. Είχε γίνει μάλιστα και συνάντηση του με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του Βοηθού Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας τον Αύγουστο του
- Σε εκείνη τη συνάντηση παραδέχθηκε ότι είχε πει πως δεν είχε παράπονο και απαίτηση για το ποσό των Λ.Κ.400= και μόνον. Είχε πάει, όπως ανέφερε κάποια φορά στο σπίτι του κατηγορούμενου αλλά αυτό είχε γίνει πριν του δώσει τα χρήματα. Παραδέχθηκε ότι ήταν φίλοι με τον κατηγορούμενο και ότι είχαν πάει και κρουαζιέρα μαζί καθώς έκαναν τότε και παρέα. Διευκρίνισε ότι όταν έλεγε στην κατάθεση του τεκ. 2, ότι δεν είχε παράπονο εννοούσε για το ποσό των Λ.Κ.400= το οποίο αφορούσε ένα άλλο χρέος του κατηγορουμένου σε αυτόν. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου του είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.2.000= και αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι είχε πει ότι θα εισπράξει διπλά το ποσό που είχε δώσει στον κατηγορούμενο. Δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχολόγος στο επάγγελμα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του παραπέμποντας στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή και σε σχετική νομολογία, ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος και έτσι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από αυτό το στάδιο. Η άποψη του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν διαμετρικά αντίθετη υποστηρίζοντας ότι με βάσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κάλεσε το δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο κ. Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. Όταν συντρέχει η δεύτερη περίπτωση τότε: (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο δικαστήριο λογική αμφιβολία, το δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Το αδίκημα βασίζεται στα Άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 τα οποία παραθέτω πιο κάτω: Άρθρο 297: ¨Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.¨ Άρθρο 298: ¨Όποιος με οποιανδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων¨ Είναι φανερό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από τα πιο πάνω άρθρα είναι τα ακόλουθα (βλ. Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202) : Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η γνώση του κατηγορουμένου ότι η εν λόγω παράσταση είναι ψευδής, η απόκτηση οτιδήποτε που μπορεί να αποτελεί ή που είναι αντικείμενο κλοπής συνεπεία της ψευδούς παράστασης, και ο σκοπός να είναι η καταδολίευση. Ο Μ.Κ.1 στη κατάθεση του τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του δικαστηρίου ανέφερε ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο 2 - 3 χρόνια πριν αποφασίσει να συνεργαστεί μαζί του, μάλιστα έκαναν και παρέα, είχαν πάει και κρουαζιέρα μαζί και περνούσε και από το σπίτι του. Γνώριζε επίσης ότι αυτός ήταν ιατρός. Η συνεργασία τους, σύμφωνα με τον ίδιο τον παραπονούμενο, ξεκίνησε όταν τυχαία συναντήθηκαν σε μαγαζί κάποιου φίλου του και όπου ο κατηγορούμενος του είπε ότι κάνει εισαγωγές πιεσόμετρων και πως ήταν μια συμφέρουσα πράξη. Αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί του, όταν τον προέτρεψε, και προς τούτο προθυμοποιήθηκε να του δώσει Λ.Κ.2.000=, το μισό ποσό δηλαδή από όσα απαιτούνταν για την εισαγωγή μιας παρτίδας πιεσόμετρων. Έτσι και έγινε. Δεν αναφέρει πουθενά όμως ότι σε εκείνη τη συνάντηση ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη, ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι αυτή την εισαγωγή θα την έκανε υπό την ιδιότητα του ως ιατρός ή θα χρησιμοποιούσε αυτή του την ιδιότητα ή ότι αυτή η ιδιότητα ήταν απαραίτητη για να προβεί σε αυτή την εισαγωγή. Γνώριζε, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του από πριν, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ιατρός με την ειδικότητα του ψυχιάτρου. Πότε του παρέστησε αυτή του την ιδιότητα και υπό ποιες συνθήκες δεν έχει αποκαλυφθεί από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε και εάν αυτή ήταν απλώς η εντύπωση που είχε γι΄αυτόν ο παραπονούμενος. Το εάν ο παραπονούμενος Μ.Κ.1 είχε στο μυαλό του ότι η εισαγωγή πιεσόμετρων σχετίζεται με το ιατρικό επάγγελμα είναι αδιάφορο. Εκείνο το οποίο ενέχει σημασία προς απόδειξη του πρώτου, όπως τα απαρίθμησα πιο πάνω, συστατικού στοιχείου, είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος όταν ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι η εισαγωγή πιεσόμετρων ήταν μια καλή εμπορική πράξη και τον προέτρεψε να συνεργαστεί μαζί του για μια τέτοια εισαγωγή, του το έλεγε υπενθυμίζοντας τον έστω την ιδιότητα που είχε ως ιατρός και όχι ως ένας εμπορικός εισαγωγέας. Τι ήταν όμως που του είπε καταγράφεται στην κατάθεση του της 3.08.2006: ¨....μου ανέφερε ότι κάνει εισαγωγές από πιεσόμετρα τα οποία πωλεί σε διάφορα φαρμακεία και είναι επικερδής επιχείρηση, με προέτρεψε να βάλουμε από μισά σε μια εισαγωγή δηλαδή από Λ.Κ.2.000= και να τα μοιραστούμε τα κέρδη, λόγω του ότι γνώριζα ότι ήταν γιατρός και λόγω του ότι τα πιεσόμετρα ήταν κάτι σχετικό με τη δουλειά του με έπεισε και μετά από 2-3 ημέρες του έδωσα το ποσό των Λ.Κ.2.000=. ¨ Είναι φανερό ότι πουθενά δεν φαίνεται πότε του έγινε η παράσταση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν ιατρός και εάν αυτή του έγινε από τον ίδιο ή απλώς έτσι πίστευε ο παραπονούμενος, και δεν μου διαφεύγει ότι όπως δηλώθηκε και είναι παραδεκτό γεγονός ο κατηγορούμενος είναι ψυχολόγος και την αντίληψη πιθανόν που θα είχε ο παραπονούμενος σε σχέση με αυτή την επαγγελματική ιδιότητα του κατηγορουμένου και εάν μπορεί να συσχετισθεί με το επάγγελμα του ιατρού. Εάν αυτή η εσφαλμένη αντίληψη που είχε ο παραπονούμενος για την επαγγελματική ιδιότητα του κατηγορουμένου προήλθε μετά από παράσταση του ίδιου του κατηγορούμενου δεν φάνηκε από τη μαρτυρία όπως και δεν φάνηκε πότε έγινε αυτή η παράσταση. Επομένως δεν μπορώ να διακρίνω πότε ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδή παράσταση γεγονότος είτε αυτό ήταν παρελθόντος είτε παρόντος. Καταλήγω ότι αυτό το συστατικό στοιχείο δεν έχει αποδειχθεί. Ούτε όμως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι προτείνοντας στον παραπονούμενο να συνεργαστούν για την εισαγωγή πιεσόμετρων πρόβαινε σε ψευδή παράσταση εφόσον δεν γνώριζε από πια ενδόμυχη σκέψη διακατεχόταν ο παραπονούμενος σε σχέση με την επαγγελματική του ιδιότητα, αποδεχόμενος την συνεργασία τους. Το εάν υπήρχε στη σκέψη του να εισαγάγει τα πιεσόμετρα ή όχι όταν είχε προτείνει στον παραπονούμενο να συνεισφέρει σε μια τέτοια εισαγωγή είναι θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ πιο κάτω όταν θα αναλύσω το ζήτημα της ύπαρξης του στοιχείου της πρόθεσης καταδολίευσης. Επομένως ούτε και το δεύτερο συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Ο ισχυρισμός του παραπονούμενου - Μ.Κ.1 ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.2.000= σε μετρητά οδηγεί στο συμπέρασμα απόδειξης του τρίτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος εφόσον το πιο πάνω ποσό κατ΄ ισχυρισμό του παραπονούμενου του το έδωσε σε μετρητά και αυτό αποκτήθηκε από τον κατηγορούμενο και θα μπορούσε να είναι αντικείμενο κλοπής συνεπεία ψευδούς παράστασης. Εάν τέλος ο κατηγορούμενος προτρέποντας τον παραπονούμενο να συνεργαστούν για την εισαγωγή μιας παρτίδας πιεσόμετρων αποσκοπούσε ή είχε πρόθεση να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο για να του δώσει το ποσό των Λ.Κ.2.000= και πάλι κρίνω ότι είναι συστατικό στοιχείο το οποίο δεν αποδείχθηκε εφόσον για να είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να αποδεικνυόταν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι μια τέτοια πράξη ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί εκ μέρους του και ο σκοπός του και πρόθεση του εξ αρχής ήταν να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο. Όμως, όπως προκύπτει και πάλι από την μαρτυρία του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή μετά από πολλές ενοχλήσεις του και ενώ αρχικά του έλεγε ότι η πράξη θα γινόταν, του είπε οριστικά και προς τούτο παραπέμπω στην κατάθεση του, ότι : ¨η κουβέντα δεν θα γίνει και θα του επιστρέψει τα λεφτά¨. Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ούτε εισήγαγε ποτέ προηγουμένως πιεσόμετρα ούτε ότι δεν έκαμε οποιαδήποτε προσπάθεια εισαγωγής τους στη συγκεκριμένη περίπτωση και αυτή για διάφορους λόγους ματαιώθηκε ή και απέτυχε. Όπως έχει νομολογηθεί, όταν η πρόθεση είναι συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος, αυτή πρέπει να αποδεικνύεται από την Κατηγορούσα Αρχή είτε με άμεση μαρτυρία (direct evidence), είτε να συνάγεται από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όταν στο μυαλό του δικαστηρίου παραμένει αμφιβολία για την ύπαρξη της πρόθεσης, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται το δικαίωμα της αμφιβολίας (βλ. υποθέσεις Katelaris v. Police
(1982)C.L.R.230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 170, και Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97). Έχοντας λοιπό υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου θα απαλλάξω και αθωώσω από αυτό το στάδιο τον κατηγορούμενο. (Υπ.)................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο