← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιωάννης Σταύρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8205/06, 9 Νοεμβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιωάννης Σταύρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8205/06, 9 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8205/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Ιωάννης Σταύρου Αντώνης Σταύρου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Ανδρέου Κατηγορούμενοι παρόντες E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτοί φέρονται να προκάλεσαν παράνομα βαριά σωματική βλάβη στον Γιώργο Ηλιόπουλο από τη Λάρνακα στις 13.10.
  2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τον παραπονούμενο και κατέθεσε ως μάρτυρας (ΜΚ1). Είχε δώσει στην αστυνομία δύο καταθέσεις οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκ. 1 και 2 αντίστοιχα. Την πρώτη κατάθεση την είχε δώσει το απόγευμα της επόμενης ημέρας που έγινε το επεισόδιο δηλαδή στις 14.10.2005 στο νοσοκομείο. Σε αυτή αναφέρει ότι το προηγούμενο βράδυ στις 21:00 είχε μεταβεί με δύο φίλους του κάπου για να πιούν ποτό. Όπως μιλούσαν ο ένας από τους φίλους του με το όνομα Γιάννος του πρότεινε να πιάσουν τηλέφωνο τον μεγάλο αδελφό της πρώην φιλενάδας τους της Νάντιας που είχε επίσης το όνομα Γιάννος με σκοπό να του ζητήσει συγνώμη για να τελειώσει η παρεξήγηση που είχαν μεταξύ τους μετά το χωρισμό του με την αδελφή του που είχε γίνει μια βδομάδα πριν. Ο λόγος ήταν ότι η πρώην φιλενάδα του ήταν μικρή στην ηλικία, ήταν 161/2 χρόνων και παρθένα τότε και δεν άρεσε στον Γιάννο και στον Αντώνη που ήταν τα αδέλφια της που είχε διακόψει τον δεσμό του μαζί της και για τούτο τον απειλούσαν ότι θα τον έδερναν και τον ύβριζαν. Πήρε τηλέφωνο τον Γιάννο στο κινητό του καθώς γνώριζε τον αριθμό του και μίλησαν για λίγο. Τον κάλεσε να πάνε σπίτι του για να μιλήσουν από κοντά. Τότε με το αυτοκίνητο του και μαζί με τους φίλους του μετέβησαν στο σπίτι των κατηγορουμένων. Φτάνοντας εκεί κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, βγήκε και ο 1ος κατηγορούμενος από το σπίτι και μιλούσαν όλοι μαζί. Ο ίδιος του ζήτησε συγνώμη που χώρισε με την αδελφή του εξηγώντας του παράλληλα ότι δεν έφταιγε ο ίδιος για αυτό που συνέβη. Τότε ο 1ος κατηγορούμενος του ζήτησε να πάνε μέσα στο σπίτι για να μιλήσουν κατ΄ ιδίαν και όχι στη παρουσία των φίλων του. Εισήλθαν από πλαϊνή πόρτα στην κουζίνα που ήταν ενωμένη με το σαλόνι του σπιτιού. Μπαίνοντας μέσα ο 1ος κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα απότομα και κλείδωσε από μέσα με το κλειδί. Τότε γυρνώντας προς το μέρος του, του είπε ¨είσαι εσού άνθρωπος να πεις ότι εν πουτάνα η μάνα μου¨. Αυτός αρνήθηκε ότι είχε πει κάτι τέτοιο και τότε ο 1ος κατηγορούμενος άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο του και λόγω του ότι ήταν και λίγο ζαλισμένος από το ποτό που είχε πιει προηγουμένως έπεσε κάτω. Ο 1ος κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν πεσμένος άρχισε να τον κλωτσά στα πλευρά και στα μούτρα. Όπως τον κτυπούσε άκουσε την πόρτα της κουζίνας να κτυπά και τότε ο 1ος κατηγορούμενος πήγε και άνοιξε ενώ του φώναζε να μην τον χτυπά γιατί θα πέθαινε και εισήλθε στο σπίτι ο 2ος κατηγορούμενος ενώ ο 1ος κατηγορούμενος βγήκε έξω. Ο 2ος κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα από μέσα και άρχισε και αυτός να τον κτυπά με τα χέρια γροθιές και κλωτσιές με τα πόδια όπως αυτός βρισκόταν στο δάπεδο. Όταν για μια στιγμή σταμάτησε να τον κτυπά σηκώθηκε πάνω και πήγε και ξάπλωσε σε ένα καναπέ της κουζίνας. Τότε άνοιξε την πόρτα ο 2ος κατηγορούμενος και άκουσε τον φίλο του τον Γιάννο να συζητά με τον 1ο κατηγορούμενο γιατί να τον δείρουν. Στη συνέχεια σηκώθηκε και πήγε μέσα στο αυτοκίνητο του. Είχε ακούσει τους δύο κατηγορούμενους να λένε ότι θα καλούσαν την αστυνομία και θα κατάγγελλαν ότι είχε πάει στο σπίτι τους για καβγά. Τους είπε να μη καλέσουν αστυνομία καθώς ο ίδιος θα έφευγε και θα πήγαινε στο σπίτι του. Τον μετέφεραν σπίτι του οι φίλοι του και μόλις τον είδε η μητέρα του και οι αδελφές του τηλεφώνησαν ασθενοφόρο το οποίο τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Στην συμπληρωματική του κατάθεση που έδωσε στις 25.10.2005 διευκρινίζει ότι μεταβαίνοντας στο σπίτι των κατηγορουμένων δεν είχε μεταφέρει μαχαίρι μαζί του ούτε και έπιασε μαχαίρι καθ΄οιανδήποτε στιγμή του επεισοδίου. Εισερχόμενος στη κουζίνα όπως περίγραψε στην πρώτη του κατάθεση δεν κατάφερε να δει τίποτε και ούτε πρόσεξε εάν υπήρχαν μαχαίρια στον πάγκο καθώς αμέσως ο 1ος κατηγορούμενος άρχισε να τον χτυπά και στη συνέχεια έπεσε στο δάπεδο. Το ότι θα ισχυρίζονταν ότι κρατούσε μαχαίρι του το είπαν στην σκηνή του επεισοδίου και τον απείλησαν ότι εάν τους κατάγγελλε στην αστυνομία θα τον έδερναν και πάλι. Δεν γνώριζε εάν είχαν καλέσει την αστυνομία οι κατηγορούμενοι το βράδυ του επεισοδίου μετά που ο ίδιος έφυγε από τη σκηνή. Κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος επέμενε στη θέση του ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περίγραψε στην κατάθεση του και αρνήθηκε υποβολές ότι δεν είπε την αλήθεια. Ο Κώστας Καραμανής ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Κ.2 αναφέρει και αυτός στην κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκ. 3 τα γεγονότα όπως τα αντιλήφθηκε το βράδυ του επεισοδίου. Κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ και ενώ βρισκόντουσαν σε κάποια μπυραρία ο Μ.Κ.1 είχε τηλεφωνήσει στον Γιάννη τον αδελφό της αρραβωνιαστικιάς του για να μιλήσουν. Τον κάλεσε στο σπίτι τους και μαζί μετέβησαν εκεί. Όταν ο 1ος κατηγορούμενος βγήκε έξω από το σπίτι μιλούσαν με τον Μ.Κ.1 χωρίς να ακούει τι έλεγαν. Μετά ο 1ος κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.1 να εισέλθουν στο σπίτι και μπαίνοντας μέσα έκλεισαν την πόρτα. Μετά πάροδο δέκα λεπτών άκουσε θόρυβο στο σπίτι και άκουσε τον Μ.Κ.1 να φωνάζει για βοήθεια. Επειδή η πόρτα ήταν κλειστή δεν μπορούσαν να κάμουν οτιδήποτε. Μετά την πάροδο πέντε λεπτών ο 2ος κατηγορούμενος τους κάλεσε να βγούν έξω από την αυλή του σπιτιού τους και ζήτησε από τον αδελφό του να ανοίξει την πόρτα. Αυτός ξεκλείδωσε και ο 2ος κατηγορούμενος εισήλθε στο σπίτι κλείνοντας την πόρτα αν και ο φίλος του ο Γιάννης προσπάθησε να βάλει το χέρι του και να μη κλείσει η πόρτα χωρίς όμως να τα καταφέρει. Μετά από πέντε λεπτά άνοιξε η πόρτα και πρόσεξε τον Μ.Κ.1 να βρίσκεται στο πάτωμα κτυπημένος. Μπήκε μέσα στο σπίτι και βοήθησε τον Μ.κ.1 να σηκωθεί και τον έβαλε στο αυτοκίνητο του. Όλοι μαζί πήγαν στο σπίτι του Μ.Κ.1 όπου μόλις τον είδαν η μητέρα του και η αδελφή του κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο ίδιος δεν είχε δει ποιος είχε κτυπήσει τον Μ.Κ.
  3. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον Μ.Κ.1 να τηλεφωνεί του 1ου κατηγορουμένου και όχι ο φίλος τους ο Γιάννος. Στη συνέχεια όμως είχε προσέξει ότι ο Γιάννος παρότρυνε τον Μ.Κ.1 να πάνε στο σπίτι των κατηγορουμένων και τον καθησύχαζε να μη φοβάται καθώς ήταν φίλος με τους κατηγορούμενους. Όταν εισήλθε ο ίδιος στο σπίτι των κατηγορουμένων αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.1 ξαπλωμένο στο δάπεδο και όχι σε καναπέ. Είχε ακούσει επίσης τον 1ο κατηγορούμενο ότι θα καλούσε την αστυνομία καθ΄ότι ο Μ.Κ.1 πήγε στο σπίτι τους για να κάμει φασαρία αλλά ο Μ.Κ.1 του είπε να μην το κάμει και ότι θα έφευγε. Ο Μ.Κ. 1 δεν τους ζήτησε να πάνε στην αστυνομία και να καταγγείλουν το συμβάν. Ο ίδιος δεν μπορούσε να ξέρει όταν ο Μ.Κ.1 μαζί με τους κατηγορούμενους βρίσκονταν εντός του σπιτιού τι είχε γίνει. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του παραπέμποντας στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή και σε σχετική νομολογία, ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος και έτσι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από αυτό το στάδιο. Η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν διαμετρικά αντίθετη υποστηρίζοντας ότι με βάσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κάλεσε το δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τους κατηγορούμενους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  4. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο κ. Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. Όταν συντρέχει η δεύτερη περίπτωση τότε: (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο δικαστήριο λογική αμφιβολία, το δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και τις πιο πάνω αρχές στις οποίες έκαμα αναφορά κρίνω ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η κατηγορία στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται σε αυτό το στάδιο. Ως εκ τούτου θα καλέσω σε απολογία τους κατηγορούμενους επεξηγώντας τους τα δικαιώματα τους. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.