← Κύπρος

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Belibov Lilia κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9357/07, 19 Νοεμβρίου, 2007

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Belibov Lilia κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9357/07, 19 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9357/07 Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α, ν.

  1. Belibov Lilia,
  2. Γεώργιου Προκοπίου, Κατηγορούμενων. Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου. Για τους Κατηγορούμενους: κος Γ. Α. Γεωργίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη 1 με δική της παραδοχή βρέθηκε ένοχη στην κατηγορία της χρήσης μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων της άδειας που είχε παραχωρηθεί για την χρήση μεγαφώνων κατά παράβαση του άρθρου 187

(1)(α) (β)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Δηλαδή, ότι ενώ ήταν υπεύθυνη στην μπυραρία "Πέτρινο", η οποία είχε άδεια για την χρήση μεγαφώνων μέχρι τις 24:00, παρέβηκε τους όρους της συγκεκριμένης άδειας χρησιμοποιώντας τα εν λόγω μεγάφωνα πέραν από την επιτρεπόμενη ώρα δηλαδή μέχρι τις 02.
  2. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία την επίτρεψη της χρήσης των μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων της άδειας. Δηλαδή, ότι ενώ ήταν κάτοχος για χρήση της άδειας μεγαφώνων στην μπυραρία "Πέτρινο" επέτρεψε στην 1ην Κατηγορούμενη να χρησιμοποιήσει τα μεγάφωνα πέραν από την επιτρεπόμενη από τον Νόμο ώρα, δηλαδή μέχρι τις 02:15 αντί 24:
  3. Τα γεγονότα ήταν παραδεκτά από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων. Ήταν τ΄ ακόλουθα: Ότι στις 12.4.07 και περί η ώρα 02:15 ο Αστ. 3303 κατάγγειλε την Κατηγορούμενη 1, ως υπεύθυνη στην μπυραρία, ότι διατηρούσε το υποστατικό ανοικτό και χρησιμοποιούσε τα μεγάφωνα μέχρι η ώρα 02:15 αντί μέχρι η ώρα 00:00 που δικαιούτο σύμφωνα με τους όρους της άδειας. Στο υποστατικό υπήρχαν θαμώνες που κατανάλωναν την συγκεκριμένη ώρα αλκοόλ όμως δεν υπήρχε άδεια μεταπώλησης ποτού. Στις 24.4.07 και περί η ώρα 01:55 ο ίδιος αστυφύλακας, Αστ. 3303, πληροφόρησε τον 2ον Κατηγορούμενο ότι είχε επιτρέψει να διαπραχθεί τ΄ αδίκημα από την 1ην Κατηγορούμενη. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν η Άδεια Λειτουργίας του υποστατικού, η οποία είναι επ΄ ονόματι του Κατηγορούμενου 2 ως Τεκμήριο Α, η Άδεια Πώλησης Οινοπνευματωδών Ποινών που και αυτή είναι επ΄ ονόματι του Κατηγορούμενου 2 ως Τεκμήριο Β καθώς και η άδεια χρήσης Μεγαφώνων επ΄ ονόματι του Κατηγορούμενου 2, ως Τεκμήριο Γ. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και το Δικαστήριο μ΄ ενδιάμεση απόφασή του αποφάνθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι έχει δηλωμένο διευθυντή για το υποστατικό, τον κο Χρύσανθο Αντωνίου. Ο ίδιος έλειπε στο εξωτερικό και δεν γνώριζε ότι η κοπέλα ήταν εκεί. Μετά την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ο δικαιούχος χρήσης των μεγαφώνων είναι ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την διάπραξη του αδικήματος δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι έλειπε στο εξωτερικό και ότι δεν γνώριζε ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν εκεί. Αυτό το λέει σήμερα με ανώμοτη δήλωση που κατά την εισήγησή του συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Όμως, και αν έτσι είχαν τα πράγματα ως κάτοχος της άδειας όφειλε να γνωρίζει τι γίνεται στο δικό του υποστατικό και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο
  4. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 διαφώνησε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ο Κατηγορούμενος 2 κλήθηκε σ΄ απολογία γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί ν΄ αντλήσει καθοδήγηση, ήταν η εισήγησή του από τις αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος γιατί αυτές δεν συνιστούν αποφάσεις κοινοδικαίου. Εισηγήθηκε ότι οι αποφάσεις αναφορικά εκ προστίσεως ποινική ευθύνη διευθυντή πηγάζουν από ειδικούς νόμους στην Αγγλία, οι οποίοι καθιστούν τ΄ αδικήματα όπως αυτό που κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 2 αυστηρής ευθύνης κάτι που δεν εφαρμόζεται στο αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
  5. Επιπρόσθετα, το συγκεκριμένο δόγμα προϋποθέτει κάποια σχέση μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και της Κατηγορούμενης 1, σχέση που δεν αποδείχθηκε αφού ο ίδιος είχε αφήσει την διαχείριση στον κο Χρύσανθο Αντωνίου. Η λέξη «επέτρεψε» ήταν η εισήγησή του προϋποθέτει γνώση και θετική ενέργεια κάτι που δεν υπάρχει στην περίπτωση του Κατηγορούμενου
  6. Το άρθρο 187
(1)(α)
(2)προνοεί: «
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο- (α) σε δημόσιο χώρο ή ....... Παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια.
(2)Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση έξι μηνών ή και στις δύο ποινές, το δε Δικαστήριο που εκδικάζει τέτοιο ποινικό αδίκημα δύναται να διατάξει κατάσχεση εκείνου του οργάνου που αφορούσε το ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε ή στέρηση της άδειας που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα.» Η συγκεκριμένη πρόνοια του Νόμου είναι απόλυτη, κατά την άποψή μου, αφού απαγορεύει την επίτρεψη χρήσης μεγαφώνων κατά παράβαση της παρασχεθείσας άδειας. Δεν εμπεριέχει το στοιχείο της «γνώσης» οπόταν δεν απαιτείται το νοητικό στοιχείο, mens rea , για να διαπραχθεί το συγκεκριμένο αδίκημα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan "Criminal Law", 5η εκδ., σελ. 98 όταν κάποιος νόμος καταγράφει μια απόλυτη απαγόρευση τότε το νοητικό στοιχείο δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει. Συγκεκριμένα καταγράφονται τ΄ ακόλουθα με αναφορά στην απόφαση Harding v. Price
(1948)1 K.B. 695: "If a statute contains an absolute prohibition against the doing of some act, as a general rule mens rea is not a constituent of the offence ..." Θεωρώ ότι όπως είναι διατυπωμένο το συγκεκριμένο αδίκημα εμπεριέχει αυστηρή ευθύνη για τον κάτοχο της άδειας. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Υπεράσπισης ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης γιατί δεν είναι δημιούργημα ανεξάρτητης νομοθεσίας δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το κατά πόσο κάποιο αδίκημα συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης ή ότι προκύπτει από τον τρόπο που είναι διατυπωμένο. Όμως, το αγγλικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι παρόλο που τακτικά αδικήματα αυστηρής ευθύνης είναι το δημιούργημα νομοθεσίας υπάρχουν εξαιρέσεις του κοινοδικαίου στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η οχληρία. Το αδίκημα τ΄ οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 εμφαίνεται στο μέρος του Ποινικού Κώδικα που τιτλοφορείται οχληρία. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και συγκεκριμένα λόγω του ότι ο σκοπός του νομοθέτη όταν κατέγραφε τ΄ άρθρο 187 ήταν η προστασία του κοινού από την οχληρία καθώς και το γεγονός ότι δεν συμπεριέλαβε την λέξη «γνωρίζοντας» καταλήγω ότι το αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης οπόταν το νοητικό στοιχείο δεν είναι προαπαιτούμενο για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Η άδεια χρήσης μεγαφώνων - Τεκμήριο Γ - επιτρέπει στον Κατηγορούμενο 2 την χρήση μεγαφώνων από τις 18:00 -24:00. Η συγκεκριμένη άδεια είναι ονομαστική οπόταν το καθήκον τήρησης των όρων υπό τους οποίους παραχωρήθηκε βαραίνει τον αδειούχο και η έλλειψη γνώσης δεν τον απαλλάσσει από το συγκεκριμένο καθήκον. Αντλώ καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία επί του θέματος, η οποία υποστηρίζει ότι στις περιπτώσεις εκείνες που η αξιόποινη πράξη αφορά παραβίαση όρων παραχωρηθείσας άδειας ποινική ευθύνη υπέχει ο κάτοχος της άδειας. Καθοδηγητικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Coppen v. Moore (No. 2)
(1898)2 Q.B. 306 στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Prima facie, then, a master is not to be made criminally responsible for the acts of his servant to which the master is not a party. But it may be the intention of the legislature, in order to quard against the happening of the forbidden thing, to impose a liability upon a principal even though he does not know of, and is not a party to, the forbidden act done by his servant. Many statutes are passes with this object. Acts done by the servant of the licensed holder of licensed premises render the licensed holder in some instances liable, even though the act was done by his servant without the knowledge of the master.» Ενώ, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Blackstone, Criminal Practice, εκδ. 2003, στην παράγραφο Α 4.4 ο αδειούχος είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος για να διασφαλίζει συμμόρφωση με την νομοθεσία οπόταν είναι και εκ προστίσεως υπεύθυνος για τις πράξεις του προσωπικού παρόλο που μπορεί ακόμη και να μην είναι δικοί του υπάλληλοι. Η θέση αυτή βασίζεται στο σκεπτικό της απόφασης Linnett v. Metropolitan Police Commr
(1946)KB 290 στην οποία αποφασίστηκε ότι ο αδειούχος ενός κέντρου αναψυχής ορθά καταδικάστηκε για το αδίκημα ότι εν γνώσει του επέτρεψε απρεπή συμπεριφορά παρόλο που απουσίαζε από το υποστατικό και είχε αφήσει τον έλεγχο του υποστατικού σ΄ άλλο άτομο που εν γνώσει του επέτρεψε την απρεπή συμπεριφορά παρά το γεγονός ότι ο αδειούχος δεν το γνώριζε, βλ. επίσης Harrow LBC v. Shah
(2000)1 WLR 83. Ενώ, στην R. v. Winson
(1969)παρόλο που ο αδειούχος δεν βρισκόταν στα υποστατικά, η γνώση του διαχειριστή των υποστατικών αποδόθηκε στον αδειούχο. Οπόταν, η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για την υπεράσπιση ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάποια σχέση εργοδότησης δεν βρίσκει έρεισμα στην αγγλική νομολογία. Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος συμφώνησε με τα παραδεκτά γεγονότα τ΄ οποία παρουσίαζαν την Κατηγορούμενη 1 ως υπεύθυνη του χώρου. Ερχόμενη τώρα στην εισήγηση ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο ν΄ αντλήσει καθοδήγηση από τις αγγλικές αυθεντίες γιατί αυτές προκύπτουν από της εφαρμογή ειδικών νομοθεσιών και όχι από το κοινοδίκαιο. Θ΄ ήθελα ν΄ επισύρω στο άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα τ΄ οποίο επιτρέπει την ερμηνεία αυτού τούτου του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία. Το άρθρο αυτό, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική «Βασικές Πτυχές του Κυπριακού Δικαίου», του 2003, «προοιωνίζετο να καταστήσει, όπως και κατέστησε, το αγγλικό νομολογιακό δίκαιο μέρος του δικαίου της Κύπρου». Οπόταν, το Δικαστήριο μπορεί ν΄ αντλήσει καθοδήγηση από αγγλικές αποφάσεις όμως θα πρέπει πάντοτε ν΄ έχει κατά νου τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην Αγγλία και στην Κύπρο ιδιαίτερα διαφορές νοοτροπίας. Με όλα όσα ανέφερα πιο πάνω και έχοντας καταλήξει ότι το αδίκημα που προκύπτει από το άρθρο 187
(1)(α)
(2)είναι αυστηρής ευθύνης η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι δεν γνώριζε και ότι έλειπε στο εξωτερικό δεν τον απαλλάσει από την ποινική ευθύνη. Από την στιγμή που η άδεια χρήσης μεγαφώνων είχε εκδοθεί επ΄ ονόματί του ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των όρων που τέθηκαν σ΄ αυτήν. Παραβίαση των όρων αυτών εν αγνοία του από οποιονδήποτε που νόμιμα βρισκόταν στο υποστατικό τον καθιστά κατά νόμο υπεύθυνο. Ως εκ των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ. .............) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. / ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.