← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Άννας Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 2195/07, 23.11.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Άννας Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 2195/07, 23.11.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2195/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Άννας Παναγή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 23.11.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορουμένη: κα Χρ. Αργυρού Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ό,τι αφορά η παρούσα υπόθεση είναι οι δύο κατηγορίες που στρέφονται εναντίον της κατηγορουμένης. Αντικείμενο τούτων είναι για μεν την πρώτη κατηγορία το αδίκημα αμελούς οδήγησης δυνάμει των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, για δε τη δεύτερη κατηγορία το αδίκημα χρήσης τηλεφώνου κατά την οδήγηση κατά παράβαση των κανονισμών 58
(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, στις 24.03.06 στη λεωφόρο Αρτέμιδος στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, η κατηγορουμένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΗΡ405, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία η κατηγορουμένη οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα και δεν έλαβε κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια της να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός της, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις θέσεις τους με ένορκο μαρτυρία. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο πέντε μάρτυρες. Τούτοι είναι ο αν. λοχίας 838 Σ. Μηλιώτης (ΜΚ1), ο αστυφύλακας 517 Α. Ανδρέου (ΜΚ2), ο Λούκας Αλεξάνδρου (ΜΚ3), ο Ευάγγελος Ζαβός (ΜΚ4) και ο Αυρήλιος Στεργίδης (ΜΚ5). Η υπεράσπιση, μετά από ένορκο κατάθεση της κατηγορουμένης, παρουσίασε άλλους δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι η Μαρία Κυπριανού (ΜΥ1) και ο Ανδρέας Ανδρέα (ΜΥ2). Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού που παρουσίασαν οι δύο πλευρές έχει ως ακολούθως. Στις 24.03.06 και περί ώρα 14.00 ο ΜΚ5 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΜΤ140 (στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα) στη λεωφόρο Αρτέμιδος. Η κατεύθυνσή του ήταν από κέντρο πόλης προς αεροδρόμιο. Στο ύψος του δικαστικού μεγάρου ο μάρτυρας αντιλήφθηκε λεωφορείο να ευρίσκεται στην αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του. Προσπέρασε το λεωφορείο από δεξιά και είδε τότε το όχημα της κατηγορουμένης να εξέρχεται από την έξοδο οχημάτων του δικαστικού μεγάρου με πρόθεση να στρίψει δεξιά, δηλαδή προς κέντρο πόλης και να του ανακόπτει έτσι την πορεία του. Παραδέχθηκε ο μάρτυρας ότι η ταχύτητα του τη δεδομένη στιγμή υπερέβαινε το ανώτατο από το νόμο επιτρεπτό όριο ταχύτητας, δηλαδή εκείνο των 50km σύμφωνα με το ΜΚ2, αλλά ήταν βέβαιος ότι δεν ήταν πέραν των 80km. Ανέφερε περαιτέρω ότι προτού προσπεράσει το προαναφερόμενο λεωφορείο κινείτο στην αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του. Δεν ήταν εις θέση να αναφέρει πότε άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας, ούτε πόσο μακριά ευρισκόταν όταν είδε το όχημα της κατηγορουμένης να εισέρχεται στο δρόμο, ερωτήματα τα οποία ετέθησαν από την υπεράσπιση. Τέλος, ήταν η θέση του μάρτυρα, αντίθετη από σχετική εισήγηση της υπεράσπισης, ότι το σημείο σύγκρουσης ευρίσκεται από τη μέση προς τα δεξιά της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, λωρίδα στην οποία κινείτο τη δεδομένη στιγμή. Αφότου επεσυνέβη το δυστύχημα μετέβηκαν στη σκηνή οι ΜΚ1 και ΜΚ
  2. Ο πρώτος, ειδικός φωτογράφος, έλαβε φωτογραφίες της σκηνής, δέσμη των οποίων κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο
  3. Ανέφερε ότι τις εν λόγω φωτογραφίες έλαβε καθ΄ υπόδειξη του εξεταστή του δυστυχήματος, δηλαδή του ΜΚ
  4. Ο ΜΚ2 ανέφερε στο δικαστήριο όλα όσα παρατήρησε στη σκηνή του δυστυχήματος, ενώ τελικό σχέδιο σκηνής το οποίο ετοίμασε κατατέθηκε ως τεκμήριο
  5. Ο εν λόγω μάρτυρας ερωτήθηκε από την υπεράσπιση σχετικά με τις έρευνες που διενήργησε στη σκηνή του δυστυχήματος για να αμφισβητηθεί τελικά αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε. Παραδέχθηκε ο μάρτυρας ότι στο εν λόγω σημείο κατέληξε όχι κατόπιν υπόδειξης από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα οδηγούς ή άλλους παρευρισκόμενους στη σκηνή, αλλά από διάφορα στοιχεία που ο ίδιος θεώρησε ως καθοριστικά. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 είναι επιβάτης και οδηγός, αντίστοιχα, του λεωφορείου με αριθμό εγγραφής TKS680 (στη συνέχεια το λεωφορείο). Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ενόσω ήταν επιβάτης του λεωφορείου στη μπροστινή τούτου θέση αντιλήφθηκε την κατηγορουμένη εισερχόμενη στη λεωφόρο Αρτέμιδος με το όχημά της να κρατάει στο ένα της χέρι κινητό τηλέφωνο. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι στάθμευσε το λεωφορείο του στη λεωφόρο Αρτέμιδος για να παραλάβει κάποιες μαθήτριες που βρίσκονταν εκεί. Όταν επανεκκίνησε είδε το όχημα της κατηγορουμένης να εξέρχεται σιγά σιγά από το δικαστικό μέγαρο και να σταματά σχεδόν στη μέση του δρόμου. Οι ισχυρισμοί του ΜΚ4 ως προς το που ακριβώς στάθμευσε το λεωφορείο και πότε είδε το όχημα της κατηγορουμένης να εισέρχεται στο δρόμο, αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Η επί του προκειμένου εκδοχή της υπεράσπισης είναι ότι η κατηγορουμένη κατά τον επίδικο χρόνο οδήγησε το όχημά της από το χώρο στάθμευσης του δικαστικού μεγάρου στην έξοδο τούτου, έξοδος η οποία οδηγεί στη λεωφόρο Αρτέμιδος. Στο σημείο εκείνο έλεγξε την τροχαία κίνηση εκ των δεξιών της, δηλαδή προς κέντρο πόλης και διαπίστωσε ότι στο ύψος της εισόδου πεζών του δικαστικού μεγάρου ευρισκόταν σταθμευμένο ένα λεωφορείο. Ανέμενε λίγο και όταν διαπίστωσε ότι το λεωφορείο δεν κινείτο κινήθηκε αργά μέχρι το μέσο του δρόμου καταλαμβάνοντας δηλαδή τη λωρίδα κυκλοφορίας που ήταν σταθμευμένο το λεωφορείο. Διαπίστωσε ότι ο δρόμος εκ των δεξιών της ήταν καθαρός και κινήθηκε για να προχωρήσει. Δεν ήταν εις θέση να θυμηθεί οτιδήποτε άλλο, ούτε ακόμη εάν κινήθηκε περαιτέρω, ενώ ήταν βέβαιη ότι πριν τη σύγκρουση δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Πριν την είσοδο της κατηγορουμένης στο δρόμο αντιλήφθηκε τούτην ο ΜΥ2, ο οποίος την γνωρίζει και όπως ο τελευταίος ανέφερε στο δικαστήριο, παρατήρησε ότι η κατηγορουμένη κατ΄ εκείνο το χρόνο κρατούσε το τιμόνι και με τα δύο χέρια. Η ΜΥ1 κατά τον ίδιο χρόνο εξερχόμενη της κυρίας εισόδου του δικαστικού μεγάρου - είσοδος πεζών - αντιλήφθηκε κάποιες μαθήτριες να προχωρούν προς ένα λεωφορείο που ευρισκόταν σταθμευμένο έμπροσθεν της αναφερόμενης εισόδου. Σύμφωνα με τη ΜΥ1 το εν λόγω λεωφορείο ήταν σταθμευμένο για 2 με 3 λεπτά και ενόσω οι μαθήτριες άρχισαν να επιβιβάζονται σε αυτό άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και αργότερα διαπίστωσε ότι έγινε δυστύχημα. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το σημείο σύγκρουσης είναι άλλο από το σημείο Χ, δηλαδή πλησιέστερα στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας και ότι υπό τις περιστάσεις, ήτοι περιορισμένη ορατότητα, η κατηγορουμένη δεν ενήργησε αμελώς. Προς υποστήριξη, η κα Αργυρού επικαλέστηκε την απόφαση Μίσιης ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ
  1. Εισηγήθηκε περαιτέρω και το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του ΜΚ
  2. Στον αντίποδα, η κα Πίπη ισχυρίστηκε ότι αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον της κατηγορουμένης και ιδιαίτερα, εν σχέσει με την πρώτη κατηγορία, ότι η αμέλεια της κατηγορουμένης προκύπτει από παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης και ως υποχρέωση προσδιόρισε ότι η κατηγορουμένη όφειλε να αναμένει το λεωφορείο να ολοκληρώσει τη στάση του και μετά να επιχειρήσει να εισέλθει στη λεωφόρο. Από όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό πως ό,τι χρήζει διαπίστωσης είναι οι ενέργειες της κατηγορουμένης σχετικά με την είσοδο του οχήματός της στη λεωφόρο Αρτέμιδος, η απόσταση που είχε από το μοτοσυκλετιστή τη δεδομένη στιγμή, η ορατότητά της προς την κατεύθυνση όπου κινείτο ο μοτοσυκλετιστής, καθώς επίσης και η κατά τον ίδιο χρόνο ενέργειες του σταθμευμένου λεωφορείου. Όλα τα ανωτέρω έχοντας πάντα κατά νου και την ταχύτητα του μοτοσυκλετιστή. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού σημαντική βοήθεια παρέχει η πραγματική μαρτυρία. Το αταλάντευτο και αδιαμφισβήτητο τούτης, εφόσον βέβαια πρόκειται για μαρτυρία αποδεχτή ως πραγματική μαρτυρία, τη θέτει ως σταθερό σημείο αναφοράς στο οποίο αντιδιαστέλλεται η υπόλοιπη μαρτυρία, διακρίνοντας έτσι ομοιότητες και διαφορές αλλά συνάμα και αναλήθειες (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Πρώτα απ' όλα, ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Η λεωφόρος Αρτέμιδος είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι δύο αντίθετες κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους από νησίδα. Στο σημείο όπου επεσυνέβη το δυστύχημα, δηλαδή έμπροσθεν του δικαστικού μεγάρου, οι λωρίδες κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση του ΜΚ5, δηλαδή από κέντρο πόλης προς αεροδρόμιο, αυξάνονται σε τρεις. Η δεξιότερη παρέχει ευχέρεια στροφής δεξιά ενώ οι άλλες δύο οδηγούν προς αεροδρόμιο. Η αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας παρέχει επίσης ευχέρεια στροφής αριστερά, δηλαδή εισόδου στο χώρο στάθμευσης του δικαστικού μεγάρου. Η αναφορά στις εν λόγω λωρίδες κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση του ΜΚ
  1. Έμπροσθεν του δικαστικού μεγάρου ευρίσκεται πεζοδρόμιο πλάτους 3,00μ. το οποίο διακόπτεται από την είσοδο/έξοδο του χώρου στάθμευσης του εν λόγω κτιρίου και είναι όμορο του αριστερότερου άκρου της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου Αρτέμιδος, με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Πραγματική μαρτυρία συνιστούν και οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, δηλαδή του οχήματος της κατηγορουμένης και της μοτοσυκλέτας. Τούτες είναι ως τοποθετούνται στο τεκμήριο
  2. Ακόμη, πραγματική μαρτυρία αποτελούν και τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 20,20μ. που ευρίσκονται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση του ΜΚ
  3. Τούτα τα ίχνη αρχικά απέχουν από το αριστερό πεζοδρόμιο 5,30μ. ενώ στο τέρμα τους απέχουν 5,70μ. Περαιτέρω, ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω τα ίχνη τριβής του αριστερού κάτω μέρους του οχήματος της κατηγορουμένης μήκους 2,50μ. και τα ίχνη τριβής των ελαστικών του οχήματος της κατηγορουμένης μήκους 2,00μ., ως τούτα τοποθετούνται στο τεκμήριο
  4. Ακόμη, στο σημείο όπου στο τεκμήριο 4 σημειώνεται το διακριτικό στοιχείο Χ, εντοπίζεται έντονο μαύρισμα ελαστικού. Τέλος, σε αυτό το είδος της μαρτυρίας συγκαταλέγονται και οι ζημίες που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Το όχημά της κατηγορουμένης φέρει ζημίες στις δύο δεξιές θύρες οι οποίες βούλωσαν και ζάβωσαν, ενώ βούλωμα έχει και η καμπίνα τούτου. Η μοτοσυκλέτα φέρει ζημίες στο φανάρι και στα πλαστικά, έχει ζαβωμένο τον μπροστινό τροχό, στο δεξιό μέρος είναι γδαρμένα τα μεταλλικά της μέρη, ενώ τέλος το δοχείο καυσίμων φέρει βούλωμα στα αριστερά. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τους δεν είναι ουσιαστικής μορφής, δεν έχουν δηλαδή βιώσει οι ίδιοι τα γεγονότα. Η μαρτυρία τους συνίσταται σε μεταφορά στο δικαστήριο των παρατηρήσεων τους επί της σκηνής του δυστυχήματος. Τούτες οι παρατηρήσεις, ως επί το πλείστον μετρήσεις, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, ενώ η μεταφορά τους στο δικαστήριο από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 επιτεύχθηκε με σταθερότητα και σεβασμό στην αλήθεια. Δίχως τούτο να σημαίνει ότι συμφωνώ και υιοθετώ τις προσωπικές καταλήξεις των εν λόγω μαρτύρων, φέρειπειν το σημείο σύγκρουσης που σχολιάζω πιο κάτω, κρίνω τούτους αξιόπιστους. Αξιόπιστους κρίνω και τους ΜΥ1 και ΜΥ
  5. Κατ΄ αρχάς, οι εν λόγω μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, ενώ περαιτέρω, η μαρτυρία τους σταθερή και απαλλαγμένη αντιφάσεων μεταφέρθηκε στο δικαστήριο με σοβαρότητα, χωρίς υπερβολές και χωρίς ίχνος εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων. Η ως ανωτέρω κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία της ΜΥ1 με οδηγεί στους ΜΚ3 και ΜΚ
  6. Διαπιστώνω ότι η μαρτυρία των τελευταίων συγκρούεται με τη μαρτυρία της ΜΥ
  7. Η διάσταση όσον αφορά τη θέση που στάθμευσε το λεωφορείο καθώς επίσης το χρόνο που έμεινε ακινητοποιημένο. Δεν αποδέχομαι την επί του προκειμένου θέση των ΜΚ3 και ΜΚ
  8. Ο λόγος εδράζεται στο γεγονός ότι ο μεν ΜΚ4 αρχικά ανέφερε ότι στάθμευσε έμπροσθεν του δικαστικού μεγάρου για να διαφοροποιήσει τελικώς τη θέση του ότι ήταν αρκετά πριν το δικαστικό μέγαρο που στάθμευσε. Ουσιαστικός λόγος γι΄ αυτή τη διαφοροποίηση της θέσης του ΜΚ4 δεν δόθηκε παρά μόνο συγκεχυμένες, ασαφείς και αόριστες επεξηγήσεις. Περαιτέρω, έγινε αντιληπτό κατά την εξιστόρηση των γεγονότων ότι ο ΜΚ4 προσπάθησε να απαλλαγεί οποιασδήποτε ευθύνης που δυνατόν να υπέχει ο ίδιος ένεκα της παράνομης στάθμευσης του λεωφορείου του. Ο δε ΜΚ3 ήταν το ίδιο ασαφής και αόριστος όπως ο ΜΚ
  9. Η φυσική παρουσία του στο δικαστήριο κατά την εξιστόρηση των γεγονότων χαρακτηρίζεται ως φτωχική. Εν αντιθέτως, η μαρτυρία της ΜΥ1 συγκεκριμένη και επεξηγηματική ως προς το λόγο που ενθυμάται το συμβάν μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις. Τούτοι είναι οι λόγοι που δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ
  10. Παρόλα ταύτα, από το σύνολο της μαρτυρίας τους αποδέχομαι μόνο ότι αφορά τις ενέργειες της κατηγορουμένης κατά την είσοδο του οχήματός της στη λεωφόρο Αρτέμιδος, δηλαδή ότι εισήλθε σε αυτή σιγά σιγά. Αποδέχομαι αυτή τη θέση εφόσον διαπιστώνω ότι ταυτίζεται με τις επί του προκειμένου θέσεις και των υπολοίπων μαρτύρων, είτε τούτοι παρουσιάστηκαν για την κατηγορούσα αρχή είτε για την υπεράσπιση. Εν κατακλείδι, τόσο ο ΜΚ5 όσο και η κατηγορουμένη μου άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις. Και οι δύο προέβηκαν σε σταθερή και χωρίς αντιφάσεις και υπερβολές εξιστόρηση των γεγονότων, στοιχεία τα οποία συνείσφεραν θετικά στην παρατηρούμενη φιλαλήθεια τους. Σημειώνω πως η θέση κάθε μάρτυρα, στην προκείμενη περίπτωση του ΜΚ5 και της κατηγορουμένης, ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά ο άλλος ενεχόμενος οδηγός, δεν διαφοροποιεί την κρίση μου ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, εφόσον η εξιστόρηση των γεγονότων χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα και όχι υπερβολές. Η απόφαση κατά πόσο συγκεκριμένες ενέργειες συνιστούν αμέλεια είναι έργο του δικαστηρίου και όχι των μαρτύρων. Κώλυμα αναφύεται μόνο όπου η μαρτυρία δύο προσώπων συγκρούεται. Στη δοσμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω τέτοια σύγκρουση μεταξύ ΜΚ5 και κατηγορουμένης. Υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων, κρίνω τόσο το ΜΚ5 όσο και την κατηγορουμένη αξιόπιστους. Έχοντας προσδιορίσει ποια μαρτυρία κρίνω ως αξιόπιστη εκείνο που απομένει είναι η απάντηση των επίδικων ερωτημάτων, εάν και εφόσον βέβαια η αξιόπιστη μαρτυρία απαντά τούτα. Εν πρώτοις, διαπιστώνω ότι ενόσω η κατηγορουμένη ευρισκόταν με το όχημά της στην έξοδο του δικαστικού μεγάρου και προτού εισέλθει στη λεωφόρο Αρτέμιδος, το λεωφορείο ευρισκόταν σταθμευμένο έμπροσθεν της εισόδου πεζών του δικαστικού μεγάρου, στην αριστερότερη δηλαδή λωρίδα κυκλοφορίας της αναφερόμενης λεωφόρου, με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Η κατηγορουμένη αφότου ήλεγξε την εκ των δεξιών της τροχαία κίνηση διαπίστωσε την ακινητοποίηση του λεωφορείου και προχώρησε με προσοχή και κατέλαβε την πρώτη, ως η πορεία της, λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή τη λωρίδα που ήταν σταθμευμένο το λεωφορείο. Η κατηγορουμένη ακινητοποίησε και πάλιν το όχημά της και έλεγξε εκ νέου την τροχαία κίνηση εκ των δεξιών της. Δεν διαπίστωσε οχήματα να κινούνται προς το μέρος της και ως εκ τούτου προχώρησε και πάλι σιγά σιγά και κατέλαβε και τη δεύτερη, ως η πορεία της, λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Τέλος, τόσο πριν όσο και μετά την είσοδο της κατηγορουμένης στη λεωφόρο Αρτέμιδος, η τελευταία κρατούσε και με τα δύο χέρια το τιμόνι και δεν έκανε χρήση τηλεφώνου. Ως σημείο σύγκρουσης αποδέχομαι εκείνο που υποδείχθηκε από το ΜΚ2 και στο τεκμήριο 4 σημειώνεται με το διακριτικό στοιχείο Χ. Καταλήγω σε αυτό ένεκα όχι μόνον των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας ή του έντονου μαυρίσματος στο σημείο Χ, αλλά και λόγω των ιχνών τριβής του οχήματος της κατηγορουμένης που στο τεκμήριο 4 σημειώνονται ως Α1 και Α
  11. Λαμβανομένου υπόψη των ζημίων του οχήματος της κατηγορουμένης - εν προκειμένω αποκαλυπτικές είναι οι φωτογραφίες 16, 17 και 19 του τεκμηρίου 2 -, τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και το έντονο μαύρισμα στο σημείο Χ, καταλήγω ότι κατά τη σύγκρουση το όχημα της κατηγορουμένης καταλάμβανε τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή εκείνη στην οποία κινείτο ο ΜΚ5, από το κέντρο της λωρίδας προς τα δεξιά και ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η περιστροφή του οχήματος της κατηγορουμένης. Τα ίχνη τριβής του οχήματος από την περιστροφή, σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω ενισχύουν την κατάληξη ότι η σύγκρουση έλαβε χώραν στο σημείο που στο τεκμήριο 4 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ. Άλλωστε, εάν το όχημα της κατηγορουμένης ήταν σε θέση άλλη και ιδιαίτερα ως η υπεράσπιση εισηγήθηκε πιο κοντά στην πρώτη λωρίδα που κατέλαβε η κατηγορουμένη, οι κυρίως ζημίες επί του οχήματος της τελευταίας δεν θα εντοπίζονταν στη θύρα του οδηγού και ούτε τα ίχνη τριβής του οχήματος θα υποδείκνυαν περιστροφική κίνηση τούτου ως το τεκμήριο 4 παρουσιάζονται, δηλαδή καταλαμβάνοντας μέρος και της τρίτης, ήτοι της δεξιότερης ως η κατεύθυνση του ΜΚ5, λωρίδας κυκλοφορίας. Τούτα μάλιστα τα στοιχεία ταυτίζονται και με τις τελικές των ενεχόμενων οχημάτων θέσεις, δηλαδή το μεν όχημα της κατηγορουμένης ευρισκόμενο στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, η δε μοτοσυκλέτα στη μεσαία. Κατά το χρόνο επανεκκίνησης του οχήματος της κατηγορουμένης για να καταλάβει τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ο ΜΚ5 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή εκ των δεξιών του λεωφορείου. Αποκαλύπτουν τούτη την ενέργεια τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που στο τεκμήριο 4 σημειώνονται με το διακριτικό στοιχείο Β1, καθώς επίσης οι φωτογραφίες 1 και 2 του τεκμηρίου 2, αλλά και η αναφορά του ΜΚ5 ότι προσπέρασε το εν λόγω λεωφορείο. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι η αναφορά του ΜΚ5 δεν διευκρινίζει κατά πόσο το λεωφορείο ήταν σταθμευμένο, σχετική όμως επί τούτου είναι η αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΥ1 ότι ενόσω οι μαθήτριες επιβιβάζονταν στο σταθμευμένο λεωφορείο έλαβε χώραν η σύγκρουση. Η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας, όχι όμως τα 80km. Περαιτέρω, όταν η κατηγορουμένη εισήλθε στο δρόμο και συγκεκριμένα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ο ΜΚ5 βρισκόταν τουλάχιστον 39,20μ. μακριά. Τούτο εξάγεται από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και την απόσταση που απέχουν από το σημείο σύγκρουσης. Η αναφορά μου σε τουλάχιστον 39,20μ. έγκειται στο ότι, λογικά, ο μοτοσυκλετιστής ευρισκόμενος εν κινήσει, χρειάστηκε κάποιο χρόνο (thinking distance) από την είσοδο του οχήματος της κατηγορουμένης για να θέσει σε εφαρμογή τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, χρόνος ο οποίος αποτιμάται σε περαιτέρω απόσταση. Έλεγχος της ορατότητας της κατηγορουμένης εν σχέσει με οποιαδήποτε θέση της πορείας της προς το κέντρο πόλης δεν διαπιστώνεται. Πέραν της αξιόπιστης θέσης της κατηγορουμένης ότι είδε το σταθμευμένο λεωφορείο, δεν προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό έρευνα της αστυνομίας αναφορικά με την εμβέλεια τούτης της ορατότητας. Άγνωστο παραμένει εάν υπήρχε και μέχρι ποιου σημείου. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το τεκμήριο 2 και ιδιαίτερα οι φωτογραφίες 5 και
  12. Κρίνω ότι, παρά το γεγονός πως τούτες οι φωτογραφίες απεικονίζουν την κατεύθυνση περί ου ο λόγος, δεν είναι καθοδηγητικές. Το μεν φωτογραφικό υλικό δεν παρέχει τρισδιάστατη άποψη, δεν ελήφθηκε από τις ακριβείς θέσεις που κατέλαβε το όχημα της κατηγορουμένης στο δρόμο και ιδιαίτερα, δεν απεικονίζει το λεωφορείο που εμπόδιζε την ορατότητα της κατηγορουμένης. Το γεγονός ότι ο ΜΚ5 καθήμενος στη μοτοσυκλέτα του ήταν εις θέση να δει το όχημα της κατηγορουμένης δεν σημαίνει ότι και η κατηγορουμένη μπορούσε να αντιληφθεί τούτον. Είναι στη βάση αυτών των διαπιστώσεων που το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για την τυχόν ενοχή της κατηγορουμένης στις δύο κατηγορίες. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία είναι ηλίου φαεινότερον ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει τούτη. Η επί του προκειμένου θέση του ΜΚ3 κρίθηκε αναξιόπιστη. Ως προς την πρώτη κατηγορία είναι κατανοητό ότι η τυχόν αμέλεια της κατηγορουμένης, δηλαδή το κριτήριο της προσοχής, λειτουργεί στο πλαίσιο των αντικειμενικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202, 204). Κρίνω ορθό να υπομνήσω εδώ τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ουλούπη ν. Χρίστου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1508, 1514 "Είναι γεγονός ότι η είσοδος του εφεσείοντα στο κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων θα αποτελούσε από μόνη της αμέλεια. Είναι όμως νομολογιακά καθιερωμένο ότι αποτελεί αμέλεια και αν ακόμα ο οδηγός της παρόδου σταματήσει στη συμβολή της με τον κύριο δρόμο, αν πριν εισέλθει σ΄ αυτόν δεν εβεβαιώνετο ότι ήταν ασφαλής να το κάνει σε σχέση με οχήματα που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο κατά προτεραιότητα. (Βλέπε: Παπαδέτης ν. Αστυνομία
(1991)2 Α.Α.Δ. 279) ". Παρά τη νομολογιακή τούτη θέση, για να διαπιστωθεί ανακοπή πορείας καθοριστική είναι η ορατότητα του οδηγού που κατηγορείται για την τοιουτοτρόπως οδήγηση. Συμφωνώ με την υπεράσπιση ότι υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων εφαρμογή έχει η απόφαση Μίσιης (πιο πάνω). Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η εν λόγω υπόθεση δεν δημιούργησε κανόνα δικαίου αλλά αποφασίστηκε στα δικά της περιστατικά. Παρόλα ταύτα, όπως στην υπόθεση Μίσιης έτσι και εδώ η κατηγορουμένη δεν είχε ορατότητα. Για να ανακτήσει τέτοια ορατότητα εισήλθε στη λεωφόρο πολύ προσεκτικά και διακεκομμένα. Οδηγός ο οποίος οδηγεί τοιουτοτρόπως στην απόφαση Clarke ν. Winchurch
(1969)1 All E.R. 275 χαρακτηρίστηκε ως "counsel of perfection". Εάν η κατηγορουμένη, οδηγώντας τοιουτοτρόπως, διεύρυνε την ορατότητά της, δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο. Απόδειξη τούτου του στοιχείου ευρισκόταν στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και δεν το απέσεισε. Ένεκα αυτής της αναπόδεικτης ορατότητας το δικαστήριο δεν μπορεί να εικάσει ότι ο ΜΚ5 ευρισκόταν στην εμβέλεια της κατηγορουμένης όταν τούτη κινήθηκε για να καταλάβει τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και ως εκ τούτου, ότι αμέλησε να τον δει. Δεν είναι τούτη η περίπτωση του αξιώματος Failure to see what is plainly visible is negligence (βλ. Nicolaides ν. Economides
(1963)2 CLR 78). Δεν είναι τούτη η περίπτωση εφόσον δεν αποδείχθηκε υπό τις περιστάσεις μέχρι ποιου σημείου η κατηγορουμένη είχε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση όρασης. Κατά τα λοιπά, καμία ενέργεια της κατηγορουμένης δεν συνιστά οδήγηση χωρίς τη δέουσα μέριμνα και φροντίδα, ένεκα πάντα της προσεκτικής, επιμελούς και με χαμηλή ταχύτητα έλευσης του οχήματος της στη λεωφόρο Αρτέμιδος. Παρά την ως ανωτέρω κατάληξη, δηλαδή ότι η κατηγορουμένη δεν προέβη σε ανακοπή της πορείας του μοτοσυκλετιστή αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε αμελή ενέργεια, σχολιάζω και τη θέση της υπεράσπισης ότι η αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα του μοτοσυκλετιστή. Δεν θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο λόγο (ratio) της απόφασης Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν. Νίκης Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439, δηλαδή ότι άλλος παράγοντας, λόγου χάρην η ταχύτητα, δυνατόν να διακόπτει την αλυσίδα αιτιώδους συνάφειας με το δυστύχημα. Καταλήγω σε αυτό, παρά τη διαπίστωση ότι η ταχύτητα του ΜΚ5 υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας, εφόσον καμία επιστημονική μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν απέδειξε ότι εάν ο ΜΚ5 κινείτο με ταχύτητα ίση ή μικρότερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, η σύγκρουση θα αποφεύγετο. Άξια σχολιασμού είναι και η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορουμένη όφειλε να αναμένει το λεωφορείο να εκκινήσει και μετά να εισέλθει στο δρόμο. Τέτοια νομολογιακή αρχή για αναμονή, στη βάση πάντα των σχετικών διαπιστώσεων, δεν υφίσταται. Περαιτέρω, το καθήκον επιμέλειας δεν είναι γενικό και αφηρημένο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 126, 128 δεν υπάρχει αμέλεια γενικά και αόριστα (negligence on the air). Στη δοσμένη περίπτωση το καθήκνον της κατηγορουμένης συναρτήθηκε με την παρουσία στο δρόμο του μοτοσυκλετιστή, υπό τις δοσμένες πάντα περιστάσεις και όχι του λεωφορείου. Κρίνω ως εκ τούτου αυτή τη θέση ανυπόστατη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που επιχείρησα να επεξηγήσω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη κατηγορία. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.