← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Φλωρεντία Μαππούρα, Αρ. Υπόθεσης:12740/07, 27 Νοεμβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Φλωρεντία Μαππούρα, Αρ. Υπόθεσης:12740/07, 27 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12740/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Φλωρεντία Μαππούρα Κατηγορουμένης ------- Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους στην εκφώνηση της απόφασης η κα Χ¨Μιχαήλ Για τους κατηγορούμενους: κ. Κόκκινος, κα Κόκκινου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για αδικήματα που προκλήθηκαν στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας κατά την 14.05.

  1. Στη 1η και 3η κατηγορία αντιμετωπίζει το ίδιο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης όταν εξύβρισε την Άννα Ανδρέου Μαππούρα και την Τασούλλα Κοσμά με τις φράσεις ¨Σιηλλοπουτάνα, πουτανόρατσα¨. Στη 2η κατηγορία το αδίκημα της απλής επίθεσης όταν στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο όπως και στις προηγούμενες κατηγορίες επιτέθηκε στην Τασούλλα Κοσμά. Η παρούσα υπόθεση είναι μια από τις πολλές παρόμοιας φύσης υποθέσεις τις οποίες καλούνται τα δικαστήρια μας καθημερινά να εκδικάζουν. Πολλές από αυτές έχουν ως αιτία προγενέστερες παρεξηγήσεις μεταξύ των κατηγορουμένων και παραπονουμένων προσώπων οι οποίες σε κάποια στιγμή αποκορυφώνονται και καταλήγουν σε εξυβρίσεις και επιθέσεις κάθε είδους. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο δυστυχώς ακόμα και στις μέρες μας, που το μορφωτικό επίπεδο του λαού μας έχει ανέβει σε σχέση με κάποιες δεκαετίες στο παρελθόν, εξακολουθεί να απασχολεί τόσο την κοινωνία όσο και τα δικαστήρια. Πρόκειται για φαινόμενο που τελικά πέραν των όσων ανέφερα προηγουμένως οφείλεται στην έλλειψη τελικά παιδείας αλλά και του μέτρου, στοιχεία τα οποία θα πρέπει να χαρακτηρίζουν το κάθε πολιτισμένο άνθρωπο στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του. Αυτό οφείλεται στην μη επίδειξη σεβασμού, αυτοσυγκράτησης και ανεκτικότητας στον συνάνθρωπο και στις αδυναμίες που ο καθένας μπορεί να έχει, χαρακτηριστικά που τείνουν να εκλείψουν από τους συμπολίτες μας. Τέτοιο ήταν και το επεισόδιο από το οποίο προήλθαν τα αδικήματα που αφορούν τη παρούσα υπόθεση. Όπως σε όλες τις παρόμοιες υποθέσεις αναπτύχθηκαν δύο εκδοχές, η κάθε πλευρά πρόβαλε τη δική της για αυτή της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.), οι δύο παραπονούμενες και ο σύζυγος της πρώτης εξ αυτών. Για αυτή της υπεράσπισης κατέθεσε η ίδια η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της ως μάρτυρας υπεράσπισης (Μ.Υ.). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Μ.Κ.1 Άννα Ανδρέου Μαππούρα υιοθέτησε την κατάθεση της την οποία έδωσε αμέσως μετά το επεισόδιο η οποία σημειώθηκε ως τεκ.
  2. Σε αυτή ανέφερε ότι ενώ σφουγγάριζε ευρισκόμενη μέσα στην αυλή της οικίας της αντιλήφθηκε κάποια στιγμή τη κατηγορούμενη να εισέρχεται μαζί με τον σύζυγο της στην αυλή της οικίας της κόρης της η οποία εφάπτεται με τη δική της και κάποια στιγμή να γυρίζει προς το μέρος της και απρόκλητα να την βρίζει με τις φράσεις του κατηγορητηρίου. Την ρώτησε εάν είναι αυτήν που εννοούσε και αυτή της επανέλαβε τις υβριστικές λέξεις. Όταν ρώτησε τον σύζυγο της κατηγορουμένης ο οποίος είναι θείος του δικού της συζύγου γιατί την βρίζει η γυναίκα του αυτός της είπε ¨κάνετε πολλά λάθη¨. Σημειώνω ότι στη κατάθεση της αναφέρει ότι και στο παρελθόν έτυχε της ίδιας μεταχείρισης από την κατηγορούμενη καθώς τα προβλήματα τους άρχισαν από το 2005 από τότε δηλαδή που αποφάσισαν να κτίσουν το σπίτι τους στο κοινό τους κτήμα ως είχαν βέβαια δικαίωμα. Αμέσως μετά προσπάθησε να τηλεφωνήσει στον σύζυγο της ο οποίος δεν ανταποκρινόταν στο κινητό του τηλέφωνο και στη συνέχεια στη γειτόνισσα της την Τασούλλα Κοσμά την οποία κάλεσε να πάει σπίτι της γιατί φοβόταν να μείνει μόνη της εφόσον αναστατώθηκε από τις βρισιές που δέχθηκε. Όπως ερχόταν η γειτόνισσα και ενώ η ίδια βρισκόταν στην άλλη πλευρά του σπιτιού της, άκουσε την κατηγορούμενη να εκστομίζει και εναντίον της τις ίδιες υβριστικές φράσεις. Όσα ανέφερε στη κατάθεση της υποστήριξε και κατά την προφορική της μαρτυρία και κυρίως κατά την αντεξέταση της με έμφαση. Όταν της υποβλήθηκε ότι την μόνη λέξη που της είπε ήταν ¨σιηλλοπουτάνα¨ αυτή αρνήθηκε και επέμενε ότι της είπε και τις δύο λέξεις. Η Τασούλλα Κοσμά (Μ.Κ.2) η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της την οποία έδωσε δύο ημέρες μετά το επεισόδιο αναφέρει ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από την Μ.Κ.1 η οποία της παραπονέθηκε ότι η μητέρα της γειτόνισσα της, η κατηγορούμενη, την ύβρισε με τη λέξη ¨σιηλλοπουτάνα¨. Είναι φίλες με την Μ.Κ.1 και επειδή αυτή φοβόταν να μείνει μόνη της στο σπίτι της, της ζήτησε να πάει εκεί. Γνώριζε και η ίδια την κατηγορούμενη και όταν την είδε πηγαίνοντας για να συναντήσει την Μ.Κ.1 και ευρισκόμενη στην αυλή της, την ρώτησε με τη φράση: ¨τι είναι αυτά τα πράγματα και ξυτιμάζεις την Άννα και συμπεριφέρεσαι με αυτό τον τρόπο;¨. Τότε εκείνη βάζοντας το δάκτυλο στο στόμα και υποδεικνύοντας της με αυτή την κίνηση να σιωπήσει την εξύβρισε και την ίδια με τη λέξη ¨ξυμαρισμένη¨ και αφού στη συνέχεια την πλησίασε την χτύπησε με την παλάμη του δεξιού της χεριού στο δεξί της χέρι στο πάνω μέρος της παλάμης της με δύναμη. Όταν στη συνέχεια η κατηγορούμενη γύρισε για να μπει στο σπίτι της κόρης είπε τη φράση ¨σιηλλοπουτάνες τζαι οι δκυό σας¨. Στα πιο πάνω επέμενε η μάρτυρας και κατά την αντεξέταση της δίδοντας κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες οι οποίες όμως δεν αλλάζουν την εικόνα. Υποστήριξε ότι είχε ακούσει φωνές όπως και γειτόνισσες τους ενώ βρισκόταν στο σπίτι της πριν της τηλεφωνήσει η Μ.Κ.
  3. Ο Μ.Κ.3 Λούκας Μαππούρας είναι ο σύζυγος της Μ.Κ.
  4. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης είναι θείος του δηλαδή αδελφός του πατέρα του. Ανέφερε στην κατάθεση του στην αστυνομία την οποία υιοθέτησε και ενώπιον του δικαστηρίου και σημειώθηκε ως τεκ. 4 ότι είχε βρει τρεις κλήσεις στο κινητό του που προέρχονταν από το τηλέφωνο της συζύγου του. Όταν ο ίδιος της μίλησε αργότερα του είπε ότι η θεία του η Φλώρα, η κατηγορούμενη δηλαδή, την εξύβρισε με τη λέξη του κατηγορητηρίου. Μετέβη μετά από αυτό στο σπίτι του αλλά μέχρι να πάει η κατηγορούμενη είχε φύγει από εκεί. Μαζί με την σύζυγο του μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να προβεί σε καταγγελία. Όταν η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς (τεκ. 3) αρνήθηκε τις κατηγορίες λέγοντας ότι είναι όλα ψέματα. Μετά που κλήθηκε σε απολογία η κατηγορούμενη, όπως ανέφερα και πιο πριν, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Ανέφερε και αυτή για την επίσκεψη της εκείνο το πρωί στο σπίτι της κόρης της που γειτνιάζει με αυτό της Μ.Κ.
  5. Παραδέχθηκε ότι βλέποντας την να κρατά ένα λάστιχο ποτίσματος και να περιφέρεται στην αυλή της, είπε απευθυνόμενη προς το σύζυγο της την φράση ¨έτην σιλλοπουτάνα¨ αλλά σε καμιά περίπτωση δεν της είχε πει και ότι είναι πουτανόρατσα. Όταν η Μ.Κ.1 τη ρώτησε εάν ήταν για εκείνη που το είπε αυτή της είπε πως ναι και της επανέλαβε μάλιστα την ύβρη. Η παραπονούμενη δεν της είπε τίποτε άλλο και έφυγε από το σημείο. Σε σχέση με το επεισόδιο με την Μ.Κ.2 το οποίο ακολούθησε, ανέφερε ότι την αντιλήφθηκε εντός της αυλής της οικίας της Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.2 την πλησίασε στον διαχωριστικό τοίχο και της είπε την φράση ¨Ρα πελλή του φρενοκομείου ίντα μπον τούτα που λαλείς της φίλης μου, να κατεβώ να σε κάμω μαύρη που το ξύλο¨. Τότε αυτή πλησιάζοντας στο περιτοίχισμα της αυλής και προτάσσοντας το χέρι της προσπάθησε να την χτυπήσει, έβαλε όμως το χέρι της μπροστά για να την σταματήσει και να μην τη χτυπήσει και έτσι χτύπησε στο πάνω μέρος του χεριού της Μ.Κ.2 με την παλάμη της. Ο σύζυγος της ήταν παρών καθ΄όλη τη διάρκεια του επεισοδίου και τις κάλεσε και τις δύο να σιωπήσουν. Αποκάλυψε ότι πάντοτε ένοιωθε δυσφορία για το γεγονός ότι η Μ.Κ.1 από τότε που έκτισε το σπίτι της δίπλα από αυτό της κόρης της παρακολουθούσε συνεχώς τις κινήσεις της οικογένειας της θυγατέρας της και με κάθε ευκαιρία και χωρίς λόγο έβγαινε στην αυλή της και παρακολουθούσε το σπίτι της θυγατέρας της. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης, Γεώργιος Μαππούρας ανέφερε και αυτός όσα είδε και άκουσε για το επεισόδιο υποστηρίζοντας κατά κάποιο τρόπο την εκδοχή της συζύγου του. Δεν απέκρυψε ότι ένοιωθαν δυσφορία για τους γείτονες της θυγατέρας του από τότε που έκτισαν το σπίτι τους δίπλα από αυτό της θυγατέρας τους καθ΄ότι όπως ανέφερε για να μπορέσουν να κτίσουν το σπίτι τους εκεί τα βρήκαν όλα έτοιμα αφού προηγουμένως είχαν αυτοί υποβληθεί στις δαπάνες για την παροχή των διαφόρων υπηρεσιών που απαιτούνταν. Σε σχέση με το επεισόδιο ανέφερε ότι πάντοτε ένοιωθαν ότι η Μ.Κ.1 παρακολουθούσε αδιάκριτα το σπίτι της θυγατέρας τους κατά τρόπο ενοχλητικό και προκλητικό και ότι με την παραμικρή αφορμή έβγαινε στην αυλή προσποιούμενη τάχατες ότι έκαμνε δουλειές αλλά με σκοπό να παρακολουθήσει τους γείτονες της από περιέργεια. Προσποιούμενη πως σφουγγάριζε και κρατώντας λάστιχο και σκούπα βρισκόταν στην αυλή της και εκείνο το πρωί. Επανέλαβε τα όσα παραδέχθηκε η σύζυγος του σε σχέση με το τι διαμείφθηκε μεταξύ της και της Μ.Κ.
  7. Η Μ.Κ.2 που κατέφτασε σε λίγο χωρίς λόγο ύβρισε τη σύζυγο του με τη φράση που αναφέρεται πιο πάνω και προσπάθησε να τη χτυπήσει και η γυναίκα του την απέκρουσε με το χέρι της βάζοντας το μπροστά. Στη συνέχεια έφυγαν από το σπίτι της κόρης του. Η κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία σημειώθηκε ως τεκμήριο (τεκ. 5) και του υποβλήθηκε ότι δεν είπε σε εκείνη όσα υποστήριξε στο δικαστήριο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης στην αγόρευση του παραπέμποντας στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά και την κατηγορούμενη και τον σύζυγο της (Μ.Υ) ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της δημόσιας εξύβρισης αλλά και η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 είχε τέτοιες αντιφάσεις που θα πρέπει να απορριφθεί από το δικαστήριο και έτσι η κατηγορούμενη να αθωωθεί από όλες τις κατηγορίες. Επανέλαβε ότι η κατηγορούμενη θα παραδεχόταν την 1η κατηγορία ως προς τη πρώτη λέξη της ύβρεως την οποία πράγματι είπε για την παραπονούμενη Μ.Κ
  8. Σε καμιά περίπτωση δεν είπε την δεύτερη λέξη και όσον αφορά αυτή τη λέξη δεν φαίνεται η Μ.Κ.1 να την είπε στη φίλη της (Μ.Κ.2) όταν της τηλεφώνησε ούτε και στον σύζυγο της (Μ.Κ.3). Η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν διαμετρικά αντίθετη υποστηρίζοντας ότι με βάσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων. Οι Μ.Κ. είπαν την αλήθεια σε αντίθεση με την κατηγορούμενη και τον σύζυγο της και έτσι εισηγήθηκε όπως η κατηγορούμενη βρεθεί ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω τους μάρτυρες και την κατηγορούμενη να καταθέτουν ενόρκως, να ακούσω τους ισχυρισμούς τους και να παρατηρήσω τις κινήσεις και τις αντιδράσεις τους. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165), Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506). Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Οι Μ.Κ. κρίνω ότι είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης τους αλλά κυρίως και κατά την αντεξέταση τους δεν διέκρινα ότι αυτές προσήλθαν στο δικαστήριο για να πουν ψέματα και να υπερβάλουν για όσα συνέβησαν την ημέρα του επεισοδίου. Κατέθεσαν ήρεμα, απλά και με πειστικό τρόπο τα γεγονότα όπως τα έζησαν και τα αντιλήφθηκαν. Τα όσα κατέγραψαν στις γραπτές τους καταθέσεις τα ανέφεραν και προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι ενώ η Μ.Κ. 1 στην κατάθεση της αναφέρεται και στις δύο υβριστικές λέξεις τόσο η Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 στις δικές τους παραλείπουν τη δεύτερη λέξη. Αυτό όμως από μόνο του δεν θα μπορούσε να καταστήσει τη μαρτυρία τους αντιφατική σε βαθμό που να μη γίνει αποδεκτή. Η κατάθεση της Μ.Κ.1 έχει μια λογική συνέχεια και συνέπεια. Όταν υβρίστηκε από την κατηγορούμενη χωρίς η ίδια να πει οτιδήποτε, απομακρύνθηκε από το σημείο όπως παραδέχθηκαν και η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της στη μαρτυρία τους. Στη συνέχεια θεώρησε καλό να επικοινωνήσει με το σύζυγο της και να του αναφέρει το γεγονός. Λόγω του ότι δεν τον έβρισκε στο τηλέφωνο κάλεσε την Μ.Κ.2 στο σπίτι της καθώς φοβόταν να μείνει μόνη της σε αυτό μετά το επεισόδιο. Ο Μ.Κ.3 επιβεβαιώνει στη δική του κατάθεση για τις κλήσεις που βρήκε στο κινητό του τηλέφωνο και ακολούθως το τι του είπε η σύζυγος του όταν την κάλεσε αυτός πίσω. Η κατηγορούμενη εμπλέκει την Μ.Κ.2 σε ένα επεισόδιο στο οποίο δεν είχε κανένα λόγο να επέμβει με τον τρόπο που τον περίγραψε η κατηγορούμενη, τουναντίον τα όσα είπε σε αυτή όπως η ίδια η Μ.Κ.2 ανέφερε κρίνω ότι ήταν μια φυσιολογική αντίδραση και υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να εκληφθεί και ως σύσταση εκ μέρους της εφόσον ήταν γνώριμες και σε αυτή δεν υπήρχε κάτι το προσβλητικό ή προκλητικό. Η Μ.Κ.2 πήγαινε να συναντήσει την Μ.Κ.1 όταν αυτή της τηλεφώνησε και την κάλεσε στο σπίτι της καθ΄ότι φοβόταν να μείνει μόνη της εν΄ όψει του ότι δεν έβρισκε στο τηλέφωνο τον σύζυγο της. Η σκηνή που εξελίχθηκε με τη παρουσία της Μ.Κ.2 στο σπίτι της φίλης της φαντάζει πιο αληθοφανής όπως την περιέγραψε η ίδια παρά στην περιγραφή που έκαμε η κατηγορουμένη. Είχε κάθε λόγο να της δείξει με το δάκτυλο στα χείλη της να μη φωνάζει εφόσον στο σπίτι όπως είναι παραδεκτό βρισκόταν ο γαμπρός της ο οποίος κοιμόταν εκείνη την ώρα καθώς εργαζόταν το προηγούμενο βράδυ. Δέχομαι ότι τα γεγονότα συνέβησαν όπως τα ανέφερε η Μ.Κ.2 την οποία πιστώνω με ειλικρίνεια. Από την άλλη φανερά η κατηγορούμενη φάνηκε ότι θέλησε να απεκδυθεί της ευθύνης της για την πρόκληση του επεισοδίου και τη διάπραξη των αδικημάτων. Σε αυτή τη προσπάθεια της βρήκε αμέριστη υποστήριξη από τον σύζυγο της (Μ.Υ.). Σε πολλά σημεία η μαρτυρία τους συνέπεσε με αυτή των Μ.Κ., θέλησαν όμως να τους δώσουν μια διαφορετική διάσταση έτσι που να ευνοεί τη θέση τους αλλά και κατά τρόπο που θα δημιουργούσε αμφιβολία στο μυαλό του δικαστηρίου. Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε κάποια σημεία της μαρτυρίας τους τα οποία με οδηγούν στο συμπέρασμα να απορρίψω την εκδοχή τους. Κατ΄αρχή φάνηκε από τη μαρτυρία τους ότι διακατέχονταν από αισθήματα φθόνου, καχυποψίας, προκατάληψης εναντίον της Μ.Κ.1 τα οποία και δεν απέκρυψαν. Τουναντίον αν και άσχετα με το επίδικο επεισόδιο θέλησαν να τα τονίσουν για να δημιουργήσουν εντυπώσεις στο δικαστήριο. Όταν π.χ. έλεγε η κατηγορούμενη στην αντεξέταση της ότι η Μ.Κ.1 συνήθιζε να κυκλοφορεί με άσεμνη περιβολή, όπως η ίδια βέβαια την αντιλαμβανόταν, στην αυλή της οικίας της και μάλιστα κατά τρόπο προκλητικό. Αυτό είχε γίνει ή γινόταν και στη παρουσία της, της κόρης της και του γαμπρού της. Ή ακόμα όταν ο Μ.Υ., χωρίς να ρωτηθεί, άρχισε να εξιστορεί πως προέκυψε η διαφορά τους με την Μ.Κ.1 και το σύζυγο της οικονομική στην ουσία της η οποία συνίστατο στο ότι αυτοί χωρίς να συμβάλουν στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι ίδιοι για να συνδεθεί το κτήμα τις διάφορες υπηρεσίες, βρήκαν έτοιμο οικόπεδο για να κτίσουν το σπίτι τους πράγμα το οποίο δεν επιθυμούσαν, αν και τους αναγνώριζαν τέτοιο δικαίωμα ως ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι που ήταν σε κάποιο μερίδιο του. Η κατηγορούμενη ήταν και εξακολουθεί να είναι φανερά προκατειλημμένη εναντίον της Μ.Κ.1 την οποία αν και μητέρα πέντε παιδιών την κατηγορεί ότι αντί να βλέπει τις δουλειές και τα παιδιά της έχει το μυαλό της στην αυλή και στο σπίτι των γειτόνων της δηλαδή της θυγατέρας της τα οποία παρακολουθεί με περιέργεια και αδιάκριτα και με ενοχλητικό τρόπο. Δεν απέκρυψε το θυμό της σε σχέση με αυτή τη συμπεριφορά της Μ.Κ.
  1. Η κατηγορούμενη ενώπιον του δικαστηρίου έχει παραδεχθεί ότι είπε τουλάχιστον την πρώτη υβριστική λέξη και επέμενε ότι δεν είχε πει τη δεύτερη. Παραδέχθηκε ότι την επανέλαβε ακόμα και όταν την είχε ρωτήσει η Μ.Κ.1 ότι απευθυνόταν σε αυτή. Κάτι τέτοιο όμως δεν ανέφερε όταν κατηγορήθηκε γραπτώς εφόσον αρνήθηκε τις κατηγορίες αλλά και επιπρόσθετα είπε ότι όλα είναι ψέματα. Το ίδιο και ο σύζυγος της στη δική του κατάθεση (τεκ.5) στην οποία εν κατακλείδι ισχυρίζεται ότι η γυναίκα του δεν είπε τίποτε στις Μ.Κ.1 και
  2. Είναι φανερό ότι και οι δύο είπαν ψέματα στις καταθέσεις τους κάτι που δείχνει ότι δεν είναι ειλικρινείς. Εάν είχε εκστομίσει την πρώτη υβριστική λέξη δεν βλέπω γιατί να είχε κάποιο ηθικό φραγμό να πει και τη δεύτερη. Η αίσθηση που απεκόμισα εξετάζοντας τη μαρτυρία τους είναι ότι η εμπάθεια η οποία εισέβαλε στις ζωές τους και η αποκρουστική εικόνα που είχαν απέναντι στην Μ.Κ.1 έκανε προς στιγμή την κατηγορούμενη τουλάχιστον εκείνη την ημέρα να συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκε. Αυτή η εμπάθεια από την οποία εξακολουθεί να διακατέχεται δεν απέτρεψε ούτε αυτή αλλά ούτε και τον σύζυγο της να πουν ψέματα και στο δικαστήριο. Τα όσα υπέβαλε μέσω βέβαια του δικηγόρου της ότι τάχα ήταν η Μ.Κ.2 που την εξύβρισε και ότι αυτή αγνόησε όσα της είπε και δεν προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για να μη δώσει συνέχεια στο επεισόδιο δεν μπορεί παρά να είναι σκέψεις της στιγμής. Όταν την κατηγόρησε η αστυνομία τίποτε από αυτά δεν είπε στην απάντηση της αλλά ούτε και ο Μ.Υ. στην κατάθεση του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας θα καταγράψω στη συνέχεια τα ευρήματα μου: Γύρω στις 10:30-11:00 της 14.05.2007 στην οδό Ολύμπου στην Αραδίππου η Μ.Κ.1 βρισκόταν στην αυλή της οικίας της και σφουγγάριζε κρατώντας το λάστιχο και σκούπα. Κάποια στιγμή η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της κρατώντας και το εγγονάκι τους μετέβησαν για κάποιο λόγο στο σπίτι της θυγατέρας τους του οποίου η αυλή εφάπτεται της αυλής του σπιτιού της Μ.Κ.
  3. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης είναι θείος, αδελφός του πατέρα του συζύγου της Μ.Κ.
  4. Φάνηκε από τη μαρτυρία ότι οι σχέσεις τους από τότε που η Μ.Κ.1 και ο σύζυγος της έκτισαν το σπίτι τους δίπλα από το σπίτι της θυγατέρας της δεν ήταν και οι ιδανικές, υπήρχαν διαφορές στις σχέσεις τους οι οποίες βέβαια δεν έχουν να κάμουν με την υπόθεση. Η κατηγορούμενη κατά τρόπο που θα μπορούσε να ακούσει η Μ.Κ.1 απρόκλητα είπε τις λέξεις κοιτάζοντας την ¨σιηλλοπουτάνα, πουτνόρατσα¨. Όταν η Μ.Κ.1 τη ρώτησε αν απευθυνόταν σε αυτή, επανέλαβε τις ίδιες λέξεις. Χωρίς να της πει οτιδήποτε η Μ.Κ.1 απομακρύνθηκε και προσπάθησε να βρει τον άντρα της στο τηλέφωνο για να του το πει χωρίς να τα καταφέρει και για τούτο στη συνέχεια πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και τη φίλη της και γειτόνισσα της την Μ.Κ.2 την οποία κάλεσε στο σπίτι της καθώς φοβόταν να μείνει μόνη της. Πράγματι η Μ.Κ.2 έσπευσε στο σπίτι της και στη διαδρομή συνάντησε την κατηγορούμενη που ήταν γνώριμη της και απευθυνόμενη σε αυτή της είπε τη φράση ¨τι είναι τούτα τα πράματα να ξυτιμάζεις την Άννα τζαι να συμπεριφέρεσαι με έτσι τρόπο¨. Τότε αυτή την εξύβρισε με τη λέξη ¨ξυμαρισμένη¨ και την κτύπησε πάνω στη παλάμη του χεριού της με δύναμη. Στη συνέχεια φεύγοντας είπε τις λέξεις ¨σιλλοπουτάνες και οι δκυό σας¨. Η απόσταση των 8-10 μέτρων από την καγκελλόπορτα του σπιτιού μέχρι δηλαδή το δημόσιο πεζοδρόμιο ή δρόμο βρίσκω ότι ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να ακουστούν αυτές οι ύβρεις και σε δημόσιο χώρο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Το Άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στο οποίο στηρίζεται η 1η και 3η κατηγορία προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο πρόσωπο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα μπορούσα να τα προσδιορίσω στα ακόλουθα:
  5. Η εξύβριση άλλου προσώπου,
  6. σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που ενδεχομένως να ακουστεί σε δημόσιο χώρο,
  7. κατά τρόπο που ενδεχόμενα να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. σελ. 1297). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φράσεις τις οποίες δέχθηκα ότι εκστόμισε η κατηγορούμενη τόσο απευθυνόμενη στη Μ.Κ.1 όσο και στην Μ.Κ.2 είναι υβριστικές στην έννοια του νόμου. Σε ότι αφορά τον δημόσιο χώρο, η έννοια του όρου καθορίζεται στο Άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: ¨Δημόσιος χώρος¨ ή ¨δημόσιο υποστατικό¨ περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση¨. ¨Δημόσια Διάβαση¨ περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό¨ Ως τέτοιος χώρος θεωρήθηκε ότι είναι και το γραφείο παραπόνων αστυνομικού σταθμού (βλ.Νετζιήν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 1, σελ. 6 και Ηροδότου v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 7874 ημερ. 18.07.2006). Σύμφωνα με τη μαρτυρία το όλο επεισόδιο συνέβη στη μέση της αυλής και των δύο οικιών που διαχωρίζονταν με τοίχο. Οι φωνή της κατηγορουμένης η οποία βρισκόταν εντός της αυλής της οικίας της θυγατέρας της σε απόσταση 8 -10 μέτρα από την καγκελόπορτα ακούστηκε καθαρά σε απόσταση τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων από το σημείο που βρισκόταν η Μ.Κ.1 έτσι που αυτή να αντιληφθεί ότι την εξύβρισε. Η φωνή της είχε ακουστεί μέχρι και στα απέναντι σπίτια όπως υποστήριξε η Μ.Κ.2 η οποία βρισκόταν στο δικό της, μέχρι εκεί μεσολαβεί δημόσιος δρόμος. Αυτό με οδηγεί στο να βγάλω το συμπέρασμα ότι θα μπορούσε άνετα να είχε ακουστεί μέχρι το δημόσιο πεζοδρόμιο ή δρόμο δηλαδή σε απόσταση οκτώ με δέκα μέτρων όπως υπολόγισαν η κατηγορούμενη και ο Μ.Υ. την απόσταση μέχρι εκεί. Όσον αφορά το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παρισταμένου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο και πάλι είναι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κοζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 503). Κρίνω ότι και αυτό το στοιχείο συντρέχει με βάση τα γεγονότα που αποδέχθηκα και όπως εξελίχθηκαν καθώς η εκστόμιση τέτοιων υβριστικών λέξεων θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το Άρθρο 242 στο οποίο στηρίζεται η 2η κατηγορία προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Ο όρος ¨επίθεση¨ χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και " battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία " recklessly" να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R v. Venna
(1975)3 All E.R. 788,794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης Archbold and Practice, 39η Έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-2) ούτε και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχουν ξέχωρα αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα αυτό της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής ή και βαριάς σωματικής βλάβης. Στην υπόθεση Πετρόπουλος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. σελ. 574 τονίστηκε πως το Άρθρο 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης χρήσης βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως (unlawfully). Το ζήτημα της απόδειξης της 2ης κατηγορίας έχει λυθεί, κατά την άποψη μου, με την αποδοχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.2 και την απόρριψη αυτής της κατηγορούμενης και του συζύγου της (Μ.Υ.). Η κατηγορούμενη η ίδια δεν αρνήθηκε ότι σε κάποια στιγμή ήρθαν σε επαφή τα χέρια τους. Όχι όμως όπως περιέγραψε η ίδια αλλά όπως ήταν η περιγραφή της Μ.Κ.2. Η Μ.Κ.2 όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν είχε κανένα λόγω ούτε να εξυβρίσει αλλά ούτε και να επιτεθεί εναντίον της κατηγορουμένης. Η κατηγορούμενη πάνω από τον τοίχο που χώριζε τις αυλές των δύο σπιτιών όπως ήταν θυμωμένη και εξαγριωμένη που βρήκε και πάλι την Μ.Κ.1 στην αυλή του σπιτιού της να ¨κάμνει¨ όπως ανέφερε ότι σφουγγάριζε αλλά με απώτερο σκοπό να βλέπει στην αυλή της θυγατέρας της και αφού πρώτα εξύβρισε την Μ.Κ.1 στη συνέχεια αφού εξύβρισε και την φίλη της Μ.Κ.2 αφού έγειρε και το κορμί της από τον τοίχο κατά τρόπο που να φτάσει την Μ.Κ.2 την κτύπησε στη παλάμη του χεριού της δυνατά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της για όλες τις κατηγορίες στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και έτσι κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη όπως το κατηγορητήριο. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.