← Κύπρος

Δ η μ οκ ρ α τ ί α ν. Emamali Esmailidadeh, Αρ. Υπόθεσης 7847/2007, 29 Νοεμβρίου 2007

Δ η μ οκ ρ α τ ί α ν. Emamali Esmailidadeh, Αρ. Υπόθεσης 7847/2007, 29 Νοεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2007:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδοκείου: Π. Παναγή, Π. Ε. Δ. Φ. Ν. Ζωμενής, Α. Ε. Δ. Α. Δαυίδ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης 7847/2007 Δ η μ οκ ρ α τ ί α -ν- Emamali Esmailidadeh Κατηγορουμένου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2007 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Έλενα Ζαχαριάδου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος στο Κατηγορητήριο, στις 2.4.2007 στην οδό Λέοντος Σοφού στη Λάρνακα ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στο χρυσοχοείο Τάκης Καβαλάρης και έκλεψε χρυσαφικά αξίας Λ.Κ. 10.000,00 περίπου. Η μαρτυρία Η μαρτυρία η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Την παραθέτουμε. O Αναστάσης Ανδρέου (ΜΚ32) είναι ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου 'Τάκης Καβαλάρης' («το χρυσοχοείο») που βρίσκεται στην οδό Λέοντος Σοφού στη Λάρνακα. Το Σάββατο 31.3.07, κλείδωσε το κατάστημά του και ενεργοποίησε το σύστημα συναγερμού το οποίο είναι συνδεδεμένο με το τηλεφωνικό κέντρο της Αστυνομίας. Στις 2.4.2007 η ώρα 04.20 κτύπησε το τηλέφωνο στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων της Αστυνομίας, γεγονός που υποδηλώνει συναγερμό. Την κλήση απάντησε αμέσως η Γυναίκα Αστυφύλακας 3443 Α. Πολυκάρπου (ΜΚ20) και ακούστηκε το μαγνητοφωνημένο μήνυμα «Διάρρηξη Τάκη Καβαλάρη οδός Λεοντίου Σοφού». Πριν ακουστεί ο αριθμός της οδού, το μήνυμα διακόπηκε. Κανονικά, το μήνυμα, στην περίπτωση ενεργοποίησης του σχετικού συστήματος ακούγεται τρεις φορές. Η Γ/Αστ. 3443 ενημέρωσε αμέσως τον αξιωματικό υπηρεσίας. Ειδοποιήθηκαν σχετικά και έσπευσαν στο χρυσοχοείο άντρες της Αστυνομίας. Ο Αστ. 3364 Γ. Παφίτης (ΜΚ21) του ΟΠΕ Λάρνακας προέβη σε εξωτερικό έλεγχο των υποστατικών χωρίς όμως να διαπιστώσει οποιαδήποτε παραβίαση και απεχώρησε, αφού στο μεταξύ είχε αφιχθεί στο μέρος και ο Αστ. 4849 Α. Αντωνίου (ΜΚ22) ως επίσης και ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου Αναστάσης Ανδρέου (ΜΚ32), που είχε ειδοποιηθεί από την Αστυνομία ότι ήχησε το σύστημα συναγερμού στο κατάστημα του. Στην προσπάθεια του τελευταίου να ανοίξει την συρόμενη ηλεκτρική θύρα του καταστήματος, διαπιστώθηκε πως αυτή δεν άνοιγε λόγω διακοπής ρεύματος, έτσι την άνοιξε χειροκίνητα. Κατόπιν πρόχειρου ελέγχου στον οποίο προέβηκε ο Ανδρέου, διαπίστωσε ότι είχαν κλαπεί από τη βιτρίνα του καταστήματος του βραχιόλια από χρυσό και λευκόχρυσο, συνολικής αξίας £6.000 καθώς επίσης δακτυλίδια συνολικής αξίας £2.000-£3.000 περίπου. Από το συρτάρι του γραφείου του, το οποίο ήταν ξεκλείδωτο, είχε κλαπεί μια στρογγυλή θήκη, εντός της οποίας υπήρχε ποσότητα από ασημένιες καδένες αξίας £800 - £1.000 περίπου. Ο Αστ. 4849 αμέσως απέκλεισε τη σκηνή, η οποία τέθηκε υπό φρούρηση, και ειδοποίησε τον Αξιωματικό Υπηρεσίας. Στη συνέχεια έφτασαν στο μέρος οι Αστ. 947 Π. Δημητρίου (ΜΚ11), 1435 Κ. Βασιλείου (ΜΚ16) και 349 του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λάρνακας. Στο μέρος συνάντησαν τον Αστ. 4849, ο οποίος τους υπέδειξε ένα αλουμινένιο παράθυρο στον πρώτον όροφο της υπό ανέγερση πολυκατοικίας στο ισόγειο της οποίας βρισκόταν το χρυσοχοείο, το οποίο ήταν βγαλμένο από τον «παραστατό». Tο παράθυρο αυτό οδηγούσε σε αποθήκη υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, στην οποία δεν είχε τοποθετηθεί σύστημα παρακολούθησης καθότι η αποθήκη χρησιμοποιείτο για τη φύλαξη χαρτικών και εντύπων. Παραπλεύρως του παραθύρου το οποίο είχε αφαιρεθεί υπήρχε ένα μαύρο σακάκι (Τεκμήριο 1) το οποίο παρέλαβε ο Αστ.947 Π. Δημητρίου. Η αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 58, βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το χρυσοχοείο το οποίο αποτελείται από ισόγειο και πατάρι. Πατάρι υπάρχει και στο χρυσοχοείο το οποίο συνορεύει επίσης με το πατάρι της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας. Δίπλα από την αποθήκη, από την άλλη πλευρά της, υπάρχει διάδρομος που οδηγεί σε κλιμακοστάσιο το οποίο οδηγεί στην ανεγειρόμενη οικοδομή που βρίσκεται πάνω από το χρυσοχοείο και την αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας. Ανεβαίνοντας κάποιος το κλιμακοστάσιο οδηγείται στο μεσοπάτωμα της ανεγειρόμενης οικοδομής και σε μικρό διάδρομο (φωταγωγό) στον οποίο ευρίσκεται το αλουμινένιο παράθυρο (φεγγίτης) του παταριού της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας. Ελέγχοντας από το πιο πάνω παράθυρο το εσωτερικό της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας, ο Αστ. 1435 διαπίστωσε πως στον τοίχο της αποθήκης που συνορεύει με το χρυσοχοείο υπήρχε τρύπα ενώ στο πάτωμα της αποθήκης χώματα. Εντόπισε παράλληλα και ένα λιβέρι χρώματος πορτοκαλί. Στη συνέχεια, αφού ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του χρυσοχοείου να ξεκλειδώσει την κύρια πόρτα του χρυσοχοείου, προχώρησε στο βάθος του χρυσοχοείου όπου εντόπισε την κονσόλα του συστήματος συναγερμού του καταστήματος γύρω από την οποία υπήρχαν διάφορα κομμένα σύρματα. Στη συνέχεια ανέβηκε στο πατάρι του χρυσοχοείου όπου είδε ένα νιπτήρα αποχωρητηρίου σπασμένο ο οποίος, όπως διαπίστωσε, προηγουμένως ήταν στερεωμένος στο μεσότοιχο που συνορεύει με το πατάρι της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας. Διαπίστωσε επίσης πως η τρύπα που είχε δει προηγουμένως από το παράθυρο της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας οδηγούσε στο αποχωρητήριο στο πατάρι του χρυσοχοείου. Εντός του παταριού του χρυσοχοείου υπήρχαν δύο κατσαβίδια ίσια με κόκκινη χειρολαβή. Ο Αρχιλοχίας 115 Χρύσανθος Τρισελιώτης (ΜΚ23), επισκέφθηκε τη σκηνή της διάρρηξης την ίδια μέρα στις 08.05 μαζί με τον Αστ. 2748 Ν. Νεοφύτου (ΜΚ4) και προέβηκε σε έρευνα - εξέταση της σκηνής. Ο τελευταίος έλαβε φωτογραφίες της σκηνής οι οποίες αποτελούν το Τεκμήριο
  2. Αφού εισήλθε στο πατάρι της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας ο Αρχιλοχίας 115 παρατήρησε ότι υπήρχε τρύπα πάνω στον κοινό τοίχο του παταριού της Τράπεζας με το πατάρι του χρυσοχοείου, διαστάσεων 25cm x 61cm. Στο πάτωμα υπήρχε ένας σωρός από κομμάτια τούβλων που αφαιρέθηκαν από τον τοίχο «με σπάσιμο» για να δημιουργηθεί άνοιγμα και, μεταξύ άλλων, ένα κομμάτι σωλήνας από σκαλωσιά, ένα κομμάτι ξύλο, ένα κατσαβίδι και ένα λιβέρι. Στο πατάρι του χρυσοχοείου, στο σημείο του παραβιασμένου τοίχου, υπήρχε ένας σπασμένος νιπτήρας και δύο κατσαβίδια στο πάτωμα. Όπως διαπίστωσε ο Αρχιλοχίας 115, δεν υπήρχε κανένα άλλο σημείο παραβίασης στο χρυσοχοείο. Ο δράστης ή οι δράστες εισήλθαν από το αλουμινένιο παράθυρο στο πατάρι της Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια έσπασαν μέρος του τοίχου που συνορεύει με το πατάρι του χρυσοχοείου δημιουργώντας έτσι άνοιγμα προς το πατάρι του χρυσοχοείου, το οποίο φαίνεται στις φωτογραφίες 15 και 16 που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  3. Αφού ο δράστης εισήλθε στο χώρο του παταριού του χρυσοχοείου, κατέβηκε από τη σκάλα στο χώρο που είναι το χρηματοκιβώτιο του χρυσοχοείου, απέκοψε διάφορα σύρματα του συναγερμού και του ηλεκτρικού ρεύματος και εισήλθε στον κυρίως χώρο του χρυσοχοείου από τον οποίο έκλεψε διάφορα κοσμήματα. Ακολούθως, ο δράστης ή οι δράστες εξήλθαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που εισήλθαν. Κατά τη διάρκεια της έρευνας-εξέτασης, ο Αρχιλοχίας 115 έκανε διάφορες δειγματοληψίες και παρέλαβε διάφορα τεκμήρια. Η σκηνή δακτυλοσκοπήθηκε και τα αποτελέσματα δε της δακτυλοσκόπησης εκτίθενται στην έκθεση του Αρχιλοχία 115 (έγγραφο Α1), σύμφωνα με την οποία δεν υπήρξε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Παραλήφθηκαν μεταξύ άλλων από την αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας ένα λιβέρι χρώματος πορτοκαλί (Τεκμήριο 18), επίχρισμα από χερούλι ανοίγματος της βρύσης του νιπτήρα (Τεκμήριο 25) και χώμα από σπασμένα τούβλα και τσιμέντο (Τεκμήριο 27). Από χάρτινο κιβώτιο που βρισκόταν κάτω από τα παράθυρο που αφαιρέθηκε και από διάφορα έντυπα που βρέθηκαν στο πάτωμα της αποθήκης παραλήφθηκαν αποτυπώματα παπουτσιού. Σύμφωνα με τον Αρχιλοχία 115, τα αποτυπώματα αυτά πιθανό να έγιναν από το ίδιο παπούτσι δηλώνοντας βέβαιος ότι αυτά ανήκαν στο δράστη ή δράστες. Από τον χώρο του αποχωρητηρίου του χρυσοχοείου παρέλαβε μεταξύ άλλων, δύο κατσαβίδια με κόκκινη χειρολαβή (Τεκμήρια 28 και 29 αντίστοιχα). Ο Γεώργιος Χρίστου (ΜΚ35), διευθυντής της Λαϊκής Τράπεζας ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή στις 2.4.07 μετά που πληροφορήθηκε για τη διάρρηξη στο χρυσοχοείο, επίσης διαπίστωσε πως ο φεγγίτης της αποθήκης του υποκαταστήματος της τράπεζας όπου εργαζόταν, η οποία ήταν πάντοτε κλειδωμένη και μη προσπελάσιμη στο κοινό και σε πελάτες της τράπεζας, ήταν παραβιασμένος ενώ στον τοίχο που συνορεύει με το χρυσοχοείο υπήρχε μια τρύπα. Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Ιάκωβος Ιωάννου (ΜΚ5), Υπεύθυνος του ΤΑΕ Λάρνακας, επικοινώνησε την ίδια ημέρα με τον Υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού ζητώντας του πληροφορίες σχετικά με διάρρηξη χρυσοχοείου που έγινε στη Λεμεσό με παρόμοιο τρόπο διάπραξης. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι για την υπόθεση είχαν θεωρηθεί ύποπτοι δύο Ιρανοί οι οποίοι διέμεναν στο ξενοδοχείο «Λειβαδιώτη» στη Λάρνακα, συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος και κάποιος Behnam Mohajer Iromloo (στον οποίο θα αναφερόμαστε στη συνέχεια ως «Behnam»). Το εν λόγω ξενοδοχείο βρίσκεται πίσω ακριβώς από το χρυσοχοείο που διαρρήχθηκε σε απόσταση περίπου 30 μέτρα, είναι στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα και οι ταράτσες ενώνονται μεταξύ τους. Υπήρχε δε πληροφορία ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ZKPV 294, το οποίο ήταν σταθμευμένο παρά το Ξενοδοχείο Petrou Bros, δυνατό να είχε σχέση με τη διάρρηξη στο χρυσοχοείο. Η Γ/Αστ. Τ. Πάρπα 1839 (ΜΚ7) μετέβηκε στο ξενοδοχείο Petroυ Bros την ίδια μέρα περί ώρα 08.30 όπου βρήκε το αυτοκίνητο ZKPV 294 σταθμευμένο έξω από το ξενοδοχείο. Κατόπιν εξετάσεων, διαπίστωσε πως το εν λόγω αυτοκίνητο είχε ενοικιαστεί από τον Behnam ο οποίος κατά την ενοικίαση του συνοδευόταν από άλλο αλλοδαπό πρόσωπο, και ενημέρωσε τον Υπαστ. Ιωάννου σχετικά. Ο τελευταίος μετέβηκε στο μέρος αργότερα την ίδια μέρα μαζί με τον Αστ.2442 Κ. Ψευδιώτη (ΜΚ2), τον οποίο όρισε ως ανακριτή της υπόθεσης. Αφού εντόπισαν το αυτοκίνητο, διαπίστωσαν πως στο κάθισμα του οδηγού υπήρχε μια τσάντα χεριού μαύρου χρώματος με ίχνη σκόνης χρώματος κεραμιδί στη χειρολαβή ενώ στο πάτωμα πίσω από τη θέση του οδηγού υπήρχε μια τσάντα πράσινη εντός της οποίας υπήρχε ένα σιγατσάκι. Η Γ/Αστ. 1839 έθεσε το αυτοκίνητο υπό παρακολούθηση ενώ ο Υπαστ. Ιωάννου και ο Αστ. 2442 αναχώρησαν από το μέρος. Περί ώρα 10.00 και ενώ ο Μάριος Πέτρου (ΜΚ26), ένας από τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου Petrou Bros, και η Γ/Αστ. 1839 βρίσκονταν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου, προσήλθε στο ξενοδοχείο ο Κατηγορούμενος ο οποίος ζήτησε από τον Πέτρου να του παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου ZKPV
  4. Ο τελευταίος αμέσως υπέδειξε τον Κατηγορούμενο στη Γ/Αστ.1839 ως το πρόσωπο που αναζητούσε. Η Γ/Αστ. 1839 αμέσως ενημέρωσε τον Αστ.2442 για την πιο πάνω εξέλιξη, ο οποίος επέστρεψε στο μέρος μαζί με τον Υπαστ. Ιωάννου. Στο μεταξύ ο Πέτρου διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε στο δωμάτιο 111 του ξενοδοχείου Petroυ Bros. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος είχε προσέλθει στο ξενοδοχείο την 1.4.07 και περί ώρα 20.30 ζητώντας από την υπάλληλο υποδοχής Στέλλα Σατίκη (ΜΚ28) δωμάτιο για δύο μέρες. Η δε κράτηση του, την οποία και πλήρωσε, ήταν μέχρι τις 3.4.
  5. Καταφθάνοντας στο μέρος ο Αστ. 2442 προέβηκε σε σωματική έρευνα του Κατηγορούμενου στην κατοχή του οποίου βρήκε δύο ταξιδιωτικά εισιτήρια, το ένα της Iran Air στο όνομα του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 44) με ημερομηνία αναχώρησης 2.4.07 και το άλλο της Gulf Air στο όνομα του Behnam (Τεκμήριο 45) με ημερομηνία αναχώρησης την 31.3.
  6. Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά, οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ όπου κλήθηκε διερμηνέας, η Neda Mohammed Reza Beig (MK25), η οποία γνωρίζει την περσική και αγγλική γλώσσα. Ακολούθως, η ώρα 14.00 ο Αστ. 2442 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο κατόπιν δικαστικού εντάλματος. Αφού, με τη βοήθεια της ΜΚ25, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «I don't know anything about this. I'm leaving tonight at eight». Ακολούθως λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο και δύο παρειακά επιχρίσματα (Τεκμήριο 43). Ο Αστ. 2442 πρόσεξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόσφατες εκδορές στα χέρια του και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, τον ρώτησε από πού προήλθαν. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι έπαιζε με φίλους του στην παραλία και γδάρθηκε και ότι του έπεσαν τα κλειδιά του σε πέτρες στη Μαρίνα Λάρνακας και γδάρθηκε στην προσπάθεια του να τα πάρει. Την ίδια ημέρα, κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας, ο Αστ. 2442 ερεύνησε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ZKPV 294 στην παρουσία του Κατηγορούμενου, της διερμηνέως (ΜΚ25), του Λοχία 1344 Α. Λουκά (ΜΚ1) και του Αστ.2265 Μ. Σιημητρά (ΜΚ15). Κατά την έρευνα ανευρέθηκε μια τσάντα χειρός (σακίδιο) χρώματος μαύρου (Τεκμήριο 34) στη θέση του οδηγού. Αφού, με τη βοήθεια πάλι της διερμηνέως, επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο αυτός απάντησε ότι ήταν δική του, «It's mine». Στο πάτωμα της πίσω δεξιάς πόρτας ανευρέθηκε μια πράσινη νάιλον τσάντα μέσα στην οποία υπήρχε ένα σιγατσάκι με μια ανταλλακτική λεπίδα (Τεκμήριο 35). Ο Αστ. 2442 επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός απάντησε «I never saw it before». Τα χαλάκια του οχήματος (Τεκμήρια 36 -39) ήταν σκονισμένα με σκόνη χρώματος κεραμιδί. Ο Αστ. 2442 επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός απάντησε «I don't know where this came from». Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια παραλήφθηκαν από το Λοχία 1344 ο οποίος πήρε και δειγματοληψίες (swab) από διάφορα σημεία του οχήματος (Τεκμήρια 32 και 33, 40 και 41). Λήφθηκαν και φωτογραφίες του αυτοκινήτου οι οποίες περιλαμβάνονται στη δέσμη φωτογραφιών, Τεκμήριο
  7. Στη συνέχεια, μεταξύ των ωρών 16.50 - 17.10, κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας, ο Αστ.2442 ερεύνησε στην παρουσία του Κατηγορούμενου, της διερμηνέως, του Λοχ.1344 και του Αστ. 2265 το διαμέρισμα 111 στο ξενοδοχείο Petrou Bros. Εκεί υπήρχε μια ταξιδιωτική βαλίτσα χρώματος μαύρου (Τεκμήριο 48). Αφού επεστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο αυτός απάντησε «It's not mine». Στο εσωτερικό της βαλίτσας ανευρέθηκε ένα φαναράκι χρώματος ασημί με μαύρο λουρί (Τεκμήριο 42). Πάνω στο φαναράκι υπήρχε σκόνη χρώματος κεραμιδί. Μέσα στη βαλίτσα υπήρχαν και είδη ρουχισμού ενώ πάνω σε αυτή υπήρχαν ετικέτες με τα στοιχεία συγκεκριμένης πτήσης (ΙR3453) και στοιχεία του Κατηγορούμενου. Μετά την έρευνα, ο Αστ.2442 έθεσε τη βαλίτσα υπό τη φύλαξη του. Στις 4.4.07 ο Κατηγορούμενος, με τη βοήθεια της διερμηνέως (ΜΚ25), συγκατατέθηκε γραπτώς για ιατροδικαστική εξέταση (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 53 και 54). Κατόπιν τούτου, κλήθηκε από το ΤΑΕ Λάρνακας ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ18) ο οποίος προέβηκε σε εξέταση του Κατηγορούμενου την ίδια μέρα στην παρουσία των Αστυφυλάκων 276 και
  8. Ο τελευταίος έλαβε και φωτογραφίες των εκδορών του Κατηγορούμενου. Πρόκειται για τις φωτογραφίες 32 μέχρι και 48 που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση που ετοίμασε ο Δρ. Σοφοκλέους σχετικά με τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 64), από την εξέταση προέκυψαν : «
  10. Μικροεκδορές μετά εφελκίδας παράλληλες μεταξύ τους συνολικής διάστασης 6 x 6 εκ. Στην έξω επιφάνεια άνω τριτημόριου δεξιού βραχίονα.
  11. Μικροεκδορές 3 x 2 εκ. στην έξω επιφάνεια κάτω τριτομορίου δεξιού βραχίονα.
  12. Εκδορά μήκους 3 εκ. στο μέσο τριτημόριο ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίονα.
  13. Εκδορά μήκους 2 εκ. Στο μέσο τριτημόριο ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίονα.
  14. Μικροεκδορές συνολικής διάστασης 2 x 7 εκ. στην έσω επιφάνεια μέσου και κάτω τριτημόριου δεξιού αντιβραχίονα μετά εφελκίδας.
  15. Μικροεκδορές μετά εφελκίδας στην έξω επιφάνεια μέσου και άνω τριτημόριου αριστερού αντιβραχίονα.
  16. Μικροεκδορά μετά εφελκίδας 3 εκ. στην δεξιά υπερκλείδιο χώρα.
  17. Μικροεκδορές μετά εφελκίδας παράλληλες μεταξύ τους συνολικής διάστασης 4 x 6 εκ. στην πρόσθια επιφάνεια άνω τριτημόριου αριστερού βραχίονα.» Στις 8.4.07, με τη βοήθεια πάλιν της διερμηνέως (ΜΚ25), ο Αστ. 2442 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (είναι το Τεκμήριο 55 στην ιρανική γλώσσα, ενώ τα Τεκμήρια 56 και 57 είναι οι μεταφράσεις στην αγγλική και ελληνική γλώσσα αντίστοιχα) αφού προηγουμένως του επιστήθηκε γραπτώς η προσοχή στο Νόμο. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την επίστηση της προσοχής του στο Νόμο. Αφού τελείωσε η κατάθεση, ο Κατηγορούμενος την πιστοποίησε ιδιοχείρως, έκανε διόρθωση στην απάντηση που έδωσε στην ερώτηση αρ. 35 και την υπέγραψε. Στις 17.5.07, ο ένοικος του δωματίου 111 στο ξενοδοχείο Petrou Bros, Stephen Anthony Bridgman (MK27), βρήκε στο πάτωμα μια λερωμένη κάλτσα χρώματος καφέ με ροζ γραμμή (Τεκμήριο 47). Όταν πήρε την κάλτσα στο χέρι του με σκοπό να την πετάξει διαπίστωσε πως ήταν βαριά και ακουγόταν ένας μεταλλικός ήχος. Αφού έλεγξε την κάλτσα, διαπίστωσε πως μέσα σε αυτή υπήρχαν πολλές χρυσές και ασημένιες αλυσίδες καθώς και δακτυλίδια. Το προηγούμενο βράδυ ο Bridgman είχε πάει για ύπνο με την τηλεόραση αναμμένη. Δεν κατάφερε να κλείσει την τηλεόραση χρησιμοποιώντας το τηλεχειριστήριο και έτσι τράβηξε το τραπεζάκι (stand) πάνω στο οποίο βρισκόταν η τηλεόραση προς το μέρος του, για να μπορέσει να την κλείσει καθότι βρισκόταν στο κρεβάτι. Την κάλτσα την βρήκε το επόμενο πρωί στο σημείο που βρισκόταν το τραπεζάκι πριν το μετακινήσει. Ο Bridgman αναζήτησε τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, Μάριο Πέτρου, για να του αναφέρει το γεγονός επειδή όμως δεν τον βρήκε αναχώρησε για την εργασία του παίρνοντας την κάλτσα με τα χρυσαφικά μαζί του. Φθάνοντας στην εργασία του τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο και αφού πληροφορήθηκε πως ο ιδιοκτήτης του βρισκόταν εκεί, επέστρεψε στο ξενοδοχείο όπου παρέδωσε στον Πέτρου την κάλτσα με τα χρυσαφικά. Ο τελευταίος πρόσεξε ότι μέσα στην κάλτσα υπήρχαν καδένες από λευκόχρυσο και χρυσό καθώς και δακτυλίδια και ένα σακουλάκι ξεχωριστό «με τις τιμές τους». Ο Πέτρου αμέσως τηλεφώνησε στον υπεύθυνο του ΤΑΕ, Υπαστ. Ιωάννου, ο οποίος μετέβηκε στο μέρος και παρέλαβε την κάλτσα με τα χρυσαφικά τα οποία μετέφερε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας. Ακολούθως, ο Λοχ.1344 έλαβε φωτογραφίες της κάλτσας και του περιεχομένου της (Τεκμήριο 50) ενώ κλήθηκε ο Αναστάσης Ανδρέου (ΜΚ32), ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου, να επιθεωρήσει τα χρυσαφικά. Ο τελευταίος αναγνώρισε όλα τα χρυσαφικά ως δική του περιουσία η οποία είχε κλαπεί από το κατάστημα του στις 2.4.
  18. Αναγνώρισε επίσης τις ετικέτες οι οποίες ήταν γραμμένες με το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Η κάλτσα παραδόθηκε στις 18.5.07 στην Μαριλένα Χατζηβασιλείου (ΜΚ12) στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για να γίνουν εξετάσεις DNA. Στις 18.5.07 και κατόπιν οδηγιών του Υπαστ. Ιωάννου, ο Αστ.2442 ερεύνησε εκ νέου τη βαλίτσα (Τεκμήριο 48). Κατά τη νέα έρευνα, βρήκε κρυμμένα σε θήκη στη σχισμένη φόδρα της βαλίτσας, μία αντρική αντίκα χρυσή με λευκόχρυσο και ζιρκόνια και μια χρυσή αλυσίδα χειρός (Τεκμήριο 49), τα οποία και παρέλαβε. Ακολούθως, επέδειξε την αντίκα και την καδένα στον Αναστάση Ανδρέου (ΜΚ32) ο οποίος τα αναγνώρισε ως μέρος της περιουσίας του που κλάπηκε από το χρυσοχοείο του στις 2.4.
  19. Την ίδια μέρα, 18.5.07, ο Αστ.1337 Κ. Παπαδόπουλος (ΜΚ6) έλαβε φωτογραφίες του δωματίου 111 του ξενοδοχείου Petrou Bros και του επίπλου πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένη η τηλεόραση (πρόκειται για τις φωτογραφίες που διαλαμβάνονται στο Τεκμήριο 59) καθώς και της βαλίτσας, της αντίκας και της αλυσίδας (πρόκειται για τις φωτογραφίες οι οποίες διαλαμβάνονται στο Τεκμήριο 60). Τα Τεκμήρια 27, 34, 36, 37 και 42 εξετάστηκαν από τον Ανώτερο Γεωλογικό Λειτουργό του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης, Ιωάννη Παναγίδη (ΜΚ19), ο οποίος ετοίμασε και σχετική έκθεση, Τεκμήριο
  20. Το «υλικό» από κάθε δείγμα τοποθετήθηκε σε ειδικό δοχείο και εξετάσθηκε με προσοφθάλμιο φακό καθώς και στο στερεοσκοπικό μικροσκόπιο για λιθολογική ανάλυση. Στη σχετική έκθεση που ετοίμασε ο Παναγίδης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κάτω από τον τίτλο «Αποτελέσματα» ότι στο πάτωμα της τσάντας (Τεκμήριο 34), πάνω στο φανάρι (Τεκμήριο 42) σε σημεία όπου η επιφάνεια του δεν ήταν λεία καθώς και στο λουρί του φαναριού υπήρχαν ίχνη από κοκκινόφαιο υλικό το οποίο ήταν παρόμοιο με τη σκόνη από σπασμένα τούβλα που λήφθηκε από την αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας (Τεκμήριο 27). Αναφέρεται δε κάτω από τον τίτλο «Συμπεράσματα» πως τα ίχνη του κοκκινόφαιου υλικού που βρέθηκαν εντός της τσάντας (Τεκμήριο 34) και πάνω στο φανάρι (Τεκμήριο 42) είναι δυνατό να προέρχονται από το λεπτόκοκκο μέρος του υλικού από σπασμένα τούβλα (Τεκμήριο 27). Ο Δρ Μάριος Καριόλου (ΜΚ13) είναι μοριακός γενετιστής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Προέβηκε σε εξέταση των τεκμηρίων 1‑11, 14-26, 28-33, 35, 40-41, 43 και 47, τα οποία του παρέδωσε η Αστυνομία με σκοπό να απομονωθεί γενετικό υλικό από βιολογικές ουσίες που τυχόν υπήρχαν πάνω στα αντικείμενα που παραδόθηκαν, να γίνουν επιστημονικές αναλύσεις στο επίπεδο του DNA και να δοθεί αναφορά για συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν. Τα τεκμήρια που παρέλαβε και τα αποτελέσματα των εξετάσεων φαίνονται στις σχετικές εκθέσεις του (έγγραφο «Π»,το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, και Τεκμήριο 62 αντίστοιχα), στις οποίες εξηγείται λεπτομερώς και η μέθοδος ανάλυσης που ακολούθησε. Αφού παραληφθεί ένα αντικείμενο, γίνεται προσπάθεια να απομονωθεί, μελετηθεί και εξαχθεί το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού από τις βιολογικές ουσίες που τυχόν έχουν εναποτεθεί πάνω στο αντικείμενο και στη συνέχεια, να συσχετιστούν βιολογικά, μέσω των γενετικών προφίλ, τα διάφορα αντικείμενα που εξετάστηκαν. Ένα γενετικό προφίλ μπορεί να είναι μικτό ή μονό. Ένα «μονό» προφίλ δείχνει την ύπαρξη μιας πηγής από την οποία προήλθε το γενετικό υλικό. Τα «μικτά» προφίλ, είναι αυτά που έχουν προέλευση ή πηγή τουλάχιστο δύο άτομα. Στην περίπτωση που το γενετικό προφίλ είναι μικτό μπορεί να παρατηρηθεί κύρια και μικρή συνεισφορά. H ύπαρξη κύριας συνεισφοράς σε ένα δείγμα μικτού γενετικού υλικού καταδεικνύει την ύπαρξη μεγαλύτερης ποσότητας γενετικού υλικού από μία πηγή έναντι μίας άλλης πηγής που συνεισφέρει στο μείγμα με σημαντικά μικρότερη ποσότητα. Η πηγή ενός γενετικού υλικού αναγνωρίζεται χρησιμοποιώντας δείγματα αναφοράς, δηλαδή κάποια βιολογικά δείγματα π.χ. αίμα ή παρειακά επιχρίσματα τα οποία λήφθηκαν από πρόσωπα τα οποία η Αστυνομία πιστεύει ότι είχαν κάποια σχέση με τη σκηνή του αδικήματος. Από αυτά τα δείγματα αναφοράς απομονώνεται το γενετικό προφίλ. Στην προκείμενη περίπτωση, δείγμα αναφοράς ήταν το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο
  21. Οι εξετάσεις γενετικού υλικού δεν μπορούν να προσδιορίσουν το χρόνο εναπόθεσης του γενετικού υλικού στο αντικείμενο ή τον τρόπο που αυτό «έφτασε» πάνω σε ένα αντικείμενο. Η εναπόθεση γενετικού υλικού μπορεί να γίνει άμεσα ή έμμεσα. Ο Δρ Καριόλου εντόπισε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στα Τεκμήρια 18, 25, 28, 29, 32, 33, 40 και
  22. Το προφίλ του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου που απομονώθηκε από το Τεκμήριο 18 (λιβέρι χρώματος πορτοκαλί) ήταν πλήρες. Η πιθανότητα το συγκεκριμένο γενετικό υλικό να προήλθε από άτομο άλλο από τον Κατηγορούμενο ήταν ελάχιστη προς μηδαμινή αφού, σύμφωνα με τη στατιστική εκτίμηση της συχνότητας του συγκεκριμένου γενετικού προφίλ, η πιθανότητα να εντοπίσει κάποιος το ίδιο γενετικό προφίλ, δηλαδή να βρεθεί άλλο άτομο με το ίδιο γενετικό προφίλ, ήταν 1:8.000.000.000.000.000.000 (ένας προς οκτώ πεντάκις εκατομμύρια) άντρες. Το γενετικό προφίλ ήταν πλήρες και στην περίπτωση του Τεκμηρίου 29 (κατσαβίδι με κόκκινη χειρολαβή). Δηλαδή επρόκειτο για ένα «καθαρό» προφίλ που είχε μόνο μία πηγή, τον Κατηγορούμενο. Στα Τεκμήρια 25 (επίχρισμα από χερούλι ανοίγματος βρύσης νιπτήρα της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας), 28 (κατσαβίδι με κόκκινη χειρολαβή), 32 (επίχρισμα από χειρολαβή ανοίγματος της αριστερής πόρτας του αυτοκινήτου ΖΚΡV 294) και 40 (επίχρισμα από χειρολαβή εσωτερική της αριστερής πόρτας του αυτοκινήτου ZKPV 294), βρέθηκε μικτό γενετικό υλικό με κύρια συνεισφορά από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποκλειστεί από δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το Τεκμήριο 33 (επίχρισμα από τιμόνι του αυτοκινήτου ZKPV 294). Στην περίπτωση του Τεκμηρίου 25, η πιθανότητα να βρεθεί το συγκεκριμένο γενετικό προφίλ, εάν το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο αντικείμενο αυτό προερχόταν από κάποιο άλλο άτομο εκτός από τον Κατηγορούμενο, ήταν 1:1.000.000.000.000 (ένας προς ένα τρισεκατομμύριο) άντρες. Στη δε περίπτωση των Τεκμηρίων 29 και 32 η πιθανότητα ήταν 1:8.000.000.000.000.000.000 (ένας προς οκτώ πεντάκις εκατομμύρια) άντρες ενώ στην περίπτωση του Τεκμηρίου 28, 1:679.000.000.000.000 (ένας προς 679 τρισεκατομμύρια) άντρες. Η έκθεση, Τεκμήριο 62, του Δρ. Καριόλου έχει ως αντικείμενο εξέτασης την κάλτσα, Τεκμήριο
  23. Από το τεκμήριο αυτό ο Δρ. Καριόλου έκανε έξι δειγματοληψίες. Από τις δύο δειγματοληψίες απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό, με κύρια συνεισφορά από άγνωστο άντρα. Λαμβάνοντας υπόψη και τη μικρή συνεισφορά του γενετικού υλικού, για την εξήγηση του μικτού γενετικού προφίλ που παρατηρήθηκε από την εξέταση του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τις συγκεκριμένες δειγματοληψίες μπορούσαν να παρατεθούν δύο πιθανά σενάρια:

(1)Το μικτό γενετικό υλικό να είναι του Κατηγορούμενου και ενός άγνωστου άντρα ή
(2)Το μικτό γενετικό υλικό να είναι δύο άγνωστων ατόμων που δεν είχαν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τον Κατηγορούμενο. Δεδομένων των αποτελεσμάτων των εξετάσεων που έγιναν εκτιμά πως είναι σημαντικές φορές πιο πιθανό να ισχύει το πρώτο από τα δύο πιο πάνω πιθανά σενάρια, δηλαδή ότι επρόκειτο για μείγμα γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου και ενός άγνωστου άντρα. Σύμφωνα με τον νυκτερινό υπάλληλο υποδοχής του ξενοδοχείου Λειβαδιώτης, Σέργιο Νικολάου (ΜΚ30), ο Behnam και ο Κατηγορούμενος προσήλθαν στο ξενοδοχείο ως πελάτες την 26.3.07 με κράτηση μέχρι την 2.4.
  1. Ο μάρτυρας τους έδωσε δωμάτιο στην καινούργια πτέρυγα αλλά αυτοί επέστρεψαν και ζήτησαν το δωμάτιο 201, το οποίο τους δόθηκε. Τις πρωινές ώρες της 2.4.07, λίγο πριν ξημερώσει, ο Νικολάου, ενώ βρισκόταν στο χώρο υποδοχής, είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται στο ξενοδοχείο με ένα σακίδιο στην πλάτη. Ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ ταραγμένος και βιαστικός και ήταν σκονισμένος. Ο τελευταίος ζήτησε από τον Νικολάου το κλειδί του δωματίου 201, ανέβηκε πάνω στα δωμάτια και επέστρεψε μετά από πολύ λίγη ώρα φορώντας άλλα ρούχα. Κρατούσε πάλι το σακίδιο του στον ώμο. Στη συνέχεια, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στον Νικολάου, ο Κατηγορούμενος του έδωσε το κλειδί και έφυγε πάλι προς άγνωστη κατεύθυνση. Μετά από πάροδο λίγης ώρας, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε πάλι στο ξενοδοχείο με το σακίδιο στον ώμο και ζήτησε το κλειδί του δωματίου
  2. Αφού το πήρε, ανέβηκε πάνω στα δωμάτια. Μετά από παρέλευση λίγης ώρας κατέβηκε κάτω στο χώρο υποδοχής, κρατώντας την ταξιδιωτική του βαλίτσα και χωρίς σακίδιο στον ώμο. Έδωσε στον Νικολάου το κλειδί του δωματίου και του είπε στα αγγλικά πως θα περάσει ο φίλος του. Άφησε τη βαλίτσα στο χώρο της υποδοχής. Μετά από πέντε λεπτά περίπου επέστρεψε, πήρε τη βαλίτσα και έφυγε αφού επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο ενοικιάσεως χρώματος άσπρου. Κατά το διάστημα που η βαλίτσα βρισκόταν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου δεν την άγγιξε κανένα άλλο άτομο. Ο «φίλος» του Κατηγορούμενου δεν προσήλθε στο χώρο υποδοχής για να πάρει το κλειδί. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι από έλεγχο που διεξήγαγε ο Αστ. 2233 Γ. Σπυριδάκης (ΜΚ14) διαπιστώθηκε πως ο Behnam αναχώρησε την 1.4.07, δηλαδή την προηγούμενη μέρα, από το αεροδρόμιο με προορισμό το Dubai. Το πρωί της 2.4.07 Ο Behnam και ο Κατηγορούμενος αναζητήθηκαν στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης για check-out. Τότε διαπιστώθηκε πως αυτοί απουσίαζαν και το κλειδί του δωματίου 201 βρισκόταν στο χώρο υποδοχής. Περί ώρα 08.00 πήγε στο δωμάτιο 201 ο διευθυντής του ξενοδοχείου, Ανδρέας Ιωάννου (ΜΚ29), όπου διαπίστωσε πως ο Βehnam και ο Κατηγορούμενος έλειπαν καθώς και τα πράγματά τους. Οι τελευταίοι είχαν μείνει και προηγουμένως στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτη κατά την περίοδο 3.8.06 - 10.8.
  3. Στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης λειτουργεί κλειστό σύστημα παρακολούθησης με πέντε κάμερες οι οποίες κινηματογραφούν ταυτόχρονα σε 24ώρη βάση. Τρεις από τις κάμερες είναι τοποθετημένες στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου. Σε κάθε κάμερα υπάρχει ένδειξη για την ημερομηνία και ώρα της καταγραφής. Τα όσα καταγράφονται φυλάγονται στο σκληρό δίσκο του συστήματος. Στις 3.4.07, ο Νάκης Βιλτάκης (ΜΚ36) διευθυντής της εταιρείας που εγκατέστησε το σύστημα παρακολούθησης στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτη, κλήθηκε από τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου για να αντιγράψει από το σκληρό δίσκο του συστήματος τις σκηνές που καταγράφηκαν στις 2.4.07, όπως και έγινε. Πρόκειται για το ψηφιακό δίσκο (CD) Τεκμήριο
  4. Από το Τεκμήριο 67, ο ΜΚ24, Αστ. 2416 Π. Εκτωρίδης, εκτύπωσε δύο εικόνες τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο. Πρόκειται για τις φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο
  5. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν τον Κατηγορούμενο και φέρουν την ημερομηνία 2.4.2007 και ώρα 04:
  6. Σύμφωνα με τον Πέτρου (ΜΚ26) το αυτοκίνητο ZKPV 294, χρώματος άσπρου, είχε ενοικιαστεί στον Behnam από το γραφείο ενοικιάσεως που διέθετε η εταιρεία του, για την περίοδο από τις 27.3.07 μέχρι τις 2.4.07, μετά που ο τελευταίος είχε προσέλθει στο ξενοδοχείο Petrou Bros μαζί με τον Κατηγορούμενο, ζητώντας να ενοικιάσουν αυτοκίνητο. Όπως προβλέπει η συμφωνία ενοικιάσεως (Τεκμήριο 69) τα κλειδιά του αυτοκινήτου έπρεπε να παραδοθούν στην υποδοχή του ξενοδοχείου Petrou Bros μέχρι τις 10 π.μ. της 2.4.
  7. Ο Κατηγορούμενος και ο Behnam είχαν προσέλθει στο ξενοδοχείο και προηγουμένως, συγκεκριμένα στις 15.2.07, όταν ο Behnam ενοικίασε αυτοκίνητο από τις 15.2.07 μέχρι τις 17.2.
  8. Σχετική είναι η συμφωνία ενοικίασης Τεκμήριο
  9. Στις 2.4.07, περί ώρα 7.30 π.μ., ο Πέτρου διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ΖΚPV 294 ήταν σταθμευμένο κοντά στο ξενοδοχείο. Από έλεγχο που έκανε, διαπίστωσε πως ήταν ξεκλείδωτο και στη θέση του οδηγού υπήρχε μια μικρή μαύρη τσάντα χειρός (σακίδιο) και κάτω από τη τσάντα το κλειδί του αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας μετακίνησε τη τσάντα στη θέση του συνοδηγού και αφού παρέλαβε το κλειδί την επανατοποθέτησε στην αρχική της θέση. Όταν ενοικιάστηκε το αυτοκίνητο στον Behnam η τσάντα αυτή δεν βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Επίσης δεν βρισκόταν στο αυτοκίνητο οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Όπως το έθεσε ο Πέτρου το αυτοκίνητο κατά την ενοικίαση του ήταν «ολοκάθαρο». Η μόνη μαρτυρία η οποία δόθηκε για την Υπεράσπιση ήταν εκείνη του Κατηγορούμενου, ο οποίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία του. Αφίχθηκε στην Κύπρο με κάποιους άλλους για μια βδομάδα για διακοπές. Ο ίδιος δεν γνώριζε τη γλώσσα και το μέρος. Στα μέρη που διακινούνταν, γνώριζε τη γλώσσα το άτομο που ήταν μαζί του. Την πρώτη ή δεύτερη ημέρα μετά την άφιξη τους ενοικίασαν αυτοκίνητο. Ακολούθως τους συνέλαβε το ΤΑΕ Λεμεσού. Για μια ώρα ήταν στο ΤΑΕ αλλά κανένας δεν μίλησε στον ίδιο. Όλοι μιλούσαν στο άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του γιατί ο ίδιος δεν γνώριζε καμιά γλώσσα. Μετά από μία ώρα τους άφησαν να φύγουν. Όταν στη συνέχεια ρώτησε το άλλο άτομο περί τίνος επρόκειτο, αυτός του είπε ότι ήταν σχετικά με άδεια εισόδου, βίζα, διαβατήρια ή κάτι παρόμοιο. Το άλλο άτομο είχε κάνει κράτηση στο ξενοδοχείο για 6-7 μέρες ενώ στον ίδιο είχε αναφέρει πως η κράτηση ήταν για 5 μέρες. Αφού πέρασαν 4-5 μέρες στη Λάρνακα φίλοι του άλλου ατόμου, τους οποίους ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε από που προέρχονταν, άρχισαν να τους επισκέπτονται στο ξενοδοχείο. Οι αλλοδαποί ήρθαν μερικές φορές στο ξενοδοχείο. Επειδή μαζεύονταν πολλά άτομα, ανέφερε στο άλλο άτομο ότι ήθελε να πάει σε άλλο ξενοδοχείο. Ο τελευταίος του σύστησε να πάει στο ξενοδοχείο από το οποίο είχε ενοικιαστεί το αυτοκίνητο. Έτσι και έκανε. Κράτησε δωμάτιο για 1-2 μέρες. Ήταν η πρώτη μέρα του μήνα. Δεν γνώριζε τους μήνες τους δικούς μας. Πήγαν σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και αγόρασαν ένα εισιτήριο για τον Behnam. Τον ρώτησε γιατί το αγόρασε και αυτός απάντησε πως το παιδί του στο Ιράν ήταν άρρωστο. Τα χρήματα για το εισιτήριο τα πήρε από τον ίδιο (Κατηγορούμενο). Τον επισκέφθηκε πάλι το απόγευμα, βράδυ, της ίδιας μέρας. Όταν τον ρώτησε γιατί δεν έφυγε, αυτός του απάντησε πως έχασε την πτήση και του έδωσε το εισιτήριο για να το πάρει στο ταξιδιωτικό γραφείο με σκοπό να του επιστραφούν τα χρήματα του εισιτηρίου γιατί, όπως του ανέφερε, «είναι κλειστά την Κυριακή». Ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) του απάντησε πως θα έπρεπε να πάει εκείνος γιατί «δεν θα δεχθούν» από τον ίδιο. Τότε το άλλο άτομο του έδωσε ένα αντίγραφο της άδειας εισόδου του για να την πάρει μαζί του. Ακολούθως έφυγε και δεν τον ξανασυνάντησε. Τη νύχτα του τηλεφώνησε (το άλλο άτομο) ότι το αυτοκίνητο που ενοικίασαν ήταν στο ίδιο μέρος που το ενοικίασαν αλλά επειδή ήταν νύχτα είχε τοποθετήσει τα κλειδιά μέσα στο αυτοκίνητο και να πάει να τα πάρει. Δεν του ανέφερε ποιος είχε πάρει το αυτοκίνητο εκεί. Το πρωί πήγε στο αυτοκίνητο για να πάρει τα κλειδιά και να το παραδώσει στο μέρος απ΄ όπου το είχαν ενοικιάσει. Διαπίστωσε τότε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο. Ως εκ τούτου πήγε στο άτομο που τους είχε ενοικιάσει το αυτοκίνητο και τον ρώτησε αν είχε τα κλειδιά. Όταν του απάντησε καταφατικά, του ζήτησε τα κλειδιά γιατί ήθελε να πάρει κάποια βιβλία, CDs και μια τσάντα που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτός του απάντησε «εντάξει να σου τα δώσω τώρα». Μετά από 2-3 λεπτά κατέφθασαν στο μέρος δύο άντρες οι οποίοι του ανέφεραν πως ήταν από το ΤΑΕ και ότι θα έπρεπε να πάει μαζί τους. Ήταν ένα πολύ καλά προσχεδιασμένο σχέδιο (plot). Τελειώνοντας την ένορκη κατάθεση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε «...εγώ νομίζω πως με χρησιμοποίησαν για κάποιο σκοπό δίχως εγώ να είμαι πληροφορημένος γι' αυτό. Νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν την πρόθεση να με κρατήσουν στην Κύπρο και να μην με αφήσουν να επιστρέψω πίσω στο Ιράν, έκαμαν τη δουλειά τους πολύ καλά. Δεν έχω τίποτε άλλο να πω...». Από την αντεξέταση του Κατηγορούμενου σημειώνουμε τα ακόλουθα. Είχε επισκεφθεί την Κύπρο τρεις φορές μαζί με τον Behnam για διακοπές επειδή ο τελευταίος γνώριζε το μέρος και τη γλώσσα. Ο τελευταίος ταξίδευε πιο συχνά στην Κύπρο και, όπως του είχε αναφέρει, ζούσε στην Κύπρο με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Την τελευταία φορά που ήρθαν στην Κύπρο μαζί, ο Behnam «είχε» κάποιους φίλους αλλά δεν μπορούσε να τους κατονομάσει ούτε να αναφέρει από ποια χώρα ήταν. Δεν έμεναν μαζί τους στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης αλλά πηγαινοέρχονταν. Δύο από αυτούς διακινούνταν πάντοτε μαζί τους με το αυτοκίνητο. Ο ίδιος ποτέ δεν οδήγησε το αυτοκίνητο αλλά κάθισε μέσα σ' αυτό. Παρότι η κράτηση στο ξενοδοχείο ήταν μέχρι τις 2.4.07 ήθελε να μείνει μόνος του γιατί «ήταν πολύ θορυβώδεις» εξαιτίας της παρουσίας των φίλων του Behnam, έτσι το βράδυ της 1.4.07 έκλεισε δωμάτιο στο ξενοδοχείο Petrou Bros. Δεν κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης εκείνο το βράδυ αλλά πήγε στο «Λειβαδιώτης» το πρωί της ημέρας που θα έφευγε από την Κύπρο (2.4.07) και μάζεψε τα πράγματα του, φεύγοντας από εκεί πεζός. Η βαλίτσα, Τεκμήριο 48 δεν ήταν δική του αλλά του Behnam ο οποίος την είχε αλλάξει με τη δική του. Τα ρούχα του ιδίου (Κατηγορούμενου) ήταν μέσα στη βαλίτσα αυτή (Τεκμήριο 48). Όταν τον ρώτησε η Αστυνομία αν ήταν δική του αρνήθηκε αλλά η Αστυνομία δεν ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση. Τώρα, επειδή την άλλαξε με αυτή του Behnam, ήταν δική του. Ο ένας χρησιμοποίησε τη βαλίτσα του άλλου. Το φαναράκι (Τεκμήριο 42) δεν ήταν δικό του. Όταν στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης έβαλε τα πράγματα του μέσα στην βαλίτσα, δεν κοίταξε να δει τι είχε μέσα. Όταν του υποδείχθηκαν τα χρυσαφικά Τεκμήρια 46 και 49 ανέφερε ότι δεν τα είχε ξαναδεί προηγουμένως. Το θεώρησε παράξενο που τα Τεκμήρια αυτά δεν είχαν βρεθεί κατά την έρευνα του δωματίου 111 στο ξενοδοχείου Petrou Bros και κατά την αρχική έρευνα της βαλίτσας (Τεκμήριο 48). Δεν αμφισβητούσε την επάρκεια της έρευνας στο δωμάτιο. Αυτοί που ερεύνησαν το δωμάτιο είχαν ερευνήσει κάθε μέρος που θα μπορούσε κάτι να ήταν κρυμμένο. Ερωτηθείς πως δημιουργήθηκαν τα γδαρσίματα που είχε στα χέρια του στις 2.4.07 όταν τον συνέλαβε η Αστυνομία, απάντησε αρχικά πως θα μπορούσαν να γίνουν οπουδήποτε. Ο ίδιος δεν θυμόταν. Ερωτηθείς αν μπορούσε να προσφέρει κάποια εξήγηση για την ανεύρεση κοκκινόχρωμου χώματος στη τσάντα Τεκμήριο 34, το οποίο μπορεί να προέρχεται από το ίδιο υλικό που η Αστυνομία συνέλεξε «από την τρύπα της διάρρηξης», ανέφερε πως η τσάντα αυτή βρισκόταν στο αυτοκίνητο που είχε ο Behnam και «είναι δυνατό να είναι σκονισμένο και καλυμμένο με αυτό το χώμα». Σε εισήγηση ότι βρέθηκε γενετικό υλικό του πάνω στο λιβέρι (τεκμήριο 18) ανέφερε πως το λιβέρι αυτό ήταν μέσα στο αυτοκίνητο ZKPV 294, εντός του οποίου υπήρχαν πολλά εργαλεία τα οποία όμως δεν ήταν δικά του. Τα είδε μια μέρα «κατά τύχη». Σε παρόμοιες εισηγήσεις αναφορικά με τα κατσαβίδια με κόκκινη χειρολαβή (Τεκμήρια 28 και 29 αντίστοιχα) ανέφερε πως όλα αυτά τα εργαλεία ήταν μέσα στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου ΖΚΡV 294 και τα είχε αγγίξει. Σχετικά με τον εντοπισμό γενετικού υλικού του πάνω στο χερούλι ανοίγματος της βρύσης του νιπτήρα της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας ανέφερε πως ίσως να είχε μεταφερθεί εκεί από κάποιο άλλο πρόσωπο. Ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί την αποθήκη. Έδωσε παρόμοια απάντηση και για τον εντοπισμό γενετικού υλικού του πάνω στην κάλτσα Τεκμήριο 47, η οποία, όπως ανέφερε, δεν ήταν δική του και δεν την είχε ξαναδεί. Για τον εντοπισμό γενετικού υλικού του σε συγκεκριμένα σημεία του αυτοκινήτου ZKPV 294, μεταξύ άλλων, στο τιμόνι, ανέφερε πως διακινούνταν με το αυτοκίνητο αυτό για μερικές μέρες και είναι δυνατό να «άγγιξε». Κάθισε μάλιστα στη θέση του οδηγού χωρίς ωστόσο να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Αγορεύσεις Κατά τις τελικές αγορεύσεις ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά επανέλαβε τη μαρτυρία του, διανθισμένη όμως με περισσότερες λεπτομέρειες. Αμφισβήτησε ότι οι διαστάσεις της τρύπας στο διαχωριστικό τοίχο μεταξύ του παταριού της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας και του παταριού του χρυσοχοείου επέτρεπαν στον ίδιο να περάσει μέσα από αυτή. Υπαινίχθηκε πως ο Behnam τον ξεγέλασε καθότι την ίδια μέρα που ο Behnam του παρέδωσε το εισιτήριο του για να το εξαργυρώσει, ο Behnam είχε αγοράσει άλλο εισιτήριο χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Αμφισβήτησε επίσης τις περιστάσεις ανεύρεσης των χρυσαφικών στο δωμάτιο 111 του ξενοδοχείου Petrou Bros από τον ΜΚ27 δεδομένης μάλιστα της εξονυχιστικής έρευνας του δωματίου από την Αστυνομία που είχε προηγηθεί στις 2.4.07, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε ενοχοποιητικό. Δεν ήταν η θέση του ότι δεν έγινε η διάρρηξη αλλά ήταν πιθανό η διάρρηξη να μην έγινε τη συγκεκριμένη ημέρα ή να είχε διαπραχθεί από κάποιο εχθρικό έναντι του ιδίου πρόσωπο ή με σκοπό να παραπλανήσει την Αστυνομία, και τον χρησιμοποίησε. Η κα Ζαχαριάδου για την Κατηγορούσα Αρχή αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία εισηγήθηκε πως η μαρτυρία του Κατηγορούμενου θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη. Η δε περιστατική μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή είναι καταπέλτης ώστε να μην αφήνεται περιθώριο για οποιαδήποτε κατάληξη άλλη από το ότι ο δράστης είναι ο Κατηγορούμενος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και τον Κατηγορούμενο ενόσω κατέθεταν και εξονυχίσαμε το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μας. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσουμε (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 A.A.Δ. 1273, 1280 - 1281). Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τους μάρτυρες κατηγορίας, μπορούμε να πούμε πως όλοι μας έκαναν καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η όλη μαρτυρία από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και συνέπεια. Είναι χωρίς αμφιβολία που καταλήγουμε πως οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια και η μαρτυρία τους είναι πλήρως αποδεκτή στο σύνολό της. Παρατηρούμε εξ άλλου ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντεξέτασε πολλούς από τους 36 μάρτυρες που κάλεσε η Κατηγορούσα Αρχή ούτε τους τρεις μάρτυρες που προσφέρθηκαν στον Κατηγορούμενο για αντεξέταση, ενώ δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη μαρτυρία αυτών που αντεξέτασε και δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε εισήγηση ή δεν δόθηκε κανένας λόγος γιατί οι συγκεκριμένοι αυτοί μάρτυρες να μην γίνουν πιστευτοί. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι οι μάρτυρες Λοχ. 4705 Κώστας Κώστα (ΜΚ3), Αστυφύλακες 3215 Βαρνάβας Κωνσταντινίδης (ΜΚ8), 379 Ζαχαρίας Παπαδημητρίου (ΜΚ9), 1172 Κυριάκος Λατζιάς (ΜΚ10), 2233 Γεώργιος Σπυριδάκης (ΜΚ14), 2265 Δημήτρης Σιημητράς (ΜΚ15) και 1783 Σωτήρης Ζαχαρίου (ΜΚ17), Γ/Αστ.3443 Άντρη Πολυκάρπου (ΜΚ20), Αστυφύλακες 3364 Γεώργιος Παφίτης (ΜΚ21) και 4849 Αντώνης Αντωνίου (ΜΚ22), Ανδρέας Ιωάννου (ΜΚ29), Αστ. 1619 Δημοσθένης Ττοφή (ΜΚ33) και Νάκης Βιλτάκης (ΜΚ36) δεν αντεξετάστηκαν. Από τους υπόλοιπους μάρτυρες, οι οποίοι αντεξετάστηκαν, σε κάποιες περιπτώσεις δεν αμφισβητήθηκε κανένα μέρος της μαρτυρίας τους ενώ σε πλείστες από τις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας τους. Θα λέγαμε ότι στην ουσία ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί τη διάπραξη διάρρηξης στο χρυσοχοείο και τα επί μέρους γεγονότα που σχετίζονται με αυτή. Εκεί που επικέντρωσε την προσοχή του ήταν στην αμφισβήτηση, με τον τρόπο που εξηγούμε πιο κάτω, των γεγονότων που θα μπορούσαν να συνδέσουν τον Κατηγορούμενο με τη διάρρηξη. Θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε στη συνέχεια σε κάποιους από τους μάρτυρες που αντεξετάστηκαν από τον Κατηγορούμενο, παρά το γεγονός πως ούτε στη δική τους περίπτωση αμφισβητήθηκε το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας τους. Αντεξετάζοντας τους Αστυφύλακες 1344 Α. Λουκά (ΜΚ1), 1337 Κ. Παπαδόπουλο (ΜΚ6) αλλά και τον Μάριο Πέτρου (ΜΚ26), ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Petrou Bros, χωρίς να αμφισβητήσει τις αναφορές τους όσον αφορά την εμπλοκή τους στην υπό συζήτηση υπόθεση και όσα οι ίδιοι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία, ενόψει της θετικής εντύπωσης που άφησαν στο Δικαστήριο γίνονται αποδεκτά, μέσα από τις λίγες έστω ερωτήσεις που τους υπέβαλε άφησε να πλανάται το ενδεχόμενο της μη ύπαρξης των χρυσαφικών στο δωμάτιο 111 κατά το χρόνο της αστυνομικής έρευνας σε αυτό ή ακόμα της τοποθέτησης τους στο εν λόγω δωμάτιο σε χρόνο μεταγενέστερο αφού, όπως κάλεσε τον ιδιοκτήτη να επιβεβαιώσει, το συγκεκριμένο δωμάτιο του ξενοδοχείου από τις 2.4.2007 που έγινε η έρευνα μέχρι και την ημέρα που τελικά εντοπίστηκαν τα χρυσαφικά από τον ένοικό του ΜΚ27 στις 17.5.07, κατ' επανάληψη είχε ενοικιαστεί σε άλλους πελάτες του ξενοδοχείου. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε πρόταξε τους πιο πάνω γενικούς και αόριστους υπαινιγμούς ως γραμμή υπεράσπισης έτσι που να δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες κατηγορίας να τοποθετηθούν. Η μόνη πτυχή της μαρτυρίας του Αστ. Ψευδιώτη (ΜΚ2) που αμφισβήτησε ο Κατηγορούμενος αφορούσε στη δήλωση του μάρτυρα ότι η βαλίτσα (Τεκμήριο 48) μαζί με το περιεχόμενο της δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο καθότι ο ίδιος κατ' επανάληψη είχε αναφέρει ότι δεν ήταν δικά του. Παρατηρούμε ότι όπως προκύπτει από την τοποθέτηση του Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση αυτός δέχεται ότι είχε ισχυριστεί ότι η βαλίτσα δεν ήταν δική του, εντούτοις παρουσιάζεται στη συνέχεια να διεκδικεί τόσο τη βαλίτσα όσο και το περιεχόμενο της. Ο μάρτυρας έδωσε πειστικές εξηγήσεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατά τρόπο που η καλή ποιότητα της μαρτυρίας του να παραμένει ανέπαφη. Ο Αρχιλοχίας 115 Χρ. Τρισελιώτης (ΜΚ23) έχει καταθέσει ότι είναι ειδικός, μεταξύ άλλων, στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων αφού έτυχε εκπαίδευσης στον τομέα αυτό τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο και έχει εξετάσει εκατοντάδες σκηνές εγκλημάτων στα πλαίσια της μακρόχρονης υπηρεσίας του στην Αστυνομία. Θεωρούμε ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε ειλικρινής και περιέγραψε με σαφήνεια και με τρόπο θετικό και πειστικό τις ενέργειες του σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί, και τις διαπιστώσεις του. Δεχόμαστε ότι είναι ειδικός στους τομείς που ανέφερε. Κατά την αξιολόγηση δε της μαρτυρίας του έχουμε υπόψη τις αρχές αναφορικά με την προσέγγιση μαρτύρων εμπειρογνωμόνων - ειδικών. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι η μαρτυρία του σε ό,τι αφορά τις διαστάσεις της τρύπας στο διαχωριστικό τοίχο μεταξύ της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας και του χρυσοχοείου και κατά πόσο αυτή είχε μετρηθεί, παρουσιάζεται διαφορετική στην κατάθεση του στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του, και της αντεξέτασης. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει πως η τρύπα είχε διαστάσεις 25cm x 61cm, κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως το μέγεθος της ήταν καθ' υπολογισμό 75cm περίπου και ότι δεν την είχε μετρήσει, για να έλθει στο στάδιο της επανεξέτασης και να επιβεβαιώσει τις σχετικές αναφορές στην κατάθεση του διευκρινίζοντας πως ο ίδιος είχε προβεί σε σχετικές μετρήσεις. Με δεδομένη την καλή εντύπωση που έχουμε αποκομίσει για το συγκεκριμένο μάρτυρα θεωρούμε πως η πιο πάνω διαφοροποίηση στη μαρτυρία του δεν θα μπορούσε να κλονίσει από μόνη της την αξιοπιστία του θεωρώντας ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος το οποίο δεν δίστασε στο στάδιο της επανεξέτασης να εξηγήσει και να διορθώσει. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του αναφορικά με τις ενέργειες του, τα όσα αυτός παρατήρησε στη σκηνή και τις διαπιστώσεις του. Αντεξετάζοντας την Neda Mohammad Reza Beig (ΜΚ25) ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε κατά τρόπο γενικό ότι η Αστυνομία δεν του εξήγησε τα δικαιώματα του κατά το χρόνο που αυτό αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Θέση την οποία η μάρτυρας κατηγορηματικά απέρριψε. Η εξαιρετική εντύπωση που προκάλεσε η μάρτυρας στο Δικαστήριο ενώ κατάθετε ενόρκως δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της αλήθειας των θέσεων της και για το συγκεκριμένο ζήτημα. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του Stephen Anthony Bridgman (ΜΚ27), δεν έχουμε οποιαδήποτε δυσκολία να χαρακτηρίσουμε τον τελευταίο ως ειλικρινή μάρτυρα που με λόγο πηγαίο και σταθερό έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση. Το σύνολο της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Δεν δεχόμαστε ότι κάποιος εισήλθε στο δωμάτιο 111, όταν ο μάρτυρας κοιμόταν, και τοποθέτησε εκεί τα χρυσαφικά που αργότερα αυτός βρήκε, όπως εισηγήθηκε στο μάρτυρα ο Κατηγορούμενος. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπως και να προσεγγίσει κάποιος το ζήτημα, τέτοια εξέλιξη φαίνεται να στερείται λογικής. Θεωρούμε σκόπιμο εδώ να σημειώσουμε πως δεν υποδείχθηκαν στον μάρτυρα Bridgman τα χρυσαφικά (Τεκμήριο 46) τα οποία, σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ευρίσκονταν μέσα στην κάλτσα (Τεκμήριο 47), έτσι ώστε για να τύχουν αναγνώρισης και να ταυτιστεί το περιεχόμενο της κάλτσας στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας με τα χρυσαφικά αυτά. Ωστόσο κρίνουμε πως το σύνολο της μαρτυρίας που έχουμε ενώπιον μας δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι τα χρυσαφικά που περιείχε η κάλτσα όταν εντοπίστηκε από τον Bridgman είναι τα χρυσαφικά Τεκμήριο
  1. Όπως κατέθεσε ο Bridgman τα χρυσαφικά που βρήκε τα παρέδωσε στον Πέτρου. Ο Πέτρου ανάφερε ότι την κάλτσα που παρέλαβε από τον Bridgman, εντός της οποίας υπήρχαν τα χρυσαφικά και την οποία αναγνώρισε και ενώπιον του Δικαστηρίου, στη συνέχεια την παρέδωσε με το περιεχόμενο της στον Υπαστ. Ιωάννου. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Υπαστ. Ιωάννου αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 47 είναι η κάλτσα και το Τεκμήριο 46 είναι τα χρυσαφικά που παρέλαβε από τον Πέτρου και που στη συνέχεια παράδωσε στο Λοχία 1344 Λουκά ο οποίος έκτοτε τα είχε υπό τη φύλαξη του μέχρι την ημέρα που τα παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ένα σημείο της μαρτυρίας του Σέργιου Νικολάου (ΜΚ30) που θεωρούμε σκόπιμο να σχολιάσουμε αφορά το χρώμα της φανέλας που ο Κατηγορούμενος φορούσε όταν αυτός μετέβηκε για πρώτη φορά στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης τις πρωινές ώρες της 2.4.
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο Κατηγορούμενος σε εκείνο το χρονικό σημείο φορούσε φανέλα σκούρου χρώματος. Η πιο πάνω θέση του δεν φαίνεται να συνάδει με τη σχετική καταγραφή που παρουσιάζεται στο ψηφιακό δίσκο Τεκμήριο 67 και τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 68 όπου ο Κατηγορούμενος απεικονίζεται με φανέλα ανοικτού χρώματος. Φανέλα σκούρου χρώματος ο Κατηγορούμενος φορούσε, όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 67, λίγο αργότερα. Έχοντας υπόψη την πολύ καλή εικόνα του Νικολάου ως μάρτυρα, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία πως η διαφορά που παρουσιάζεται στη μαρτυρία του αναφορικά με το ζήτημα αυτό οφείλεται σε καλόπιστο λάθος για επουσιώδες ζήτημα. Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία του Αναστάση Ανδρέου (ΜΚ32), ιδιοκτήτη του χρυσοχοείου, δεχόμαστε ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ήταν χαρακτηριστική η συμπεριφορά και οι αυθόρμητες αντιδράσεις του όταν αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα χρυσαφικά (Τεκμήρια 46 και 49) ήταν δικά του και αυτά που είχαν κλαπεί από το χρυσοχοείο του στις 2.4.
  3. Θα σχολιάσουμε στη συνέχεια την επιστημονική και ιατρική μαρτυρία. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τον κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει την οποιαδήποτε άποψη μάρτυρα που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας. Η υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία. Κατά τα άλλα η μαρτυρία τους υπόκειται στους κανόνες αξιολόγησης που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων. Θεωρούμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι τόσο ο Δρ. Καριόλου (ΜΚ13) όσο και ο Δρ. Σοφοκλέους (ΜΚ18) και ο Ιωάννης Παναγίδης (ΜΚ19), οι οποίοι κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες στον τομέα τους. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητήσει την εμπειρογνωμοσύνη των μαρτύρων. Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή την επιστημονική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεχόμαστε και τους τρεις μάρτυρες ως πραγματογνώμονες για τα ζητήματα για τα οποία κατέθεσαν. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους έχουμε κατά νου τις αρχές αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Θεωρούμε ότι ο Δρ. Καριόλου (ΜΚ13) ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε με σαφήνεια και τρόπο θετικό και αντικειμενικό και, με τις εκθέσεις του και την προφορική του μαρτυρία, παρέθεσε όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ούτως ώστε η μαρτυρία του να γίνεται πλήρως αντιληπτή από το Δικαστήριο. Η ορθότητα της μεθοδολογίας που ακολούθησε καθώς και τα ευρήματα και συμπεράσματα του δεν αμφισβητήθηκαν. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του και την ορθότητα των ευρημάτων του και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Σύμφωνα με το Δρα. Σοφοκλέους (ΜΚ18), τα τραύματα που εντόπισε πάνω στον Κατηγορούμενο είχαν δημιουργηθεί 2-3 μέρες πριν από τη ιατροδικαστική εξέταση του τελευταίου. Όπως προκύπτει από τη θέση και τη μορφή τους τα τραύματα αυτά δεν μπορούσαν να είχαν προέλθει από προσπάθεια αναρρίχησης σε φοινικιά ή από προσπάθεια να πάρει κάποιος τα κλειδιά του τα οποία είχαν πέσει ανάμεσα σε πέτρες. Θα μπορούσαν όμως να είχαν προκληθεί από προσπάθεια να συρθεί μέσα από την τρύπα στον τοίχο που απεικονίζεται, μεταξύ άλλων, στη φωτογραφία 31 του Τεκμηρίου 58 (δηλαδή την τρύπα στο διαχωριστικό τοίχο μεταξύ του παταριού της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας και του παταριού του χρυσοχοείου). Θεωρούμε πως και ο Δρ. Σοφοκλέους είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τον κρίνουμε ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο με πειστικότητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις, παραπέμποντας και σε συγκεκριμένες φωτογραφίες στο Τεκμήριο 63, τις κακώσεις που αυτός διαπίστωσε κατά την εξέταση του Κατηγορούμενου, πότε και πώς αυτές προκαλούνται. Έδωσε πειστικές εξηγήσεις επίσης, οι οποίες συνάδουν και με τη λογική, γιατί δεν ευσταθούν τα όσα ο Κατηγορούμενος πρόβαλε ως προς τον τρόπο δημιουργίας των τραυμάτων του. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία του Ιωάννη Παναγίδη (ΜΚ19). Με τις δύο ερωτήσεις που υπεβλήθησαν στο μάρτυρα κατά την αντεξέτασή του δεν αμφισβητήθηκαν τα συμπεράσματα του ούτε και η ορθότητα της μεθοδολογίας που αυτός ακολούθησε για την κατάληξη σε αυτά. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε και τα συμπεράσματα του. Δεχόμαστε και αυτού τη μαρτυρία και κάνουμε ανάλογα ευρήματα. Ο Κατηγορούμενος δεν μας έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτουμε την μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του όταν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις του, την εμφανή έλλειψη πειστικότητας του ως μάρτυρα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ακόμα να αποκρύψει άλλα που δυνατόν να φώτιζαν πτυχές τυχόν εμπλοκής του στην διάπραξη του αδικήματος. Η εκδοχή που επιχείρησε να προβάλει στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρουσία του στην Κύπρο και ειδικότερα τις κινήσεις του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αποστασιοποιούμενος πλήρως από τη διάπραξη του αδικήματος που περιγράφεται στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Με οψιγενείς ισχυρισμούς και πολλές φορές αυτοσχεδιάζοντας προσπαθούσε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει κάθε στοιχείο ή μαρτυρία που ετίθετο κατά την πρόοδο της διαδικασίας υπόψη του Δικαστηρίου και τα οποία ο ίδιος θεωρούσε ή διέβλεπε ότι μπορούσαν να τον εμπλέξουν στη διάπραξη του αδικήματος, προβάλλοντας θέσεις και λογικοφανείς εξηγήσεις, οι οποίες όμως, είτε στερούνται λογικής συνέχειας και συνέπειας είτε αναιρούνται από άλλους ισχυρισμούς του σε τόσο σοβαρό βαθμό που να κλονίζουν συθέμελα την αξιοπιστία του. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε στηριζόμενο στη μαρτυρία του να εξάγει τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα, πολύ δε περισσότερο να υιοθετήσει την θέση του ότι ο ίδιος στα πλαίσια ενός καλοστημένου σχεδίου, άγνωστο από ποιους και άγνωστο γιατί, χρησιμοποιήθηκε εν αγνοία του για να εμποδιστεί έτσι να επιστρέψει στο Ιράν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα και πάντως όχι εξαντλητική αναφορά στη μαρτυρία και τοποθετήσεις του Κατηγορούμενου τα οποία ενισχύουν την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εκτίθενται στη συνέχεια. Ο Κατηγορούμενος αντεξετάζομενος αρχικά πρόβαλε διάφορες πιθανές εξηγήσεις αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης των εκδορών που εντόπισε ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους σε διάφορα μέρη του σώματος του, αποφεύγοντας να δεσμευτεί ως προς οποιαδήποτε από αυτές. Σημειώνουμε πως στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 55, 56 και 57) ανέφερε ότι μπορεί να προκλήθηκαν στην προσπάθεια του να αναρριχηθεί σε φοινικιά. Στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε αρχικά πως δεν θυμόταν τον τρόπο που προκλήθηκαν τα γδαρσίματα. Θα μπορούσαν να γίνουν οπουδήποτε, από πάλη ή στα πλαίσια διασκέδασης ή και στους βράχους στη θάλασσα. Ίσως να σκαρφάλωσε και σε φοινικιά. Στη συνέχεια όμως ερωτηθείς εάν η εξήγηση που είχε δώσει στην Αστυνομία, ότι δηλαδή του έπεσαν τα κλειδιά στις πέτρες της Μαρίνας της Λάρνακας και προκλήθηκαν στην προσπάθεια του να τα πάρει ήταν αληθής, αυτός απάντησε «όλα είναι σωστά» δεχόμενος ότι και ανέβηκε σε φοινικιά και του έπεσαν τα κλειδιά. Εξηγήσεις οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν πείθουν και εντάσσονται στη συνειδητή προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από τη σκηνή του αδικήματος και να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο. Άλλωστε, οι εξηγήσεις του για τον τρόπο πρόκλησης των εκδορών έχουν απορριφθεί από τον Δρα Σοφοκλέους, του οποίου η μαρτυρία όσον αφορά τον τρόπο πρόκλησης τους έχει ήδη γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του υπαλλήλου υποδοχής του ξενοδοχείου Λειβαδιώτης ότι κατά την αναχώρησή του τα χαράματα της 2.4.2007 από το εν λόγω ξενοδοχείο ανέφερε στα αγγλικά σε αυτόν "Θα περάσει ο φίλος μου" δίνοντας του τα κλειδιά. Εξέλιξη, αντίδραση και συμπεριφορά που ασφαλώς δεν συνάδει με το γεγονός, όπως ο ίδιος δήλωσε, ότι γνώριζε πως ο φίλος και συγκάτοικος του είχε ήδη φύγει από το ξενοδοχείο όπως τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς, παίρνοντας μάλιστα, κατά λάθος όπως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος, την πανομοιότυπη βαλίτσα του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα όταν και αυτός πήγε να πάρει τα πράγματά του να αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει την βαλίτσα του Behnam. Αποτέλεσε παράλληλα θέση του Κατηγορούμενου ότι το βράδυ της 1.4.07 προς 2.4.07 διακινείτο πεζός, τρόπο με τον οποίο αποχώρησε και από το ξενοδοχείο Λειβαδιώτης τις πρωινές ώρες της 2.4.2007 με τη βαλίτσα του. Παρά την πιο πάνω κατηγορηματική του θέση όμως, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τις αναφορές του Σέργιου Νικολάου (Μ.Κ.30), μάρτυρα που το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ως καθ' όλα αξιόπιστο, ότι για την αναχώρηση του από το ξενοδοχείο Λειβαδιώτης χρησιμοποίησε αυτοκίνητο ενοικιάσεως χρώματος άσπρου. Με δεδομένη την θέση του πως δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα ούτε βέβαια την πόλη της Λάρνακας, προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η θέση του πως ανέλαβε να εξαργυρώσει το εισιτήριο του συγκάτοικου του αφού εντοπίσει στην άγνωστη για αυτόν πόλη της Λάρνακας το ταξιδιωτικό γραφείο. Τούτο μάλιστα την στιγμή που ο συγκάτοικός του, ο οποίος παρουσιάζεται από τον Κατηγορούμενο να είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων τους, αφού γνώριζε όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και την πόλη της Λάρνακας έχοντας ζήσει στο παρελθόν με την οικογένεια του στην Κύπρο, θα βρισκόταν στην Κύπρο μέχρι και την ημέρα που ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα αναχωρούσε, δηλαδή τις 2.4.2007 αλλά δε μπορούσε να εξαργυρώσει ο ίδιος το εισιτήριο επειδή θα διεκπεραίωνε κάποιες άλλες, άγνωστες για τον Κατηγορούμενο εργασίες. Σκόπιμο κρίνεται να σχολιαστεί η θέση του Κατηγορούμενου περί καλοστημένου σχεδίου εμπλοκής του στη διάπραξη του αδικήματος και συνακόλουθα παρεμπόδισης του από του να επιστρέψει στο Ιράν. Στα πλαίσια του πιο πάνω σχεδίου εντάσσεται, ως εισηγήθηκε, η τοποθέτηση στη βαλίτσα του (Τεκμήριο 48) αντικειμένων όπως το φαναράκι - στο οποίο σύμφωνα με μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε χώμα που προσομοιάζει με το χώμα-σκόνη από σπασμένα τούβλα και τσιμέντο της σκηνής του αδικήματος - ως επίσης χρυσαφικά (Τεκμήριο 49) που αποτέλεσαν αντικείμενα της κλοπής, ή ακόμα και η πιθανότητα κάποιος άγνωστος να μετέφερε δικό του γενετικό υλικό στη σκηνή του αδικήματος και σε άλλα αντικείμενα που σχετίζονται με την υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει την ανεύρεση δικού του γενετικού υλικού στη σκηνή προβάλλοντας κατά τρόπο γενικό και αόριστο το ενδεχόμενο κάποιος τρίτος, άγνωστος ακόμα και στον ίδιο, να τοποθέτησε το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στα σημεία που εντοπίστηκε για να τον ενοχοποιήσει. Για την ανεύρεση γενετικού υλικού του στην κάλτσα (Τεκμήριο 47), ο Κατηγορούμενος είπε ότι κάποιος μπορεί να την έτριψε εν αγνοία του στο σώμα του και πάλι για να τον ενοχοποιήσει. Πρόκειται ασφαλώς για υποθετικά σενάρια, τα οποία δεν υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας και που δεν έχουμε τον παραμικρό ενδοιασμό να απορρίψουμε. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε ούτε να διερευνήσει ούτε να υιοθετήσει τα φανταστικά αυτά σενάρια χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Η θέση του Κατηγορούμενου όσον αφορά τον εντοπισμό στη βαλίτσα του μικρού φαναριού (Τεκμήριο 42) και χρυσαφικών από τα κλοπιμαία (Τεκμήριο 49) δεν φαίνεται επίσης να παρουσιάζει λογική και χρονική συνέχεια. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός πως 20 περίπου λεπτά μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού στο χρυσοχοείο Τάκης Καβαλάρης ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης, σε απόσταση μόλις 30 περίπου μέτρων από το χρυσοχοείο, και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Στη συνέχεια παρουσιάζεται να αναχωρεί για να επανέλθει πάλι μετά από λίγη ώρα και παίρνοντας τη βαλίτσα του να αναχωρεί και πάλι. Κανένα στοιχείο ή άλλη μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι στο χρονικό αυτό διάστημα, μπήκε στο δωμάτιο του Κατηγορούμενου οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και ερχόμενο σε επαφή με τη βαλίτσα του να τοποθέτησε σε αυτή είτε το φαναράκι είτε τα χρυσαφικά. Ο συγκάτοικος του άλλωστε, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, είχε ήδη αναχωρήσει από την Κύπρο την 1.4.
  4. Και αν ακόμα το φαναράκι είχε τοποθετηθεί στη βαλίτσα (Τεκμήριο 48) σε χρόνο προγενέστερο της αναχώρησης του Behnam, αφού σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η βαλίτσα ανήκε στον Behnam - θέση την οποία απορρίπτουμε - τούτο σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ισχύσει και για τα χρυσαφικά με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για το χρόνο της διάρρηξης. Περαιτέρω, και αν ακόμη η βαλίτσα (Τεκμήριο 48) ανήκε αρχικά στον Behnam, δεν διαφοροποιείται το γεγονός ότι αυτή τουλάχιστον από την 1.4.07, που αναχώρησε ο Behnam, βρισκόταν στην κατοχή και έλεγχο του Κατηγορούμενου από τον οποίο και χρησιμοποιείτο. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την κατάσχεση της η βαλίτσα τέθηκε υπό την ασφαλή φύλαξη του Αστ.2442, τη μαρτυρία του οποίου έχουμε αποδεχτεί, μέχρι και την ανεύρεση των χρυσαφικών στα πλαίσια δεύτερης έρευνας της στις 18.5.
  5. Καθ' όλη τη διάρκεια που φυλασσόταν από την Αστυνομία όπως κατηγορηματικά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήρθε σε επαφή με αυτή. Υπό το φως των πιο πάνω, το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι τα χρυσαφικά υπήρχαν ήδη κρυμμένα στη βαλίτσα από τις 2.4.07, γεγονός το οποίο ο Κατηγορούμενος γνώριζε, αφού το μόνο άλλο ενδεχόμενο είναι η τοποθέτηση τους στη βαλίτσα από τον Αστ.2442, ενδεχόμενο το οποίο στερείται λογικής και δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Η μη ανεύρεση των χρυσαφικών κατά την αρχική έρευνα της βαλίτσας αποκαλύπτει ανεπάρκεια της έρευνας και δεν αντανακλά με οποιονδήποτε τρόπο στην αξιοπιστία του Αστ.
  6. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε αποδεχθεί βρίσκουμε ότι αποδείχθηκαν σαν πραγματικά γεγονότα, πέραν των όσων σημειώσαμε πιο πάνω ως ευρήματα, και τα ακόλουθα: Ο Αναστάσης Ανδρέου είναι ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου «Τάκη Καβαλάρη» στην οδό Λέοντος Σοφού στη Λάρνακα. Κλείδωσε το κατάστημα του το Σάββατο 31.3.07, μετά που τέλειωσε την εργασία του και αναχωρώντας έθεσε σε λειτουργία το σύστημα συναγερμού. Στις 2.4.07 ήχησε ο συναγερμός, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με τα γραφεία της Αστυνομίας, και ακούστηκε το μαγνητοφωνημένο μήνυμα «Διάρρηξη Τάκη Καβαλάρη οδός Λεοντίου Σοφού». Προτού όμως ολοκληρωθεί το μήνυμα διακόπηκε, ενώ κανονικά ακούγεται τρεις φορές. Έσπευσαν στο μέρος άντρες της Αστυνομίας οι οποίοι διαπίστωσαν, μετά από εξωτερικό έλεγχο του χρυσοχοείου, πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση. Στο μέρος μετέβηκε και ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου ο οποίος προσπάθησε να ανοίξει την ηλεκτρική συρόμενη θύρα του καταστήματος. Τότε διαπιστώθηκε πως δεν υπήρχε ρεύμα και την άνοιξε χειροκίνητα. Αφού στη συνέχεια προέβηκε σε πρόχειρο έλεγχο, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος διαπίστωσε πως είχαν κλαπεί από αυτό χρυσαφικά συνολικής αξίας £10.000 περίπου. Το χρυσοχοείο αποτελείται από ισόγειο και πατάρι. Από τη μια πλευρά του χρυσοχοείου βρίσκεται αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας ενώ από την άλλη διάδρομος ο οποίος καταλήγει σε κλιμακοστάσιο που οδηγεί σε ανεγειρόμενη οικοδομή πάνω από το χρυσοχοείο και την αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας. Ο δράστης της κλοπής των χρυσαφικών πέτυχε την είσοδο στο χρυσοχοείο από το πατάρι της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο συνορεύει με το πατάρι του χρυσοχοείου. Πιο συγκεκριμένα, αφού ο δράστης αφαίρεσε το αλουμινένιο παράθυρο του παταριού της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας, που βρίσκεται στο διάδρομο του μεσοπατώματος της ανεγειρόμενης οικοδομής πάνω από το χρυσοχοείο και την αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας, στη συνέχεια εισήλθε στην αποθήκη και άνοιξε τρύπα στο διαχωριστικό τοίχο μεταξύ του παταριού της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας και του παταριού του χρυσοχοείου, διαστάσεων 25cm x 61cm, δημιουργώντας έτσι άνοιγμα προς το πατάρι του χρυσοχοείου. Στη συνέχεια εισήλθε στο πατάρι του χρυσοχοείου, κατέβηκε από τη σκάλα στο ισόγειο του καταστήματος, απέκοψε διάφορα σύρματα στον πίνακα του συστήματος συναγερμού και του ηλεκτρικού ρεύματος και έκλεψε από το χρυσοχοείο τα χρυσαφικά, Τεκμήρια 46 και 49, αξίας £10.000 περίπου. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση διερευνήθηκε από την Αστυνομία και τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες κατηγορίας και εκτίθενται στην παράθεση της μαρτυρίας πιο πάνω. Βρίσκουμε επίσης με βάση την αποδεκτή μαρτυρία πως όλα τα τεκμήρια αντικείμενα που παρέλαβε η Αστυνομία. από τη στιγμή της παραλαβής τους από την Αστυνομία μέχρι την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, διακινήθηκαν νομότυπα και καμία αλλοίωση ή επέμβαση δεν έγινε σ΄ αυτά. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Kατηγορούμενος στηρίζεται στα άρθρα 291, 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  7. Τα γεγονότα που παρατίθενται στις λεπτομέρειες αδικήματος αποδίδουν στον Kατηγορούμενο τη διάρρηξη καταστήματος και τη διάπραξη κλοπής. Σύμφωνα με το άρθρο 291, «
  8. Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε µέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει µε ξεκλείδωµα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή µε οποιοδήποτε άλλο µέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγµα προορισµένο για το κλείσιµο ή για την κάλυψη ανοίγµατος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγµα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα µέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αµέσως όταν οποιοδήποτε µέρος του σώµατός του ή οποιοδήποτε µέρος οργάνου που χρησιµοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο µε τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή µε τέχνασµα ή µε τη συµπαιγνία µαζί µε άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραµένει µόνιµα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όµως να χρησιµοποιείται συνήθωc ως µέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο.» Το άρθρο 294[1] καθορίζει την μέγιστη προβλεπόμενη ποινή σε περίπτωση που το υποστατικό στο οποίο διαπράττεται διάρρηξη είναι κατάστημα και ο κατηγορούμενος διαπράττει κακούργημα σε αυτό. Σημειώνουμε εδώ ότι η κλοπή είναι κακούργημα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 255 [2] και 262 [3] του Ποινικού Κώδικα. Για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τεκμηριωθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι: Διέρρηξε υποστατικό Εισήλθε σε αυτό, και Διέπραξε κακούργημα σε αυτό Παρατηρούμε ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στην υπό κρίση υπόθεση βασίζεται κυρίως σε περιστατική μαρτυρία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αυτή αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου επεξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. (Βλ., μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Όπως αναφέρεται στην Παφίτης (πιο πάνω), η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έγκειται στα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Τα γεγονότα τα οποία συνιστούν την περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύονται όπως κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μη μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. επίσης Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 Ιωάννου άλλως Τίτος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και Βάσος Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 263/2006, ημερ. 17.10.07). Στην παρούσα περίπτωση εντοπίζουμε τα ακόλουθα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που τείνουν να συνδέσουν τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος:
  1. Ο εντοπισμός μικτού γενετικού υλικού με κύρια συνεισφορά του Κατηγορούμενου στη βρύση αποχωρητηρίου της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας, χώρο στο οποίο δεν έχει πρόσβαση το κοινό και το οποίο ο Κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν είχε επισκεφθεί.
  2. Ο εντοπισμός γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου σε αντικείμενα που βρέθηκαν στη σκηνή τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από το δράστη, δηλαδή το λιβέρι (Τεκμήριο 18) που βρέθηκε από την Αστυνομία μέσα στην αποθήκη της Λαϊκής Τράπεζας και τα κατσαβίδια (Τεκμήρια 28 και 29) τα οποία βρέθηκαν στο χώρο του νιπτήρα του χρυσοχοείου. Σημειώνουμε εδώ ότι ο εντοπισμός γενετικού υλικού αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας που σε κατάλληλες περιπτώσεις είναι δυνατό να θεμελιώσει από μόνη της καταδίκη (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 231, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 571) και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600).
  1. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος θεάθηκε από τον υπάλληλο υποδοχής του ξενοδοχείου Λειβαδιώτης να επιστρέφει στο ξενοδοχείο τις πρωινές ώρες της 2.4.07, και καταγράφηκε από το κλειστό σύστημα παρακολούθησης να εισέρχεται στο ξενοδοχείο στις 04:
  2. Σημειώνουμε ότι έχοντας υπόψη την ώρα που ενεργοποιήθηκε το σύστημα συναγερμού και την μικρή απόσταση των 30 περίπου μέτρων μεταξύ του χρυσοχοείου και του ξενοδοχείου Λειβαδιώτης, ο Κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να βρίσκεται στη σκηνή του αδικήματος την ώρα που αυτό διαπράχθηκε.
  3. Ο Κατηγορούμενος στις 04:40, όταν αφίχθηκε στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτης ήταν σκονισμένος, βιαστικός και ταραγμένος. Η εμφάνιση του συνάδει με αυτή που θα ανέμενε κάποιος να είχε πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στη σκηνή, στην οποία υπήρχαν χώματα και σκόνη που προήλθε από το σπάσιμο του διαχωριστικού τοίχου μεταξύ της αποθήκης της Λαϊκής Τράπεζας και του χρυσοχοείου.
  4. Ο Κατηγορούμενος κατά την επιστροφή του τις πρωινές ώρες της 2.4.07 στο ξενοδοχείο Λειβαδιώτη είχε στον ώμο του ένα μαύρο σακίδιο, το οποίο τουλάχιστον μοιάζει (δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι πρόκειται για το ίδιο) με το Τεκμήριο 34 που αργότερα βρέθηκε στο αυτοκίνητο ΖKPV
  5. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι το Τεκμήριο 34 είναι δικό του. Μέσα σε αυτό το τεκμήριο βρέθηκε κοκκινόφαιη σκόνη η οποία μοιάζει με αυτή που βρέθηκε στη σκηνή και δυνατόν να προέρχεται από αυτή.
  6. Ο Κατηγορούμενος κατάφυγε στο ψεύδος για να εξηγήσει την παρουσία των εκδορών στο σώμα του.
  7. Όταν ρωτήθηκε από τον Αστ.2442 κατά πόσο η βαλίτσα είναι δική του, ο Κατηγορούμενος κατάφυγε στο ψεύδος για να αποστασιοποιηθεί από αυτή. Αποτελεί καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι η καταφυγή τού κατηγορουμένου στο ψεύδος δεν στοιχειοθετεί από μόνη της κατά τρόπο θετικό τα συστατικά στοιχεία τού αδικήματος αλλά μπορεί να αποτελέσει περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον:
(1)το ψέμα ήταν ηθελημένο.
(2)αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα.
(3)το κίνητρο για το ψέμα ήταν η επίγνωση τής ενοχής και ο φόβος τής αλήθειας.
(4)το ψέμα αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία (π.χ. παραδοχή τού κατηγορουμένου ή μαρτυρία άλλου, ανεξάρτητου, μάρτυρα). (Bλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου -ν- Δημοκρατίας [1999] 2 Α.Α.Δ.260, Γιαννίδης -ν- Αστυνομίας [2002] 2 ΑΑΔ 143). Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας -ν- Δημοκρατίας [2000] 2 Α.Α.Δ. 628 λέχθηκε ότι η καταφυγή στο ψεύδος προς τον σκοπό απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Η αποδεκτή μαρτυρία έχει καταδείξει ότι η βαλίτσα (Τεκμήριο 48) βρισκόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην κατοχή και φύλαξη του Κατηγορούμενου και χρησιμοποιείτο από αυτόν. Αρνούμενος ότι η βαλίτσα ήταν δική του, όταν αυτή του υποδείχθηκε από τον Αστ.2442 Ψευδιώτη στα πλαίσια της έρευνας του δωματίου 111 στο ξενοδοχείο Petrou Bros, ο Κατηγορούμενος είπε ψέμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του Δρος. Σοφοκλέους, την οποία έχουμε αποδεχτεί, οι διάφορες εξηγήσεις που ο Κατηγορούμενος πρόβαλε αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων του δεν ευσταθούν για τους λόγους που αυτός εξήγησε. Και σε αυτή την περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατέφυγε στο ψεύδος. Τα ως άνω ψεύδη του Κατηγορούμενου αναφέρονταν σε ουσιώδη για την υπόθεση ζητήματα, όπως φανερώνεται από την ανεύρεση, τελικά, των χρυσαφικών, Τεκμήριο 49, στη βαλίτσα, τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης πέτυχε την είσοδο στο χρυσοχοείο, την ώρα διάπραξης της διάρρηξης, το χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων στο σώμα του Κατηγορούμενου και τα σημεία που αυτά εντοπίστηκαν από το Δρα. Σοφοκλέους. Ο Κατηγορούμενος κατέφυγε στα ψεύδη ηθελημένα, με κίνητρο την επίγνωση της ενοχής και το φόβο της αλήθειας. Τα ψεύδη αποδεικνύονται με ανεξάρτητη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία.
  1. Ο εντοπισμός στη βαλίτσα του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 48), κατά την έρευνα που ακολούθησε στις 2.4.07, του φαναριού με κοκκινόφαιη σκόνη (Τεκμήριο 42) που μοιάζει με αυτή που υπήρχε στη σκηνή.
  2. Η ανεύρεση στη βαλίτσα του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 48) αντικείμενων τα οποία κλάπηκαν από την σκηνή του αδικήματος, δηλαδή τα χρυσαφικά Τεκμήριο
  3. Τα χρυσαφικά αυτά βρίσκονταν μέσα στη βαλίτσα του Κατηγορούμενου σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την κλοπή και ενώ η βαλίτσα, σύμφωνα με εύρημα μας, βρισκόταν στην αποκλειστική κατοχή και έλεγχο του ιδίου, μέχρι τις 2.4.07 που παραλήφθηκε ως τεκμήριο από την Αστυνομία, και χρησιμοποιείτο από αυτόν. Άλλωστε αποτέλεσε ήδη εύρημα μας πως από την παραλαβή της βαλίτσας στις 2.4.07 μέχρι και τις 18.5.07, που η δεύτερη έρευνα σ' αυτή από τον Αστ.2442 έφερε στο φως τα κλοπιμαία χρυσαφικά (Τεκμήριο 49), η βαλίτσα βρισκόταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη του Αστ.2442 και κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήρθε σε επαφή με αυτή. Ο εντοπισμός των χρυσαφικών, κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω, φέρνει στο προσκήνιο τον κανόνα της πρόσφατης κατοχής (recent possession). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, Έκδοση 2006 (βλ. παράγρ. 21-125) δεν πρόκειται για κάποιο δόγμα αλλά για κανόνα αφού δεν αφορά τίποτε άλλο παρά εφαρμογή κανόνων κοινής λογικής. Στην ίδια παράγραφο και με αναφορά στις υποθέσεις R. v. Loughlin 35 Cr. App.R. 69 και R. V. Seymour 38 Cr. App. R.68, ο κανόνας διατυπώνεται ως εξής: «.where it is proved that premises have been entered and property stolen therefrom and that soon after the entry the defendant was found in possession of the property, it is open to the jury to convict him of burglary, and the jury should be so directed....» Το ζήτημα απασχόλησε και το Εφετείο στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R.75 στην οποία παρατίθεται το εξής απόσπασμα από την υπόθεση D.P.P. V. Nieser
(1959)1 Q.B. 254 όπου περιγράφεται η φύση αλλά και η χρήση που μπορεί να γίνει του κανόνα. Παραθέτουμε το απόσπασμα στο βαθμό που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «The so-called «doctrine of recent possession» is not limited to cases of receiving nor to inferences as to the accused's knowledge or state of mind. The right inference from recent possession may be that the accused himself has stolen the property, as where he is found in the street near the scene of the house-breaking in possession of the property which has been taken from the house which has been entered. On the other hand, where property has been stolen and there is nothing in the circumstances to point to the accused's having himself committed the crime of stealing, the proper inference from its being found in his possession may be that he received the property knowing, not merely that it had been unlawfully obtained but knowing that it had been stolen.» Στο σύγγραμμα Archbold (ανωτέρω) γίνεται ακόμη πιο σαφής η πρόταση ότι όπου η μόνη μαρτυρία είναι η κατοχή κλοπιμαίας περιουσίας, είναι πλέον πιθανό ότι ο κατηγορούμενος είναι απλά κλεπταποδόχος. Το κατά πόσο η κατοχή κλοπιμαίας περιουσίας είναι «πρόσφατη» ή όχι αποτελεί θέμα γεγονότων και βαθμού αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπό εξέτασης υπόθεσης. Νομίζουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση μπορούμε εύκολα, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τα χρυσαφικά που βρέθηκαν στη βαλίτσα (Τεκμήριο 48), να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η κατοχή των εν λόγω χρυσαφικών από τον Κατηγορούμενο ήταν πρόσφατη. Το γεγονός ότι ανευρέθηκαν εντός της βαλίτσας αρκετό χρόνο μετά που αυτή είχε τεθεί υπό τη φύλαξη του Αστ.2442 δεν καθιστά την κατοχή τους από τον Κατηγορούμενο «απομακρυσμένη» για σκοπούς εφαρμογής του κανόνα, δεδομένων των περιστάσεων κάτω από τις οποίες αυτά εντοπίστηκαν και των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω γύρω από το θέμα αυτό, και ειδικότερα του ευρήματος μας ότι τα συγκεκριμένα χρυσαφικά βρίσκονταν μέσα στη βαλίτσα στις 2.4.
  1. Τα χρυσαφικά (Τεκμήριο 46) τα οποία κλάπηκαν από το χρυσοχοείο, εκτός από τα δύο τεμάχια τα οποία βρεθήκαν κρυμμένα στη βαλίτσα, βρέθηκαν κρυμμένα σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Petrou Bros στο οποίο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος διέμενε ο Κατηγορούμενος.
  2. Τα πιο πάνω χρυσαφικά βρίσκονταν μέσα σε κάλτσα (Τεκμήριο 47) επί της οποίας εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό, το οποίο είναι σημαντικά πιο πιθανό να προέρχεται από τον Κατηγορούμενο και ένα άγνωστο άνδρα παρά από δύο άγνωστους άνδρες που δεν έχουν συγγενική σχέση με τον Κατηγορούμενο.
  3. Ο Κατηγορούμενος στις 4.4.07 που εξετάσθηκε από ιατροδικαστή έφερε σε διάφορα μέρη του σώματος του εκδορές ηλικίας 2 έως 3 ημερών. Η πρόκληση των εν λόγω εκδορών θα μπορούσε να ταυτίζεται χρονικά με την ώρα διάπραξης του αδικήματος. Περαιτέρω, η θέση και η μορφή των εκδορών ήταν τέτοια που αυτές θα μπορούσε να είχαν προκληθεί από την προσπάθεια του Κατηγορούμενου να ανοίξει την τρύπα στον τοίχο ή και να περάσει μέσα από αυτή ενώ δε θα μπορούσαν να προκληθούν με οποιοδήποτε από τους τρόπους που επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι η διάνοιξη τρύπας, κατά τον τρόπο που πιο πάνω έχει ήδη γίνει αποδεκτό, στο διαχωριστικό τοίχο μεταξύ του χρυσοχοείου και του διπλανού καταστήματος από την οποία ήταν δυνατή η είσοδος ανθρώπου από την αποθήκη στο κατάστημα αποτελεί διάρρηξη. Το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας όπως την έχουμε παραθέσει και αναλύσει πιο πάνω τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στη σκηνή και μας οδηγεί χωρίς αμφιβολία σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι εμπλέκεται στην όλη επιχείρηση διάπραξης του αδικήματος. Εγείρεται προς απάντηση το ερώτημα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο χρυσοχοείο στα πλαίσια της διάπραξης του αδικήματος. Για να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο της εισόδου, είναι αρκετό να καταδειχθεί η είσοδος οποιουδήποτε μέρους του σώματος του δράστη. Στην προκείμενη περίπτωση η είσοδος του Κατηγορουμένου στο χρυσοχοείο μέσω της τρύπας τεκμηριώνεται τόσο από την ύπαρξη όσο και από τη θέση των εκδορών στο σώμα του και το χρόνο πρόκλησης τους. Βρίσκουμε ότι πράγματι οι εκδορές αυτές στο σώμα του Κατηγορούμενου προκλήθηκαν κατά την είσοδο στο χρυσοχοείο, ολόκληρου ή μέρους του σώματος του κατά τον τρόπο που εξήγησε ο Δρ. Σοφοκλέους. Το εύρημα μας ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του χρυσοχοείου, με την έννοια του όρου «εισέρχεται» στα άρθρα 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, πέραν της στοιχειοθέτησης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχει και μια άλλη συνέπεια. Στην περίπτωση που δεν έδρασε μόνος του καταδεικνύει κατά τρόπο αναντίλεκτο ότι ο Κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά στην όλη επιχείρηση διάρρηξης και κλοπής. Αυτό είναι αρκετό για να βρεpθεί ένοχος για τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής ως συναυτουργός, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αφού, τουλάχιστον, οι ενέργειες του τον κατατάσσουν στην κατηγορία των προσώπων που παρείχαν ουσιαστική συνδρομή στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Χ"Μάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482). Προχωρώντας στο συστατικό στοιχείο της κλοπής και ειδικότερα στο ερώτημα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που διέπραξε την κλοπή εντός του χρυσοχοείου, η απάντηση είναι καταφατική. Τα χρυσαφικά, Τεκμήρια 46 και 49, βρέθηκαν το μεν Τεκμήριο 46 σε δωμάτιο στο οποίο ο ίδιος διέμενε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, το δε Τεκμήριο 49, βρέθηκε στη βαλίτσα του (Τεκμήριο 48) κάτω από συνθήκες που έχουν ήδη αναφερθεί. Τα γεγονότα αυτά από μόνα τους και το στοιχείο της πρόσφατης κατοχής, σε ό, τι αφορά τα χρυσαφικά του Τεκμηρίου 49, θα ήταν από μόνα τους αρκετά να μας οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι δράστης της κλοπής ήταν ο Κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει επιπρόσθετα το όλο πλέγμα της περιστατικής μαρτυρίας που έχουμε παραθέσει πιο πάνω που δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι δράστης και της κλοπής είναι ο Κατηγορούμενος. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνουμε ότι στοιχειοθετείται η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στην οποία τον βρίσκουμε ένοχο. Υπ......................................... Σ. Παναγή, Π.Ε.Δ. Υπ........................................ Φ. Ν. Ζωμενής, Α.Ε.Δ. Υπ....................................... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. [1] «294. Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστηµα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει µε κατοικία και που κατέχεται µαζί µε αυτό όµως δεν αποτελεί τµήµα της και διαπράττει κάποιο κακούργηµα σε αυτά· ή (β) αν διάπραξε κάποιο κακούργηµα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω αναφερόµενα, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» [2] «255.—
(1)Kλέβει όποιος , χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, µε δόλιο τρόπο και χωρίς καλή τη πίστη αξίωση δικαιώµατος, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό.» [3] «262. Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήµατος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγµατος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.