Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ανδρέα Τσαππή, Αρ. Υπόθεσης: 10646/07, 07.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10646/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Ανδρέα Τσαππή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 07.12.2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση των κανονισμών 58
(1)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 09.06.06 στο Μαρί της επαρχίας Λάρνακος, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής CAK197 παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αλτ. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι ο αστυφύλακας 4836 Χρ. Μακρής (ΜΚ1), ο Χαράλαμπος Καβάζη (ΜΚ2) και η Ελένη Καβάζη (ΜΚ3). Παρεμβάλλω εδώ ότι αφότου ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε "υιοθετώ την κατάθεσή μου και δεν έχω οτιδήποτε άλλο να αναφέρω". Σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου έχει ως ακολούθως. Στις 09.06.06 οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατευθύνονταν με το βαν όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΗΕ980 (στη συνέχεια το βαν), από Λεμεσό προς Ζύγι. Οδηγός του βαν ήταν ο ΜΚ2 και ακολουθούμενη πορεία ο παλαιός δρόμος Λεμεσού-Λευκωσίας. Όταν προσέγγισαν τη διασταύρωση Ζυγίου-Μαρί, φορτηγό όχημα (στη συνέχεια το φορτηγό), που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με κατεύθυνση από Μαρί προς λατομείο Βασιλικού, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αλτ που ήταν τοποθετημένο στο τέρμα της διασταύρωσης ως η πορεία του και διασταύρωσε τον παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας κατευθυνόμενος προς λατομείο. Σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 αυτή η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια ανακοπή της πορείας τους και επικίνδυνους ελιγμούς που διενήργησε ο ΜΚ2 προς αποφυγή τυχόν σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 είναι ο αστυφύλακας ο οποίος έλαβε την καταγγελία. Περαιτέρω, εφόσον ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πινακίδες που ευρίσκονταν στα αριστερά ως η πορεία του παρενέβαλαν στην ορατότητα του και ότι τούτος ήταν ο λόγος που οδήγησε το φορτηγό ένα μέτρο εντός του παλαιού δρόμου αφότου πρώτα συμμορφώθηκε με το σήμα αλτ, ο ΜΚ1 μετέβη στην αναφερόμενη σκηνή και διενήργησε διάφορες επιτόπιες εξετάσεις. Τα αποτελέσματα τούτων των εξετάσεων μετέφερε στο δικαστήριο και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στο δρόμο Μαρί προς λατομείο Βασιλικού, δηλαδή ο δρόμος που τέμνει τον παλαιό δρόμο, υπάρχει τοποθετημένη πινακίδα σήματος αλτ η οποία ευρίσκεται στην ένωση τούτου του δρόμου με τον παλαιό δρόμο, ενώ περαιτέρω, στην ίδια πλευρά του δρόμου είναι τοποθετημένες διάφορες πινακίδες, οι οποίες όμως δεν διακόπτουν την ορατότητα οδηγού με κατεύθυνση το λατομείο. Πέραν του προαναφερόμενου ισχυρισμού του κατηγορουμένου εν σχέσει με την ύπαρξη πινακίδων, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία - η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 2- ισχυρίστηκε ότι προσεγγίζοντας τη διασταύρωση πρώτα σταμάτησε στο αλτ και μετά εισήλθε εντός του παλαιού δρόμου περί το ένα μέτρο. Μετά την υιοθέτηση του τεκμηρίου 2 υπό μορφή ανώμοτης δήλωσης η υπεράσπιση ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να παρουσιάσει οιανδήποτε μαρτυρία. Στη συνέχεια, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Κρίνω ορθό να υπομνήσω εδώ ότι πρόκειται για μια πολύ απλή υπόθεση. Η ως ανωτέρω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει, πιστεύω, πως μοναδικό επίδικο θέμα είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς προηγουμένως να συμμορφωθεί με το σήμα αλτ που ευρισκόταν στην πορεία του. Οι θέσεις των δύο πλευρών, αλλά και η γραμμή της υπεράσπισης ως προέκυψε από την αντεξέταση των μαρτύρων, αποκαλύπτουν ότι διίστανται. Εφόσον η ύπαρξη του αναφερόμενου σήματος τροχαίας και οι απορρέουσες τούτου υποχρεώσεις δεν αμφισβητούνται, πρόκειται λοιπόν για υπόθεση η οποία κρίνεται αποκλειστικά στην αξιολόγηση των εκατέρωθεν αλλά αντικρουόμενων θέσεων. Αποδοχή μίας εκ των δύο ως αξιόπιστης, αυτομάτως αποκλείει αποδοχή της άλλης. Αναφέρω τούτα για να υποδείξω ότι επίδικο θέμα δεν είναι εάν οι πινακίδες που ευρίσκονταν αριστερότερα του σήματος αλτ ως η πορεία του κατηγορουμένου παρενέβαλαν στην ορατότητά του και ότι γι΄ αυτό αναγκάστηκε να εισέλθει λίγο εντός του παλαιού δρόμου χωρίς προηγουμένως να σταματήσει στο αλτ. Σε κανένα στάδιο δεν ανέκυψε τούτο ως θέση, είτε της υπεράσπισης είτε της κατηγορούσας αρχής. Εκεί όπου εντοπίζεται η διαφωνία είναι αυτή καθ΄ εαυτή η είσοδος του κατηγορουμένου στον παλαιό δρόμο. Δηλαδή κατά πόσο πρώτα σταμάτησε στο αλτ και μετά εισήλθε στη διασταύρωση -τούτη άλλωστε είναι η θέση του κατηγορουμένου-, ή εάν εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στο αλτ - τούτη είναι η θέση των ΜΚ2 και ΜΚ
- Διαφορετική θα ήταν βεβαίως η διαμόρφωση των επίδικων θεμάτων εάν η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο κατηγορούμενος δίχως να σταματήσει στο αλτ εισήλθε στον παλαιό δρόμο περί το ένα μέτρο ένεκα παρεμβολής πινακίδων στην ορατότητά του και ότι αφότου εισήλθε σε αυτόν τότε σταμάτησε. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι αυτή η θέση της υπεράσπισης. Ως εκ των πιο πάνω, καθίσταται αντιληπτό ότι η ενασχόληση των συνηγόρων με την ύπαρξη πινακίδων στα αριστερά ως η πορεία του κατηγορουμένου και η τυχόν τούτων παρεμβολή στην ορατότητα του κατηγορουμένου, είναι ατυχής και εδραζόμενη σε πλάνη. Η ύπαρξη πινακίδων δεν επεξηγεί αλλά ούτε και αναιρεί καμία από τις αντικρουόμενες θέσεις και ως εκ τούτου δεν θα αποτελέσει αντικείμενο της απόφασης. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη-βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, για ότι αφορά τη δήλωση του κατηγορουμένου υπόψη μου έλαβα τις αρχές που ισχύουν και εφαρμόζονται εν σχέσει με αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης και ιδιαίτερα ότι ο χαρακτήρας αυτής είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Ουσιαστικά η μαρτυρία του συνίσταται σε επανάληψη της καταγγελίας που έλαβε και στα αποτελέσματα της επιτόπιας εξέτασης που διενήργησε. Πλην των αποτελεσμάτων της επιτόπιας εξέτασης που διενήργησε αναφορικά με τυχόν παρεμβολή πινακίδων στην ορατότητα οδηγού με πορεία ως του κατηγορουμένου, η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν σταθερή, χωρίς παλινδρομήσεις, υπερβολές και αντιφάσεις. Έχοντας αναφέρει ήδη ότι οι αμφισβητούμενες από την υπεράσπιση επιπτώσεις των πινακίδων δεν αποτελούν επίδικο θέμα, τη μαρτυρία του ΜΚ1 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθινή. Αναφορικά με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πρώτα ότι κατά την εξιστόρηση των γεγονότων από αυτούς τους μάρτυρες διεφάνη σχετική δυστοκία στον τρόπο έκφρασης. Σύγχυση ως προς τον ειρμό της σκέψης και λεξιπενία ως προς την έκφραση τούτης, ήταν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της μαρτυρίας τους. Εν τούτοις, αυτή η δυσχέρεια στην έκφραση ουδόλως μείωσε τον αυθορμητισμό και παραστατικότητα των εν λόγω μαρτύρων, οι οποίοι με λαϊκό έστω λόγο αλλά αμείωτο ενδιαφέρον ολοκλήρωσαν τη μαρτυρία τους. Αναφέρω τα πιο πάνω εφόσον προκύπτουν ακόμη και από απλή ανάγνωση του κατά τα λοιπά ψυχρού και ανέκφραστου πρακτικού της διαδικασίας. Τούτες όμως οι παρατηρήσεις, παρατηρήσεις οι οποίες άπτονται της φυσικής παρουσίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, δεν απολήγουν αυτομάτως σε αναξιοπιστία των αναφερόμενων μαρτύρων. Η αληθοφάνεια και ειλικρίνεια μάρτυρα εξάγεται και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Πλείστες τόσες περιπτώσεις μάρτυρας ο οποίος εντυπωσίασε δια της παρουσίας του στο τέλος της ημέρας κρίνεται αναξιόπιστος ένεκα συμπερασμάτων που προκύπτουν κατόπιν σύγκρισης της μαρτυρίας του με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Στη δοσμένη περίπτωση ήταν σταθερή θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο αλτ και ως εκ τούτου, ο ίδιος αναγκάστηκε να οδηγήσει το βαν αριστερότερα στο πλάι του φορτηγού, για να σταματήσει εν τέλει στο δεξιό άκρο του δρόμου, ενώ άλλο δεύτερο φορτηγό ήλαυνε από απέναντι. Αυτή η θέση ήταν που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ως εξωπραγματική και αδύνατη εφόσον εάν έτσι είχαν τα πράγματα τα δύο οχήματα - βαν και φορτηγό - θα συγκρούονταν. Όσο και αν ο ΜΚ2 εξέφρασε τη θέση του με λιτό και περιορισμένο λόγο, διαπιστώνω ότι τούτη η θέση υποστηρίζεται εν μέρει και από την κατάθεση του κατηγορουμένου. Η υποστήριξη εντοπίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα του τεκμηρίου 2 όπου ο κατηγορούμενος ανέφερε: "...Τότε είδα ένα αυτοκίνητο OPEL κόκκινο που οδηγούσε ο Χαράλαμπος Καβάζης να έρχεται από τη Λεμεσό με μικρή ταχύτητα και να στρίβει αριστερά προς το λατομείο και να σταματά στα δεξιά του δρόμου, πάνω στην άσφαλτο..." Αντικειμενική θεώρηση του περί ου ο λόγος αποσπάσματος αποκαλύπτει ότι ο οδηγός του βαν, δηλαδή ο ΜΚ2, ενόσω οδηγούσε στον παλαιό δρόμο, όταν προσέγγισε την αναφερόμενη διασταύρωση με το φορτηγό να ευρίσκεται στα δεξιά του, οδήγησε το βαν στρίβοντας αριστερά προς λατομείο αντί ευθεία που ήταν η πορεία του και αμέσως μετά ακινητοποίησε τούτο στο δεξιό άκρο του δρόμου που οδηγεί στο λατομείο. Επεξηγείτε έτσι ο τρόπος οδήγησης του βαν από το ΜΚ2, οδήγηση η οποία συνάδει και με τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο. Εν σχέσει με το λόγο που τον ανάγκασε να οδηγήσει τοιουτοτρόπως, μοναδική μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι εκείνη των ΜΚ2 και ΜΚ
- Παρεμβάλλω εδώ ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου η οποία υιοθετήθηκε από τον ίδιο με ανώμοτη δήλωση, αμφισβητεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν η αιτία της προαναφερόμενης οδήγησης από το ΜΚ
- Παρόλα ταύτα, αυτή η αμφισβήτηση του κατηγορουμένου δεν επεξηγείται και δεν υποστηρίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Πρόκεται βεβαίως για ανώμοτη δήλωση της οποίας ο χαρακτήρας είναι επεξηγηματικός επί διαπιστωμένων γεγονότων και όχι αποδεικτικός, ως πιο πάνω αναφέρεται. Δεν παραλείπω εδώ ότι η ΜΚ3 ενώ στην κατάθεσή της ανέφερε ότι πρώτη φορά που είδε το φορτηγό να εξέρχεται χωρίς να κάνει αλτ ήταν στα 15 μέτρα, στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι τούτο έγινε στα 5 μέτρα. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε από την υπεράσπιση σε ποιο σημείο του δρόμου ακινητοποιήθηκε τελικώς το βαν, απάντησε "αριστερά νομίζω" ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε δεξιά. Αυτές οι αντιφάσεις που προκύπτουν τόσο στη μαρτυρία της ΜΚ3 αυτής καθ΄ εαυτής όσο και κατόπιν σύγκρισης τούτης με τη μαρτυρία του ΜΚ2, δεν κρίνω ότι είναι ικανές να αλλοιώσουν την ειλικρίνεια είτε της μάρτυρος είτε του συζύγου της ΜΚ
- Άλλωστε, η ΜΚ3 επεξήγησε στο δικαστήριο ότι τη δεδομένη στιγμή, η ίδια, όντας συνοδηγός αλλά και ένεκα τραυματισμού της, ήταν συγχυσμένη, έκλεισε τα μάτια της, ενώ στη συνέχεια η ψυχολογική κατάσταση στην οποία ευρισκόταν - έκλαιγε συνεχώς - δεν της επέτρεπαν να έχει πλήρη και διαυγή αντίληψη των διαδραματισθέντων. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και παρά την ως έχω επεξηγήσει φτωχική εκφορά του λόγου κατά την εξιστόρηση των γεγονότων από τους ΜΚ2 και ΜΚ3, κρίνω τη μαρτυρία τους αληθινή και αξιόπιστη και ως τέτοια την αποδέχομαι. Διαπιστώνω λοιπόν ότι δυνάμει της αξιόπιστης μαρτυρίας προκύπτει πως ο κατηγορούμενος στις 09.06.06 ενόσω οδηγούσε το φορτηγό με αριθμό εγγραφής CAK197 με κατεύθυνση από Μαρί προς λατομείο Βασιλικού, παρέλειψε να ακινητοποιήσει τούτο σε σήμα αλτ που ευρίσκετο στη διασταύρωση του προαναφερόμενου δρόμου με τον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας. Αυτό βεβαίως το εύρημα είναι ικανό για να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος οδηγώντας τοιουτοτρόπως παραβίασε τη σχετική παράγραφο του υπό κρίση κανονισμού και ως εκ τούτου διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο για τη διάπραξη του αδικήματος που κατηγορείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο