← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Κωνσταντίνος Δημητριάδης, Αρ. Υπόθεσης: 10481/05, 3.1.07

Αστυνομία Πάφου ν. Κωνσταντίνος Δημητριάδης, Αρ. Υπόθεσης: 10481/05, 3.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10481/05 Αστυνομία Πάφου -ν- Κωνσταντίνος Δημητριάδης, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 3.1.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Εύη Μιχαηλίδου Κατηγορούμενος παρών ............ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 3.6.05 στην Λεωφόρο Μιχαλάκη Κυπριανού στην Πάφο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ENX 129 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα. Η πιο πάνω κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στις 3.6.05 στη συμβολή της πιο πάνω λεωφόρου με την οδό Αιγιαλούσης με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ 129, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, και την μοτοσυκλέττα με αριθμούς εγγραφής KKQ 495, την οποία οδηγούσε ο Σάββας Σάββα (ΜΚ 2). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 1013, Αντρέα Δημητρίου (ΜΚ 1) και τον Σάββα Σάββα, παραπονούμενο, (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να δώσει ένορκο κατάθεση. Κανένας μάρτυρας δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν σαφής, θετικός και ειλικρινής στην μαρτυρία του. Δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στο τελικό και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής όσον αφορά την θέση του σημείου σύγκρουσης. Απαντούσε μόνο αναφορικά με γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση, ενώ αναφορικά με γεγονότα τα οποία δεν γνώριζε προσωπικά δήλωνε στο Δικαστήριο, ότι δεν γνώριζε να απαντήσει. Μου έδωσε την εντύπωση ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του υπήρξε βοηθητική στο έργο του Δικαστηρίου. Η καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και βοήθησε στο έργο της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Δέχομαι την μαρτυρία του, εκτός σε ότι αφορά την θέση του σημείου σύγκρουσης. Και αυτό γιατί, συγκρίνοντας τα δύο σχεδιαγράμματα προκύπτει, σαφώς, ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά στην θέση του. Την διάσταση αυτή ανάμεσα στα δύο σχέδια την παραδέχτηκε και ο μάρτυρας καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ενώ στο πρόχειρο το σημείο σύγκρουσης φαίνεται να εφάπτεται πάνω στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου, στο τελικό σχέδιο αυτό σημειώθηκε να απέχει από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου δύο μέτρα. Ο μάρτυρας αναφερόμενος στην εν λόγω διαφορά εξήγησε ότι τέτοιου είδους διαφορές παρατηρούνται, όταν γίνεται η μεταφορά των δεδομένων από το πρόχειρο στο τελικό σχεδιάγραμμα. Στην ουσία καμία σοβαρή εξήγηση δεν δόθηκε από τον μάρτυρα για την διάσταση αυτή που υπάρχει. Κατ' επέκταση δέχομαι, ότι η θέση του σημείου σύγκρουσης και η τελική θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου δεν είναι αυτές που φαίνονται στο τελικό σχέδιο, αλλά στο πρόχειρο. Ας σημειωθεί, ότι η θέση του σημείου σύγκρουσης όπως αυτή σημειώθηκε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος δέχτηκε, ότι η αληθινή τελική θέση του οχήματος του και του σημείου σύγκρουσης είναι όπως φαίνονται στο πρόχειρο σχέδιο και όχι όπως φαίνονται στο τελικό. Ο ΜΚ 2 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Παρέθεσε στο Δικαστήριο τα ουσιώδη γεγονότα με συνέπεια, ακρίβεια και ειλικρίνεια και δεν μου άφησε καμία αμφιβολία για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Η ειλικρίνειά του φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από το ότι παραδέχτηκε, ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα πριν την σύγκρουση, ούτε και προέβη σε οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της. Δεν παρατήρησα καμία προσπάθεια εκ μέρους του παραποίησης ή αλλοίωσης των γεγονότων, ούτε και οποιαδήποτε αντίφαση ανάμεσα στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και την διά ζώσης μαρτυρία του. Απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν έδειχνε να έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό για τις απαντήσεις του, οι οποίες ήταν αυθόρμητες και δεν φάνηκε να τις υπολογίζει από πριν. Παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Ήταν αμετακίνητος στην θέση του, ότι η ορατότητα για την πορεία του ήταν ανεμπόδιστη, ότι δεν απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και ότι ο λόγος που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν γιατί ο τελευταίος του ανέκοψε την πορεία του στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά και να εισέλθει εντός της οδού Αιγιαλούσης. Τέλος έδινε ολοκληρωμένες απαντήσεις και απαντούσε με τρόπο θετικό που ικανοποίησε το Δικαστήριο. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της εκτός από τα ακόλουθα. Πρώτον, τον ισχυρισμό του ότι όταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να στρίβει δεξιά, αυτός βρισκόταν σε απόσταση που δεν ξεπερνούσε τα 6 μέτρα. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία η απόσταση αυτή ήταν σαφώς μεγαλύτερη, αφού στα 5 μέτρα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε η μοτοσικλέτα του θα πρέπει να προστεθεί και η απόσταση σκέψης (thinking distance). Το σημείο αυτό δεν κλονίζει, όμως, την αξιοπιστία του μάρτυρα, καθότι, δεν αναμένεται από μάρτυρες να καταθέτουν με μαθηματική ακρίβεια για αποστάσεις ιδιαίτερα όταν αυτοί συμμετείχαν στα γεγονότα, ενώ αυτά διαδραματίζονταν και, επομένως τελούσαν υπό αγωνία, και ο χρόνος που παρήλθε από την τέλεση τους δεν είναι ιδιαίτερα μικρός. Δεύτερο, ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου βρέθηκε σε απόσταση 2 μέτρων πίσω από το σημείο της σύγκρουσης προς την κατεύθυνση της Πέγειας. Και αυτό γιατί ο ισχυρισμός του μάρτυρα αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία εφόσον ο ίδιος μετά την σύγκρουση δεν θυμόταν τι διαδραματίσθηκε, έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου και παρέμεινε για αρκετές μέρες και κυρίως γιατί δεν συμφωνεί με το Τεκμήριο 2, την πραγματική, δηλαδή, μαρτυρία που δέχτηκα ότι αποτυπώνει την πραγματική και αληθινή εικόνα των δεδομένων της σύγκρουσης μετά που αυτή έλαβε χώρα. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ενόσω κατέθετε διακατείχετο από νευρικότητα, η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από το Δικαστήριο. Γενικά μέσα από το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Προσπάθησε με διάφορους τρόπους να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του παραπονούμενου, η οποία ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση χωρίς, όμως, η εκδοχή του να γίνει στο ελάχιστο πιστευτή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτήν όταν άρχισε να στρίβει δεξιά για να εισέλθει εντός της οδού Αιγιαλούσης ο δρόμος μπροστά του ήταν καθαρός από αυτοκίνητα για τα επόμενα 100 μέτρα. Πέραν της απόστασης αυτής δεν μπορούσε να δει, γιατί άρχιζε δεξιόστροφη κατηφορική στροφή, η οποία περιόριζε την ορατότητα στο μέτρο, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Την στιγμή εκείνη άκουσε θόρυβο από μοτοσικλέτα να οδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σταμάτησε για να μπορέσει να αντιληφθεί από ποια κατεύθυνση ερχόταν η μοτοσικλέτα και για να δώσει, όπως ανέφερε, χρόνο στον άλλο οδηγό να αντιδράσει. Αφού διαπίστωσε, ότι η μοτοσικλέτα δεν ερχόταν από πίσω του, ξαφνικά είδε την μοτοσικλέτα να έρχεται από απέναντι του και να χτυπά πάνω στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του. Η θέση του Κατηγορούμενου εκφεύγει της πραγματικότητας. Λίγο-πολύ ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ότι, ο παραπονούμενος βρέθηκε μπροστά του «από το πουθενά», αφού πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά δεν ερχόταν, σύμφωνα με την μαρτυρία του, κανένα όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ μέσα στον ελάχιστο χρόνο που διένυσε μέχρι να συγκρουσθεί με την μοτοσικλέτα του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος θα πρέπει να διένυσε, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, απόσταση πέραν των 100 μέτρων ώστε να βρεθεί μπροστά του και να συγκρουσθεί μαζί του. Δεν θα μπορούσε λογικά μέσα στον ελάχιστο, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου, χρόνο από την στιγμή που ο τελευταίος επιχείρησε να στρίψει δεξιά μέχρι την σύγκρουση και εντός δευτερολέπτων, όπως ενδεικτικά ανέφερε στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος να διένυσε απόσταση 100 μέτρων ίσως και περισσότερη και να βρέθηκε όλως ξαφνικά μπροστά από τον Κατηγορούμενο χωρίς η παρουσία του να γίνει αντιληπτή από αυτόν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδρομής παρά μόνο 1 με 2 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Με την ταχύτητα με την οποία δέχτηκα ότι οδηγούσε ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσε ως απόρροια της κοινής λογικής να κάλυπτε την πιο πάνω απόσταση μέσα σε ένα, δύο δευτερόλεπτα. Σύμφωνα, επίσης, με την κοινή λογική θα μπορούσε να λεχθεί με ασφάλεια ότι με καμία ταχύτητα δεν θα μπορούσε ο παραπονούμενος να καλύψει την πιο πάνω απόσταση στον πιο πάνω χρόνο και ταυτόχρονα να διατηρεί τον έλεγχο του οχήματός του. Η θέση του Κατηγορούμενου δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Δεν μπορεί, έτσι, να γίνει αποδεκτή. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του ότι άκουσε θόρυβο από την μοτοσικλέτα του παραπονούμενου από απόσταση πέραν των 100 μέτρων πριν ακόμα αυτή φανεί στον ευθύ δρόμο και ότι έμεινε ακίνητος στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να δώσει χρόνο στον οδηγό της μοτοσικλέτας να αντιδράσει, θεωρώ ότι πρόκειται περί εκ των υστέρων κατασκευάσματα του Κατηγορούμενου, σε μια αδέξια, θα έλεγα, προσπάθειά του να αποποιηθεί των ευθυνών του για το επίδικο δυστύχημα. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 3.6.05 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ129 στην Λεωφόρο Μιχαλάκη Κυπριανού με κατεύθυνση από Πέγεια προς Κόλπο των Κοραλλίων. Κατά τον ίδιο χρόνο ο παραπονούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΚQ 495 επί της ιδίας οδού και με αντίθετη κατεύθυνση. Ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά με σκοπό να εισέλθει εντός της οδού Αιγιαλούσης εισήλθε με διαγώνια πορεία στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς προηγουμένως να σταματήσει ή να προειδοποιήσει τον ΜΚ 2 για την πρόθεσή του να εισέλθει εντός της παρόδου. Ο ΜΚ 2 στην προσπάθεια να αποφύγει την σύγκρουση εφάρμοσε τα φρένα του, πλην όμως το δυστύχημα δεν αποφεύχθηκε. Ο ΜΚ 2 συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ 2. Το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου δεν μετακινήθηκε από την σύγκρουση, σε αντίθεση με την μοτοσικλέτα. Ο παραπονούμενος βρέθηκε εκτός οδοστρώματος στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου και σε απόσταση 26,50 μέτρων από το σημείο του αλτ επί της Αιγιαλούσης. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω πως ο Κατηγορούμενος υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Η αμέλειά του ήταν έκδηλη. Συνίσταται στην αιφνίδια και απροειδοποίητη κίνησή του να στρίψει δεξιά, η οποία ανέκοψε την ελεύθερη και ευθεία πορεία του αυτοκινήτου του ΜΚ 2 Ο ΜΚ 2 είχε δικαίωμα για ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του μέρους του δρόμου που βρισκόταν μέσα στην πορεία του. Ο Κατηγορούμενος είχε καθήκον να δώσει προτεραιότητα στον ΜΚ 2 για την χρήση της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Εισερχόμενος εντός της πορείας του ΜΚ 2, ο Κατηγορούμενος παρενέβη στην πορεία του ΜΚ 2 φράσσοντας ουσιαστικά τον δρόμο του, γεγονός που εξ' αντικειμένου καθιστά την αμέλειά του την γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Ο δρόμος ήταν ευθύς, η ορατότητα για τον Κατηγορούμενο ανεμπόδιστη και μεγάλη και το φως της ημέρας ικανοποιητικό. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα και να αντιληφθεί τον ΜΚ 2 έγκαιρα και να λάβει όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για να στρίψει με ασφάλεια ως θα έκανε ένας σώφρων και λογικός οδηγός. Υπό τις περιστάσεις η ενέργεια του Κατηγορουμένου να παρέμβει στην πορεία του ΜΚ 2 συνιστά αμέλεια αναγόμενη σε παράλειψη άσκησης της φροντίδας και μέριμνας που ο Κατηγορούμενος όφειλε υπό τις περιστάσεις στον ΜΚ 2 (Βλ. Avraam v. Andreou and another
(1988)1 CLR 391 και Xenophontos and another v. Anastassiou
(1981)1 CLR 521). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (Βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1696 και Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 ΑΑΔ 383). Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.