← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Δήμος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 9513/05, 19.1.07

Αστυνομία Πάφου ν. Δήμος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 9513/05, 19.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9513/05 Αστυνομία Πάφου -ν- Δήμος Αντωνίου, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 19.1.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Χλ. Τοφαρίδου (κα Μικελλίδου Χρ. για να ακούσει απόφαση Κατηγορούμενος παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 23.12.04 στον κύριο δρόμο Πέγειας - Κισσόνεργας - Αγίου Γεωργίου με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής CAR 228 και ΗΑΖ 846, τα οποία οδηγούνταν από τον Κατηγορούμενο και τον Ιάσωνα Αλμαζίδη (ΜΚ 3) αντίστοιχα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 3390, Μάριο Θεοδούλου (ΜΚ 1), τον Κώστα Θεοχαρίδη (ΜΚ 2) και τον Ιάσωνα Αλμαζίδη (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Κανένας άλλος μάρτυρας δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο αστυνομικός εξεταστής μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Απαντούσε με ευθύτητα, συνέπεια και θετικότητα σε βαθμό που ικανοποίησε το Δικαστήριο. Ήταν σε θέση να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια, όπως και έκανε, ό,τι αποκόμισε από την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Παραδέχτηκε, ότι, κατά την γνώμη του, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και ότι ο μόνος λόγος που τον κατηγόρησε ήταν γιατί έλαβε σχετικές οδηγίες από ανώτερό του. Παραδέχτηκε, επίσης, ότι έσφαλε όταν στην δια ζώσης μαρτυρία του αρχικά ανέφερε, ότι ο δρόμος προς τα αριστερά του Κατηγορουμένου, από την θέση του αλτ επί της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων, ήταν ευθύς και επίπεδος και διευκρίνισε, ότι ο δρόμος προς εκείνη την κατεύθυνση είναι, απεναντίας, ανηφορικός. Είναι γι' αυτό τον λόγο που η ορατότητα του Κατηγορουμένου στη θέση εκείνη περιοριζόταν στα 70 μέτρα, πράγμα, το οποίο ανέφερε εξ' αρχής στην μαρτυρία του. Θεωρώ, ότι η αρχική δήλωση του μάρτυρα, την οποία αργότερα διόρθωσε ρητά και με σαφήνεια προς το Δικαστήριο οφείλεται σε προ στιγμής σύγχυση του. Δέχομαι ως εκ τούτου, ότι ο δρόμος προς τα αριστερά του Κατηγορουμένου από την θέση του αλτ επί της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων είναι ανηφορικός και για τον λόγο αυτό η ορατότητα περιορίζεται στα 70 μέτρα, ενώ προς τα δεξιά ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα απεριόριστη. Τόσο η μαρτυρία του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης όσο και η υπόλοιπη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η Υπεράσπιση περιορίσθηκε σε αντεξέταση, η οποία ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Θεωρώ ότι πρόκειται περί ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος και δέχομαι τα ευρήματα και τις μετρήσεις του, τα οποία μετέφερε επί του Τεκμηρίου 5. Η μαρτυρία του υπήρξε βοηθητική στο έργο του Δικαστηρίου. Η ορθή και αληθινή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και βοήθησε στο έργο της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο ΜΚ 2 είναι Ανώτερος Υπαστυνόμος και Υπεύθυνος του Τμήματος της Τροχαίας Πάφου. Κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, για να εξηγήσει τον λόγο που έδωσε οδηγίες στον ΜΚ 1 να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο και να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του. Εν κατακλείδι για να πει στο Δικαστήριο πού έγκειται η αμέλεια του Κατηγορουμένου. Τίποτα από όσα ανέφερε δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Και ο λόγος είναι γιατί η μαρτυρία του δεν ήταν μαρτυρία γεγονότων, αλλά μαρτυρία γνώμης βασιζόμενη στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και προφανώς στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, που η Αστυνομία είχε στην κατοχή της. Το Δικαστήριο είναι από μόνο του σε θέση να αποφασίσει αν ο Κατηγορούμενος υπέχει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος στηριζόμενο στην πραγματική όπως και την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε στην υπόθεση. Συνεπώς, η γνώμη του μάρτυρα είναι άσχετη και ως εκ τούτου μη αποδεκτή μαρτυρία. Ο ΜΚ 3 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε με αναληθείς ισχυρισμούς να πείσει το Δικαστήριο, ότι ο Κατηγορούμενος του ανέκοψε την ευθεία πορεία του. Είναι χαρακτηριστική η γοερή αντίφαση, που υπάρχει ανάμεσα στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και την διά ζώσης μαρτυρία του. Στην μεν πρώτη δήλωσε, ότι όταν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου έβγαινε από την πάροδο τους χώριζε απόσταση 70 μέτρα, στην δε δεύτερη υποστήριξε, ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της πορείας του όλως απότομα και ξαφνικά σε σημείο που δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του παρόλο που εφάρμοσε τα φρένα του. Εν κατακλείδι, ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου εξερχόμενο από την πάροδο και ενώ διαπραγματευόταν την στροφή του ανέκοψε την πορεία του. Η αντίφαση αυτή πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί, ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί διαψεύδονται πλήρως από την πραγματική μαρτυρία. Καθότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου όχι μόνο είχε ολοκληρώσει την στροφή, αλλά είχε διανύσει και μιαν απόσταση 28 ολόκληρων μέτρων από το σημείο του αλτ. Εν' όψει τούτου οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου καθίστανται πέρα για πέρα αναληθείς. Για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους». Ούτε αναφορικά με το μέρος στο οποίο προσέκρουσε στο όχημα του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ 3 είπε την αλήθεια. Προφανώς, για να συνάδει περισσότερο με τον ισχυρισμό του, ότι η σύγκρουση έγινε καθ' ον χρόνο ο Κατηγορούμενος διαπραγματευόταν την στροφή και είχε διαγώνια θέση μέσα στο δρόμο, ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε, ότι επέπεσε επί του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στον πισινό αριστερό του τροχό. Η μαρτυρία του, όμως, διαψεύδεται τόσο από την μαρτυρία του ΜΚ 1, που αποδέχτηκα, όσο και από αυτήν του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ 1 κατέθεσε ρητά, ότι η σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του ΜΚ 3. Το συμπέρασμα αυτό βάσισε στα σημεία που βρίσκονταν οι ζημιές επί των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Σύμφωνα δε με τον Κατηγορούμενο η σύγκρουση έλαβε χώρα όταν το αυτοκίνητο του ΜΚ 3, το οποίο οδηγείτο στον ευθύ δρόμο και τον ακολουθούσε, προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου. Τέλος, με την πραγματική μαρτυρία καταδεικνύεται, ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε ήδη ευθυγραμμιστεί και ακολουθούσε ευθεία πορεία προς Πάφο, όταν το αυτοκίνητο του ΜΚ 3 επέπεσε επί αυτού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω, πως ο ΜΚ 3 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και απορρίπτω την μαρτυρία του. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με απλοϊκότητα και με τρόπο λιτό τα όσα αντιλήφθηκε από την σύγκρουση. Επιπρόσθετα υπήρχε συνέπεια μεταξύ των όσων ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία και την δια ζώσης μαρτυρία του. Ο Κατηγορούμενος ήταν θετικός αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ήταν δε κατηγορηματικός στον ισχυρισμό του, ότι η σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του δεν επιχειρούσε την στροφή, αλλά είχε εισέλθει για τα καλά μέσα στον κύριο δρόμο και ακολουθούσε ευθεία πορεία με κατεύθυνση την Πάφο. Είχε δε διανύσει απόσταση 28 μέτρων, αφότου εξήλθε από την πάροδο, όταν το αυτοκίνητο του ΜΚ 3 προσέκρουσε στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου, ισχυρισμός, ο οποίος συνάδει πλήρως με την πραγματική μαρτυρία. Η ειλικρίνειά του φαίνεται, επίσης, και από το γεγονός ότι καμία αναφορά δεν έκανε στην ταχύτητα του ΜΚ 3, η οποία αν κριθεί από το μέτρο των ιχνών τροχοπέδησης και την βιαιότητα της σύγκρουσης, όπως αυτή φαίνεται μέσα από τα επακόλουθα της, που ήταν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να ανατραπεί επανειλημμένα μέσα στο δρόμο, για να καταλήξει αναποδογυρισμένο σε απόσταση κοντά στα 22 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης και τελικά να καταστραφεί ολοσχερώς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν επιεικώς υπερβολική. Και αυτό γιατί με ειλικρίνεια κατέθεσε, ότι δεν είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο του ΜΚ 3 πριν την σύγκρουση. Αντιλήφθηκε την σύγκρουση μόνο από τον θόρυβο που προκλήθηκε από αυτή. Ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο από την πάροδο κοίταξε «αριστερά - δεξιά». Επί αυτού του σημείου αντεξετάστηκε και η αντεξέταση αποσκοπούσε στο να καταδειχτεί, ότι δεν είχε ελέγξει ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση πριν εξέλθει της παρόδου. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με την πιο πάνω δήλωσή του, ο τελευταίος έλεγχος δεν έγινε από αυτόν προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο ΜΚ 3, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αντεξεταζόμενος δε δέχτηκε, ότι έτσι είχε πράξει και ότι δεν θυμόταν αν είχε κοιτάξει για δεύτερη φορά προς τα αριστερά του. Δεν βρίσκω οτιδήποτε μεμπτό στην συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Αντίθετα θεωρώ, πως ορθά έπραξε που τελευταία έλεγξε την κατεύθυνση προς τα δεξιά του. Και αυτό για να σιγουρευτεί, ότι βγαίνοντας από την πάροδο δεν θα συναντούσε άμεσα αυτοκίνητα στην πορεία του. Για το Δικαστήριο σημασία έχει, ότι ο μάρτυρας εξήλθε από την πάροδο με τον ενδεδειγμένο τρόπο και ότι υποστήριξε θετικά και πειστικά, ότι πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, ο δρόμος προς τα αριστερά του ήταν καθαρός από οχήματα μέχρι του σημείου που ήταν δυνατόν να δει. Αναφορικά με τους αντιφατικούς ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου ως προς την ταχύτητα που είχε πριν την σύγκρουση θεωρώ, πως αυτοί δεν πλήττουν την αξιοπιστία του. Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα οδηγό να θυμάται, ιδιαίτερα όταν έχουν παρέλθει δύο χρόνια μετά από ένα δυστύχημα, όπως στην παρούσα περίπτωση, με ποια ταχύτητα οδηγούσε σε συγκεκριμένο χρόνο. Άλλωστε, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ο ΜΚ 3 ότι η σύγκρουση οφειλόταν στην υπερβολικά χαμηλή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Από την άλλη δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι εξερχόμενος από την πάροδο οδηγούσε με 30 χιλιόμετρα την ώρα. Στην απουσία μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος είχε προσωπική γνώση του ισχυρισμού αυτού, η μαρτυρία του αποτελεί, απλά, μαρτυρία γνώμης και ως εκ τούτου μη αποδεχτή μαρτυρία. Δέχομαι, ότι εξήλθε της παρόδου και συνέχισε την ευθεία πορεία του οδηγώντας με κανονική ταχύτητα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 23.12.04 και περί ώρα 3:30 μ.μ. ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής CAR 228 στην Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων, ενώ την ίδια στιγμή ο ΜΚ 3 οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής HAZ 846 επί του κύριου δρόμου Πάφου - Πέγειας με κατεύθυνση την Πάφο. Η εν λόγω λεωφόρος είναι πάροδος του κύριου δρόμου και ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση εξερχόμενος από την πάροδο να στρίψει δεξιά και να εισέλθει εντός του κύριου δρόμου για να κατευθυνθεί προς Πάφο. Ο Κατηγορούμενος αφού έφθασε στην συμβολή των δύο οδών σταμάτησε στο αλτ, που υπάρχει επί της πιο πάνω λεωφόρου. Ακολούθως, έλεγξε την τροχαία κίνηση και από τα αριστερά και από τα δεξιά του και αφού βεβαιώθηκε, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός από οχήματα και από τις δύο κατευθύνσεις έστριψε δεξιά. Αφού έστριψε ακολούθησε ευθεία πορεία προς Πάφο. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο του ΜΚ 3, που ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, συγκρούστηκε με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Η σύγκρουση έγινε επί του κύριου δρόμου σε απόσταση 28 μέτρων από το σημείο του αλτ επί της λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων και παρά την πάροδο, που οδηγεί προς το χωριό Πέγεια, η οποία βρίσκεται στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ανατράπηκε επανειλημμένα μέσα στο δρόμο πριν καταλήξει αναποδογυρισμένο σε απόσταση περί τα 22 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Ο δρόμος από το σημείο του αλτ επί της λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων και προς τα αριστερά με κατεύθυνση την Πέγεια είναι ανηφορικός και η ορατότητα περιορίζεται στα 70 μέτρα. Από την άλλη κατεύθυνση, δηλαδή, προς Πάφο ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα απεριόριστη. Το όχημα του ΜΚ 3 άφησε επί της ασφάλτου ίχνη τροχοπέδησης 50 μέτρων ο δεξιός του τροχός και 47 μέτρων ο αριστερός. Τα εν λόγω ίχνη καταλήγουν στο σημείο σύγκρουσης. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων δεν βλέπω πώς ο Κατηγορούμενος υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Φτάνοντας στο αλτ της λεωφόρου σταμάτησε, έλεγξε την τροχαία κίνηση και αφού βεβαιώθηκε, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός από οχήματα και από τις δύο κατευθύνσεις έστριψε δεξιά και ακολούθως κατευθύνθηκε με ευθεία πορεία προς την Πάφο. Η σύγκρουση έλαβε χώρα σε απόσταση 28 μέτρων από το σημείο του αλτ επί της λεωφόρου, δηλαδή, αφού ο Κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την στροφή και καθ' ον χρόνο το αυτοκίνητο του είχε εισέλθει για τα καλά εντός του κύριου δρόμου και όδευε προς Πάφο ακολουθώντας ευθεία πορεία. Η σύγκρουση πραγματοποιήθηκε όταν ο ΜΚ 3, ο οποίος ερχόταν από Πέγεια και κατευθυνόταν προς Πάφο, μη δυνάμενος να ελέγξει την ταχύτητά του επέπεσε με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, ενώ ο τελευταίος οδηγούσε κανονικά επί του κύριου δρόμου με πρόθεση να συνεχίσει την ευθεία πορεία του προς Πάφο. Υπό το φως των πιο πάνω δεν βρίσκω ο Κατηγορούμενος να παρέβηκε το καθήκον της φροντίδας που υπείχε προς τον ΜΚ 3. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.)............................................. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.