← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Sahir Najm, Αρ. Υπόθεσης: 14044/06, 24 Ιανουαρίου, 2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Sahir Najm, Αρ. Υπόθεσης: 14044/06, 24 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14044/06 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Sahir Najm Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο : κ. Τ. Πούλλος Κατηγορούμενος : παρών ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τη 2η κατηγορία), εξασφάλιση εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα (βλ. την 3η κατηγορία), παράνομη είσοδος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12

(1)
(2)
(5)και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (βλ. την 5η κατηγορία), απαγορευμένος μετανάστης, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ), 12
(1)
(5), 19
(2)και 20 του ιδίου νόμου (Κεφ. 105 ανωτέρω) - βλέπε την 6η κατηγορία - και τέλος, είσοδος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς διαβατήριο, κατά παράβαση των άρθρων 9
(1), 19
(2)και 20 του ιδίου επίσης νόμου (Κεφ. 105) - βλ. την 7η κατηγορία -. Για λόγους που θ' αναφερθούν στο κατάλληλο σημείο αργότερα, ο κατηγορούμενος, κατόπιν σχετικής εισήγησης που υπόβαλε μέσω του δικηγόρου του η οποία και έγινε αποδεκτή, αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως στις κατηγορίες 1 και 4, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν έξι συνολικά μάρτυρες, ενώ παρουσιάστηκαν και διάφορα έγγραφα, τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Δηλώθηκαν επίσης κάποια κοινά παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία στις πέντε από τις εφτά συνολικά κατηγορίες που αντιμετώπιζε, σύμφωνα με το αρχικό κατηγορητήριο και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και αντεξετάστηκε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, στο βαθμό που αυτά είτε δεν αμφισβητούνται μεταξύ των δυο πλευρών, είτε αποτελούν ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι, είτε τέλος απορρέουν από το περιεχόμενο παραδεκτών γεγονότων, είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός, εισήλθε στην Κύπρο παράνομα, δηλαδή, από μη εγκεκριμένο λιμάνι και χωρίς διαβατήριο (χωρίς θεώρηση - βλ. το άρθρο 9
(2)του νόμου -) αρχές Ιανουαρίου του
  1. Στις 21.1.2005 μετέβηκε στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου (στο εξής «Υ.Α.Μ.») συνοδευόμενος από το δικηγόρο Αλέξανδρο Αλεξάνδρου, όπου και υπόβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Η σχετική αίτηση παραλήφθηκε από το Μ.Κ. 6, αστυφύλακα 2464 Α. Κλεάνθους. Για το σκοπό αυτό, ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο μάρτυρα το επίδικο διαβατήριο (βλ. το Τεκμήριο 6) βάσει του οποίου, ο τελευταίος συμπλήρωσε τα στοιχεία του κατηγορούμενου στη σχετική αίτηση για πολιτικό άσυλο. Ακολούθως, εξέδωσε και παρέδωσε στο κατηγορούμενο το Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού με αριθμό 5/504622 (βλ. το Τεκμήριο 3). Στις 13.9.2006, ο κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου για ανανέωση της άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία. Παρουσίασε για το σκοπό αυτό το διαβατήριο μαζί με το alien card του (Τεκμήρια 6 και 3). Μετά από έλεγχο που ο Μ.Κ. 5, αστυφύλακας 3152 Κ. Πρωτοπαπάς έκανε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαπίστωσε ότι ο φάκελος του κατηγορούμενου σε σχέση με την αίτηση του για πολιτικό άσυλο είχε κλείσει, οπότε, στις 11:00 η ώρα της ίδιας μέρας το συνέλαβε για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Την ίδια ώρα παρέλαβε από αυτόν το επίδικο διαβατήριο καθώς και το Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού. Το πρώτο το τοποθέτησε αυθημερόν σε ερμάρι ασφαλείας του γραφείου του. Ακολούθως το παρέδωσε στον αστυφύλακα 2351 Γ. Απόστρατου της Υ.Α.Μ. Πάφου, που με τη σειρά του το παρέδωσε στον αστυφύλακα 1351 Μ. Μουρτουβάνη, της Υ.Α.Μ Αρχηγείου. Ο εν λόγω αστυφύλακας, στις 3.10.2006 το παρέδωσε στο Μ.Κ. 2, ανώτερο υπαστυνόμο και εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας Κ. Κυπριανού, ο οποίος και το παρουσίασε στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Το δεύτερο (alien card), στις 27.10.2006 το παρέδωσε στο Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 2072 Γ. Ιωαννίδη, που επίσης το παρουσίασε στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Μ.Κ. 2 ανάφερε στο δικαστήριο (βλ. και τη σχετική έκθεσή του - Τεκμήριο 7 -) ότι παρέλαβε το υπό αναφορά διαβατήριο με αίτημα την εξέταση της γνησιότητάς του. Για λόγους που έχει αναφέρει, κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι το διαβατήριο, από γνήσιο διαβατήριο IΡAΚ κατέστη πλαστογραφημένο. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στις δύο τελευταίες παραγράφους της έκθεσής του: «΄Ομως στη σελίδα 2 όπου είναι η φωτογραφία και τα στοιχεία κατόχου έγινε επέμβαση - αποκοπή - αποκόλληση του προστατευτικού πλαστικού και αφαίρεση της αρχικής φωτογραφίας. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε η φωτογραφία που φαίνεται τώρα και έγινε επανακόλληση του προστατευτικού πλαστικού. Σύμφωνα με τα πιο πάνω το διαβατήριο καθίσταται πλαστογραφημένο.» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Μ.Κ. 2, ουσιαστικά αποτέλεσαν το πλέον αμφισβητούμενο επίδικο γεγονός μεταξύ των δύο πλευρών, σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και
  2. Διατείνεται η Κατηγορούσα Αρχή, ότι οι διαπιστώσεις του Μ.Κ. 2 σε συνδυασμό με διάφορα ψεύδη που καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι ανάφερε στο δικαστήριο, σε σχέση και με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, καθώς και κάποια άλλα στοιχεία στα οποία έχει αναφερθεί, αποτελούν το βάθρο επί του οποίου θεμελιώνεται η ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες αυτές. Σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 6 και 7, ισχυρίστηκε η κα Ξενοφώντος που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει ότι προσήλθε χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρχές, από την ημέρα που καθ' ομολογία του εισήλθε στην Κύπρο παράνομα, για σκοπούς υποβολής αίτησης για πολιτικό άσυλο. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων, προέβαλε και τις ακόλουθες θέσεις, μερικές εις απάντηση όσων ισχυρίστηκε η κα Ξενοφώντος: Η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα Μ.Κ. 2 παρουσιάζει τέτοια κενά, σε βαθμό που δεν έχει αποδειχθεί ότι το διαβατήριο του κατηγορούμενου είναι πλαστό. Ανάφερε για παράδειγμα ο κ. Πούλλος, πως ο Μ.Κ. 2 δεν εξήγησε τι επέμβαση έγινε στη φωτογραφία και συγκεκριμένα αν η προηγούμενη ήταν του ιδίου προσώπου ή κάποιου άλλου. Περαιτέρω, ότι δεν επικοινώνησε με τις αρμόδιες αρχές του Ιράκ, για εξέταση των στοιχείων κατόχου του διαβατηρίου, ενώ διερωτήθηκε κιόλας, πως είναι δυνατό να δηλώνει από τη μια ο μάρτυρας ότι το διαβατήριο είναι γνήσιο και από την άλλη πλαστό. Ο κ. Πούλλος αμφισβήτησε τη μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 Ann Salar και Παντελή Καζαντζή, με αναφορά σε όσα και οι δύο ανάφεραν για να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος δεν κατάγεται από το Ιράκ. Τέλος, σε σχέση με τις κατηγορίες 5 και 6 (παράνομη είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία και απαγορευμένος μετανάστης), ο κ. Πούλλος, κατ' επίκληση και αυτός (όπως η κα Ξενοφώντος ενωρίτερα) του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Νόμος 6
(1)2000), υπόβαλε τη θέση, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να κρίνει, κατά πόσο το διάστημα των δέκα ημερών που μεσολάβησε, από την ημέρα που ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία μέχρι και την ημέρα που αποτάθηκε στην αρμόδια αρχή και υπόβαλε την αίτηση για πολιτικό άσυλο, είναι εύλογος χρόνος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ κατάθεταν ενόρκως (με εξαίρεση το Μ.Κ. 1 αστυφύλακα 2072 Γ. Ιωαννίδη, ο οποίος προέβη σε βεβαίωση) ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Νοείται ότι κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου (βλ. το Τεκμήριο 1), έχω κατά νου ότι, καθώς έχει νομολογήθει (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Τέλος, έχω επίσης κατά νου, ότι το δικαστήριο ως θέμα αρχής, μπορεί να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και τούτο γιατί, όπως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε θα πρέπει να γίνει δεκτή είτε θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της. (βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Νικολαίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Αρχίζοντας από το Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 2072 Γ. Ιωαννίδη, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, δηλώνω ότι η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Άλλωστε, ο εν λόγω μάρτυρας, παρότι αντεξετάστηκε, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε σε οτιδήποτε ανάφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ανώτερου υπαστυνόμου Κ. Κυπριανού γίνεται εν μέρει αποδεκτή. Δέχομαι τα προσόντα που διαθέτει καθώς και την εμπειρογνωμοσύνη του (ούτε και αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση) όπως επίσης ότι του υποβλήθηκε για εξέταση ως προς τη γνησιότητά του, το επίδικο διαβατήριο, (βλ. το Τεκμήριο 6). Περαιτέρω, δέχομαι και όσα ανάφερε με αναφορά στα διάφορα στοιχεία ασφαλείας του εν λόγω εγγράφου, όπως υδατογραφίες, μικροεκτυπώσεις, ειδική αντανάκλαση κάτω από υπεριώδη φωτισμό, που κατά τη γνώμη του το καθιστούν γνήσιο διαβατήριο Ιράκ (βλ. και το τεκμήριο 7). Ακόμη, δέχομαι και τον ισχυρισμό του ότι έγινε αποκόλληση του προστατευτικού πλαστικού στη σελίδα που βρίσκεται η φωτογραφία του κατόχου του διαβατηρίου και επανακόλλησή του. Ούτε και αμφισβητήθηκε θα έλεγα γύρω από αυτή τη λεπτομέρεια ο μάρτυρας. Ωστόσο, την ίδια ώρα, δε δέχομαι τα εξής που ανάφερε ο μάρτυρας: Πρώτο, ότι έγινε αφαίρεση της αρχικής φωτογραφίας και στη συνέχεια, όπως άφησε να νοηθεί ή ορθότερα, όπως συνάγεται από τα λεγόμενα του, « τοποθετήθηκε η φωτογραφία που φαίνεται τώρα», που δεν αμφισβητείται ότι είναι του κατηγορούμενου. Δεύτερο, ότι το διαβατήριο καθίσταται πλαστογραφημένο για τους λόγους που ανάφερε ο μάρτυρας. Και τα δύο συμπεράσματα του μάρτυρα είναι ατεκμηρίωτα, υπό την έννοια ότι αποτελούν απλά το αποτέλεσμα του ακόλουθου συλλογισμού, που αποτελεί μια υπόθεση και τίποτα πέραν αυτής. Επειδή η φωτογραφία δεν είναι τοποθετημένη επί του κατάλληλου σημείου στο διαβατήριο, αυτό σημαίνει ότι αφαιρέθηκε η αρχική και στη θέση της τοποθετήθηκε κάποια άλλη. Ερώτημα. Γιατί αποκλείεται να έγινε απλά αποκόλληση της, όπως συνέβη και με το προστατευτικό πλαστικό στην ίδια σελίδα του διαβατηρίου και στη συνέχεια επανακόλλησή της και όχι αφαίρεσή της; Έπειτα, ακόμη και αν έγινε αφαίρεσή της, ποιος αποκλείει να τοποθετήθηκε άλλη στη θέση της, πλην όμως, που να ανήκει στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή, στο νόμιμο κάτοχο του διαβατηρίου; Και γιατί αφού δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να γνωρίζει, σύμφωνα με όσα ανάφερε ποιο πρόσωπο αποτύπωνε «η αρχική» φωτογραφία, το διαβατήριο από γνήσιο διαβατήριο Ιράκ, κατέστη πλαστογραφημένο; Κατανοώ τους λόγους που ο μάρτυρας παρέλειψε να έρθει σε επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές της Βαγδάτης, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο το όνομα Sahir Νajm είναι του κατηγορούμενου, όμως αυτό δε σημαίνει ότι οι όποιες δυσκολίες επικοινωνίας υπάρχουν, απολήγουν σε αρνητικό συμπέρασμα. Η μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 δεν μπορεί να γίνει και δεν γίνεται δεκτή επί της ουσίας, η οποία άπτεται της καταγωγής του κατηγορούμενου και πιο συγκεκριμένα, του ισχυρισμού και των δύο, ότι ο κατηγορούμενος για όλους τους λόγους που ανάφεραν, δεν είναι από το Ιράκ. Αρχίζοντας από τον πρώτο μάρτυρα, με αναφορά στη μαρτυρία του και μόνο, απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι από το Ιράκ για ένα βασικό λόγο. Ανάφερε στο δικαστήριο ο μάρτυρας καθώς και στην κατάθεση του στην αστυνομία (βλ. το Τεκμήριο 8), ότι πιστεύει για τον κατηγορούμενο, πως πιθανόν να είναι από τη Συρία. Η Κατηγορούσα Αρχή ωστόσο, επικαλούμενη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, εν τέλει, προώθησε τη θέση, ότι ο κατηγορούμενος είναι από το Ιράν, παρότι μετά από σχετικό αίτημα, πέτυχε τροποποίηση του κατηγορητηρίου, με διαγραφή στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 5, 6 και 7 της φράσης «από το Ιράκ». Αυτό τι σημαίνει; Ότι η Κατηγορούσα Αρχή, από τη μια δεν μπορεί να δημιουργεί σύγχυση στον κατηγορούμενο και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι από το Ιράκ, αφού κατά το Μ.Κ. 3 τη μαρτυρία του οποίου καλούμαι να αποδεχτώ, αυτός πιθανόν (με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο ποινικής δίκης - βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 -) να είναι από τη Συρία και την ίδια ώρα να προβάλλει τη θέση ότι είναι από το Ιράν. Το ερώτημα που ακολουθεί είναι εύλογο˙ από που τελικά είναι ο κατηγορούμενος; Από το Ιράκ; από το Ιράν; από τη Συρία ή άπατρις; Σε ό,τι αφορά τώρα τους λόγους για τους οποίους ο Μ.Κ. 4 δηλώνει βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι από το Ιράκ, ένα θέλω να πω. Δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτούς τους λόγους ένα τέτοιο (ασφαλές) συμπέρασμα, όσο και αν αυτό φαντάζει πολύ πιθανόν. Ποιος αποκλείει για παράδειγμα, να πρόκειται περί ενός αμόρφωτου προσώπου, που απλά αγνοεί κάποια στοιχειώδη πράγματα και πληροφορίες, ακόμη και για την ίδια του την πατρίδα; Θα έλεγα ότι ο μάρτυρας, επί του προκειμένου μετέτρεψε την εκτίμηση του σε βεβαιότητα, κάτι που ασφαλώς δεν μπορεί να δεσμεύσει καθοιονδήποτε τρόπο το δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβεί στα δικά του συμπεράσματα, με βάση το αναγκαίο επίπεδο απόδειξης. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, όπως θα διαφανεί αμέσως, υπάρχει κάποιο στοιχείο, καθοριστικής θα έλεγα σημασίας, για να δοθεί οριστικά λύση σ' αυτό το σημαντικό και για τις δυο πλευρές «επίδικο θέμα», που είναι η καταγωγή του κατηγορούμενου, το οποίο ταυτόχρονα επενεργεί καταλυτικά και για την έκβαση της δίκης σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3. Μετά την κατάθεση στο δικαστήριο της γραπτής κατηγορίας που προσήψε ο Μ.Κ. 1 εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 2 και 2Α) ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου προέβη σε σχετική δήλωση, ότι η αναφορά στην 5η κατηγορία, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός από το Καμερούν, είναι λάθος. «Το ορθό είναι και αυτό το δεχόμαστε - πρόσθεσε - ότι ο κατηγορούμενος είναι από το Ιράκ». Η κυρία Ξενοφώντος συμφώνησε και εισηγήθηκε να δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός από το Ιράκ. Το εν λόγω παραδεκτό γεγονός εγκρίθηκε από το δικαστήριο. Έχοντας κατά νου ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, 149, Κ.Ο.Τ ν . Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186 κ.ο.κ) σε περίπτωση σύγκρουσης μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα κατά πάγια νομική αρχή, διερωτώμαι ειλικρινά τι νόημα είχε η αντιδικία γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, αφού αυτό δεν ήταν καν επίδικο. Δεκτή στο σύνολό της - και αναντίλεκτη επί της ουσίας - είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 5 αστυφύλακα 3152 Γ. Πρωτοπαπά, ο οποίος στις 13.9.2006 και ώρα 11:00 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα γραφεία της Υ.Α.Μ Πάφου, όταν αυτός προσήλθε σ' αυτά για ανανέωση της άδειας παραμονής του. Τέλος, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 6, αστυφύλακα 2464 Κλεάνθη Κλεάνθους, ο οποίος στις 21.1.2005 παρέλαβε από τον κατηγορούμενο στα γραφεία της Υ.Α.Μ Πάφου, ο οποίος προσήλθε σ' αυτά συνοδευόμενος από το δικηγόρο Α. Αλεξάνδρου, την αίτηση για πολιτικό άσυλο (βλ. το Τεκμήριο 12). Παρότι ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της δικής του μαρτυρίας και συγκεκριμένα, όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης ισχυρίσθηκε πως δεν αναγνώριζε το τεκμήριο 12, ούτε και την υπογραφή του σ' αυτό, με δεδομένο ότι ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε καθ'ον χρόνο κατάθετε σε σχέση με το τεκμήριο 12 μα ούτε και υπήρξε ένσταση από την υπεράσπιση, στην κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μάρτυρας έλεγε την αλήθεια για οτιδήποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εκτενέστερη αναφορά ως προς το τεκμήριο 12 και το περιεχόμενό του, θα γίνει στη συνέχεια στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας δε θα έλεγα ότι με έχει εντυπωσιάσει θετικά. Είναι γεγονός ότι μέρος όσων ανάφερε στο δικαστήριο, συνάδει με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, αλλά και με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ωστόσο, την ίδια ώρα, διαπιστώνω και κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του καθώς και ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, καθ'ον χρόνο γινόταν εισαγωγή της στο δικαστήριο. Ερωτηθείς για παράδειγμα από το δικηγόρο του, ποιος συμπλήρωσε το τεκμήριο 12 (αίτηση πολιτικού ασύλου) την οποία του υπέδειξε και τον εισήξε στο θέμα με τη φράση «έχετε μπροστά σας την αίτηση» - δήλωση που δεσμεύει ασφαλώς τον κατηγορούμενο - ο τελευταίος δήλωσε άγνοια. Ωστόσο, επαναλαμβάνω και πάλι, το τεκμήριο 12 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από το Μ.Κ. 6 χωρίς ένσταση, ο οποίος ανάφερε ότι αυτό υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί. Το ίδιο ισχύει και για κάποια πράγματα που αρνήθηκε ότι ανάφερε στον Μ.Κ. 4, για τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας κατά το χρόνο που κατάθετε γι' αυτά στο δικαστήριο. Αυτό που θέλω να πω για να καταλήξω, είναι ότι, από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου είμαι διατεθειμένος να δεχθώ το μέρος εκείνο που συνάδει με το περιεχόμενο της υπόλοιπης αποδεκτής μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων καθώς και αναφορών ή ισχυρισμών του που παρέμειναν αναντίλεκτα και δε συγκρούονται ασφαλώς, με όσα ήδη έχω αποδεχθεί ότι αποτελούν γεγονότα. Τέλος, δέχομαι και όσα ανάφερε, που υπέχουν θέση δηλώσεων εναντίον του συμφέροντός του, όπως για παράδειγμα, ότι εισήλθε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα, περίπου δέκα μέρες προτού αποταθεί στην αρμόδια αρχή για υποβολή της αίτησης πολιτικού ασύλου. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ισχυρίστηκε ο κ. Πούλλος, ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή το τεκμήριο 12, παραβιάζει τόσο το άρθρο 12 όσο και το άρθρο 30 του Συντάγματος, που διασφαλίζουν το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Παρότι θα ήταν επιθυμητό να δινόταν και αυτό το έγγραφο εξ αρχής στην υπεράσπιση, μαζί με τα υπόλοιπα, εντούτοις, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Πούλλο. Εξηγώ αμέσως γιατί. Καταρχήν, προτού παρουσιαστεί στο δικαστήριο και σημειωθεί ως τεκμήριο το υπό αναφορά έγγραφο, επιθεωρήθηκε από τον κ. Πούλλο. Δεν έχω υπόψη αν έγινε το ίδιο και από τον κατηγορούμενο, όμως, ουδείς έχει στερήσει αυτό το δικαίωμα από την υπεράσπιση. Έπειτα, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12 είναι τόσο λιτό, που δεν ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό ή έστω αντιληπτό, όταν δόθηκε για επιθεώρηση στην Υπεράσπιση, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε αν επιθυμούσε, να ζητήσει από το δικαστήριο - που σίγουρα θα ικανοποιούσε ένα τέτοιο δίκαιο αίτημα, - να της δοθεί χρόνος να το μελετήσει, προτού τοποθετηθεί για το θέμα της δεχτότητάς του. Πέραν αυτού, ούτε και αμφισβητείται από κανένα, ότι ο κατηγορούμενος στις 21.1.2005 προσήλθε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου για να υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου. Όμως, υπάρχει ακόμη ένας λόγος που αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την επιχειρηματολογία της υπεράσπισης στο συγκεκριμένο θέμα. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Και βεβαίως αυτό δεν έγινε την ίδια μέρα με αυτή της κατάθεσης του τεκμηρίου 12. Ωστόσο, ακόμη και τότε, τουλάχιστον για τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, θεωρείτο δεδομένο και μη αμφισβητούμενο γεγονός, ότι το τεκμήριο 12 αποτελούσε την αίτηση που υπέβαλε ο τελευταίος στις 21.1.2005 για εξασφάλιση πολιτικού ασύλου. Προς τούτο, υπενθυμίζω για άλλη μια φορά, σχετική ερώτηση του κ. Πούλλου προς τον κατηγορούμενο. «Μπορώ να έχω το Τεκμήριο 12; (αφού του δίνει το δικαστήριο και το θέτει ενώπιον του κατηγορούμενου) ΄Εχετε μπροστά σας αυτή την αίτηση. Ποιος τη συμπλήρωσε;» Το κρίσιμο ερώτημα που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί και δεν υποβλήθηκε, με δεδομένα όσα ο κατηγορούμενος ανάφερε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ήταν ποιος υπόγραψε την αίτηση ή αν αναγνωρίζει την υπογραφή του οπουδήποτε στο συγκεκριμένο έγγραφο. Αυτό τι σημαίνει; Ότι το έγγραφο, όπως ο Μ.Κ. 6 ανάφερε στο δικαστήριο, υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του. Εκεί όπου θα συμφωνήσω απόλυτα με τον κ. Πούλλο, είναι σε ο,τι ανάφερε στη συνέχεια, με αναφορά πάντοτε στο τεκμήριο 12. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ούτε αγγλικά μα ούτε και ελληνικά γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως επίσης είναι γεγονός, ότι το συγκεκριμένο έντυπο της αίτησης (τεκμήριο 12) είναι συνταγμένο στα αγγλικά και συμπληρωμένο στα ελληνικά στο σημείο όπου αναγράφετε η εθνικότητα (nationality) «Ιρανός». Προφανώς και πρόκειται περί ανθρώπινου λάθους, όσα στοιχεία περιέχονται στην αίτηση και αποκαλύπτουν κάτι διαφορετικό, απ' ό,τι ήταν η θέση του κατηγορούμενου, σε ό,τι αυτά αναφέρονται. Θα έλεγα ότι θα ήταν ευήθεια πρώτου μεγέθους για τον κατηγορούμενο, σε ένα σημείο της αίτησης να αναγράφει ότι γεννήθηκε στη Βαγδάτη, δηλαδή στο Ιράκ, στην αμέσως επόμενη γραμμή, να δηλώνει για εθνικότητα ότι είναι Ιρανός και λίγο πιο κάτω, να αναφέρει ως τόπο έκδοσης του διαβατηρίου του, το Ιράν και πάλι, και την ίδια ώρα να παρουσιάζει στο Μ.Κ. 6 το διαβατήριό του, που καθ' ομολογία όλων είναι γνήσιο διαβατήριο Ιράκ (με εξαίρεση τη φωτογραφία του κατόχου, που κατά την Κατηγορούσα Αρχή αλλάχθηκε), από το οποίο προκύπτει σαφώς, ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στη Βαγδάτη και είναι Ιρακινός. Μου φαίνεται πολύ πιθανόν, το πρόσωπο που συμπλήρωσε τη σχετική αίτηση, αντί να γράψει τη λέξη «Ιρακινός» να έγραψε τη λέξη «Ιρανός» και αντί «IRAK» να έγραψε το «IRAN» ως τόπο έκδοσης του διαβατηρίου. Όμως, το συγκεκριμένο θέμα, με δεδομένη και την ύπαρξη του σχετικού παραδεκτού γεγονότος, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός από το Ιράκ έχει επιλυθεί οριστικά. Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ πως δε χρήζει ιδιαίτερης απάντησης, ο ισχυρισμός της κας Ξενοφώντος, ότι τα ψεύδη του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, σε συνδυασμό με διάφορα άλλα στοιχεία στα οποία έχει αναφερθεί, οδηγούν στην ενοχή του. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και τη Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία με παρέπεμψε η κα Ξενοφώντος), μόνο όταν η καταφυγή στο ψεύδος συναρτάται προς το σκοπό της απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων, κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Και το γεγονός που η Κατηγορούσα Αρχή συνδέει το ψέμα ή έστω τα ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος και θεωρεί κρίσιμο, είναι η καταγωγή του, που ούτως η άλλως αυτό έχει αποφασιστεί προς όφελος του κατηγορούμενου. ΄Ομως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην Αλ Χαμάτ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Παραπέμπω τέλος και στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» του Τάκη Ηλιάδη, Δ. σελ. 164 επ., από τις οποίες προκύπτει ότι τα ψεύδη του κατηγορούμενου είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να θεωρηθούν ενισχυτική μαρτυρία. Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Τα όποια ψέματα είπε ο κατηγορούμενος τί καλούνται να ενισχύσουν που έχει αποδειχθεί με θετικό τρόπο από την Κατηγορούσα Αρχή, κατά τρόπο ώστε, αυτά να θεωρηθούν ότι κατατείνουν σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα; Η απάντηση είναι απλή, αφού όλα τα κρίσιμα γεγονότα, με αναφορά στην καταγωγή του κατηγορούμενου, δεν έχουν κριθεί προς όφελος της Κατηγορούσας Αρχής, για να το πω αλλιώτικα απ' ο,τι προηγουμένως. Προχωρώ τώρα να αποφανθώ κατά πόσο στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε από τις κατηγορίες 2, 3, 5, 6 και
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, που αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι στις 21.1.2005, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστογραφημένο διαβατήριο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, δηλαδή το τεκμήριο 6, κατά την κατάθεση της αίτησης του για παροχή πολιτικού ασύλου. Η 2η κατηγορία, συναρτάται απόλυτα με τις κατηγορίες 1 και 4 που αφορούν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, στις οποίες ο κατηγορούμενος έχει αθωωθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, να πρόκειται για πλαστό έγγραφο, το έγγραφο που τίθεται σε κυκλοφορία. Σύμφωνα με το άρθρο 333(β) του Ποινικού Κώδικα, «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - (α) ........................................................................................................... (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετάβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου». Ισχυρίστηκε ο Μ.Κ. 2, ότι επειδή έγινε επέμβαση - αποκοπή - αποκόλληση του προστατευτικού πλαστικού, στη σελ. 2 του τεκμηρίου 6, αφαίρεση της αρχικής φωτογραφίας, τοποθέτηση αυτής που φαίνεται τώρα και επανακόλληση του προστατευτικού πλαστικού, όλα αυτά, καθιστούν το διαβατήριο πλαστογραφημένο. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Θα ευσταθούσε μόνο σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι το διαβατήριο ανήκει σε άλλο πρόσωπο και όχι στον κατηγορούμενο και όχι μόνο. Αυτό που θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί πρώτιστα, είναι ότι στη θέση που βρίσκεται η φωτογραφία σήμερα, υπήρχε κάποια άλλη, διαφορετικού όμως προσώπου και όχι του κατηγορούμενου. Για να το πω διαφορετικά, ακόμη και αν προέβαινα σε συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος απέκοψε το προστατευτικό πλαστικό, αφαίρεσε τη φωτογραφία και στη θέση της έβαλε κάποια άλλη, δική του όμως και πάλι, όπως και αυτή που υπήρχε αρχικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάτι τέτοιο αποτελεί πλαστογραφία. Και τούτο γιατί, η σημειωθείσα αυτή αλλοίωση, δε θα μετάβαλλε τις νομικές συνέπειες του εγγράφου, όπως κατά το άρθρο 333(β) του Ποινικού Κώδικα αναφέρεται, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ακόμη πιο απλά, δεν είναι η οποιαδήποτε αλλοίωση του εγγράφου, έστω και αν γίνεται χωρίς εξουσία, που το καθιστά πλαστό. Εάν αποδεικνύονταν οι δυο κατηγορίες πλαστοπροσωπίας που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, αναμφίβολα θα στοιχειοθετείτο και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, αφού θα είχε αποδειχθεί, ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ως δικό του και ενήργησε στη βάση αυτού, διαβατήριο που ανήκε σε κάποιο άλλο πρόσωπο, επί του οποίου ήταν τοποθετημένη η φωτογραφία του. Ακολουθεί ότι η 2η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί και το ίδιο, συνακόλουθα, ισχύει για την 3η κατηγορία. Ακολουθεί παράθεση του σκεπτικού μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1 και 4 που αφορούν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Με αυτές τις δυο κατηγορίες, αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, ότι σε δυο περιπτώσεις, με σκοπό την καταδολίευση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως το Sahir Najm από το Ιράκ, παρουσιάζοντας το πλαστό - επίδικο - διαβατήριο, στην πρώτη περίπτωση, κατά την κατάθεση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο και στη δεύτερη, κατά την κατάθεση της αίτησης για ανανέωση της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το σχετικό αδίκημα: «΄Οποιος με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Το πρώτο, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή, συναρτά τη σχέση του κατηγορούμενου με το συγκεκριμένο αδίκημα, με αναφορά στην καταγωγή του και όχι στο όνομά του (βλ. τη φράση στις λεπτομέρειες αδικήματος και των δυο κατηγοριών «παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως το Sahir Najm από το Ιράκ...»). Ωστόσο, η θέση αυτή παραβλέπει τα ακόλουθα: (α) ότι της λέξης «πρόσωπο» ακολουθούν οι λέξεις «ζωντανό ή πεθαμένο» που με απλά λόγια σημαίνει, ότι η πρώτη θα πρέπει να ερμηνευθεί τόσο στενά, σε βαθμό που να μην μπορεί να εκληφθεί ότι αναφέρεται σε οτιδήποτε άλλο, πέραν από το όνομα του δράστη. (β) το περιεχόμενο που αποδίδεται ερμηνευτικά, κατά το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, στις λέξεις «πρόσωπο» και «ιδιοκτήτης». Το δεύτερο που θέλω να πω, είναι ότι μου προκαλεί κατάπληξη, πως είναι δυνατό να καταλογίζεται σε κάποιο ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και την ίδια ώρα, αυτός να κατηγορείται με το όνομα που φέρεται να παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του και κατ' επέκταση να διέπραξε το αδίκημα. Το γεγονός αυτό, αποδεικνύει και την αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής, να στοιχειοθετήσει το συγκεκριμένο αδίκημα. Για να συνέβαινε το αντίθετο, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει το πραγματικό όνομα του κατηγορούμενου (αν ήταν διαφορετικό από αυτό με το οποίο τον εγκαλεί) και να τον παρουσιάσει στο δικαστήριο με αυτό και όχι με το ψεύτικο. Διαφορετικά, ακόμη και αν αποδείκνυε το αδίκημα, όσο και αν ηχήσει κάπως παράξενα αυτό που θα πω, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αθωωθεί σ' όλες τις κατηγορίες, αφού η παρούσα υπόθεση, με δεδομένο το πραγματικό του όνομα, απλά δε θα τον αφορούσε. Εξηγώ αμέσως τους λόγους, για τους οποίους θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 5, 6 και
  2. Καταρχήν, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ανάφερε στο δικαστήριο αλλά και στην κατάθεσή του στην αστυνομία, ομολογεί ότι εισήλθε στην Κύπρο από μη εγκεκριμένο λιμάνι. Ότι εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, το ομολογεί και με την απάντηση που έδωσε στην αστυνομία, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Ο κατηγορούμενος προέβαλε σταθερά τη θέση, ότι εισήλθε στην Κύπρο μέσω κατεχομένων, 10 περίπου μέρες, προτού αποταθεί για να υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) που δημιουργεί το αδίκημα της 5ης κατηγορίας: «Κανένα πρόσωπο δεν θα εισέρχεται ή εγκαταλείπει τη Δημοκρατία εκτός δια εγκριμένου λιμανιού». Από τη συνδυασμένη ερμηνεία της προηγούμενης διάταξης, με αυτή του άρθρου 6
(1)(κ) του ιδίου νόμου, δημιουργείται το αδίκημα της 6ης κατηγορίας, δηλαδή του απαγορευμένου μετανάστη, αφού ως τέτοιος θεωρείται μεταξύ άλλων και οποιοδήποτε πρόσωπο εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία, κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγόρευσης. Μια τέτοια απαγόρευση είναι και αυτή του άρθρου 12
(1)του νόμου. Η ορθή ερμηνεία του άρθρου 9 του νόμου που δημιουργεί το αδίκημα της 7ης κατηγορίας (είσοδος στη Δημοκρατία χωρίς διαβατήριο) είναι ότι κανένα πρόσωπο θα εισέρχεται στη Δημοκρατία, χωρίς επίδειξη και θεώρηση του διαβατηρίου του. Με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος , 10 περίπου μέρες μετά την παράνομη είσοδο του στη Δημοκρατία, αποτάθηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου, όπου και υπόβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο (κατ' ακρίβεια «για παραχώρηση διεθνούς προστασίας») είναι ορθό, ότι η διάγνωση της ποινικής του ευθύνης στις κατηγορίες 5, 6 και 7, θα πρέπει να θεωρηθεί και υπό το φως του άρθρου 7
(1)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6
(1)/00) το οποίο προνοεί ότι: «Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του» Καθώς προείπα και τα τρία αδικήματα έχουν διαπραχθεί, έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος που εισήλθε στην Κύπρο από μη εγκεκριμένο λιμάνι, το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη του 2005, την ίδια ώρα κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, για δυο λόγους˙ πρώτα γιατί εισήλθε παράνομα και έπειτα γιατί παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα, μέχρι και τις 21.1.2005 που υπόβαλε την αίτηση για πολιτικό άσυλο, οπότε και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Διέπραξε όμως και το αδίκημα της 7ης κατηγορίας, που και πάλι τον κατέστησε απαγορευμένο μετανάστη και τούτο γιατί, δεν είναι αρκετό το γεγονός ότι το είχε στην κατοχή του το διαβατήριο, καθ'ον χρόνο εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας, ενόψει όσων έχουν αναφερθεί ερμηνευτικά του άρθρου 9 του νόμου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία. Επισημαίνεται ακόμη και η στάση που τήρησε ο δικηγόρος του αναφορικά με αυτές τις κατηγορίες, ο οποίος, κατά το στάδιο της αγόρευσής του, ενώ για τις κατηγορίες 5 και 6 άφησε το θέμα αποκλειστικά στην κρίση του δικαστηρίου, για την 7η κατηγορία δεν τοποθετήθηκε καθόλου. Το μόνο που απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής επί του προκειμένου, το άρθρο 7 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο έτυχε ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο σε δυο πρόσφατες υποθέσεις (Wilesinge v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 560 και Hague κ.α. ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 569). Σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. τελευταία πρόταση) «Πρόσωπα που εισήλθαν στη Δημοκρατία παράνομα, υποβάλλουν την αίτηση το συντομότερο δυνατό και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την άφιξη τους». Διαπιστώνω τα ακόλουθα: παρότι η περίοδος 10 ημερών που μεσολάβησε, από την ημέρα που ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα μέχρι και την ημέρα που παρουσιάστηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ Πάφου και υπόβαλε την αίτησή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα μεγάλη, εντούτοις, θεωρώ ότι συνιστά αδικαιολόγητη καθυστέρηση τη έννοια των άρθρων 7
(1)και 11
(2)του περί Προσφύγων Νόμου (ανωτέρω) για τους εξής λόγους: πρώτο, γιατί καμιά εξήγηση έχει δώσει ο κατηγορούμενος, τι έκανε στην Κύπρο, έστω αυτές τις 10 μέρες, προτού αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για να υποβάλει τη σχετική αίτηση˙ δεύτερο, ποιος τον εμπόδιζε να υποβάλει την αίτησή του, αν όχι αμέσως, έστω την επόμενη μέρα και τρίτο, με δεδομένο ότι από οποιοδήποτε κατεχόμενο μέρος της Κύπρου κι' αν εισήλθε, η Πάφος δεν είναι το πρώτο μέρος που συνάντησε στη συνέχεια, γιατί δεν υπόβαλε την αίτηση του οπουδήποτε αλλού; για παράδειγμα σε κάποιο άλλο αστυνομικό σταθμό που βρίσκεται σε σημείο πλησιέστερο προς τις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές. Και όλα αυτά, έχοντας κατά νου και ποια πρόσωπα δικαιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες, που σημαίνει ότι, η πρώτη έγνοια του κατηγορούμενου ο οποίος ήρθε στην Κύπρο για να εξασφαλίσει αυτό το καθεστώς, θα έπρεπε να ήταν να σπεύσει αμέσως για να υποβάλει τη σχετική αίτηση. Επομένως, είναι η κατάληξή μου, ότι το άρθρο 7 του νόμου, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του προκειμένου. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 5, 6 και 7, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ δεν πέτυχε το ίδιο στις κατηγορίες 2 και 3. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 2 και 3, ενώ στις κατηγορίες 5, 6 και 7 κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ..................................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.