← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Κυριάκου Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 455/05, 29.1.07

Αστυνομία Πάφου ν. Κυριάκου Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 455/05, 29.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 455/05 Αστυνομία Πάφου -ν- Κυριάκου Δημητρίου, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 29.1.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Λάρδος Κατηγορούμενος παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 17.6.04 στον παλαιό δρόμο Πάφου - Λεμεσού παρά το χωριό Κολώνη με ενεχόμενο το κυβερνητικό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΑ 183, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ως μάρτυρα κατηγορίας τον Αστ. 1898, Λοϊζο Γεωργιάδη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Κανένας άλλος μάρτυρας δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο αστυνομικός εξεταστής μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Απαντούσε με ευθύτητα, συνέπεια και θετικότητα σε βαθμό που ικανοποίησε το Δικαστήριο. Ήταν σε θέση να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια, όπως και έκανε, ό,τι αποκόμισε από την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Τόσο η μαρτυρία του αναφορικά με την θέση των σημείων σύγκρουσης όσο και η υπόλοιπη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η Υπεράσπιση περιορίσθηκε σε αντεξέταση, η οποία ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Επιπρόσθετα, υπήρχε συνέπεια μεταξύ των όσων ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση και την δια ζώσης μαρτυρία του. Θεωρώ ότι πρόκειται περί ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος. Δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της συμπεριλαμβανομένων των ευρημάτων και μετρήσεών του, τα οποία μετέφερε επί του Τεκμηρίου 5, εκτός από τα σημεία, που πιο κάτω αναφέρονται. Αναφορικά με την χρησιμότητα του περιτοιχίσματος ο μάρτυρας και ο Κατηγορούμενος έδωσαν αντικρουόμενη μαρτυρία. Δεν θεωρώ, ότι το πιο πάνω αποτελεί σχετικό για την υπόθεση γεγονός. Για τον λόγο αυτό η δοθείσα επί του θέματος μαρτυρία θα αγνοηθεί. Αντικρουόμενη μαρτυρία δόθηκε και αναφορικά με το αν η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στο περιτοίχισμα προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά. Η θέση του μάρτυρα ήταν καταφατική. Ο Κατηγορούμενος, από την άλλη, υποστήριξε, ότι η ζημιά που φαινόταν στις δύο μπροστινές γωνιές του περιτοιχίσματος προϋπήρχε της σύγκρουσης. Ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την στιγμή του δυστυχήματος, πράγμα, που σημαίνει, ότι στερείτο προσωπικής γνώσης σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό. Συν τοις άλλοις, καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από τον μάρτυρα που να συνδέει την ζημιά στο περιτοίχισμα με την σύγκρουση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου πάνω σε αυτό, ούτε και καμία εξήγηση για το πώς ο μάρτυρας κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα. Η μαρτυρία του μάρτυρα προς αυτή την κατεύθυνση είναι προϊόν υπολογισμού και μόνο και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε, επίσης, καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν πειστικός στην μαρτυρία του σε σημείο, που δεν μου άφησε καμία αμφιβολία, ότι έλεγε την αλήθεια. Ήταν σαφής και θετικός αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα. Φορτηγό, που κατευθυνόταν εξ' αντιθέτου βρέθηκε απότομα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή, την δική του στην προσπάθειά του να προσπεράσει άλλο ημιφορτηγό, που προπορευόταν. Για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση ο Κατηγορούμενος έκανε ελιγμό προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να βγει εκτός του δρόμου. Στην προσπάθειά του να εισέλθει ξανά εντός του κύριου δρόμου επέπεσε πάνω σε τσιμεντένιο περιτοίχισμα, που βρισκόταν στα δεξιά του και αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που αρχικά ακολουθούσε επί του χωμάτινου παγκέτου. Στην πιο πάνω εκδοχή παρέμεινε σταθερός μέχρι τέλους χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Αρνήθηκε υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο λόγος που βρέθηκε εκτός της πορείας του και συγκρούστηκε με το τσιμεντένιο περιτοίχισμα ήταν η υπερβολική του ταχύτητα εξ' αιτίας της οποίας απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του. Στο σημείο αυτό αξίζει να λεχθεί, ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να υποστηρίζει την υποβληθείσα θέση. Αντίθετα, παραδέχτηκε επανειλημμένα, ότι πριν την σύγκρουση στο τσιμεντένιο περιτοίχισμα δεν είχε απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του. Ήταν κατηγορηματικός, ότι τον έλεγχο του οχήματός του τον είχε απωλέσει μετά την σύγκρουση στο περιτοίχισμα. Παρόμοιο ισχυρισμό είχε προβάλει ρητά και στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 2). Ήταν, επίσης, σε θέση να δώσει, όπως και έδωσε, λεπτομερή κατάθεση αναφορικά με διάφορες αποστάσεις σε διαφορετικούς χρόνους. Οι αναφερόμενες στην μαρτυρία του αποστάσεις δεν αντικρούονται μεταξύ τους και είναι επεξηγηματικές μιας λογικής εκδοχής που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Για τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της, εκτός από το σημείο, ότι πριν την σύγκρουση είδε το περιτοίχισμα και παρατήρησε ότι ήταν σπασμένο. Δεν μπορώ να δεχτώ, ότι υπό τις περιστάσεις, που επικρατούσαν αμέσως πριν την σύγκρουση, και έχοντας υπόψη τις διαστάσεις του, ο Κατηγορούμενος μπόρεσε και παρατήρησε και, μάλιστα, με λεπτομέρεια, το περιτοίχισμα, για να καταλήξει, ότι αυτό ήταν σπασμένο στις δύο μπροστινές του γωνιές. Ανάμεσα στο μαρτυρικό υλικό, που κατατέθηκε ήταν και η κατάθεση του συνοδηγού, Νεόφυτου Ταλιώτη (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Αναφορικά δε με την αξιολόγηση που θα πρέπει να τύχει μια τέτοια μαρτυρία από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το άρθρο 27
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Στην παράγραφο (α) του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου εκτίθενται ενδεικτικά κάποιες περιπτώσεις που το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, μπορεί να λάβει υπόψη. Ένα από αυτά είναι κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος που έχει προσάψει την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Στην παρούσα υπόθεση το πρόσωπο, που προέβη στην πιο πάνω κατάθεση, μπορούσε να καταθέσει ενόρκως, αφού ήταν παρών στην αίθουσα του Δικαστηρίου, και κατά τον χρόνο που ολοκληρώθηκε η κατάθεση του Κατηγορουμένου και κατά την επόμενη δικάσιμο. Δεν κατέθεσε γιατί, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου δήλωσε στο Δικαστήριο, είχε κατατεθεί και βρισκόταν κατατεθειμένη ενώπιον του Δικαστηρίου η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Περαιτέρω δεν θεωρώ, ότι υπό τις περιστάσεις ο Νεόφυτος Ταλιώτης δεν ήταν εύλογο να καταθέσει ενόρκως. Παρόλα αυτά επειδή το περιεχόμενο της κατάθεσής του συνάδει με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, που έκανα αποδεχτή, αποδέχομαι το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 17.6.04 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής HNA 183 επί του παλαιού δρόμου Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση την Πάφο. Στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και με κατεύθυνση την Λεμεσό ταξίδευε ένα ημιφορτηγό, το οποίο ακολουθείτο από ένα φορτηγό. Στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου υπάρχει πάροδος. Πέρα από το οδόστρωμα και πριν την πάροδο, στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου, υπάρχει χωμάτινο παγκέτο πλάτους 5 μέτρα. Μετά την πάροδο υπάρχει και ασφάλτινο και χωμάτινο παγκέτο. Το πλάτος του χωμάτινου παγκέτου μετά την πάροδο είναι 1 μέτρο. Το ασφάλτινο παγκέτο βρίσκεται δίπλα από το χωμάτινο παγκέτο και έχει πλάτος, επίσης, ένα μέτρο. Το ασφάλτινο παγκέτο ξεχωρίζει από το οδόστρωμα με κίτρινη γραμμή, η οποία είναι ζωγραφισμένη κατά μήκος του κύριου δρόμου. Όταν το φορτηγό πλησίασε το ημιφορτηγό επιχείρησε να το προσπεράσει. Στην προσπάθειά του αυτή εισήλθε απότομα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει την σύγκρουση και βρέθηκε εκτός του δρόμου. Την στιγμή εκείνη το φορτηγό βρισκόταν απέναντι από το ημιφορτηγό στο ύψος του μισού του μήκους του. Ο Κατηγορούμενος στην προσπάθειά του να εισέλθει και πάλι στο δρόμο έκανε ελιγμό προς τα δεξιά υπολογίζοντας, ότι με αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε να ξαναμπεί στην λωρίδα κυκλοφορίας του. Προσέκρουσε, όμως, στο περιτοίχισμα, το οποίο βρισκόταν στην αρχή του χωμάτινου παγκέτου και εντός της πορείας του. Ο Κατηγορούμενος πριν να συγκρουστεί πάνω στο περιτοίχισμα διατηρούσε τον έλεγχο του οχήματός του. Μετά την εν λόγω σύγκρουση έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε πάνω σε θάμνους, οι οποίοι βρίσκονταν σε απόσταση 22 μέτρων από το περιτοίχισμα και πίσω από το χωμάτινο παγκέτο. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Αποφασιστικής σημασίας για την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του πριν την πρόσκρουσή του στο περιτοίχισμα. Επομένως, η αναπάντεχη είσοδος του φορτηγού εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, που ήταν και η αιτία ο Κατηγορούμενος να κατευθυνθεί προς τα αριστερά, δεν συνέβαλε στην πρόσκρουση του οχήματός του πάνω στο περιτοίχισμα και, ουσιαστικά, στο δυστύχημα. Δεν έχει σημασία ότι κάποιος τρίτος ανάγκασε τον Κατηγορούμενο να βρεθεί εκτός της πορείας του. Σημασία έχει ότι πριν την πρόσκρουσή του στο περιτοίχισμα οδηγούσε έχοντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του. Τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά αν ο Κατηγορούμενος με την είσοδο του φορτηγού μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του και ενεργώντας υπό την αγωνία της στιγμής έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και προσέκρουε στο περιτοίχισμα αφού είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματός του. Ενδεχομένως σε μια τέτοια περίπτωση η υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος να είχε εφαρμογή. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν είχε συγκρουστεί πάνω στο περιτοίχισμα κατά τον ελιγμό του προς τα αριστερά, αλλά, όταν, ακολούθως, προσπάθησε να βγει στον κύριο δρόμο στρίβοντας δεξιά και υπολογίζοντας, ότι πράττοντας έτσι η πορεία του προς τον κύριο δρόμο θα ήταν απρόσκοπτη. Έσφαλε, βεβαίως, αφού εντός της πορείας του υπήρχε το περιτοίχισμα στο οποίο και, τελικά, επέπεσε. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις ο Κατηγορούμενος εμποδίζεται να ισχυριστεί αναπόφευκτο δυστύχημα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς. Για τον απλούστατο λόγο ότι αν οδηγούσε ως ένας συνετός και σώφρων οδηγός θα λάμβανε όλα τα απαραίτητα και εύλογα μέτρα κατά την έξοδό του προς τον κύριο δρόμο, ώστε να αποφύγει να επιπέσει πάνω στο περιτοίχισμα. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.