← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αλέξαντρου Αλεξάντρου, Αρ. Υπόθεσης: 20/05, 12.2.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αλέξαντρου Αλεξάντρου, Αρ. Υπόθεσης: 20/05, 12.2.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Αλέξαντρου Αλεξάντρου Κατηγορούμενου ---------------- (Στενογραφημένα πρακτικά τηρούνται από τη στενογράφο Χαρούλα Κυριάκου) ---------------- Ημερομηνία: 12.2.2007 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο : Εμφανίζεται προσωπικά Κατηγορούμενος : παρών ---------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα, του καταλογίζεται ότι στις 23.7.2004 στην Πάφο, σε δημόσιο μέρος και συγκεκριμένα στην είσοδο του δικαστικού μεγάρου, εξύβρισε τη γυναίκα αστυφύλακα 4792, Αρχοντία Πετεβίνου, με τη φράση «έτην παντές τζιαι εφκήκε τωρά που το καπαρέ», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρουσιάστηκαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής τρεις μάρτυρες: η παραπονούμενη γυναίκα αστυφύλακας 4792, Αρχοντία Πετεβίνου, ως Μ.Κ. 1, ο συνάδελφος της αστυφύλακας 1314, Α. Πελεκάνου, ως Μ.Κ. 2 και τέλος, ο επίσης συνάδελφος της αστυφύλακας 4857, Μ. Μπαρρής, ως Μ.Κ.

  1. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, έχοντας κατά νου το επίπεδο γνώσης αυτών για τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη εκ μέρους τους τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Αρχίζοντας από τους Μ.Κ. 1 και 2, θα έλεγα ότι η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας τους είναι αρκετά καλή, υπό την έννοια ότι δεν εντοπίζω καμιά ουσιαστική διαφορά ή αντίφαση ανάμεσα σε όσα ανέφεραν είτε μεταξύ τους είτε μεταξύ αυτών που ανέφεραν στο δικαστήριο σε σχέση με αυτά που είπαν στην γραπτή τους κατάθεση (βλ. τα Τεκμήρια 1 και 2), είτε ακόμη, συγκρίνοντας αυτά που είπαν κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, σε σχέση μ' αυτά που είπαν κατά τη διάρκεια της μακράς θα έλεγα αντεξέτασης τους από το κατηγορούμενο, ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση. Παρά ταύτα, έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκτόξευσε τη συγκεκριμένη φράση εναντίον της παραπονούμενης, όπως του προσάπτεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Ακολουθεί το σκεπτικό. (α) Ο κατηγορούμενος κατάθεσε στο δικαστήριο ενόρκως και δεν αντεξετάστηκε. Η εκδοχή του που παρέμεινε αναντίλεκτη, ήταν λογική, είχε συνοχή και βρισκόταν σε πλήρη ταύτιση με το περιεχόμενο της απάντησης του στην γραπτή κατηγορία (βλ. το Τεκμήριο 4), παρότι αρνήθηκε να την υπογράψει. Ωστόσο, έδωσε εξήγηση γι' αυτή του την άρνηση. Έπειτα, η εκδοχή του θεωρώ ότι είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη και με τη γραμμή αντεξέτασης στην οποία υπόβαλε τους μάρτυρες κατηγορίας. (β) Η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 που γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της, την ίδια ώρα επιβεβαιώνει μερικούς από τους βασικούς ισχυρισμούς που προέβαλε ο κατηγορούμενος καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, καθώς επίσης θεμελιώνει και την κρίση μου ότι αυτός δεν έτυχε δίκαιης δίκης υπό την εξής έννοια˙ κλήθηκε στην αστυνομία μετά από παράπονο που έγινε εναντίον του από την παραπονούμενη, για το οποίο, εκτός από την ίδια έδωσε κατάθεση άλλος ένας αστυνομικός που συνόδευε την παραπονούμενη στο δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφέρομαι στο Μ.Κ.
  2. Ζήτησε να δώσει κατάθεση για να διατυπώσει δικά του παράπονα σε βάρος της παραπονούμενης αλλά και τις θέσεις του αναφορικά με το παράπονο της τελευταίας σε βάρος του. Παρότι ορίστηκε εξεταστής (υποτίθεται) για να διερευνήσει τη σε βάρος του καταγγελία, αυτός, όχι μόνο δεν έδωσε κατάθεση για τις δικές του ενέργειες, όχι μόνο αρνήθηκε πεισματικά να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να δώσει κατάθεση στο Μ.Κ. 3, καθ' ομολογία του τελευταίου, ο οποίος ανάφερε ενόρκως ότι οι οδηγίες του ήταν απλώς να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο, μα ούτε και παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να δώσει εξηγήσεις για τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση. Θα έλεγα ότι είναι πρωτοφανές, τουλάχιστο για το παρόν δικαστήριο, να ορίζεται εξεταστής σε μια υπόθεση, ο οποίος χωρίς να φαίνεται πουθενά, να σύρει κυριολεκτικά για να μην πω διασύρει στο δικαστήριο ένα πολίτη, χωρίς να του δίνει το δικαίωμα για το ελάχιστο, που είναι να ακουστεί και αυτός και χωρίς να προβεί καθόλου σε διερεύνηση της υπόθεσης. Ο εξεταστής της υπόθεσης, αναμφίβολα ήταν προκατειλημμένος και ενήργησε περισσότερο με αίσθημα αλληλεγγύης προς τη συνάδελφό του παραπονούμενη, παρά με αίσθημα ευθύνης, ως όφειλε, για να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε κατά τρόπο δίκαιο, αμερόληπτο και αντικειμενικό. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τον τρόπο με τον οποίο καθώς έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να προσεγγίζονται οι αστυνομικοί ως μάρτυρες, ιδιαίτερα όταν αυτοί την ίδια ώρα τυγχάνει να είναι και παραπονούμενοι, θεωρώ ότι, ο εξεταστής όφειλε πρώτα να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να ακουστεί κι' αυτός, προτού σχηματίσει στο μυαλό του γνώμη για τα γεγονότα και έπειτα να αναζητήσει και άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία (αποτελεί κοινό έδαφος ότι υπήρχε τέτοια μαρτυρία), την οποία και θα έπρεπε να συνυπολογίσει και συνεκτιμήσει μαζί με την υπόλοιπη, προτού αποφασίσει κατά πόσο έπρεπε να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο και ακολούθως να τον παρουσιάσει στο δικαστήριο. Κατά συνέπεια, τα μόνα γεγονότα για τα οποία με ασφάλεια μπορώ να πω ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι όσα ο κατηγορούμενος ανάφερε ενόρκως στο δικαστήριο σήμερα, ότι διαδραματίστηκαν στο χώρο του δικαστηρίου, από την ώρα που τον προσέγγισε η παραπονούμενη, διαμαρτυρόμενη για τη φράση που του αποδίδει ότι της είπε, σύμφωνα με όσα της ανάφερε κάποιος τρίτος. Εν πάση περιπτώσει, από αυτά τα γεγονότα, χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω, δε στοιχειοθετείται είτε η σχετική κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είτε οποιοδήποτε άλλη. Κατά συνέπεια, είναι η κατάληξή μου, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, που με απλά λόγια σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.