Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Λευτέρη Χάμπιαουρη, Αρ. Υπόθεσης: 7126/04, 15 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7126/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Λευτέρη Χάμπιαουρη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο : Εμφανίζεται προσωπικά Κατηγορούμενος : παρών ------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και κατηγορία κλεπταποδοχής, κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα. Αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, αποτελούν οκτώ ζεμπύλες δίχτυα συνολικής αξίας £960,00, περιουσία του Σταύρου Σταύρου από την Πέγεια, τα οποία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι έκλεψε από τη βάρκα του παραπονούμενου, μεταξύ 2 και 4 Σεπτεμβρίου, 2003, στον ΄Αγιο Γεώργιο Πέγειας. Αντικείμενο της δεύτερης κατηγορίας, αποτελούν δύο ζεμπύλες δίχτυα συνολικής αξίας £240,00, περιουσία επίσης του Σταύρου Σταύρου, τα οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, την 1η Οκτωβρίου 2003 κατακρατούσε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Με δεδομένη τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι τα δίχτυα που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία, αποτελούν μέρος αυτών της πρώτης κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, προώθησε τη θέση ότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη δεύτερη κατηγορία. Χωρίς να αποφαίνομαι προς το παρόν, κατά πόσο έχει αποδειχθεί η δεύτερη κατηγορία, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως δεν έχει αποδειχθεί η πρώτη. Και τούτο γιατί, παρότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει διαπραχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, εντούτοις, δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία, που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτό. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κατηγορούμενος που έκλεψε από τη βάρκα του παραπονούμενου στον ΄Αγιο Γεώργιο Πέγειας, τις οκτώ ζεμπύλες διχτύων. Τα γεγονότα της υπόθεσης, στο βαθμό που αυτά δεν αμφισβητούνται μεταξύ των δυο πλευρών ή αποτελούν ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι, είναι τ' ακόλουθα: Στις 5.9.2003, ο παραπονούμενος Σταύρος Σταύρου από την Πέγεια (Μ.Κ. 3) προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας και κατάγγειλε στον αστυφύλακα 3231 Μ. Μακρή (Μ.Κ. 2) ότι μεταξύ των ημερομηνιών 2 και 4 Σεπτεμβρίου, 2003, άγνωστος(οι) έκλεψαν από τη βάρκα του η οποία βρισκόταν ελλιμενισμένη στο λιμάνι Αγίου Γεωργίου στην Πέγεια, οκτώ ζεμπύλες διχτύων χρώματος καφέ προς κόκκινο, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συνολικής αξίας £960,
- Την 1η Οκτωβρίου, 2003 και περί ώρα 12:35, ο παραπονούμενος κατάγγειλε στον ίδιο αστυφύλακα ότι τα δίχτυα του βρίσκονταν εντός του σκάφους του κατηγορούμενου στο λιμάνι της Κάτω Πάφου. Την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 14:00 - 14:30 ο Μ.Κ. 2 μαζί με το συνάδελφο του λοχία 1397 Σ. Σάββα (Μ.Κ. 1), διενήργησαν έρευνα στο σκάφος του κατηγορούμενου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Της έρευνας προηγήθηκε πλήρης ενημέρωση του κατηγορούμενου από τον Μ.Κ. 1 για το αντικείμενό της και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο. Ο τελευταίος απάντησε πως δεν είχε δίχτυα στο σκάφος. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε αμέσως, η οποία έγινε στην παρουσία τόσο του κατηγορούμενου όσο και του παραπονούμενου, ο Μ.Κ. 2 βρήκε σε τουαλέτα του σκάφους δύο ζεμπύλες δίχτυα, τα οποία ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι αναγνώρισε ως δικά του (μέρος των κλαπέντων). Ακολούθησε νέα επίστηση της προσοχής του κατηγορούμενου στο νόμο, από το Μ.Κ. 2 αυτή τη φορά, ο οποίος απάντησε ότι δεν ήξερε πως βρέθηκαν τα δίχτυα στο συγκεκριμένο σημείο. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κυρίως για τους ακόλουθους λόγους: Τα δίχτυα που βρέθηκαν στην κατοχή του την 1η Οκτωβρίου, 2003, έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν μέρος αυτών που κλάπησαν από τη βάρκα του παραπονούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πρόκειται για πρόσφατα κλαπείσα περιουσία και ο κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ότι τα είχε στην κατοχή του. Είπε δηλαδή ψέματα επί του προκειμένου και αυτό δεν είναι το μοναδικό που του καταλογίζεται από την Κατηγορούσα Αρχή ότι είπε, αλλά και διάφορα άλλα, τα οποία, αποτιμούμενα ως σύνολο, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πως κατείχε περιουσία που αποτελούσε προϊόν κλοπής. Ο κατηγορούμενος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση και η μόνη θέση που προέβαλε σταθερά θα έλεγα, είναι ότι είναι αθώος. Κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του, θα γίνει κατανοητό τι θέλω να πω με την προηγούμενη επισήμανση. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μ' έχουν εντυπωσιάσει θετικά κατά τη διάρκεια που κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου, σε βαθμό που δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να δεχτώ τη μαρτυρία τους στο σύνολό της. Ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, ειλικρινείς και απαντούσαν αυθόρμητα και χωρίς περιστροφές σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Επιπλέον, η εκδοχή όλων, σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, αρκετοί από τους ισχυρισμούς ενός μάρτυρα επιβεβαιώνονται από ανάλογους ισχυρισμούς κάποιου άλλου. Θα έλεγα ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τόσο συμπαγής και συγκροτημένη ως σύνολο, σε βαθμό που είμαι βέβαιος ότι αποτυπώνει πλήρως την εικόνα των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας μ' έχει απογοητεύσει τόσο πολύ, σε σημείο που το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που μπορώ να δεχθώ είναι αυτό που συνάδει με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Από την όλη παρουσία του στο δικαστήριο, μου έδωσε την εντύπωση ότι θεωρούσε πως είχε το δικαίωμα να μετακινείται από τη μια θέση στην άλλη (σε επίπεδο ασφαλώς ισχυρισμών) χωρίς επιπτώσεις, είτε ακόμη, ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί που προέβαλλε κάθε φορά για κάποιο θέμα, θα απέληγαν σε διαγραφή όλων των προηγούμενων του ισχυρισμών για το ίδιο θέμα. Μόνο έτσι μπορώ να εξηγήσω τα διάφορα ψεύδη του τόσο στο δικαστήριο όσο και στην αστυνομία καθώς και τις διάφορες θέσεις που προώθησε είτε ως μάρτυρας, είτε αντεξετάζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίες εν πολλοίς υπήρξαν αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες. Ακολουθεί παράθεση μερικών από τους λόγους για τους οποίους απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου: (α) Ενώ από τη μια, προέβαλλε τη θέση ότι τα δίχτυα που βρέθηκαν στο σκάφος του δεν είναι του παραπονούμενου, από την άλλη, αντεξετάζοντας τον τελευταίο, του υπόβαλε ότι αυτός τα τοποθέτησε στο σκάφος του, επειδή είχε προηγούμενα μαζί του. Βέβαια, είναι γεγονός ότι μεταξύ των δυο υπάρχει προηγούμενο. Συγκεκριμένα, όταν μεταξύ των ημερομηνιών 4 και 5.2.2000, ο κατηγορούμενος έκλεψε από τη βάρκα του παραπονούμενου δέκα ζεμπύλες δίχτυα, αδίκημα για το οποίο βρέθηκε ένοχος μετά από παραδοχή, στο πλαίσιο της υπόθεσης 2082/04, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (βλ. σχετικά τη μαρτυρία της Μ.Κ. 4, Χρύσως Κάιζερ καθώς και το κατηγορητήριο εκείνης της υπόθεσης - Τεκμήριο 8 -) και στις 6.6.2006, καταδικάσθηκε από το δικαστήριο. Πέραν από την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις πιο πάνω θέσεις, διερωτώμαι ειλικρινά και για τα εξής: εάν ο παραπονούμενος ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στον κατηγορούμενο, (με δεδομένη και τη θέση του τελευταίου - μια απ' όλες - ότι τα δίχτυα ήταν στο σκάφος του για 5 μήνες), πρώτο, γιατί θα έπρεπε να περιμένει τόσο καιρό για το σκοπό αυτό; (β) πως ήταν σίγουρος ο παραπονούμενος ότι θα ήταν εκεί τα δίχτυα για τόσους μήνες; και (γ) γιατί ο ίδιος (κατηγορούμενος) που γνώριζε τις προθέσεις του παραπονούμενου τα κράτησε; Η ουσία του πράγματος, είναι ότι ο παραπονούμενος εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια με ποιο τρόπο αναγνώρισε τα δίχτυα που βρέθηκαν στο σκάφος του κατηγορούμενου ως δικά του, γεγονός το οποίο δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας, ότι αυτά όντως ήταν δικά του, και μέρος αυτών που κλάπησαν από τη βάρκα του μεταξύ 2 και 4.9.
- (β) Ανάφερε στην 1η του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. το Τεκμήριο 3) ότι η πρώτη φορά που έβλεπε τα δίχτυα στο σκάφος του ήταν η 1η Οκτωβρίου
- Περαιτέρω, ότι προτού αρχίσει η αστυνομική έρευνα, ενημερώθηκε πλήρως από το Μ.Κ. 1 για το αντικείμενο της έρευνας που θα γινόταν στο σκάφος του και η θέση του ήταν πως δεν είχε δίχτυα σ' αυτό (βλ. και τις γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ. 1 και 2 - Τεκμήρια 1 και 4 -). Κι' όμως, στη δεύτερη του κατάθεση (Τεκμήριο 6), όχι μόνο ομολογεί ότι γνώριζε για την ύπαρξη των διχτύων στο σκάφος του, αλλά επιχειρεί (ανεπιτυχώς) να δικαιολογήσει όσα είπε στην πρώτη του κατάθεση. ΄Οτι έλεγε ψέματα ο κατηγορούμενος, όταν με την δεύτερη του κατάθεση προσπάθησε να ανασκευάσει αυτά που είπε στην πρώτη, είναι ολοφάνερο, για τον εξής λόγο: Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν είπε στην πρώτη του κατάθεση ότι υπήρχαν δίχτυα στο σκάφος του, ήταν γιατί ρωτήθηκε από την αστυνομία αν είχε κάτι ξένο στο σκάφος και δε γνώριζε κατά πόσο τα δίχτυα που ήταν πολλή καιρό στο σκάφος τα είχαν πάρει αυτοί που τα έβαλαν. Ωστόσο, και οι δυο αστυνομικοί μάρτυρες, ανάφεραν χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί και το ίδιο ανάφερε και ο παραπονούμενος που ήταν παρών, ότι ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επ' ακριβώς ότι η έρευνα θα διεξαγόταν σε σχέση με τα δίχτυα του παραπονούμενου που είχαν κλαπεί από τη βάρκα του. (γ) Ανάφερε ακόμη στην πρώτη του κατάθεση, πως πρώτη φορά έβλεπε τα δίχτυα στο σημείο που είχαν βρεθεί στο σκάφος του και πως δεν ήξερε πως βρέθηκαν εκεί. Ωστόσο, με τη δεύτερη του κατάθεση καθώς και στο δικαστήριο, ομολόγησε πως αυτός τα είχε τοποθετήσει στην τουαλέτα όπου και τα βρήκε η αστυνομία. (δ) Ισχυρίστηκε στο δικαστήριο, ότι προτού βρει στο σκάφος του τα επίδικα δίχτυα είχε βρει άλλες δυο ζεμπύλες οι οποίες παρέμειναν σ' αυτό για 10 περίπου μέρες. Ακολούθως, πρόσθεσε, πήγε στην αστυνομία και ανάφερε το συμβάν, η οποία ανακάλυψε ότι αυτά ανήκαν σε κάποιο ψαρά από το Ζύγι, ο οποίος ήρθε και τα πήρε. Εκτός του ότι όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία, μεταξύ άλλων, αναφερόμενος σε ανάλογο περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι ο ιδιοκτήτης των διχτύων είναι από Λατσί (βλ. την κατάθεση του Μ.Κ. 1 - Τεκμήριο 1 - η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη επί του προκειμένου καθώς και τη γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 4 -), το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής. Γιατί δεν έκανε το ίδιο και για τα συγκεκριμένα δίχτυα, παρά μόνο προτίμησε να τα αφήσει στο σκάφος του για πέντε μήνες μέχρι που τα βρήκε η αστυνομία; Ούτε και δέχομαι ασφαλώς την απάντηση που έδωσε στο δικαστήριο, γιατί δεν ειδοποίησε την αστυνομία. (ε) Ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, αποδίδω και στο ψέμα που είπε τόσο στην αστυνομία όσο και στο δικαστήριο, ως προς το χρόνο που υποτίθεται ότι είδε για πρώτη φορά τα δίχτυα. Καθόρισε ως τέτοιο τους 5 μήνες (στο δικαστήριο) και τους 3 ½ μήνες (στη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 6 -). Ωστόσο, η αλήθεια είναι διαφορετική. Με δεδομένο ότι αυτά κλάπησαν από τη βάρκα του παραπονούμενου μεταξύ 2 και 4 Σεπτεμβρίου, 2003 και βρέθηκαν στο σκάφος του την 1η Οκτωβρίου, 2003, είναι βέβαιο ως θέμα κοινής λογικής, ότι αποκλείεται να τα είχε δει στο σκάφος του για πρώτη φορά, σ' οποιοδήποτε από τους χρόνους που ανέφερε. (στ) Σε συνέχεια του προηγούμενου και το άλλο ψέμα που είπε στην αστυνομία (στην πρώτη του κατάθεση), ότι η τελευταία φορά που μπήκε στην τουαλέτα που βρέθηκαν τα επίδικα δίχτυα, ήταν ίσως πριν από 5 μήνες. Ο στόχος του κατηγορούμενου λέγοντας αυτό το ψέμα ήταν εμφανής. ΄Ο,τι επιδίωξε, ήταν να δημιουργήσει την εντύπωση στην αστυνομία, ότι τα δίχτυα που βρέθηκαν στο σκάφος του ήταν άλλα από εκείνα που κλάπησαν από τη βάρκα του παραπονούμενου, αφού όταν έδινε την κατάθεση αυτή γνώριζε πότε ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι κλάπησαν τα δίχτυα του (βλ. την σχετική προειδοποίηση που του έγινε από το Μ.Κ. 1). (ζ) Ενώ δεν αμφισβητήθηκαν οι Μ.Κ. 1 και 2 όταν προέβαλλαν τη θέση ότι τα δίχτυα αναγνωρίστηκαν από τον παραπονούμενο στο σκάφος του κατηγορούμενου, έστω κι' αν ο τελευταίος αμφισβήτησε ότι αυτά είναι του πρώτου, και το ίδιο ισχύει και για τον άλλο ισχυρισμό του Μ.Κ. 2, σύμφωνα με τον οποίο στις 11.2.2004 παρέδωσε τα ανευρεθέντα δίχτυα στον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα δίχτυα τα κατέστρεψε η αστυνομία. (η) Αξιοσημείωτη είναι και η προσπάθεια του να χρεώσει τόσο την παραδοχή του όσο και την καταδίκη του στην άλλη υπόθεση κλοπής, που καταχωρίστηκε εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στο δικηγόρο του, καθώς και στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής που χειρίστηκε την υπόθεση εκείνη, στους οποίους καταλογίζει (χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης), ότι του είπαν να παραδεχθεί για να τελειώνει η υπόθεση. (θ) Επισημαίνεται ακόμη και η άρνησή του (καταρχήν), ότι ήταν ιδιοκτήτης του σκάφους επί του οποίου ανεβρέθηκαν τα επίδικα δίχτυα, αν και στο τέλος αναγκάστηκε να ομολογήσει πως ήταν συνιδιοκτήτης. (ι) Ανάφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του για τα επίδικα δίχτυα, ότι ρώτησε μερικούς ψαράδες αν γνώριζαν κάτι γι' αυτά, πλην όμως, αυτοί δεν είχαν ιδέα. Αντεξεταζόμενος, και σε σχετική ερώτηση, κατά πόσο ρώτησε κανένα αν ήταν δικά του τα δίχτυα, είπε πως δεν έδωσε σημασία. (κ) Τέλος, ενώ στη 2η του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε του παραπονούμενου στον οποίο είπε ότι τα επίδικα δίχτυα βρίσκονταν πάνω στο σκάφος του πέραν των 3 ½ μηνών, ουδέποτε υπόβαλε στον παραπονούμενο κάτι ανάλογο. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 Νίκου Ανδρέου, δέχομαι όσα περιέχονται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το Τεκμήριο 9) καθώς και αυτά που ανάφερε στο δικαστήριο τα οποία συνάδουν με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ειδικότερα, δέχομαι ότι στις 14.10.2003 του υποδείχθηκαν από το Μ.Κ. 2 τα επίδικα δίχτυα στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας, τα οποία αναγνώρισε ως δικής του κατασκευής και ότι είχε πωλήσει παρόμοια στον παραπονούμενο. Ο εν λόγω μάρτυρας, έστω και αν αρνήθηκε τα πιο πάνω στο δικαστήριο, όταν κατάθετε ο Μ.Κ. 2 και ανάφερε όσα ο μάρτυρας είπε γραπτώς στην κατάθεση του, δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ενώ ανάλογο ισχυρισμό προέβαλε και ο παραπονούμενος, ο οποίος, επιπλέον ανάφερε και το εξής, χωρίς επίσης να έχει αμφισβητηθεί: συγκεκριμένα, ότι όλα του τα δίχτυα τα κατασκεύασε ο εν λόγω μάρτυρας. Άλλωστε, ο ίδιος ο Μ.Υ. 1 ανάφερε στο δικαστήριο ότι κατασκεύαζε δίχτυα για τον παραπονούμενο. Όμως, ανάφερε και κάτι ακόμη, που ενισχύει τη βεβαιότητά μου, ότι τα αναβρεθέντα στο σκάφος του κατηγορούμενου δίχτυα είναι του παραπονούμενου, καθώς επίσης και ότι ο τελευταίος τα αναγνώρισε ως δικά του, στη βάση των διαφόρων στοιχείων που ανάφερε. Αναφέρομαι ασφαλώς στη θέση του Μ.Υ. 1, ότι κάθε ψαράς μπορεί να αναγνωρίσει τα δίχτυα του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 Νίκου Λοΐζου απορρίπτεται στο σύνολό της ως γενική και αόριστη, για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερο χαρακτηρισμό. Αναδύεται απ΄ όσα ανάφερε ο μάρτυρας αυτός σε συνδυασμό με το ύφος του και τον τρόπο που απαντούσε, ότι βασικά παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με αποκλειστικό στόχο να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορούμενου αναφορικά με διάφορα θέματα, κατά βάση άσχετα με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - δεύτερη κατηγορία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω ή να προσθέσω οτιδήποτε πέραν όσων ήδη έχω αναφέρει, προς θεμελίωση της κρίσης μου, ότι η 1η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής, (με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης), τα συστατικά του στοιχεία είναι: (α) η κατακράτηση περιουσίας κάποιου από κάποιον άλλο, (β) εν γνώσει του ότι αυτή έχει κλαπεί. Νοείται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά το χρόνο παραλαβής της περιουσίας ότι αυτή είναι κλοπιμαία, ενώ αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αυτή τη γνώση ή ακόμη έστω και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση σε χρόνο μεταγενέστερο της παραλαβής της περιουσίας οδηγεί την κατηγορία σε κατάρρευση. Βλ. Mathews 34 Cr. App. R. 55, Johnson 6 Cr. App. R.
- Σ, ο,τι αφορά τη γνώση, αυτή μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Έχει νομολογηθεί επίσης (βλ. R. v. Sbarra, 13 Cr. App. R. 118 και R. v. Fuschillo, 27 Cr. App. R. 193), ότι η αγορά της περιουσίας σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας της ή ακόμη η άρνηση του κατηγορούμενου ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία, μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι γνώριζε πως αυτή είναι κλοπιμαία. Επιπλέον, η αντίδραση του κατηγορούμενου και η εν γένει συμπεριφορά του μπορούν να προσλάβουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Ψέμα του κατηγορούμενου αναφορικά με την κλοπιμαία περιουσία, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης ότι όταν την παραλάμβανε ήταν κλοπιμαία. Το ίδιο θα συμβεί όταν αποδειχθεί κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας και δεν προσφερθεί από τον κατηγορούμενο εξήγηση ως προς την προέλευση της ή όταν η εξήγηση που δίνει απορρίπτεται ως ψευδής. Βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 35η έκδοση, παρ. 2102,
- Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: (α) Τα επίδικα δίχτυα, αποτελούν μέρος των διχτύων που κλάπησαν από τη βάρκα του παραπονούμενου μεταξύ 2 και 4 Σεπτεμβρίου,
- (β) Βρέθηκαν στο σκάφος του κατηγορούμενου την 1η Οκτωβρίου του 2003, δηλαδή πρόσφατα, που σημαίνει ότι αποτελούν πρόσφατα κλαπείσα περιουσία. (γ) Ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα στην αστυνομία, όταν πληροφορηθείς για το αντικείμενο της έρευνας στο σκάφος του, ισχυρίστηκε πως δεν είχε δίχτυα σ' αυτό. Το ίδιο ισχύει και όταν μετά τον εντοπισμό τους στη τουαλέτα του σκάφους του, δήλωνε άγνοια πως βρέθηκαν εκεί. Τα ίδια ισχυρίστηκε και στην πρώτη του κατάθεση στην αστυνομία, παρότι στη δεύτερη αλλά και στο δικαστήριο παραδέχθηκε ότι είχε γνώση ότι τα δίχτυα ήταν πάνω στο σκάφος του και περαιτέρω ότι αυτός τα τοποθέτησε στην τουαλέτα. (δ) ΄Ελεγε ακόμη ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι η τελευταία φορά που μπήκε στην τουαλέτα που βρέθηκαν τα δίχτυα, ήταν 5 μήνες πριν από γεγονός αυτό. (ε) Ψευδής είναι και η εξήγηση που έδωσε για την προέλευση των διχτύων, δηλαδή ότι βρέθηκαν στο σκάφος του σ' οποιοδήποτε από τους χρόνους και με τον τρόπο που ανάφερε, αφού αυτά μιας και αποτελούν περιουσία του παραπονούμενου και μέρος αυτών που κλάπησαν από τη βάρκα του μεταξύ 2 και 4.9.2003 δε μπορεί να τα είχε βρει ο κατηγορούμενος πριν από τις 2.9.2003 που είναι η πρώτη μέρα της περιόδου κατά την οποία κλάπησαν. Όλα τα πιο πάνω ψέματα καθώς και διάφορα άλλα, οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα δίχτυα του παραπονούμενου που βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν κλοπιμαία. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του στην σχετική κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο