← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Stephen John Clarke, Αρ. Υπόθεσης 3355/06, 18.2.07

Αστυνομία Πάφου ν. Stephen John Clarke, Αρ. Υπόθεσης 3355/06, 18.2.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 3355/06 Αστυνομία Πάφου - ν - Stephen John Clarke από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 18.2.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λοϊζίδης και κα Λίζα Θεοφάνους Κατηγορούμενος: παρών Χρέη διερμηνέα από Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα εκτελεί ο κ. Νικόλας Αλέξη ........................ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η πιο πάνω κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου θανατηφόρου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 17.3.06 και περί ώρα 21:30 στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής KLR 003, κατασκευής MAZDA, τύπου saloon, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177, κατασκευής Mitsubishi, σειράς Lancer, τύπου saloon (από τώρα και στο εξής «το πρώτο όχημα») και ΖΗΤΑ 461, κατασκευής Toyota, σειράς Corolla, τύπου saloon (από τώρα και στο εξής «το δεύτερο όχημα»), τα οποία οδηγούντο από τους Keith Lambert και Francis McCormack αντίστοιχα. Και των δύο οχημάτων επέβαινε δεύτερο πρόσωπο. Συνεπιβάτης και συνοδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΗΤΑ 461 ήταν ο Joseph Humphries. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 17.3.06 ενώ οδηγούσε το όχημα του επί της οδού που πιο πάνω αναφέρεται λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο στους πιο πάνω αναφερόμενους Keith Lambert και Joseph Humphries, τέως από την Αγγλία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 1054, Ελευθέριο Χαριλάου (ΜΚ 1), τον Λοχ. Πάμπο Αναστάση (ΜΚ 2), τον Francis McCormack (ΜΚ 3), τον Mathew Lee Stevens (ΜΚ 4) και την Kerry Metcalfe (ΜΚ 5). Ο Darren Davies (ΜΚ 6) κλήθηκε από την Υπεράσπιση ύστερα από άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς αντεξέτασης. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε μεταξύ των συνηγόρων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων: μεταθανάτιου ιατροδικαστικής έκθεσης της ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου αναφορικά με τον Joseph Humphries ημερομηνίας 21.3.06 (Τεκμήριο 14), μεταθανάτιου ιατροδικαστικής έκθεσης της ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου αναφορικά με τον Keith Lambert ημερομηνίας 20.3.06 (Τεκμήριο 15), πιστοποιητικού θανάτου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αναφορικά με τον Joseph Humphries ημερομηνίας 20.3.06 (Τεκμήριο 17) και πιστοποιητικού θανάτου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αναφορικά με τον Keith Lambert ημερομηνίας 20.3.06 (Τεκμήριο 18). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε, επίσης, ο Steward McBeath (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)2 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την ορθότητα των μετρήσεων του, τις οποίες σημείωσε επί του Τεκμηρίου
  1. Αξίζει να σημειωθεί, ότι εκτός από την θέση του σημείου της σύγκρουσης μεταξύ του οχήματος του Κατηγορούμενου και του πρώτου οχήματος, το οποίο επί του Τεκμηρίου 1 σημείωσε με το γράμμα Χ, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε καμία άλλη μέτρηση ή εύρημά του. Ο μάρτυρας απαντούσε αβίαστα, με ευθύτητα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν σε θέση να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια, όπως και έκανε, ό,τι αποκόμισε από την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Ήταν αρκούντως επεξηγηματικός στις θέσεις του και η μαρτυρία του διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την θέση του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης μεταξύ του οχήματος του Κατηγορούμενου και του πρώτου οχήματος. Αμφισβήτησε, επίσης, την ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδησης των πρώτου οχήματος (Β1). Κατ' αρχή, αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης (Β1), αυτά τα είδε ο μάρτυρας στην σκηνή του δυστυχήματος. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας η μαρτυρία του αναφορικά με την ύπαρξή τους είναι αποδεκτή. Άλλωστε, τα ίχνη αυτά φωτογραφήθηκαν από τον μάρτυρα. Η φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 2 καταμαρτυρεί την ύπαρξή τους. Για να αιτιολογήσει την θέση του αναφορικά με την θέση του σημείου της σύγκρουσης ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: στο σημείο αυτό βρήκε ίχνη τροχοπέδησης των μπροστινών τροχών του πρώτου οχήματος μήκους 60 εκατοστών καθώς επίσης λάδια, τα οποία έπεσαν στην άσφαλτο συνεπεία της σύγκρουσης. Επίσης, από το σημείο αυτό ξεκινούν ίχνη τριβής των μπροστινών τροχών του ιδίου οχήματος, τα οποία καταλήγουν στην θέση που είχαν οι μπροστινοί του τροχοί στην τελική του θέση. Τα πιο πάνω ευρήματα δεν παραπέμπουν απαραίτητα και δίχως άλλο στο συμπέρασμα, ότι το σημείο Χ είναι το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Στην φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 2 φαίνονται τα ίχνη τροχοπέδησης των μπροστινών τροχών του πρώτου οχήματος (Β1) εντός δύο κύκλων κυανού χρώματος. Σε αντίθεση, όμως, με τα όσα ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας αυτά δεν φαίνονται να καταλήγουν στο σημείο 1, που φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία, και το οποίο, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αντιστοιχεί στο σημείο Χ του Τεκμηρίου
  2. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν, ότι αυτά κατέληγαν στο Χ, δεν θα μπορούσα να δεχθώ, ότι αυτό παραπέμπει δίχως άλλο στο ότι το σημείο αυτό είναι το σημείο της σύγκρουσης. Στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, που να υποστηρίζει, ότι το πρώτο όχημα ακινητοποιήθηκε στο τέλος των ιχνών Β1 και να αποκλείει, ότι αυτό κινήθηκε πέραν του σημείου τούτου, οποιοδήποτε συμπέρασμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν αυθαίρετο. Ούτε και το ότι τα ίχνη τριβής των μπροστινών τροχών του πρώτου οχήματος (Β2) αρχίζουν από το σημείο αυτό μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη, ότι εκεί έλαβε χώρα η σύγκρουση. Και πάλι, στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, που να υποστηρίζει, ότι οι μπροστινοί τροχοί του πρώτου οχήματος άρχισαν να αφήνουν μαύρισμα επί της ασφάλτου από το σημείο της σύγκρουσης και όχι από οποιοδήποτε άλλο σημείο οποιοδήποτε συμπέρασμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν, επίσης, αυθαίρετο. Δέχομαι, όμως, ότι τα ευρήματά του, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, καταδεικνύουν και, μάλιστα, με ενάργεια, ότι η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του Κατηγορούμενου και του πρώτου οχήματος έλαβε χώρα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα με πορεία αυτή του πρώτου οχήματος και εκτός της πορείας του Κατηγορούμενου και της λωρίδας εντός της οποίας αυτός δικαιούταν να οδηγεί. Η θέση της κηλίδας από τα λάδια που έπεσαν συνεπεία της σύγκρουσης μέσα στον δρόμο - στην γωνιά που σχηματίζει το τέλος της στενής νησίδας και η αρχή της πλατιάς, σύμφωνα με την πορεία του πρώτου οχήματος - η ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδησης του πρώτου οχήματος στο σημείο Β1, ήτοι δεξιά και αριστερά της εν λόγω κηλίδας και εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας επί της λεωφόρου για οχήματα με δυτική κατεύθυνση, ότι τα ίχνη τριβής (Β2) που καταλήγουν στους μπροστινούς τροχούς του πρώτου οχήματος στην τελική του θέση - ενδεικτικό του ότι αυτά ανήκουν στο όχημα αυτό - βρέθηκαν και αυτά στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και στο ίδιο περίπου ύψος με το σημείο από το οποίο ξεκινούν τα ίχνη τροχοπέδησης από το ίδιο όχημα (Β1) - πράγμα που δείχνει ότι η στροφή των 180 μοιρών, την οποία έκανε το πρώτο όχημα συνεπεία της σύγκρουσής του με το όχημα του Κατηγορούμενου, ξεκινά από το σημείο αυτό οδηγούν, αν όχι από μόνο του το καθένα, πάντως, σωρευτικά ιδωμένα αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας για τα οχήματα με πορεία αυτή του πρώτου οχήματος και εκτός της πορείας του Κατηγορούμενου και της λωρίδας εντός της οποίας αυτός δικαιούταν να οδηγεί. Με το πιο πάνω συμπέρασμα συνάδει και η μαρτυρία του ΜΚ
  3. Είναι ενδεικτική, άλλωστε, η δήλωση του μάρτυρα, ότι το σημείο Χ είναι «το πιο ορθό» σημείο σύγκρουσης. Τούτο καταδεικνύει, ότι και σύμφωνα με τον μάρτυρα το εν λόγω σημείο δεν είναι το ακριβές σημείο της σύγκρουσης, αλλά αυτό που κατά την γνώμη του είναι το κατά προσέγγιση ορθό. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι το σημείο της σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων είναι μεταξύ του σημείου που αρχίζουν τα ίχνη τριβής του οχήματος του Κατηγορούμενου (Α3) και του σημείου που τέμνει την βόρεια γραμμή της στενής νησίδας η κάθετος που ξεκινά από το εν λόγω σημείο. Ο μάρτυρας υποστήριξε, ότι δεν υπήρχε καμία αντικειμενική ένδειξη ή εύρημα που να υποστηρίζει την θέση της Υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την θέση αυτή του μάρτυρα, ούτε και υπέδειξε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να συνηγορεί με την θέση της ή να υποστηρίζει την εκδοχή της. Ούτε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο υποστηρίχθηκε η υπό της Υπεράσπισης προβληθείσα θέση, αφού ο τελευταίος ως σημείο της σύγκρουσης διά ζώσης υπέδειξε διαφορετικό σημείο, ήτοι το σημείο Δ. Τα αντικειμενικά ευρήματα του μάρτυρα από την σκηνή του δυστυχήματος σαφώς παραπέμπουν στο συμπέρασμα στο οποίο ήδη έχω καταλήξει. Η θέση της Υπεράσπισης παρέμεινε γενική, αόριστη και αστήριχτη από μαρτυρία και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, επίσης, τον μάρτυρα και σε σχέση με άλλα μέρη της μαρτυρίας του, όπως, για παράδειγμα, την ώρα που έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Αναφορικά με την ώρα κατά την οποία ο μάρτυρας έφθασε στην σκηνή θεωρώ πως υπάρχει έρεισμα στην θέση της Υπεράσπισης. Ο μάρτυρας ανέφερε, ότι έφθασε στην σκηνή δέκα λεπτά μετά το δυστύχημα. Όταν δε έφθασε στην σκηνή δεν βρήκε κανέναν από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, αφού, σύμφωνα με την μαρτυρία του, το ασθενοφόρο είχε ήδη φθάσει και πάρει τους οδηγούς. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 - κατάθεση της νοσηλευτικής λειτουργού που παρέλαβε τους τραυματίες από την σκηνή του δυστυχήματος - η εν λόγω λειτουργός έφθασε με το ασθενοφόρο που μετέφερε τους πρώτους δύο τραυματίες στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 21:
  4. Αφού τους μετέφερε στο νοσοκομείο, ακολούθως επέστρεψε στην σκηνή με άλλο ασθενοφόρο με το οποίο παρέλαβε τους άλλους δύο, τους οποίους και μετέφερε στο νοσοκομείο. Εν' όψει των πιο πάνω θεωρώ, ότι είναι απίθανο όλη αυτή η διαδικασία να έλαβε χώρα σε χρόνο μικρότερο των δέκα λεπτών, όπως ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε. Θεωρώ, πως στο σημείο αυτό ο μάρτυρας δεν ήταν ακριβής. Το πιο πάνω, όμως, δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του αφενός εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας, αφετέρου, γιατί το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί ουσιαστικό ζήτημα στην διαδικασία. Αναφορικά με την γραμμή που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 1 (γραμμή 3) ο μάρτυρας έδωσε δύο διαφορετικές θέσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, αρχικά, ότι η εν λόγω γραμμή είναι μέρος των διακεκομμένων γραμμών που υπάρχουν επί της ασφάλτου πριν το σημείο Χ με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων μη δεχόμενος υποβολή της Υπεράσπισης, ότι αυτή αποτελεί προέκταση της πλατιάς νησίδας. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης υιοθέτησε την θέση της Υπεράσπισης. Τα όρια της πλατιάς νησίδας καθορίζονται με σαφήνεια στο Τεκμήριο
  5. Η αρχική δε θέση του μάρτυρα είναι αυτό ακριβώς που συνάγεται από το Τεκμήριο
  6. Από την στιγμή που η γραμμή αυτή
(3)βρίσκεται στην ίδια ευθεία με τις υπόλοιπες διακεκομμένες που προηγούνται αυτής, σύμφωνα με την πορεία του πρώτου οχήματος, προκύπτει, ότι και αυτή είναι μια από τις διακεκομμένες. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται καθαρά και από την φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου
  1. Αξίζει να αναφερθεί, ότι στην εν λόγω φωτογραφία φαίνεται, επίσης, να υπάρχει και μια άλλη γραμμή, άσπρη συνεχής, δεξιά των διακεκομμένων γραμμών σύμφωνα με την πορεία του πρώτου οχήματος, στην οποία ουδέποτε αναφέρθηκε ο μάρτυρας. Στο σημείο δε που τελειώνει η πλατιά νησίδα σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου αυτή προεκτείνεται της νότιας της γραμμής. Η γραμμή, όμως, αυτή δεν τοποθετήθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου
  2. Η θέση της Υπεράσπισης δεν μπορεί, επομένως, να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η πιο πάνω αντίφαση στην μαρτυρία του μάρτυρα δεν άπτεται ουσιώδους ζητήματος στην υπόθεση. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω δεν αποκλείω να οφείλεται και σε γνήσια σύγχυση του μάρτυρα. Για τους λόγους αυτούς δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του και την καλή εντύπωση που αυτός μου δημιούργησε. Ο μάρτυρας μου έδωσε γενικά την εντύπωση ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος, ο οποίος έλαβε ορθές μετρήσεις και επιτέλεσε το έργο που του ανατέθηκε στο ακέραιο. Εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας του που δεν αποδέχομαι, η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετικός και με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Μέσα από την μαρτυρία του διαπίστωσα ότι ο μάρτυρας εκτέλεσε με επάρκεια και αποτελεσματικότητα τα καθήκοντά του. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα της εξέτασής του ούτε το όχημα του Κατηγορούμενου, αλλά ούτε και το πρώτο όχημα είχε οποιαδήποτε βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε τα προσόντα, αλλά ούτε και τα ευρήματα του με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει, ουσιαστικά, αναντίλεκτη. Η αμεροληψία του φαίνεται ιδιαίτερα από ό,τι υποστήριξε σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα παρόλο που το στροφόμετρο του οχήματος του Κατηγορούμενου, σύμφωνα με την εξέτασή του, έμεινε στις 8.500 στροφές, αριθμός ψηλός, όπως ανέφερε, για οδήγημα εντός της πόλης, εντούτοις, για τους λόγους που εξήγησε στο Δικαστήριο, υποστήριξε, ότι αυτό δεν αποτελούσε εύρημα από το οποίο θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η Υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα, ότι αφού το μπροστινό δεξιό ελαστικό του οχήματος του Κατηγορουμένου κένωσε από αέρα κατά την στιγμή της σύγκρουσης λόγω ζημιάς στην ζάντα του αυτό θα αναμένετο να αφήσει ίχνη επί της ασφάλτου από το σημείο εκείνο μέχρι το σημείο στο οποίο ακινητοποιήθηκε. Με την προβληθείσα θέση η Υπεράσπιση προδήλως στόχευε να διαψεύσει το εύρημα του ΜΚ 1, ότι το σημείο της σύγκρουσης ήταν στο Χ, αφού από το Χ και μέχρι την αρχή των ιχνών τριβής (Α1), που είναι 8,40 μέτρα, δεν μεσολαβούσαν άλλα ίχνη. Ο μάρτυρας παρέθεσε την θέση του στο Δικαστήριο και την βάση επί της οποίας αυτή εδράζετο. Ανέφερε, επίσης, ότι στην πολύχρονη εμπειρία του συνάντησε και άλλες περιπτώσεις όπου συνέβηκε κάτι τέτοιο και, μάλιστα, για μεγαλύτερες ακόμα αποστάσεις. Θεωρώ, ότι η εξήγηση που δόθηκε από τον μάρτυρα ήταν πάνω από όλα λογική και την αποδέχομαι. Από την άλλη, η Υπεράσπιση καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε που να υποστηρίζει την υπό αυτής προβληθείσα θέση. Η θέση της Υπεράσπισης παρέμεινε γενικόλογη και αστήρικτη από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, αριθμό καταθέσεων, τις οποίες έλαβε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Ανάμεσα σε αυτές ήταν οι καταθέσεις που λήφθηκαν από τους Ανδρέα Γεωργίου (Τεκμήριο 6), David Metcalfe (Τεκμήριο 10), Παναγιώτα Παναγιώτου (Τεκμήριο 11) και Μαρούλα Lambert (Τεκμήριο 12). Οι καταθέσεις αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η αποδεικτική αξία της οποίας υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Κατά την αξιολόγησή της, όμως, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27
(1)). Το εδάφιο 2 του άρθρου 27 παραθέτει παράγοντες και παραμέτρους που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την ενάσκηση του πιο πάνω έργου. Βεβαίως, εξ' ακοής μαρτυρία, όπως και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, τίθεται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο μόνο εφόσον αυτή είναι αποδεκτή ένεκα της σχετικότητάς της με τα επίδικα θέματα στην διαδικασία. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγός του πρώτου οχήματος ήταν ο Keith Lambert. Το πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε η κατάθεση αυτή και επιβεβαιώνει το πιο πάνω γεγονός, ήτοι ο Ανδρέας Γεωργίου, είναι ο γαμπρός του πιο πάνω αναφερομένου Keith Lambert - ο Keith Lambert είναι σύζυγος της αδελφής του - ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνεπιβάτης και συνοδηγός στο πρώτο όχημα και ο οποίος βίωσε το επίδικο δυστύχημα. Η κατάθεση λήφθηκε 17 μόλις μέρες μετά το δυστύχημα. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ασφαλές να αποδεχθώ και αποδέχομαι το πιο πάνω γεγονός ως αληθινό. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι για τα ονόματα των εμπλεκόμενων οδηγών και τους θανάτους που προκλήθηκαν συνεπεία του δυστυχήματος έδωσε μαρτυρία και ο ΜΚ 1 χωρίς η μαρτυρία του να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Περαιτέρω, τόσο ο θάνατος των Keith Lambert και Joseph Humphries όσο και το περιεχόμενο των ιατροδικαστικών εκθέσεων που ετοιμάσθηκαν σε σχέση με αυτούς είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων. Το υπόλοιπο μέρος του Τεκμηρίου 6 δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία καθότι στερείται σχετικότητας. Αναφορικά με το Τεκμήριο 10 θα πρέπει να πω, ότι δεν μπορούν να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα που εκτίθενται σε αυτό ένεκα της έκδηλης ασάφειας με την οποία αυτά περιγράφονται. Το περιεχόμενό του δεν είναι, επομένως, αποδεκτό. Συν τοις άλλοις, μέσα σε αυτήν την ασάφεια το πρόσωπο που προέβη στην κατάθεση εκφράζει και την γνώμη του για το ποιο όχημα υπέχει την ευθύνη για το δυστύχημα. Παρόλο που εν' όψει των πιο πάνω οποιοδήποτε σχόλιο θα ήταν περιττό, δράττομαι της ευκαιρίας να αναφέρω, ότι μαρτυρία γνώμης επί θεμάτων που δεν χρήζουν εμπειρογνωμοσύνης και για τα οποία μπορεί από μόνο του το Δικαστήριο να αποφασίσει δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Το Τεκμήριο 11 είναι η κατάθεση της Παναγιώτας Παναγιώτου, νοσηλευτικής λειτουργού στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σε αυτήν η Παναγιώτου αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε όταν πληροφορήθηκε για το δυστύχημα. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι πρώτα παρέλαβε και μετέφερε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου τους Ανδρέα Γεωργίου και Joseph Humphries. Ακολούθως, και αφού επέστρεψε στην σκηνή με άλλο ασθενοφόρο, με το ασθενοφόρο αυτό τους Keith Lambert και Francis McCormack. Η μάρτυρας περίγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της. Η μαρτυρία που περιέχεται στην κατάθεσή της είναι τυπική και η Υπεράσπιση δεν αιτήθηκε την κλήτευσή της για σκοπούς αντεξέτασης. Η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε 17 μόλις μέρες μετά το δυστύχημα. Αναφορικά με τα ονόματα των τραυματιών, αυτά επιβεβαιώνονται και από άλλη μαρτυρία που έκανα αποδεκτή, όπως αναφορικά με τον Joseph Humphries από τον Francis McCormack (ΜΚ 3) και αναφορικά με τον Keith Lambert από την κατάθεση του Ανδρέα Γεωργίου (Τεκμήριο 6). Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ασφαλή την αποδοχή του περιεχομένου του Τεκμηρίου
  1. Από το Τεκμήριο 12 δέχομαι μόνο τον ισχυρισμό για τον θάνατο του Keith Lambert. Το υπόλοιπο μέρος του τεκμηρίου στερείται σχετικότητας και ως εκ τούτου δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Συνακόλουθα εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας του που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ 2 είναι αποδεκτή. Ο MK 3 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος και ο οδηγός του δεύτερου οχήματος. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση και με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα. Αφού παρέκλινε από την πορεία του συγκρούσθηκε με το πρώτο όχημα, που προπορευόταν του δικού του. Η σύγκρουση έγινε στην λανθασμένη για τον Κατηγορούμενο πλευρά του δρόμου, στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Η σύγκρουση ήταν πολύ βίαιη με αποτέλεσμα το πρώτο όχημα να στριφογυρίσει μέσα στον δρόμο και με πορεία αντίθετη προς την αρχική του να συγκρουσθεί με το δικό του. Ακολούθως, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ακολούθησε πορεία προς τα δεξιά του μάρτυρα και πιο αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Κατά την πορεία αυτή το όχημα του Κατηγορούμενου προχωρούσε ημιαιωρούμενο, δηλαδή, με τους δύο δεξιούς του τροχούς, μπροστά και πίσω, να βρίσκονται στον αέρα. Θεωρώ, πως ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσει την αλήθεια. Σε κάποια σημεία η μαρτυρία του δεν ήταν ακριβώς θετική. Μέσα, όμως, από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε είναι πεπεισμένος, ότι τούτο δεν οφείλεται σε συνειδητή ή εσκεμμένη προσπάθεια του μάρτυρα να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά, ενδεχομένως, στην σύγχυση που, συνήθως, επιφέρει η παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα ή την σύγχυση, την οποία υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος, αφού σύμφωνα με τον ίδιο από το δυστύχημα υπέστη σοκ και για κάποιο χρονικό διάστημα αφότου εξήλθε του Νοσοκομείου έπαιρνε φάρμακα για να μπορέσει να ξεχάσει το δυστύχημα, για να μπορεί να κοιμάται και, γενικά, για να τονωθεί το νευρικό του σύστημα. Μάλλον άστοχη θα μπορούσε να θεωρηθεί η δήλωσή του, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 67 χ.α.ω. Εξήντα επτά χ.α.ω. δεν είναι πολύ ψηλή ταχύτητα και ο μάρτυρας όφειλε να το γνωρίζει αυτό, αφού είναι και οδηγός για πάρα πολλά χρόνια. Η πιο πάνω δήλωση, πάντως, δεν συνάδει με την υπόλοιπη του μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό. Το πιο πάνω δεν είναι, όμως, ικανό να αναιρέσει τον εν γένει ισχυρισμό του, αφού αυτό που έχει σημασία για σκοπούς αξιολόγησης είναι ότι ο μάρτυρας διαπίστωσε την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ιδίοις όμμασι. Καθόλη δε την διάρκεια της μαρτυρίας του σαφής και κατηγορηματικός, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα. Προς την ίδια κατεύθυνση, θα πρέπει να σημειωθεί, ήταν επί του σημείου τούτου και η μαρτυρία των ΜΚ 4 και
  2. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ, ότι ο ισχυρισμός για 67 χ.α.ω. ήταν ένας ανεπιτυχής τρόπος για να αποδώσει ο μάρτυρας το μέγεθος της ταχύτητας του Κατηγορούμενου και σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον ισχυρισμό του για υπερβολικά ψηλή ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανακριβής, επίσης, ήταν η δήλωσή του σε σχέση με την θέση του πρώτου οχήματος μέσα στον δρόμο κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Ο μάρτυρας ανέφερε, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο το εν λόγω όχημα βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Η θέση του διαψεύδεται από τα ευρήματα του ΜΚ 1, που, όπως είδαμε, καταδεικνύουν, ότι αυτή έλαβε χώρα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία και των δύο. Ακριβής, όμως, και αληθινή ήταν η δήλωσή του εν' όψει της πραγματικής μαρτυρίας (Τεκμήριο 1) σε σχέση με την θέση του ιδίου μέσα στον δρόμο κατά την στιγμή της σύγκρουσης του με το πρώτο όχημα. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας ως μάρτυρας της αλήθειας, του ότι είχε παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία επισυνέβη το δυστύχημα και της μαρτυρίας του, της σύγχυσης που υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, η πιο πάνω ανακρίβεια στην μαρτυρία του δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του και την γενικότερα καλή εντύπωση που αυτός μου έκανε. Θεωρώ, ότι ο ΜΚ 3 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας του που δεν αποδέχομαι και τα οποία πιο πάνω αναφέρονται η υπόλοιπη του μαρτυρία είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ 4 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο μάρτυρας αυτός είχε την ευκαιρία διά μέσου ενός παραθύρου του εστιατορίου στο οποίο βρισκόταν με την σύζυγο και την μητέρα του κατά τον ουσιώδη χρόνο να δει την σύγκρουση και, ειδικότερα, το όχημα του Κατηγορούμενου και τον τρόπο με το οποίο αυτό οδηγείτο πριν την σύγκρουση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε μπροστά από το παράθυρο του εστιατορίου παρά του οποίου καθόταν και ο μάρτυρας είχε την ευκαιρία να το δει από απόσταση που δεν ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα. Πριν, όμως, το δει άκουσε τον θόρυβο που έκανε η μηχανή του. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός που τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα του προς τον δρόμο. Ήταν ο θόρυβος που κάνει η μηχανή ενός αυτοκινήτου, το οποίο οδηγείται υπερβολικά γρήγορα. Διαπίστωσε, τελικά, ότι επρόκειτο περί ενός σπορ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγείτο με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα και αφού πέρασε από μπροστά του ακολούθως συγκρούσθηκε βιαιότατα με ένα αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi, το οποίο, ακολούθως, συγκρούσθηκε με τρίτο αυτοκίνητο. Οι συγκρούσεις έγιναν αμέσως η μια μετά την άλλη και σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από την θέση που καθόταν. Το εστιατόριο βρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Το όχημα του Κατηγορούμενου κατευθύνθηκε από τα δεξιά του μάρτυρα και πίσω του, όπως αυτός καθόταν εντός του εστιατορίου, ακολούθως δε πέρασε από μπροστά του και κατευθύνθηκε αριστερά του μάρτυρα, οπότε και επακολούθησε η σύγκρουση. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ήταν, επίσης, ακριβής στην μαρτυρία του. Εντύπωση μου έκανε η ικανότητά του να προσδιορίσει σχεδόν επακριβώς την απόσταση στην οποία κατέληξε το όχημα του Κατηγορούμενου από το σημείο της σύγκρουσης με το μάτι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτή ήταν της τάξης των 50 μέτρων. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 51,40 μέτρα από το σημείο Χ. Επίσης, απαντούσε αβίαστα, με αυθορμητισμό, ευθύτητα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ο μάρτυρας εξήγησε με επαρκείς λεπτομέρειες τα προσόντα και τις γνώσεις που αποκόμισε από τις σπουδές του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εξήγησε γιατί δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει τα πιστοποιητικά που παρέλαβε μετά το τέλος της πρώτης τριετίας των σπουδών του. Η δικαιολογία που δόθηκε κρίνεται επαρκής και εν' όψει της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας είναι αποδεκτή. Τέλος, σε αντίθεση με ό,τι υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση, τα προσόντα, που, σύμφωνα με την μαρτυρία του απέκτησε από τις σπουδές του, ανταποκρίνονται στα πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια (Τεκμήρια 19-22). Ο μάρτυρας μέσα από τα προσόντα και τις γνώσεις του με έπεισε, ότι είναι σε θέση να αντιληφθεί κάποιον που παθαίνει καρδιακή προσβολή και να αξιολογήσει ορθά τα συμπτώματα που παρουσιάζει προς μια τέτοια κατεύθυνση. Στην μαρτυρία του δε αναφέρθηκε εκτενώς στα συμπτώματα που έχει κάποιος όταν πάθει καρδιακή προσβολή και το χρονικό διάστημα που αυτά διαρκούν. Τα όσα ανέφερε επί του θέματος τούτου δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Εξήγησε, επίσης, ότι αμέσως μετά την σύγκρουση ο Κατηγορούμενος δεν είχε τα συμπτώματα που έχει κάποιος που παθαίνει ή μόλις έχει πάθει καρδιακή προσβολή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραπονείτο για πόνους στο στήθος, παρά μόνο για τραυματισμούς στα πόδια και τον βραχίονά του. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο, ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε ευθέως στον μάρτυρα, ότι ο Κατηγορούμενος υπέστη καρδιακή προσβολή αμέσως πριν την σύγκρουση. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι δεν μπορούσε να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε υποστεί καρδιακή προσβολή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εν' όψει της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας δεν έχω καμία αμφιβολία για τα ευρήματα του, ότι, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος δεν είχε συμπτώματα που να υποδεικνύουν ότι είχε πάθει καρδιακή προσβολή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί, ότι ο Κατηγορούμενος στην διά ζώσης μαρτυρία του δεν ισχυρίσθηκε, ότι οι πόνοι, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αισθάνθηκε τον επηρέασαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οδήγηση και γενικά τον έλεγχο του οχήματός του. Στην διά ζώσης μαρτυρία του Κατηγορούμενου οι κατ' ισχυρισμό πόνοι ήταν χωρίς ιδιαίτερη σημειολογία, αφού αυτοί δεν συνδέθηκαν από τον Κατηγορούμενο με απώλεια του ελέγχου του οχήματος του. Δεν ήταν, δηλαδή, θέση του Κατηγορούμενου, ότι εξ' αιτίας τους απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του. Τουναντίον, οι πόνοι αυτοί, όπως σαφώς προκύπτει από την εκδοχή του, δεν τον επηρέασαν διόλου στον χειρισμό του οχήματός του αφού, σύμφωνα με αυτόν, γενεσιουργός αιτία της πρώτης σύγκρουσης ήταν η εκτροπή του πρώτου οχήματος από την πορεία του και η είσοδός του εντός της δικής του πορείας. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα. Η αποδοχή μιας τέτοιας μαρτυρίας αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει την μαρτυρία γνώμης. Η εξαίρεση περιορίζεται σε θέματα που δεν χρήζουν εμπειρογνωμοσύνης και που ένας μάρτυρας αποκομίζει ευθέως με τις αισθήσεις του με αποτέλεσμα ενώ, υπό μιαν αφηρημένη έννοια, να θεωρείται, ότι καταθέτοντας εκφράζει την γνώμη του, εντούτοις, το μόνο που κάνει είναι να μεταφέρει στο Δικαστήριο γεγονότα, τα οποία ενέπεσαν στην αντίληψή του. Γεγονότα, τα οποία είναι κοινότυπα (commonplace) και ο μέσος άνθρωπος έχει την ικανότητα και την εμπειρία να εκτιμήσει ή να αντιληφθεί με μια απλή παρατήρηση που δεν προϋποθέτει ή περιλαμβάνει την διαδικασία συνειδητής περισυλλογής. Συνοψίζοντας, ένας μάρτυρας μη ειδικός δικαιούται να εκφέρει την γνώμη του στο Δικαστήριο, όταν αυτή χρησιμεύει ως μέσο μεταφοράς γεγονότων που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε υπό περιστάσεις που καθιστούν αδύνατο να μπορούν να ξεχωρίσουν τα συμπεράσματα του μάρτυρα αυτού από τα γεγονότα που ενέπεσαν στην αντίληψή του και επί των οποίων τα συμπεράσματα αυτά βασίζονται. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Απόδειξη του Κακογιάννη, 1983, σελ. 684, μαρτυρία γνώμης μη ειδικού μπορεί να δοθεί αναφορικά με την ταχύτητα οχήματος. Υπεβλήθη στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση, ότι αναληθώς υποστήριξε, ότι είδε το όχημα του Κατηγορούμενου. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης, ότι ο μάρτυρας αδυνατούσε από την θέση που βρισκόταν να δει το όχημα του Κατηγορούμενου καθότι η ορατότητά του εμποδιζόταν από στεγασμένο χώρο, ο οποίος βρισκόταν ακριβώς μπροστά από το παράθυρο παρά του οποίου καθόταν, από δεύτερο στεγασμένο χώρο, ο οποίος βρισκόταν παραπλεύρως και αριστερά του πρώτου στεγασμένου χώρου και του παραθύρου σύμφωνα με την θέση που καθόταν και από θάμνους, οι οποίοι ήταν φυτεμένοι μεταξύ του δρόμου, που βρίσκεται ακριβώς έξω από το εστιατόριο, τον οποίο ο μάρτυρας χαρακτήρισε ως «δρόμο εξυπηρέτησης ιδιωτών», και της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων. Προσέτι δε από κατασκευή στάσης λεωφορείων, η οποία βρισκόταν επί του πεζοδρομίου που εφάπτεται της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων. Ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε, ότι υπήρχαν οι στεγασμένοι χώροι που πιο πάνω αναφέρονται, ούτε ότι υπήρχαν θάμνοι στο μέρος που του υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ή δέντρα μπροστά από το παράθυρο του εστιατορίου. Δεν απέκλεισε, μάλιστα, κατά τον ουσιώδη χρόνο να υπήρχαν και οχήματα σταθμευμένα μέσα στον δρόμο εξυπηρέτησης ιδιωτών και κάποιοι από τους θάμνους να ξεπερνούσαν σε ύψος το 1,5 μέτρο. Αρνήθηκε, όμως, ότι υπήρχαν φυτεμένοι θάμνοι κατά μήκος ολόκληρου του δρόμου εξυπηρέτησης ιδιωτών και αντέτεινε, ότι αυτοί ήταν φυτεμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να μεσολαβεί ενδιάμεσος χώρος μεταξύ τους, κάποιοι δε από αυτούς είχαν ανεπαίσθητο ύψος και αρκετών το ύψος δεν ξεπερνούσε το 1,5 μέτρο. Σε σχέση δε με το σημείο της σύγκρουσης αυτοί ήταν προς τα δεξιά σύμφωνα με την θέση που καθόταν και δεν επηρέαζαν την ορατότητά του προς το σημείο εκείνο. Δέχθηκε, επίσης, ότι υπήρχε στάση λεωφορείων στο μέρος που του υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση. Υποστήριξε, όμως, ότι αυτή δεν παρεμβάλετο μέσα στο οπτικό του πεδίο από το μέρος που καθόταν μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι από το σημείο που καθόταν η στάση των λεωφορείων βρίσκεται στα δεξιά της νοητής γραμμής που ενώνει το σημείο που καθόταν και το σημείο της σύγκρουσης. Και αυτό γιατί ο Κατηγορούμενος πέρασε μπροστά από την στάση των λεωφορείων και μετά έγινε η σύγκρουση. Δεν δέχθηκε, υποβολές της Υπεράσπισης, ότι τα πιο πάνω τον εμπόδιζαν να δει το όχημα του Κατηγορούμενου μέχρι και την σύγκρουση αντιτάσσοντας σταθερά κάθε φορά και πειστικά, την θέση του, ότι είχε την ορατότητα να δει και είδε καθαρά τόσο το όχημα του Κατηγορούμενου πριν την σύγκρουση όσο και τις δύο συγκρούσεις που έλαβαν χώρα. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός, συνεπής και σοβαρός καθόλη την διάρκεια της μαρτυρίας του. Υπήρχε μια λογική αλληλουχία στις απαντήσεις του και γενικά μου φάνηκε μετρημένος άνθρωπος. Εν' όψει των πιο πάνω δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ την μαρτυρία του, την οποία και αποδέχομαι στην ολότητά της. Η ΜΚ 5 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε χωρίς οποιαδήποτε δόση υπερβολής και η μαρτυρία της περιορίσθηκε σε αυτά που η ίδια είδε, άκουσε και αντιλήφθηκε από κέντρο στο οποίο βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πλησίον του σημείου που έγινε η σύγκρουση. Περαιτέρω, η όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε την αλήθεια. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει ποιο όχημα οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Συνάγεται, όμως, από την μαρτυρία της, ότι το όχημα, που στην μαρτυρία της υποστήριξε, ότι οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα ήταν το όχημα του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την μάρτυρα το όχημα αυτό οδηγείτο την 17.3.06 και περί ώρα 21:30 κατά μήκος της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων με ανατολική κατεύθυνση. Μετά την σύγκρουση κατέληξε στην αριστερή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση την Πάφο. Υπό το φως της μαρτυρίας που αποδέχτηκα η πιο πάνω μαρτυρία «φωτογραφίζει», θα έλεγα, το όχημα του Κατηγορούμενου. Το όχημα αυτό οδηγείτο, σύμφωνα με την μάρτυρα, με υπερβολική ταχύτητα. Ο τρόπος με τον οποίο η μάρτυρας περίγραψε τον τρόπο οδήγησης του οχήματος του Κατηγορούμενου ταυτίζεται απόλυτα με τον τρόπο περιγραφής του ΜΚ
  3. Η ταχύτητά του ήταν τόσο μεγάλη που εξέπεμπε θόρυβο. Ο θόρυβος που έκανε ήταν ο θόρυβος που κάνει ένα αυτοκίνητο που οδηγείται υπερβολικά γρήγορα. Πρώτα άκουσε τον θόρυβο. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός, που την ανάγκασε να διακόψει την συνομιλία της με την αδελφή της και να σηκώσει το κεφάλι της και να κοιτάξει προς τον δρόμο. Τότε, είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και διαπίστωσε και με τα μάτια της την υπερβολική ταχύτητα με την οποία αυτό οδηγείτο. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για το μέτρο της ταχύτητας με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Άλλωστε, δεν κλήθηκε γι' αυτό, αφού δεν είναι εμπειρογνώμονας, όπως η ίδια, ενδεικτικά, ανέφερε, και δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις να υπολογίζει ταχύτητες. Κλήθηκε, όμως, και ήταν σε θέση να καταθέσει για την υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, γεγονός, το οποίο αντιλήφθηκε με τις αισθήσεις της. Μέσα από την μαρτυρία της δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι η μάρτυρας και την ικανότητα είχε, αλλά και την εμπειρία να αντιληφθεί, ένα απλό και κοινότυπο για τον μέσο άνθρωπο ζήτημα - πόσο μάλλον στην περίπτωση της μάρτυρος που είναι 34 ετών και οδηγός για δέκα χρόνια - ότι, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπερβολικά γρήγορα και εν πάση περιπτώσει πολύ πέραν των 50 χιλιομέτρων την ώρα που της υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία της. Το μόνο μέρος από την μαρτυρία της που δεν αποδέχομαι είναι το εξής. Η μάρτυρας ανέφερε, ότι σύμφωνα με την γνώμη της ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 100 χ.α.ω. αν και διασαφήνισε, ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιη γι' αυτό, αφού δεν είναι ειδικός. Το μέτρο της ταχύτητας αποτελεί ζήτημα που απαιτεί εμπειρογνωμοσύνη και που η μάρτυρας δεν διαθέτει. Κατά συνέπεια, το μέρος αυτό της μαρτυρίας της δεν είναι αποδεκτό. Ο ΜΚ 6 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν καθόλου πειστική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Μέσα από την μαρτυρία του διέκρινα μιαν προσπάθεια εκ μέρους του να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το αφεντικό του και με τον οποίο σχετιζόταν κοινωνικά. Ήταν ισχυρισμός του, ότι η σύγκρουση επισυνέβη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου. Η θέση αυτή διαψεύδεται κατηγορηματικά από την μαρτυρία του ΜΚ 3, την οποία αποδέχτηκα, αλλά και από την πραγματική μαρτυρία. Ήταν, επίσης, ισχυρισμός του, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα πάνω σε στροφή. Ο ισχυρισμός αυτός, επίσης, διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία. Αναληθής θα πρέπει, επίσης, να θεωρηθεί και η θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με κανονική ταχύτητα. Η θέση αυτή διαψεύδεται από την μαρτυρία των ΜΚ 3, 4 και
  4. Σύμφωνα με την μαρτυρία τους, όπως είδαμε, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι ο μάρτυρας στην προσπάθειά του να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από την ευθύνη για το δυστύχημα παραποίησε τα γεγονότα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας και, κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Εν' όψει της άσχημης εντύπωσης που μου δημιούργησε ο μάρτυρας, ο ισχυρισμός του, ότι δεν προέβη στην επίμαχη δήλωση προς τον ΜΚ 4 δεν είναι αποδεκτός. Άλλωστε, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η μαρτυρία του ΜΚ 4 έγινε αποδεκτή στην ολότητά της. Το ερώτημα που αναφύεται είναι αν από την πιο πάνω δήλωση μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μεθυσμένος. Σύμφωνα με την δήλωση οι δύο τους είχαν πιει και ο Κατηγορούμενος οδηγούσε σαν τρελός. Από την δήλωση αυτή δεν προκύπτει απαραίτητα και δίχως άλλο, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με τον τρόπο που του καταλογίζεται στην εν λόγω δήλωση για τον λόγο ότι ήταν μεθυσμένος. Δεν θεωρώ, πως ο ισχυρισμός περί κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον Κατηγορούμενο συνδέεται απαραίτητα και δίχως άλλο με τον τρόπο με τον οποίο καταλογίζεται σε αυτόν ότι οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή, ότι το δεύτερο προκύπτει δίχως άλλο από το πρώτο. Κρίνω, πως θα ήταν ακροσφαλές να εξαχθεί συμπέρασμα προς αυτή την κατεύθυνση εν' όψει και του ότι σύμφωνα με την μόνη μαρτυρία που υπάρχει αναφορικά με την ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο Κατηγορούμενος την βραδιά του δυστυχήματος - και αυτή προέρχεται μόνο από τον μάρτυρα και τον Κατηγορούμενο - η ποσότητα αυτή δεν ήταν τέτοια που εξ' αντικειμένου και δίχως άλλο να οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι κάποιος που έχει καταναλώσει μια τέτοια ποσότητα κατ' ανάγκη χάνει τον έλεγχό του και οδηγεί «σαν τρελός». Η πιο πάνω δήλωση δεν παρέχει, επομένως, περιθώριο για την εξαγωγή συμπεράσματος, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μεθυσμένος ή υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από το ύφος και τον τρόπο με το οποίο κατέθεσε διέκρινα μιαν εμφανή διάθεση να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όχι μόνο δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του, αλλά η εντύπωση που αποκόμισα βλέποντάς τον να καταθέτει είναι ότι έγνοια του δεν ήταν η αλήθεια και η αποκάλυψή της, αλλά πώς να «σώσει τον εαυτό του» από την ευθύνη παραπλανώντας με αναληθείς ισχυρισμούς το Δικαστήριο στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Εν κατακλείδι δεν ήταν καθόλου πειστικός από το εδώλιο του μάρτυρα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ σύμφωνα με την κατάθεσή του δεν θυμόταν πώς έγινε το δυστύχημα στην διά ζώσης μαρτυρία του όχι μόνο μπορούσε να περιγράψει το δυστύχημα, τι προηγήθηκε του δυστυχήματος και πώς συμπεριφέρθηκαν τα εμπλεκόμενα οχήματα μετά τις συγκρούσεις καθώς και τον δρόμο επί του οποίου αυτό έλαβε χώρα, και, μάλιστα, με πάσα λεπτομέρεια, αλλά ήταν σε θέση να υποδείξει και το σημείο της σύγκρουσης ακόμα. Δεν δέχομαι την δικαιολογία που δόθηκε γι' αυτό από τον Κατηγορούμενο. Έχοντας κατά νου την γενικά άσχημη εντύπωση που μου έκανε από το εδώλιο του μάρτυρα θεωρώ, ότι η διά ζώσης μαρτυρία του δεν ήταν γνήσια μαρτυρία, αλλά εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα του Κατηγορούμενου. Στο σημείο, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αισθάνθηκε τον πόνο στο στήθος υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην κατάθεσή του και την διά ζώσης μαρτυρία του. Ενώ στην κατάθεσή του ανέφερε, ότι αισθάνθηκε πόνο όταν κινήθηκε για να προσπεράσει το προπορευόμενό του αυτοκίνητο την στιγμή που αυτό κινήθηκε για να στρίψει αριστερά για να εισέλθει εντός της ανώνυμης οδού στην διά ζώσης μαρτυρία του ισχυρίσθηκε, ότι τον πόνο αυτό τον αισθάνθηκε σε άλλο σημείο της διαδρομής, ήτοι καθώς πλησίασε στο σημείο Δ, που κατονόμασε ως το σημείο της σύγκρουσης. Επίσης, ενώ από την κατάθεσή του προκύπτει, ότι οι πόνοι στο στήθος επέφεραν απώλεια του ελέγχου του οχήματός του, εφόσον από εκεί και πέρα δεν θυμόταν τίποτα, όπως, χαρακτηριστικά ισχυρίσθηκε, στην διά ζώσης μαρτυρία του δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο. Όπως και στα πλαίσια αξιολόγησης του ΜΚ 4 πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν ήταν θέση του Κατηγορούμενου, ότι εξ' αιτίας τους απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του. Σύμφωνα με την διά ζώσης μαρτυρία του τον έλεγχο του οχήματός του απώλεσε εξ' αιτίας της σύγκρουσης με το πρώτο όχημα και όχι εξ' αιτίας των πόνων. Επίσης, σύμφωνα με την διά ζώσης μαρτυρία του το όχημά του διολίσθησε μέσα στον δρόμο. Δεν εξήγησε, όμως, πώς αυτό ακινητοποιήθηκε. Πάντως, δεν υπάρχει μαρτυρία, που να υποστηρίζει, ότι προσέκρουσε κάπου. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία αυτό ακινητοποιήθηκε μέσα στην μέση του δρόμου, γεγονός που εισηγείται, ότι ακινητοποιήθηκε από τον οδηγό του, δηλαδή, τον ίδιον, πράγμα που με την σειρά του εισηγείται, ότι πριν ακινητοποιηθεί το όχημά του ο Κατηγορούμενος δεν είχε απωλέσει τον έλεγχό του. Περαιτέρω, η θέση του ως προς το σημείο της σύγκρουσης δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία στην υπόθεση, η οποία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, υποδεικνύει, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονισθεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους». Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί, ότι η θέση του Κατηγορούμενου ως προς το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση δεν συνάδει με την θέση που υπέβαλε η Υπεράσπιση στον ΜΚ
  1. Υπάρχει, δηλαδή, διάσταση ανάμεσα στην θέση του Κατηγορούμενου και σε ό,τι επί του σημείου τούτου υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση στον εξεταστή του δυστυχήματος, πράγμα που αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της εκδοχής του Κατηγορούμενου. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 55 χ.α.ω.. Η εξήγηση που έδωσε γι' αυτό δεν αντέχει σχολιασμού. Η μαρτυρία του καταρρίπτεται από την μαρτυρία των ΜΚ 3, 4 και 5 που αποδέχτηκα. Όπως είδαμε, σύμφωνα με τους μάρτυρες αυτούς, η ταχύτητα του οχήματός του κατά τον ουσιώδη χρόνο ξεπερνούσε κατά πολύ τα 55 χ.α.ω. και ήταν υπερβολικά ψηλή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο, ότι στις 17.3.06 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KLR 003 επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Τελευταίος μάρτυρας κατάθεσε ο ΜΥ
  2. Αυτός ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι επισκέφθηκε το εστιατόριο στο οποίο βρισκόταν ο ΜΚ 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο και κάθισε στο ίδιο τραπεζάκι στο οποίο κάθισε ο εν λόγω μάρτυρας από το οποίο ο τελευταίος, σύμφωνα με την μαρτυρία του, είδε τις συγκρούσεις μεταξύ των εμπλεκομένων οχημάτων. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του δεν ήταν δυνατόν να δει κάποιος το δυστύχημα από το σημείο εκείνο καθότι το οπτικό του πεδίο εμποδιζόταν από διάφορα αντικείμενα που ανέφερε. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Με την πιο πάνω μαρτυρία επιχειρείται να προσαχθεί μαρτυρία προς την ίδια κατεύθυνση με αυτήν που αποκλείσθηκε από το Δικαστήριο όταν ζητήθηκε από την Υπεράσπιση όπως ο μάρτυρας καταθέσει τις φωτογραφίες που έβγαλε από μέσα και έξω του εν λόγω εστιατορίου με σκοπό να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία και η αλήθεια των ισχυρισμών του ΜΚ 4, σύμφωνα με τον οποίο από την θέση στην οποία καθόταν μπορούσε να δει τόσο το όχημα του Κατηγορούμενου πριν το δυστύχημα καθώς και τις δύο συγκρούσεις που επακολούθησαν. Για τους ίδιους λόγους που μνημονεύονται στην ενδιάμεσή μου απόφαση ημερομηνίας 17.10.07 η πιο πάνω μαρτυρία προσκρούει στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι απαντήσεις μάρτυρα κατά την αντεξέταση επί δευτερευουσών ζητημάτων στην διαδικασία θεωρούνται τελεσίδικες και καμία μαρτυρία δεν επιτρέπεται που τείνει να τις αντικρούσει. Η πιο πάνω μαρτυρία, επομένως, αποκλείεται ως μη αποδεκτή μαρτυρία. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του και αυτό αποκλείεται ως άσχετο με τα επίδικα θέματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 17.3.06 και περί ώρα 21:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLR 003 επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο με ανατολική κατεύθυνση, ήτοι από τον Κόλπο των Κοραλλίων προς την Πάφο. Κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούνταν επί της ιδίας οδού και με αντίθετη κατεύθυνση τα αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 και ΖΗΤΑ 461, το μεν ΗΑΕ 177 από τον Άγγλο Keith Lambert το δε δεύτερο από τον επίσης Άγγλο Francis McCormack. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 προπορευόταν του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΖΗΤΑ
  3. Και των δύο οχημάτων επέβαινε δεύτερο πρόσωπο. Συνεπιβάτης και συνοδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΗΤΑ 461 ήταν ο Joseph Humphries. Σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου η Λεωφόρος Τάφοι των Βασιλέων καταλήγει στο σημείο που αυτή συναντά την Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου. Η Λεωφόρος Αποστόλου Παύλου είναι κάθετος επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων. Στο σημείο της συμβολής των δύο λεωφόρων υπάρχουν φώτα τροχαίας. Από τα εν λόγω φώτα και με πορεία δυτική ξεκινά επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων νησίδα πλάτους 0,80 μέτρων (από τώρα και στο εξής «η στενή νησίδα»). Η στενή νησίδα χωρίζει την εν λόγω λεωφόρο από τα φώτα μέχρι το σημείο που καταλήγει σε δύο πορείες, η μια με κατεύθυνση προς τον Κόλπο των Κοραλλίων, ήτοι η δυτική και η άλλη προς την Πάφο, ήτοι η ανατολική. Η δυτική πορεία χωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, την δεξιά και την αριστερή. Στο σημείο που καταλήγει η στενή νησίδα επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων ξεκινά άλλη λωρίδα με σχήμα τριγώνου, το μεγαλύτερο πλάτος της οποίας είναι 4,60 μέτρα (από τώρα και στο εξής «η πλατιά νησίδα»). Η πλατιά νησίδα εκτείνεται για απόσταση 22,50 μέτρων και καταλήγει με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων σε μια μονή γραμμή. Στο σημείο που καταλήγει η στενή νησίδα και αρχίζει η πλατιά νησίδα καταλήγει και η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της δυτικής πορείας. Στο σημείο που αρχίζει η πλατιά νησίδα οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας της δυτικής πορείας γίνονται μια. Για την μετατροπή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας σε μια και για αρκετή απόσταση πριν το σημείο που σταματά η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση υπάρχουν τόξα επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας τα οποία προτρέπουν τους οδηγούς να μετακινηθούν προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος παρέκλινε της πορείας του και οδηγώντας με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα πέρασε πάνω από την πλατιά νησίδα με αποτέλεσμα να βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας για τα οχήματα με δυτική πορεία και να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ
  4. Το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 άφησε επί της ασφάλτου 0,60 μέτρα ίχνη τροχοπέδησης. Από την σύγκρουση το ΗΑΕ 177 γύρισε κατά 180 μοίρες και σύρθηκε μέσα στον δρόμο με πορεία αντίθετη από αυτήν που είχε αρχικά αφήνοντας οι μπροστινοί του τροχοί ίχνη τριβής μήκους 10, 80 μέτρα. Κατά την πορεία του αυτή συγκρούσθηκε με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΗΤΑ
  5. Μετά την σύγκρουση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 το όχημα του Κατηγορούμενου σύρθηκε επί της ασφάλτου με τους δύο μπροστινούς τροχούς, μπροστινό και πισινό, να αιωρούνται στον αέρα και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση της τάξης των 50 μέτρων στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του. Από τις συγκρούσεις απώλεσαν την ζωή τους οι Keith Lambert και Joseph Humphries. Το άρθρο 210 του Ποινικού κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» («want of precaution») και «απρόσεκτη πράξη» («careless act») και έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη πράξη». Έτσι, για να βρεθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Το κατηγορητήριο καταλογίζει στον Κατηγορούμενο επικίνδυνη, αλόγιστη και απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά. Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με πιο σημαντικές την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233. Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης με την έννοια της οδήγησης που εξ' αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με την συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς την συγκεκριμένη ενέργεια, στην περίπτωσή μας, την οδήγηση. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, που πιο πάνω αναφέρθηκε, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις, αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά την λήψη της απόφασής τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως, να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με τον Λόρδο Diplock για να στοιχειοθετηθεί απερισκεψία πρέπει να υπάρχει κάτι στα γεγονότα και τα περιστατικά, το οποίο θα εφιστούσε την προσοχή του μέσου και συνετού, στην προκείμενη περίπτωση, οδηγού στην δυνατότητα η πράξη του να είναι ικανή να δημιουργήσει το είδος των σοβαρών και ζημιογόνων εκείνων συνεπειών που το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα θεσμοθετήθηκε για να εμποδίζει και ότι ο κίνδυνος να επέλθουν οι σοβαρές και ζημιογόνες αυτές συνέπειες δεν είναι τόσο μικρός ώστε ο μέσος και συνετός οδηγός να δικαιολογείται να τις θεωρήσει ως αμελητέες. Οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα την στιγμή που υπήρχε τροχαία κίνηση στον δρόμο και από την αντίθετη κατεύθυνση ο Κατηγορούμενος, αναμφίβολα, δημιούργησε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης τραυματισμού ή ακόμα και του ίδιου του θανάτου στους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν την ίδια με αυτόν οδό. Η πιο πάνω ενέργεια συνιστά απερίσκεπτη συμπεριφορά. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου παρεξέκλεινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Δύο νεαροί άνδρες που επέβαιναν του αυτοκινήτου του εφεσείοντα έχασαν ως αποτέλεσμα την ζωή τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν: «ούτως ή άλλως ορθή ανεξάρτητα από το αν η ταχύτητα ήταν αποδεδειγμένα υπερβολική ή όχι. Διότι με μόνο την επικίνδυνη οδήγηση στοιχειοθετείται όπως ρητώς προβλέπεται το αδίκημα δυνάμει του άρθρου 210. Με την υπερβολική ταχύτητα η οδήγηση, που ήταν εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη και εντός του άρθρου 210, ταξινομείτο πλέον και ως απερίσκεπτη .». Αναφορικά με το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης θα πρέπει να λεχθεί, ότι αυτό δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στον βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ' αποκλεισμό του άλλου. Στην μια περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ' αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που έδειχνε πως δεν έφταιγε γι' αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από την διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: « . εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία» (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, το θύμα στεκόταν δίπλα από την πόρτα του αυτοκινήτου του, που ήταν σταθμευμένο στο αριστερό άκρο του δρόμου, έτοιμος να την ανοίξει. Στεκόταν σε απόσταση 2,10 μέτρων από το άκρο του δρόμου, το πλάτος του οποίου ήταν 9,60 μέτρα. Στα δεξιά του θύματος υπήρχε ανοικτός δρόμος πλάτους 7,80 μέτρα, που επέτρεπε την άνετη διέλευση αυτοκινήτων και από τις δύο κατευθύνσεις. Ο δρόμος ήταν ευθύς και η ορατότητα μεγάλη και απρόσκοπτη. Σειρά λαμπτήρων στις πλευρές του δρόμου και τα φώτα των κοντινών κτηρίων φώτιζαν την περιοχή. Το θύμα ήταν ορατό από απόσταση και τα φώτα του αυτοκινήτου του εφεσείοντα, στην χαμηλή τους στάση, κάλυπταν από μόνα τους απόσταση 25 μέτρων. Ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητο του ακριβώς δίπλα από το σταθμευμένο όχημα και χτύπησε το θύμα χωρίς να το δει. Επέπεσε πάνω του με αμείωτη ταχύτητα και τον εκτίναξε σε απόσταση 22 μέτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι ο εφεσείοντας όφειλε να δει το θύμα από αρκετά μεγάλη απόσταση και ήταν σφάλμα του που δεν τον είδε. Οδηγώντας το αυτοκίνητό του εκεί που στεκόταν το θύμα, ενώ ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος, συμπεριφέρθηκε σαφώς επικίνδυνα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233 ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο της σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Κρίθηκε, πως η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση, και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Ως αποτέλεσμα η καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, που πιο πάνω αναφέρθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Στην υπόθεση Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 161/05, ημερομηνίας 3.3.06 ο εφεσείοντας συγκρούσθηκε μετωπικά με ημιφορτηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση νεαρός οδηγός με συνεπιβάτη τον επίσης νεαρό αδελφό του. Από την σύγκρουση τα οχήματα καταστράφηκαν και τα δύο αδέλφια σκοτώθηκαν. Η σύγκρουση έγινε σε αριστερή για την πορεία του εφεσείοντα στροφή στην πλευρά του αυτοκινήτου των θυμάτων, το οποίο βρισκόταν όσο αριστερότερα γινόταν. Η ταχύτητα του εφεσείοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 80 χ.α.ω.. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι η σύγκρουση οφειλόταν στην απώλεια του αναγκαίου ελέγχου από τον εφεσείοντα του οχήματός του επί της στροφής. Χαρακτήρισε δε την οδήγησή του αλόγιστη και επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις και βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο, μεταξύ άλλων, στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου στη βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης. Τέλος, στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄ Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453 ο εφεσείοντας οδηγούσε αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο και επιχειρώντας να στρίψει δεξιά σε πάροδο ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου το οποίο οδηγούσε πρόσωπο 16 ετών με συνεπιβάτη επίσης νεαρό φίλο του με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με αυτό. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου υπέστη σοβαρά κατάγματα κρανίου τα οποία επέφεραν τον θάνατό του. Ο εφεσείοντας παρά το ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός στο μέρος δεν αντιλήφθηκε την σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε τον θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν, η οποία ήταν στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου στην βάση του άρθρου 210 του Κεφ.
  1. Η έφεση που ακολούθησε επικεντρώθηκε μόνο στην επιβληθείσα ποινή. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος παρεκκλίνοντας της πορείας του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ
  2. Είναι υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του πλευρά και την δική του πορεία λόγω, προδήλως, απώλειας του ελέγχου του προχώρησε προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης. Εισερχόμενος εντός της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας όταν την ίδια στιγμή εντός αυτής βρισκόταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 ο Κατηγορούμενος σαφώς οδήγησε και συμπεριφέρθηκε επικίνδυνα. Η πιο πάνω ενέργειά του δημιούργησε μιαν επικίνδυνη κατάσταση μέσα στο δρόμο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο δύο ανθρώπων, αφού η εν λόγω σύγκρουση προκάλεσε δεύτερη σύγκρουση με τρίτο όχημα του οποίου επέβαινε το δεύτερο θύμα. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το σφάλμα, που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αποδεικνύεται επαρκώς από τα γεγονότα και μόνο της κάθε υπόθεσης (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502). Με άλλα λόγια, από μόνη της η δημιουργία μιας επικίνδυνης κατάστασης δημιουργεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα (inference) πτώσης από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την προκληθείσα κατάσταση. Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο σημείο που βρέθηκε καθότι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, προδήλως από την υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε. Χώρος για άλλη εξήγηση δεν υπάρχει, εν' όψει και του ότι το όχημά του δεν είχε οποιαδήποτε βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση της πρώτης σύγκρουσης. Ο Κατηγορούμενος δεν πρόβαλε οποιαδήποτε εξήγηση ικανή να εξουδετερώσει ή να αναιρέσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής. Είναι αξιοσημείωτο δε, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του, δεν παραπλανήθηκε από την σήμανση που υπήρχε επί της ασφάλτου, ώστε να βρεθεί σε λανθασμένο σημείο μέσα στον δρόμο κατά την στιγμή της πρώτης σύγκρουσης. Η σύγκρουση έλαβε χώρα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εντός της πορείας του και καθώς αυτός οδηγούσε καθόλα νόμιμα και κανονικά. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι αντιλήφθηκε τις γραμμές με τις οποίες ήταν σηματοδοτημένος ο δρόμος και προσπάθησε να οδηγήσει χωρίς να τις παραβεί. Εν' όψει των πιο πάνω δικαιολογημένα το Δικαστήριο δύναται υπό τις περιστάσεις να καταλήξει στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε επικίνδυνα με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο στα δύο θύματα. Το κατηγορητήριο καταλογίζει, επίσης, στον Κατηγορούμενο αλόγιστη πράξη και συμπεριφορά. Η έννοια της αλόγιστης πράξης δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220. Αλόγιστη είναι η πράξη ή συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Στην υπό εξέταση περίπτωση η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπίπτει στην έννοια και της αλόγιστης οδήγησης. Η ενέργεια του να παρεκκλίνει της πορείας του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ενώ ήταν ανασφαλές να πράξει τούτο, αφού από την άλλη πλευρά υπήρχε τροχαία κίνηση, αναμφίβολα, δεν ήταν λελογισμένη. Η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι μια τέτοια ενέργεια εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια αυτών, που οδηγούν στην αντίθετη πορεία κυκλοφορίας. Εισερχόμενος εντός της αντίθετης πορείας κυκλοφορίας ο Κατηγορούμενος αλόγιστα αγνόησε αυτούς τους κινδύνους, οι οποίοι όχι μόνο δεν αποφεύχθηκαν, αλλά είχαν και ως συνέπεια την απώλεια δύο ανθρώπινων ζωών (Βλ. Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/05, ημερομηνίας 3.3.06, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Κουριέως
(2001)2 ΑΑΔ 784, Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233). Συνακόλουθα βρίσκω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.